Bruno Mesa, Δύο ποιήματα

Franz-Falckenhaus_web4

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Δεν υπάρχει φιλοσοφία πιο ακριβής απ’ τη σιωπή,
ούτε καλύτερος συγγραφέας από τη λήθη.
Δε θα βρεις βιβλίο από το τίποτα πιο υψηλό,
κι απ’ την ελπίδα λόγο πιο θλιβερό.
Δεν είναι πιο σκληρή η αγρύπνια από το όνειρο,
ούτε πιο γλυκειά η ζωή από το θάνατο.
Δεν υπάρχει εξουσία, ούτε θρίαμβος, ούτε πίστη που μας σώζει:
ο χρόνος είναι ένα λιοντάρι που κατατρώει το μυαλό σου.

Αν νομίζεις πως σου λέω ψέμματα θα το πετύχεις:
εγώ είμαι το λιοντάρι, και είμαι επίσης νεκρός.

*Από το βιβλίο “Κανείς”, 2002.

***

Όλοι κατέχουν την αλήθεια τους, αλλά δεν υπάρχει καμία αλήθεια – πιο
πέρα από την αξία της ανταλλαγής της, του εμπορίου της – που να αξίζει
τίποτα.
Πρέπει να εφεύρουμε μία ξεχωριστή αλήθεια, και πρέπει να αρχίσουμε από
τη λέξη την ίδια.
Αυτή η ξεχωριστή αλήθεια, συγχρόνως νέα και αρχαία, βρίσκεται ανάμεσά
μας. Βρίσκεται σ’ αυτή τη μικρή που τρώει λαίμαργα ένα παγωτό, μέσα
στην ευτυχία της που δεν ψάχνει ούτε προσδοκά, στα λερωμένα χέρια, στη
χαρωπή κίνηση των ποδιών. Αρκεί το χαμόγελό της για να γεννηθεί ένα
νέο ιδίωμα, έτσι ώστε ότι νομίζουμε πως ξέρουμε, να λιώσει, όπως λιώνει
ένα παγωτό που κανένας, εκτός απ’ αυτή τη μικρή, ξέρει πώς να τρώει.

*Από Το βιβλίο “Το Βιβλίο του Φάμπιο Μόντες”, 2010. Από την “Ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης στα ελληνικά”, σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη, εκδόσεις Βακχικόν. Η εικόνα της ανάρτησης είναι έργο του Franz Falckenhaus και πάρθηκε από την αντίστοιχη δημοσίεση του πρώτου ποιήματος στο http://www.bibliotheque.gr
**Ο Bruno Mesa γεννήθηκε στην Σάντα Κρουζ, Τενερίφη το 1975. Έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, δοκιμίων, νουβέλων, έχει βραβευτεί με το Εθνικό Βραβείο του Ιδρύματος Ποίησης Loewe Νεανικής Δημιουργίας και έχει κερδίσει την υποτροφία Valle-Inclán της Ισπανικής Ακαδημίας στη Ρώμη (2010-2011). Διατηρεί ιστολόγιο στη διεύθυνση http://bmesa.blogspot.com

Antonio Machado, Δύο ποιήματα

466593_634171167692091250-1

ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ

Στη μέση της πλατείας, πάνω σε πέτρα αδούλευτη,
το νερό όλο αναβρύζει. Και στον πλαϊνό κήπο,
πίσω απ’ τον τοίχο του κισσού, υψώνει
την άκαμπτη σιλουέτα του ψηλό ένα κυπαρίσσι.
Το απόγεμα όλο πέφτει μπροστά από τα παλιόσπιτα
της πλατείας που ονειρεύεται. Στραφτοκοπούν τα τζάμια
με τους ασθενικούς ήχους του ήλιου. Στα μπαλκόνια
υπάρχουν σχήματα που μοιάζουνε με νεκροκεφαλές.
Η γαλήνη είναι άπειρη στην έρημη πλατεία,
που περιφέρει η ψυχή το πονεμένο φάσμα της.
Το νερό όλο αναβρύζει στη μαρμαρένια γούρνα.
Στον σκιερό αγέρα μόνο το νερό ακούγεται.

