Κώστας Ταχτσής, Δύο ποιήματα

11222364_878525342234125_1014492661206502749_n


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ Σ’ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ

Πήρε μια σφαίρα και τη φύτεψε
σε μια γλάστρα άδεια
του ’χανε πει ο θάνατος
βγάζει ωραία λουλούδια.

***

ΑΠΟΨΕ

Απόψε δεν υπάρχουν
νεώτερα απ’ το μέτωπό μου
κανείς δεν έθεσ’ επ’ αυτού τα χείλη του
ίσως μεθαύριο γραφτεί ο θάνατός μου
εντός του στήθους φέρω βόμβα εγκαιροφλεγή
όπου και να ΄ναι θα εκραγεί

Massimiliano Damaggio, Δύο ποιήματα

damaggio-300x225

1.
Ο απολογισμός του τζίρου

Τη νύχτα στέλνω τα στοιχεία πωλήσεων της μέρας

στη σιωπή συγκάτοχων στον ύπνο κρεμασμένων

το σμήνος αριθμών μού διατρυπάει το σώμα

το γονατισμένο στη στατιστική και το φόβο

μήπως με πάρουν, τέτοιαν ώρα, για εξηγήσεις

Τρεις μήνες που ο Ντίνος είναι κάτω από το μπάτζετ

σου λένε να του πεις πως είναι ένα αρχίδι

δεν είναι, σου λένε, προσβολή

κι αυτή είναι η αφύπνιση

∗ ∗ ∗

2.
Ο τμηματάρχης Μαυρίκιος κι ο Rack jobber*

Τη μέρα όλη στοίχιζα

προϊόντα στα ράφια

σαν να ήτανε στίχοι

και κάθομαι τώρα με την παραγγελία στα χέρια

ανάμεσα στα εγκαταλειμμένα καρότσια

όπου κοιμούνται τα παιδιά

τα εξαντλημένα, στη σιωπή

και μες σ’ αυτόν τον όλεθρο, Μαυρίκιε

καθόμαστε στα εγκαταλειμμένα καρότσια

Αυτή είναι η σπορά του βολβού

για τον πόθο του κέρδους

το χώμα πεθαμένο και το έμβρυο καλλιεργημένο

που ανθίζει στο ράφι και βλασταίνει στην έκπτωση

Αυτός είναι ο τάφος της σημασίας

ο στόχος και ύστερα η τελεία

που το ωράριο μάς βάζει στ’ όνομα

*Από τη συλλογή «Τα κτίρια τα επισφαλή». Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου. Από το http://www.poiein.gr

**Γεννημένος στο Ντέζιο της Λομβαρδίας το 1969, ο Massimiliano Damaggio άρχισε να γράφει ποίηση στα τέλη της δεκαετίας του ’80, εκπροσωπώντας μάλιστα δύο φορές (το ’93 και το ’99) την πόλη του Μιλάνου στην Μπιενάλε Νέων Καλλιτεχνών της Ευρώπης και της Μεσογείου και συμμετείχε σε φεστιβάλ ποίησης και διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Ποίηση σαν πέτρα», κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Ensemble στη Ρώμη, ήταν υποψήφια για το βραβείο Carver 2012 και ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία «Punto. Poesia italiana 2013». Η δεύτερη συλλογή του «Τα κτίρια τα επισφαλή» θα κυκλοφορήσει το Σεπτέμβριο του 2015 από τις εκδόσεις Dot.com press. Πολλά από τα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο καθώς και σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Ελλάδα και την Κύπρο. Έχει συνεργαστεί ως μεταφραστής από τα ελληνικά και τα βραζιλιάνικα με τα περιοδικά «Reb Stein», «Versante Ripido» και «Iris di Kolibris», ενώ στην Ελλάδα με τα διαδικτυακά περιοδικά «24 γράμματα» και «Ποιείν», όπου έχει δημοσιεύσει ποιήματά του και έχει παρουσιάσει ιταλούς και βραζιλιάνους ποιητές. Είναι ο εμπνευστής και ο κύριος ιδρυτής του νέου ηλεκτρονικού ιταλικού περιοδικού για την ποίηση «Perigeion». Σήμερα ζει και βιοπορίζεται στην Αθήνα, μια πόλη την οποία λατρεύει, όπως άλλωστε και κάθε τι ελληνικό.