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Τα παιδικά μου χρόνια: θύμησες σε μια σεβιλλιάνικη αυλή,
κι ένας φωτεινός κήπος που ωριμάζαν τα λεμόνια-
η νεότητά μου: είκοσι χρόνια στη γη της Καστίλλης
κι η ιστορία μου γεγονότα που δεν θέλω να θυμάμαι.
Ούτε κατακτητής Μανιάρα ούτε και Μπραντομίν υπήρξα
-μάθατε κιόλας τον αδέξιο στολισμό μου-, κι ύστερα
δέχτηκα και το βέλος που είχε για μένα ο Έρως,
κι αγάπησα σ’ εκείνες ό,τι φιλόξενο έχουν.
Κυλάν στις φλέβες μου σταγόνες αίματος Γιακοβίνων,
κι ο στίχος μου αναπηδά από πηγή γαλήνια-
πιο πολύ από άνθρωπος που ξέρει τη δουλειά του,
είμαι, με την καλή έννοια του λόγου, καλός άνθρωπος.
Αγαπώ την ομορφιά και στη σύγχρονη αισθητική
έκοψα τα παλιά τα ρόδα στον κήπο του Ρονσάρ-
δεν μου αρέσουν τα φτιασίδια της νέας καλαισθησίας,
ούτε είμαι το πουλί της μόδας που τραγουδάει τρελά.
Αντιπαθώ τις ρομάντζες τενόρων κενολόγων
και τη χορωδία των γρύλων που τραγουδάει στ’ άστρα.
Για να διακρίνω σταματάω τα απόηχα της ηχούς,
και μέσα στις πολλές φωνές ακούω μονάχα μία.
Είμαι ρομαντικός ή κλασικός; Δεν ξέρω. Ίσως ν’ αφήσω
θά ’θελα τους στίχους μου σαν καπετάνιος το σπαθί;
διάσημο από το χέρι που το χούφτωνε,
κι όχι εκτιμημένο απ’ τον ειδικευμένο χαλκουργό.
Συζητώ με τον άνθρωπο που πάντα πάει μαζί μου
-όποιος μιλάει μονάχος, κάποτε θα μιλήσει με το Θεό-.
Ο μονόλογός μου είναι συζήτηση μ’ αυτόν τον καλό φίλο
που μου έμαθε το δρόμο προς τη φιλανθρωπία.
Και τέλος, δεν σας οφείλω τίποτα- μου οφείλετε ό,τι έγραψα.
Πηγαίνω στη δουλειά μου, πληρώνω μοναχός μου
τα ρούχα που φορώ, το σπίτι όπου μένα),
το ψωμί που τρώω και το κρεβάτι που κοιμάμαι.
Κι όταν θα φτάσει η εόρα του τελευταίου ταξιδιού,
κι είναι έτοιμο το πλοίο για το στερνό ταξίδι,
θα με βρείτε επιβάτη χωρίς πολλά μπαγκάζια,
σχεδόν γυμνό, σαν τα παιδιά της θάλασσας.

*Από το βιβλίο “Antonio Machado, Ποιήματα”, Εκδόσεις Εκάτη 2009. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Tζούλια Φορτούνη, Ποιήματα από το “δήγμα γραφής”

exof_Fortouni-947x1425

το λευκό των προθέσεων

η αυτοχειρία δεν είναι πράξη
δεν σου χαρίζεται
στα πόδια σου χαμογελάει
το ωμέγα
των ξεκούρδιστων ωρολογίων
είσαι το απροστάτευτο πιόνι
αφού κάποτε ο χρόνος
λιώνει
αφού κάποτε
η ζωή εδώ τελειώνει
[…]
μπορεί τα χέρια
μπορεί το προνόμιο της αφής
τα μάτια όμως αγγίζουν
τα μάτια όμως δραπετεύουν

κάποτε, σ’ ένα άλλο εδώ

θα ’ρθει η στιγμή που η αγάπη
δεν θα μας χρειάζεται
στους γκρεμούς

ενδημική
θα αποξηραίνεται
νοσταλγικό τραγούδι

θ’ αναβλασταίνει έπειτα
δεν θα ’χει ανάγκη
θα ξυλεύεται παράνομα
θα εκπορνεύεται
κοκκινομάγουλη
με λόγια πρόστυχα