Θωμάς Χαραλαμπίδης, Τρία ποιήματα

siou

Goody’s

Είναι καλά.
Τώρα τρώω στα goody’s.
Κάνουν οικονομία στις χαρτοπετσέτες
κι έτσι με την ίδια
σκουπίζω μαζί
δάκρυα και σως μουστάρδας

***

Εν οίκω

Γονείς υπέρβαροι
πριν να κοιμίσουν τα παιδιά
οργίζονται μπροστά στις τηλεοράσεις τους
με τις ειδήσεις των οχτώ ξεχειλωμένες
την άλλη μέρα
να ‘χαμε να λέγαμε

***

Μνήμη

Λέει:
Τι να τα κάνω όλα τούτα
που είναι μαζεμένα γύρω μου;
Κιλά χαρτούρα, αναμνήσεις, τρυφερά ενσταντανέ
και τη διαλεκτική
να πάσχει από συχνουρία;

Ο άλλος απάντησε:
Πρέπει να σέβεσαι την ιστορία σου.
Η μνήμη έγινε μια φυλακή
θυμάμαι στο σχολείο που μαθαίναμε
μνήμης και λήθης σημαντικά-ασήμαντα.

Μήπως θα έπρεπε να είχα τρέξει
από νωρίς
στα καταπράσινα λιβάδια;
Θα ήταν άραγε μικρότερο το βάρος
αν στο κουπέ του τραίνου μου
καθότανε συνταξιδιώτης;

Μήπως αλήθεια έπρεπε να είχα γίνει τροτσκιστής;
Να πουλάω την εφημερίδα
της γκρούπας μου στις πορείες
στην άλλη έκδοση να βλέπω
πόσες πούλησα;

*Από τη συλλογή “Μούργκα”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 2008.

Βασίλης Βάρκας, Δύο ποιήματα

1aasour12

Μιζεραστία

Είν’ ωραία η ζωή!
Είναι πράγματι ωραία!
Την έχω δει μια φορά στην τηλεόραση.
Ψηλή, μελαχρινή, γαλάζια μάτια!
Στην αγκαλιά της κρατούσε τα λουλούδια
που της έστειλε ο θάνατος.

Πάντα πετυχαίνει το αέναο αυτό συνοικέσιο.
Το κάνουν άξιες προξενήτρες…

Στην πόλη μας, την πόλη των μιζεραστών.
Των εραστών της μιζέριας και των μίζερων ερώτων.
Εκεί πλέκουν τα ειδύλλιά τους,
Η ζωή κι ο φαλλοκράτης θάνατος.

***

Για την ελπίδα

Λαιμός σαν περισκόπιο κατάπιε τη ζωή μου.

Χαμένα νιάτα! Κομμάτια σκορπισμένα.

Ανύπαρκτο καρότο κρεμάσανε μπροστά μου.
Κι εγώ τρέχω.

Σα να μην έχω άλλη επιλογή.

Λυπάμαι!

Ξέρω πως νύσταξε η ελπίδα και κοιμήθηκε
Αλλά δεν ξέρω αν και πότε θα ξυπνήσει.

Δεν είναι νόμοι οι παροιμίες.

Ίσως να πέθανε εκείνη πρώτη…

*Από τη συλλογή ¨Μιζεραστία΄, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2011.

Τζούλια Φορτούνη, Δύο ποιήματα

Αυστραλιανό τοπίο. Φώτο: Rory Hudson

Αυστραλιανό τοπίο. Φώτο: Rory Hudson

de profundis

δεν είναι δύσκολο αυτό το πρόβλημα
είναι πάντα ανέφικτες οι λύσεις
να βρω μια φωτεινή στιγμή
το κάτι εκείνο που γυαλίζει
μέσα στο μάτι του κυκλώνα
ή της τρέλας την κραυγή μέσα στη νύχτα

δεν είναι αποτρόπαιο αυτό το έγκλημα
είναι που αναβάλλω συνεχώς τον φόνο
αναζητώντας ένα κοφτερό μαχαίρι
βλέμμα της τίγρης
όταν ορμάει επάνω μου
ή της αλλοτινής σου λάμψης το ατσάλι

δεν είναι αλλόκοτη αυτή η πολιτεία
είναι που πάντα χάνω το βηματισμό μου
επιχειρώντας μια πιο σταθερή ισορροπία
σαν ακροβάτης που παραπατά
στο χεροκρότημα
ή σαν μικρό παιδί που χάθηκε στο δάσος

***

υστερόγραφο

ποτέ δεν προλάβαινα
τα ληξιπρόθεσμα χρέη
τα dead lines
τις ημερομηνίες
όμως πήγαινα πάντα νωρίτερα
στα ραντεβού μου και περίμενα
σαν να σκηνοθετούσα μια άφιξη
ή έναν πρόωρο αποχαιρετισμό

πάντα υπήρξα βιαστική
και ανυπόμονη
στο επάγγελμα
στον έρωτα

δεν ήμουν έτοιμη
ποτέ δεν θα είμαι

*Από τη συλλογή “Φυσικό αντίδοτο”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013.