κάποτε όλα χάνονται
η αγάπη δεν μας χρειάζεται πια

όμως εγώ σε θέλω εδώ
να σκουπίζεις τα αίματα
να με παρηγορείς
να μ’ αγαπάς για όσα
εξ αιτίας της θα μου στερήσεις

δήγμα γραφής

έφτασα
πρόλαβα
είδα
τις λέξεις
το δηλητήριο

κανείς δεν ήταν εκεί


άγνοια

θα κατανοήσουμε
θα είναι αργά
θα έχουν λιώσει οι παγετώνες
και τα χωράφια
τα αμπέλια
φίδια θα τρώνε

δεν θα ’χουν αξία τα χρήματα
μόνο τα μάτια για όσους δεν έχουν χάσει
το λευκό των προθέσεων

οι μέρες πάντα
κάτι σφαγιάζουν

το αίμα του
μας μεθά
εν αγνοία μας

όνειρο θερινής ημέρας

θα βγάλω τις πόρτες
θα μπαινοβγαίνει η γάτα
θα κάθεται στο περβάζι
εσύ θα κρεμάς το παλτό σου
θ’ ακούς ειδήσεις και σμυρναίικα

εγώ
στους κάκτους της αυλής

μια θερινή μέρα
που ποτέ δεν θα ζήσουμε

διότι πάντα
το τεθωρακισμένο
έξω από το σπίτι

θα σαρώνει

*”δήγμα γραφής”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2015.

Lucifugo, a diavolo in corpo, Νεκρόπολις

3803209276

I

Εκεί έξω
Στους βοερούς δρόμους της πόλης
Στα λεωφορεία και στα υπόγεια τρένα της
Στα διαμερίσματα και στα γραφεία της
Στους χώρους δουλειάς και στον ελεύθερο χρόνο της
Στις πλατείες και στους πεζοδρόμους της
Στο φως και στο φωταγωγημένο σκοτάδι της
Στη θορυβώδη σιωπή και στη σιωπηλή απόγνωσή της
Παντού ο ίδιος αδιαπέραστος ίσκιος
Πλανάται και απαντάται
Ανθρωπόμορφος και πολυσύχναστος
Ο μουγκός σφυγμός στις φλέβες του
Πάλλεται ζωηρός
Με τους καθημερινούς ανθρώπινους μόχθους

II

Ολημερίς κι αποβραδίς
Στην κοιλάδα του θανάτου σπέρνουμε
Για να θερίζουμε με τα χέρια μας
Τα ίδια τα σώματά μας
Γέμισαν κάλους τα χέρια μας
Και το μυαλό μας ρόζιασε ολάκερο
Η μέση μας τσάκισε στα δυο απ’ τη δουλειά
Για να εγγυόμαστε εμείς οι ίδιοι
Πως δε θα βιωθούν τα σώματά μας
Ποτέ ζωντανά

III

Ένας ίσκιος χωρίς σώμα αληθινό
Μας δόθηκε για να ζούμε
Κι ένας κόπος αλλότριος
Και μια προκοπή αλλότρια
Μας σφηνώθηκε
Σα νταβανόπροκα στο κεφάλι
Να μοχθούμε
Να κοπιάζουμε περήφανοι
Και μ’ υψωμένο τ’ ανάστημα!
Ενώσω σερνόμαστε κατάχαμα
Ασώματοι και ημιθανείς
Στην κοιλάδα του θανάτου
Στον ίσκιο του θανάτου μεγαλώσαμε
Και γίναμε τα μονάκριβα παιδιά του

IV

Τίποτα εδώ δε στεριώνει,
Δε ριζώνει, δεν ανθίζει
Όλα μαραίνονται κι αργοσβήνουν
Μέσα στις πλήθιες γλώσσες της Σκιάς που
Πρωί βράδυ μάς γλύφουν κατάσαρκα