Κυριάκος Ραμολής, Τρία ποιήματα

3

Η αναβολή μιας συνομιλίας

Συνάντησα στο κατώφλι της οικίας μου τον παραστάτη
θάνατο. Διαβεβαιώνω τους ποιητές πως οι λαϊκές δοξα-
σίες που τον νομίζουν γέροντα δεν ισχύουν. Ο θάνατος μου
παρουσιάστηκε ως έφηβος. Είχε λυμένα τα πυρόξανθα
μαλλιά του (είχαν θρέπει ωστόσο με το χρόνο). Τρόμαξα
από την ομορφιά του και κλείδωσα την πόρτα μου.

***

Εγκόσμιο μπιχλιμπίδι

Δρω και δράττομαι
των περιοχών στο ρολογάκι μας
ορώ ό,τι ορίζεται
μα θυμάμαι μόνο την Τάξη
Γεννήθηκα από θρησκοληψία
στου ζωντανού τον πόνο
Έφηβος τώτα πια στερεώνω
όσες πνοές αντιλαμβάνω
δίχως δομές ή πέρατα

***

Της Αποκάλυψης

Πορδές γενναίες του φτωχού
στα χάσματα απλωθείτε
το μεσημέρι επίορκος
θα αρπάξω κεραυνούς
Πριγκιποπούλες φίμωτρα
στα ανθίδια θα φιλάνε
χοντροί βρικόλακες
θα πίπτουν οι θεοί

*Από τη συλλογή “Πυράγρα”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 200
5.

Βαγγέλης Ρουσσάκης, Που αγαπήθηκαν

11903945_10206720823392986_1121171788784304900_n

Ήχος παλιός, αγαπημένος
Στο γεμάτο αράχνες γραμμόφωνο.

Γνώριμος σαν από πάντοτε
Άναρχος, ατελεύτητος.

Στο μυαλό να γυρίζει
Σαν αδιόρατη παλινδρόμηση

Του νόστου που εκπλήρωσες
Για μια στιγμή.

Χωρίζουν οι ζωές
Των ανθρώπων που αγαπήθηκαν.

Το τραγούδι των ερώτων μας συνεχίζει να παίζει
Τ’ ακούς;

Voltarine De Cleyre, Γραμμένη με κόκκινο

de_cleyre

Στους ζωντανούς νεκρούς
του μεξικάνικου αγώνα

Γραμμένη με κόκκινο η μαρτυρία τους μένει
για να τη δουν οι θεοί όλου του κόσμου·
στον τοίχο του ολέθριου, χέρια δίχως σώμα
έγραψαν “Upharsin” (1) και φλογισμένα σημάδια
φωτίζουν το σύνθημα: «Αδράξτε τη γη!
Ανοίξτε τις φυλακές, κι απελευθερώστε τους ανθρώπους!»
Αναζωπυρώνονται οι λέξεις των νεκρών
γραμμένες με κόκκινο.

Οι θεοί του κόσμου! Τα στόματά τους τώρα βουβά!
Τα όπλα σας μίλησαν, κι αυτοί γίνηκαν στάχτη.
Όμως οι ξεσκισμένοι Ζωντανοί, με τις καρδιές μουδιασμένες,
ένιωσαν μέσα τους το χτύπο ενός αναστάσιμου τυμπάνου
-στη διάλεκτο των Νεκρών- να τους καλεί:
«Ξύστε την αρχαία σκουριά!»
Είδαν «Ανέστη», τη λέξη των Νεκρών
γραμμένη με κόκκινο.

Σήκω ψηλά, πανώρια φλόγα!
Ψηλά στους ουριανούς, όλοι να σε δουν.
Σκλάβοι του Κόσμου! Κοινός ο σκοπός·
μια η προαιώνια καταισχύνη – ένας ο αγώνας!
Στο όνομα Ενός -του Ανθρώπου-
αγωνιζόμαστε να ελευθερώσουμε τους ανθριώπους!
«Εξαγνίστε για μας τη Τη!» ακόμα καίνε οι λέξεις των Νεκρών
Γραμμένες με κόκκινο.