V

Στις ανηφοριές και τις κατηφοριές
Αυτής εδώ της αλλότριας ζωής
Έχουμε ένα αόρατο σχοινί
Στο λαιμό μας περασμένο
Που μας τραβάει μπροστά,
Πάντα μπροστά!
Και δε μας επιτρέπει
Να βλέπουμε τι συμβαίνει
Μέσα κι όξω μας
Απλά κοιτάζουμε αποσβολωμένοι
Από την κεκτημένη ταχύτητα
Τα τοπία γρήγορα ν’ αλλάζουν
Ερήμην μας

VI

Και δε βλέπουμε τίποτε
Δεν εννοούμε τίποτε
Παρά ένα αδιαφοροποίητο γκρίζο
Μια άλλη απόχρωση της ζοφερής Σκιάς
Που μας έχει βάλει στο στομάχι της

VII

Σ’ αυτόν εδώ τον ανήλιαγο
Κόσμο των Σκιών
Τα φιλιά που δίνουμε και παίρνουμε
Τα χάδια που ανταλλάσσουν
Τα σώματά μας
Μαραίνονται ακαριαία
Και πέφτουν νεκρά
Στα πόδια μας
Για να ποδοπατηθούν βιαστικά
Στους δρόμους της Νεκρούπολης
Σαν ξεραμένα γαρίφαλα
Απάνω σ’ ένα νεκρώσιμο στεφάνι
Που βιαίως ξεριζώθηκαν
Απ’ το ζωτικό τους κλωνάρι
Τα σώματά μας στον ήλιο
Δασκαλεύτηκαν να ραγίζουν
Και στα νεύματα των περαστικών ανέμων
Τα πέταλά τους να σκορπίζουν

VIII

Εκεί έξω
Μοναδική συνάφεια
Στην Πόλη των Νεκρών
Που την κατοικούμε
Και την πληθαίνουμε
Το προμήνυμα της Σκιάς
Και το ριζικό του Θανάτου
Μας βαστούν απ’ το χέρι
Σαν αφοσιωμένοι κηδεμόνες
Και μας πηγαίνουν
Και μας φέρνουν
Όλους μαζί
Κι όλους χώρια
Στις κατακόμβες

*Από τα “Τέσσερα Ποιήματα για την ξένη και φορτική ζωή μας”.

Voltairine De Cleyre, Ζερμινάλ*

voltairine-de-cleyres-quotes-5

Η τελευταία λέξη του Αντζιολίλο
Ζερμινάλ! Το πεδίο του Άρεως οργώνεται,
σκληρό το ατσάλι που σκίζει τη γη, καυτή η ανάσα
των μεγάλων βοδιών που τραβούν υποκύπτοντας
στη βουκέντρα αυτού που τα οδηγεί στο χωράφι του Θανάτου.
Ζερμινάλ! Δράκου δόντια τώρα σπέρνονται, λευκός και τραχύς ο σπόρος που
πετάει ο φυτευτής, όμως δεν πρόκειται να δρέψει γρήγορα τη σοδειά του· πατάει
πάνω στις γρόνες του Θανάτου και δεν προσέχει.
Ζερμινάλ! Λουλούδια τώρα ανθίζουν
μακριά στο πεδίο του Άρεως σε πλουμιστές σειρές·
με άγριες πολεμικές ιαχές, τώρα η γη θάλλει κι αντηχεί.
Στον τάιρο του ο φυτευτής κοιμάται, και χαμογελάει.

Λονδίνο, Οκτώβριος 1897

*Η νουβέλα του Εμίλ Ζολά “Germinal” (1885) επηρέασε τους αναρχικούς του 19ου αιώνα. Ο Μικέλε Αντζιολίλο ήταν ένας νεαρός Ιταλός αναρχικός που αποδοκιμάζοντας την πρακτική της ισπανικής κυβέρνησης που φυλάκιζε και βασάνιζε τους πολιτικούς της αντιπάλους χωρίς δίκη, πυροβόλησε και σκότωσε τον πρωθυπουργό της Ισπανίας τον Αύγουστο του 1897·
Η λέξη Germinal προέρχεται από τη λέξη germ: βλαστός: ανοιξιάτικος μήνας του γαλλικού επαναστατικού ημερολογίου.

Dada – 7 ελληνικά τραγούδια

blog-obedience


ΓΙΑ ΜΑΣ ΚΕΛΑΪΔΟΥΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Εμείς, τα κελαηδίσματα των πουλιών
έτσι, πολύχρωμα, έτσι
Εμείς δροσιά κι επιρροή
Sweet Magic
αμύγδαλο κρυφό.

Εμείς, τα κελαηδίσματα των πουλιών.

ΘΑ ΣΕ ΠΑΡΩ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ

Μπορείτε να πάτε να ψάξετε
στις άλλες περιοχές του φυτού
Όποιος ξέρει
Κανείς δεν ξέρει.

έρευνα
μόνο
Πάρτε απορριμματοφόρο!

ΤΑ ΜΑΤΟΚΛΑΔΑ ΣΟΥ ΛΑΜΠΟΥΝ

Κεφάλι
ρολόι
Πεδίο λουλουδιών.
Τα βλέφαρα είναι
Αγάπησα την εγγραφή.

(Καρδιά και λογισμικό μου
έχουν καταστραφεί…)

Τα μάτια σου, τον αδελφό σου
Crazy
κτύπος της καρδιάς.

ΒΑΡΚΑ ΣΤΟ ΓΙΑΛΟ

Το σκάφος στην παραλία (δύο φορές)
δοχείο του ρυθμού υακίνθων
και το Βασίλειο

59 πενήντα πέντε
δράση
και φιλιά
Ω, γλυκιά μου αγάπη


ΑΡΝΑΚΙ ΑΣΠΡΟ ΚΑΙ ΠΑΧΥ

Πρόβατο
και
πάχους
και
λευκό
Μητέρα απόψυξης
Και έτσι-
Γρασίδι και τρέλα.

Σ’ ΑΓΑΠΩ ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΩΡΑΙΑ

-Ι-
Σ ’αγαπώ γιατί είσαι όμορφη
Σ ’αγαπώ, σας αγαπώ όλους πέρα από τον κόσμο

εκκίνηση

Κλείστε αυτό το παράθυρο
Μετατρέψτε τις φωτογραφίες σας
Μπορείτε να δείτε το μαχαίρι;

-ΙΙ-
Καθαριότητα
Πράγματι,
Σ ’αγαπώ
Η αγάπη
Μπορεί.

Με εκτίμηση

Το μυαλό σου
Φωτογραφίες.
Μαχαίρι.

ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ ΣΤΟ ΑΦΤΙ

Σκελίδες αυτιών
ως προς τις δεξιότητες,

Άδειες τσέπες έχει
η γεμάτη καρδιά μου

Τρέχα
να πιάσεις το αυτί
Γαρύφαλλο
μεταξωτό των διακοπών

Σφίξιμο σε στήθος δόνησης
χορδές.

ΠΩΣ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΕΝΑ ΝΤΑΝΤΑΪΣΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ
(στην Εποχή του Google)

Παίρνουμε μερικούς στίχους πασίγνωστους. Ο Σεφέρης ή ο Ελύτης προσφέρονται, του λόγου μου προτιμώ το “μου χαρίσαν λουλουδάκια σε δυο κόκκινα γλαστράκια…” αλλά περί ορέξεως κολοκυθόπιττα.
Το λοιπόν:
Τους περνάμε σε μια μηχανή μετάφρασης, το Google translation φέρ’ ειπείν. Μεταφράζουμε από τα ελληνικά στα σουαχίλι, από σουαχίλι σε ισλανδικά, από ισλανδικά σε ταμίλ, ίγκμπο, γιορούμπα, τουρκικά, ιταλικά, τελούγκου, χμερ, γερμανικά, αλβανικά, ζουλού κ.ο.κ.
Αν θέμε, κόβουμε κιόλας το στίχο σε δύο ημιστίχια, κατά προτίμησιν (εγώ) όταν επεξεργαζόμεθα τα ιαπωνικά είτε τα ταγκουτζαρατικά.
Χρήσιμο κουμπί η αυτόματη αναγνώριση γλώσσας (μεταξύ μας αυτό).
Άλλο χρήσιμο κουμπί (αυτό, για προχωρημένους) το “Κάντε κλικ για επεξεργασία και προβολή εναλλακτικών μεταφράσεων”, ιδίως σε γλώσσες που δεν γνωρίζουμε.
Τέλος, από τα περσικά ή τα ουρντού μεταφράζουμε πάλι στα ελληνικά* – κι’ έτοιμο το ποίημα.

(*) καλό είναι κάθε τόσο να επαναλαμβάνεται αυτή η ενέργεια, κάτι καλό μπορεί να έχει προκύψει στο μεταξύ.

Υ.Γ.: Πάντως, συμβουλή: Μην το παρακάνετε, 5-6 γλώσσες αρκούν.

12032075_937715259635345_5321831406846026343_n

Αργυρώ Φραγκή, Πέντε ποιήματα

10808012_1025353577490393_1996914197_n

Ανθρωπολογία

Τι διαφορά έχει
το αλήτικο χαμομήλι
η άγρια παπαρούνα
το ξερό χαμόκλαδο
όλα αυτά στα βάζα
από τα εκθέματα στα μουσεία
από τους πίνακες
με τα κυπαρίσσια
από κεριά που λιώνουν
σε μανουάλια
Αν θες πες
από άδεια μελίσσια
από άδεια θρανία στο σχόλασμα
υπονοούν το τέλος
μα εγώ ζω ακόμα
Άπειροι πρόσκαιροι θάνατοι
ξεβράστε τα νερά στις παραλίες
και τραβήξτε τα νερά
μέσα πάλι
αφήστε την άμμο
τη νεκρή πέτρα
αιώνιους μάρτυρες
Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα
κι αυτός θα ομολογήσει
πόσο όμορφοι ήταν
μέσα στα μωβ τους
Ήταν όμορφα τα σύννεφα
Αφήστε τον μόνο μάρτυρα
Δείξτε του έλεος
κι αυτός θα μαρτυρήσει
Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα `

***

Η υπόσχεση

Αυτό που με τραβάει
στον έρωτα και στο θάνατο
είναι αυτό που σε κάνει
να μελετάς το τραύμα
Το αγριεμένο πλήθος
σε μια στιγμή ησυχίας
κοιτά τα κουφάρια σφαγμένων
από σφαγή τιμωρίας
Η κυρία θεολογία θέλει
να γράψεις χίλιες φορές
«Κύριε ελέησόν με»
Η κυρία ζωολογία θέλει
να κρεμαστείς σα σε σφαγείο
στη βιτρίνα ενός χασάπικου
και η μύγα να ρουφάει το αίμα
Κυρίες καλές
αιμοδιψείς και αιμοσταγείς
σαν άνθρωποι
Αυτό που με τραβάει
στον έρωτα και στο θάνατο
είναι η ελπίδα η δικιά σου
που την κρατώ στα χέρια
και την πνίγω `

***

Άνοιξη

Αν κοιτάξεις στην καρδιά σου
πράγμα που δεν γίνεται
θα δεις βομβαρδισμένα τοπία
είναι σαν να βλέπεις τα κοσμήματα
αρχαίων γυναικών στα εκθέματα
των μουσείων
Κι αν κάτι βλασταίνει
ανάμεσα στις πέτρες
είναι η άγνοια
είναι η απειρία
είναι η θέληση και
η αθωότητα
που ξημερώθηκε
«και καθώς έφευγαν οι μέρες
οι νύχτες απλώς χάθηκαν»
γιατί ό,τι αρχίζει
βραδιάζεται
αυτό που μένει
είναι τα κτερίσματα
στους τάφους
τα ίχνη από τα τείχη
και οι περικνημίδες
των όμορφων στρατιωτών
οι κνήμες οι κώμες
τα όμορφα σπίτια
χάθηκαν σε κάποια
αρχαία μάχη
τόσο παλιά όσο και σημερινή
μέχρι η θηλυκού
γένους ποίηση να σφυρίξει τη λήξη
κάθε ανθρώπινης φιλοδοξίας
και τα βουνά γίνουν νταμάρια
και οι θάλασσες αποστραγγιστούν
θα σας εξοντώσω `

***

Κονσέρβα «ο παράδεισος»

Συμπύκνωση της μνήμης
σε ένα σημείο της στίξης της ζωής
Παράλογα ψάρια μέσα στη λίμνη
γελούν αρρωστημένα με το χάλι μου
Γέφυρες από το τίποτα στο κάτι
ποτάμια από τα βουνά στη θάλασσα
Παράλογοι πύργοι από τη γη στον ουρανό
Χρώματα γαλάζια και πράσινα
μιας σαραντοποδαρούσας
Συμπύκνωση της ζωής
ζωικής φυτικής σε κονσέρβα
με όλες τις γεύσεις
Ένας παράδεισος σε μια κονσέρβα
Να ταΐσω τα παράλογα ψάρια
να τροφοδοτήσω τη θλίψη μου `

***

Αίθουσα αναμονής

Ένα άσυλο ανθρώπων
ανθρώπων σε καταστολή
υποστολή αισθήματος
μια τσιμεντένια πλατεία
δίχως σκιά και
τα παιδιά μουδιασμένα
έχουν παρατήσει
τα παιχνίδια τους
στον ήλιο
Ένας βάλτος
ένα μουσείο από
γαλάζια κύματα νεκρά
νεκρό τσουνάμι
Κάτι υπόγειο υπάρχει
στους υπονόμους
Αναρριχώμενες βοκαμβίλιες
σπάνε τα καπάκια
των αποχετεύσεων
Μέσα στο ποτήρι
ανακατεύεις μουδιασμένα
λίγο βύσσινο
ζάχαρη και νερό
χώμα και πάχνη
υποθαλάσσιος σφυγμός
Όταν έρθει το κατάλληλο
φως
τότε ο φωτογράφος
των ματιών μας
θα δικαιώσει
παγιδεύοντας το
τέλειο πλάνο
στον τρύπιο φακό
το τρυφερό φως
που βρίσκεται
μέσα μας
και ο προβολέας σκηνής
θα ανοίξει
και η ομορφιά αυτού
του κόσμου
θα ξεχυθεί
θα κατακλύσει
θα νικήσει αυτή
τη ζοφερή και
άρρωστη με απoφορά
νύχτα που απλώνεται
στις στέγες των
σπιτιών μας

*Από τη συλλογή “Κυκλική Διαδρομή”, Εκδόσεις “Φαρφουλάς”. Εδώ τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/28619/index.html

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, απόσπασμα από ανέκδοτη δουλειά

IMG_8707

ΙΙΙ. Να σας πω μια Καλημέρα ήθελα!
Να διορθώσω το σύνθημα αμέσως μετά /η ζωή είναι αλλού/

Εγώ νομίζω πως η ζωή ήταν εδώ.
Κι έφυγε νύχτα.

Να είμαι συνεπής προσπαθώ και ευπροσάρμοστη.
Να διατηρούμαι καθαρή αλλάζοντας ρούχα και συνθήματα.
Με τρόπο σώφρονα να αγγίζω.
Στην συμπόνια εξασκούμενη αδιάκοπα
Με τρόπο κόσμιο.
Να γίνω απόκοσμη.
Αφοπλίζοντας τους κακούς
ποιος θα πολεμήσει το κακό όμως;

Εγώ ακόμα λύκος δεν έγινα.
Ως εκ τούτου μηδέν κοπάδι.
Καμμιά υπακοή στον αρχηγό. Νυστάζω τα βράδια
και δεν βγαίνω για την λεία μου.
Γιατί λύκος ακόμα δεν έγινα.

Γι’ αυτό αν κάποιος με χτυπήσει φιλικά στον ώμο
θα αποκριθώ στρέφοντας το κεφάλι
ξεπέφτοντας σε μια σκυλίσια ευαισθησία.

Ειρηναίος Μαράκης, Sarabande

Ἂς βασιλεύῃ μόνη ἡ ἀγάπη, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη στρατοῦ ἢ φυλακῶν.
Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης

Τριάντα χρόνια
ταξίδι στην καταστροφή
έλα, χόρεψε μαζί μου
ένα τελευταίο πένθιμο χορό
ο κόσμος που φτιάξανε
βυθίζεται στο ψέμα
οπλισμένο το χέρι τους
τραυματίζει την καρδιά μας

τριάντα χρόνια
με τρελές αναμνήσεις πορεύομαι
έλα, χόρεψε μαζί μου
ένα τελευταίο ερωτικό χορό
ο κόσμος που θα φτιάξουμε
θα χαίρεται με την αλήθεια
οπλισμένο το χέρι μας
θα τραυματίσει την καρδιά τους

τριάντα χρόνια
ταξίδι στην παρακμή
κι ακόμα να μάθω
πως δεν έχουν καρδιά
ο κόσμος λένε δεν αλλάζει
εμπιστοσύνη έχουν τυφλή
στο αόρατο χέρι της αγοράς
είπαν, πως δεν πιστεύουν σε θεό

τριάντα χρόνια
μόνος στην πόλη γυρίζω
σε ψάχνω σε άγνωστους τόπους
σε τοπία τραγωδίας και μαχών
κι όμως αλλάζει ο κόσμος
αυτοί πρώτοι το τόλμησαν
ας κάνουμε κι εμείς την αρχή
πιάσε το χέρι μου

έλα, χόρεψε μαζί μου
ένα τελευταίο πένθιμο χορό
έλα, και δεν αντέχω άλλο
να βλέπω μικρά παιδιά
να πνίγονται στο Αιγαίο.

skitsa7

Γεωργία Τρούλη, Η νόσος κατάδυση

vessel-tree-large-bckg5

Η νόσος των δυτών χρειάζεται πάντα μια κρούστα αμφίεσης
Μη περατή ορατότητα και μια κρυστάλλινη επιφάνεια
Ανάδευσης
Ενθάρρυνσης και πνιγμού
Αναδίπλωση της αναπνοής
Μια κατακόρυφη καταβύθιση
Μια πνοή συρίττουσα
Ενα βάθος βυθού γεμάτο
Διακυμάνσεις κοιλάδες οροπέδια
Πλάσματα εξωτικά
Το φεγγάρι να διαθλά τον ήλιο
Σε στρώσεις
Διαζώματα ψυχρότητας

Μια άβυσσο τραβηγμένη στα όρια
Του κενού
Στον πιο γεμάτο κατακρημνό της
Στερεότητας
Την σιωπή που θ’αναδύουν υπερηχητικά
Ταξίδια
Τον βόμβο της χελώνας
Το σαλάχι
Το ναυάγιο
Τον θησαυρό
Τη σάρκα να γίνετα βορρά
Εξευγενισμένων πλασμάτων
Η νόσος της κατάδυσης
Εμπεριέχει νερό
Ασύμφορο
Δαιδαλώδες
Μπλε
Πράσινο
Μαύρο
Διάφανο
Λαδί
Σχεδόν μωβ
Σχεδόν υπέρηχο
Υπέρχρωμο
Γεω φυσικό
Αλμυρό
Αφηγηματικό
Σχεδόν
Αφύσικο
Η παραμονή στο βάθος
Είναι κυκλοτερής
Η αναπνοή το ίδιο
Η στρόφιγγα του κοχυλιού
Η διαπλάτυνση του πτερυγίου
Η συγχώνευση του σώματος
Μέσα στο σώμα
Η έλλειψη γλώσσας φωνής
Τρομακτική πιθανότητα
Για στέρεο λάθος
Η κίνηση
Η στερεότητα
Η απομάκρυνση
Οι υπόγειες σήραγγες
Η εξάλειψη απόστασης
Βαθύ σκούρο σχεδόν ανύπαρκτο
Έρχεται το χρώμα ενός χαλαζία
Να σημάνει ξημέρωμα
Σε έναν χώρο που ο χρόνος
Κινείται σε κύκλους
Και σε απουσία ανθρώπου
Και στο συλλάβισμα
Ενός φυσητήρα
Κήτος ξεβρασμένο σε θάλασσα
Προκαλεί λόφο απορίας
Και δέους
Δεν παραμένουν οι αποστάσεις
Παρά μόνο στο άκουσμα
Μιας κατάρρευσης
Που έρχεται σιγά σιγά
Με την άνοδο

Αναπνοή