Σικάγο 1912

*Αυτό ήταν το τελευταίο ποίημα της Voltairine De Cleyre (Βολταιρίν ντε Κλερ).
(1) Η λέξη «Upharsin» είναι βιβλική με μυοτηριιώδες περιεχόμενο, και σημαίνει «the writing on the wall».
**Το ποίημα προέρχεται από το βιβλίο «Voltairine De Cleyre Γιατί είμαι αναρχική», Εκδόσεις Σοφίτα, 2014, σε έρευνα και μετάφραση Γιάννη Γ. Μπαζού και εισαγωγή Αργύρη Αργυριάδη.

Γιάννης Ζελιαναίος, σ’ ένα χαρτόκουτο στην Πατησίων

p115-960x640-680x453

Είναι εδώ και κάμποσο καιρό

που δεν αισθάνομαι τίποτα,

το σώμα μου είναι προέκταση χαρτόκουτου

κι αυτή η φυλλάδα

κρατάει το κρύο μακριά απ’ τα εντόσθιά μου.

Τα βράδια για να κοιμηθώ

χρειάζομαι το μπουκάλι με το ούζο

που όταν είμαι τυχερός έχει ρακί

κονιάκ κηδείας

και στις καλύτερες τσίπουρο

χαρισμένο από καφενείο.

Ονειρεύομαι ήλιο

μα στο τέλος της ημέρας υποφέρω

και φοβάμαι μη χάσω κάνα δάχτυλο.

Οι άνθρωποι είναι τρελοί

αλλά κοιτάζουν εμένα σαν τρελό

οι άνθρωποι κάνουν ένα σωρό παρανοϊκά πράγματα
και μυξοκλαίνε για το κάθε τι

τα ψιλά στις γιορτές γίνονται χοντρά

οι σταυροί βοηθάνε την πείνα να χορτάσει

η βροχή αμαρτάνει τα κορμιά τους

κι όταν λένε πως βρήκαν ένα δρόμο

απλά δεν έχουν προλάβει τίποτα.

Νοιάζομαι για το κρύο

τις κόρνες και τις εκρήξεις στα σκουπίδια

που η λάβρα ζυγώνει το φαΐ μου,

ένα λουκάνικο από σάντουιτς βγαλμένο

κρεμμύδι με σκυλόσκατο

τυλιγμένο με απόκομμα στοιχήματος χαμένου

και θέρμη απ’ τον Πινόκιο κρεμασμένο

με τα ξύλινα τρεμάμενα ποδάρια του

προσάναμα για μένα.

Καμιά φορά νιώθω κάτι

για τη μαύρη πουτάνα της Τρίτης Σεπτεμβρίου

μ’ αμολημένο το βυζί στα δύο

τα λευκά της δόντια

φως σε καύλες

το χορό του γέλιου της

αφού έχει σνιφάρει

και βλέπει κοιλιές, αρχίδια

και σηκωμένες υποσχόμενες ψωλές.

Την βλέπω λες κι είμαστε στην ίδια κοιλάδα

στην ίδια πόλη
στην ίδια μοίρα

να μας κοιτάζει το μάτι που δε θέλουμε να μας κοιτάζει

όταν η λύπηση κι η ικανοποίηση δεν έχουν καμία διαφορά.

Βλέπεις είμαι ένας hobo που λένε οι αμερικάνοι

ολόκληρης γενιάς κουλτούρα

που έγραψε, ήπιε και πέθανε.

Εδώ δεν είμαι τίποτα

παρά μονάχα ένας αλήτης

το επιχείρημα της πείνας

από σαπιοκοιλιάδες και μαυροφορεμένους με κουκούλες

που καίνε το φαΐ μου.

Δεν με νοιάζει

ποτέ δεν με ένοιαξε.

Δώσ’ μου ένα χαρτόκουτο

λίγο αλκοόλ να ζεσταθώ

μια χαλασμένη τυρόπιτα

μια είσοδο μαγαζιού

μια αλυσίδα ξεκλείδωτη

τρεις γόπες ατελείωτες

και μακριά από μένα το

Για όλους έχει ο θεός.

*Από το «Μισό λίτρο κονιάκ στην Πατησίων», Μακάριοι οι Σκύλοι του Οινοπνεύματος (2015).
Feature photo: http://popaganda.gr/ti-simveni-sta-prosfigika/
Ποιημα και εικόνα της ανάρτησης από το http://athensinapoem.com/2015/08/22/%CF%83-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD/