Παράλογη
μιά υποψία με πειράζει,
κάθε
που η “πένθιμη’ πομπή του επιταφίου
το σώμα περιφέρει του Κυρίου
στις γειτονιές.
Λαός χαριέντως λαμπαδηφορεί
κι ο στρατός – άγημα τιμητικό –
τον ύπνο του φρουρεί ενόπλως!
Τίποτα το παράξενο στο όλο σχήμα
- κι όμως,
κοιτώντας τους φαντάρους,
η κουστωδία έρχεται στο νου μου
κ’ εκείνο το:
κέλευσον ουν ασφαλισθήναι τον τάφον`
λες
και κρατεί, ακόμη ο φόβος ενδεχόμενης αναστάσεώς Του…
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Άρης Αλεξάνδρου, Εισήγηση
à la manière de Jdanov
και κατά συνέπεια η ποίηση
είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.
Πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα
και δε βλέπει λόγου χάρη
πως άλλο ένα δέντρο να ξαπλωθείς στον ίσκιο του
κι άλλο το ίδιο δέντρο να πάρεις την ξυλεία του.
Το πράγμα είναι σοβαρό: Κάτω από τα σχήματα (δήθεν ποιητικά)
κρύβεται το μαχαίρι που μας χτυπάει πισώπλατα.
Εξομοιώνοντας τα πάντα
παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο
οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν
πως τα κόκκαλα κ’ οι φλέβες
βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου
επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει
με την ίδιαν ακριβώς αιτιοκρατία
κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες
των αγροτών του Κόκκινου Στρατού
που χτύπησαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου
κι όταν την άνοιξαν τα βόλια
των εργατών της Deutsche Wehrmacht
τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Aθήνας οι γεωπόνοι σπουδαστές.
Ο ποιητής, ξεκομμένος απ’ τους πόθους του λαού
καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι’ άλλο
παρά μονάχα πώς θα πει την προσωπική του αλήθεια
καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες
και τους πληγωμένους πληγωμένους
κι όλο το πρόβλημά του στενεύει μες στα όρια
μιας αναζήτησης σωστού λεξιλογίου
έτσι που με κάθε θυσία
αδιάφορος για όλα
ακόμα και την πάλη των τάξεων
να φτάσει τελικά να καυχηθεί
πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω
όπως βλέπει ένα σώμα στερεό και σκέφτεται
“Τούτο δω ίσως νάναι κείνο που γυρεύω”
το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται
“Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω απ’ την πόρτα μου”
στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει
“Ναί, αυτό είταν που γύρευα.
Από δω και μπρος
τ ονομάζω
σφυρί”.
Η ποίηση λοιπόν είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.
Το κόμμα οι οργανώσεις κυρίως η αγκιτπρόπ
έχουν καθήκον να
*Αυτό είναι το πρώτο ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959), που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974. Στη συγκεντρωτική έκδοση υπάρχει στο τέλος η εξής σημείωση του ποιητή για το ποίημα αυτό: «Είναι γνωστή η κατ’ εισήγησιν του Ζντάνοβ απόφαση της Κ.Ε. του Κ.Κ.Σ.Ε. (μπ.), που είχε σαν συνέπεια, μεταξύ των άλλων, να καταδικαστεί σε πολύχρονη σιωπή η Άννα Αχμάτοβα».
Νίκος Κροντηράς, Απόμακρα νοιώθονται τ’ άστρα
ΑΠΟΜΑΚΡΑ ΝΟΙΩΘΟΝΤΑΙ Τ΄ΑΣΤΡΑ
αστρούθιστοι παραμένουν οι ανθρώπινοι σπόροι
τ’ αγάλματα σκιάχτρα
άλλη μια μέρα δείραν οι δήμιοι
πιτσιλιές αίματος τα μάρμαρα
σκόνη τα πνευμόνια
ανέμελα σκοτώνουν οι νοικοκυρές
χορτασμένοι σάρκα οι πολιτισμοί
Ο άνθρωπος πίσω από τα σκόρπια βαρέλια
χωράει σε μια τρύπα στη γη
πελώρια αδιαφορίας.
Χύθηκαν μύρια οξέα
γερά έπεσαν δόντια πολλά
τα κατεψυγμένα στοιβάχτηκαν εκεί…
Εσύ που με ευχές σε αστέρια λαμπτήρες
με τέτοιο νόμισμα κρύο βάζεις μπρος το μηχάνημα
σου μιλάω
πόσο γρήγορα γέρασε η επιστήμη…
και ο αιώνας κυνήγησε τα παιδιά από μικρά…
Σιγή στα μαξιλάρια με τα ματωμένα πούπουλα.
Ό,τι έχει απομείνει από αξιοπρέπεια
στο στάχυ μαζεύεται
συμφωνία στο φως στο νερό
να φτιαχτεί το ψωμί
πρωτού απλώσει ο πολέμαρχος κάτι σα να δύει
και ατιμάσει το μέλλον.
Ξανά η πείνα
αφαιρεί τα μεγάλα λόγια από τα δόντια.
Όταν χίλια στόματα έχουν σωπάσει
δεν έχουμε δικαίωμα να μιλάμε χίλιες φορές
περισσότερο
ποιός χτίζει εδώ
ποιός περνάει απ’ τις οδομαχίες
οι μονόλογοι
ανέβασαν έναν πριυτογονισμό αφύσικο
μιαν ακαρπία βυθίζουσα
η απανθρωπιά κάλεσε τους δαίμονες
με όλες τις μορφές.
Αμμόκοσμος και σαύρες στην επιφάνεια τα κόκκαλα συνήθη
αντίθετα με το μέλλον.
Άναψαν στριμώχνουν τους λαιμούς τους οι μηχανές
κοιτάζουν από πάνω,
Τα έντομα βαδίζουν πάνω στο ποίημα
είναι κάτι που αποφεύγουν οι άνθρωποι.
στον αιώνα της δίψας
οι πελώριες δικαιολογίες
δυο μαχαίρια καρφωμένα στον ουρανό
μοιάζουνε όλο να οδηγούν το θάνατο να κατεβεί.
Ταξίδεμα σκόνης δίχως ρυθμό έτσι ο χρόνος
κάτι μυρίζουν οι δείκτες ο χαλαζίας…
οι δειλοί πεθαίνουν από θάνατο.
Μες τα σκουπίδια βρίσκω παιδιά
οι μεγάλοι αδιάφοροι έχουν νομίσματα κάλπικα
και δεν ξέρουν Χορό.
Μια ξυπόλυτη λέξη πάλι, κάτι Αφρικάνικο
στο όνειρό μου
προσμένω σ’ αυτές τις θερμοπύλες,
βλέπω τους ρωμαίους που ξαναβγήκαν
μέσα από τις στάχτες της ευδαιμονίας
και είναι μια νύχτα απ’ αυτές
που το περίσσιο πετρέλαιο βαραίνει τα φτερά
κοκκαλώνει τα παιδιά
το σύννεφο της χημείας πνίγει τα δίκια
σε μια μάζα αδικίας για το τίποτα,
με μεγάλο ερωτηματικό.
Τα δέντρα είναι ξερά από το λάθος
(είναι φρικτό οι νικητές να ζούνε σ’ έναν κόσμο
φτιαγμένο από τους νικημένους)
μα οι ρωμαίοι τρώνε πάνε στον πόλεμο
αυτοί δεν είναι άνθρωποι
αυτοί ξέρουν μόνο να θανατώνουν και να θανατώνονται
Γέφυρα με ρηχά νερά, ας προσέχω,
με την ζωή των αδυνάτων πληρώθηκε.
Αποστεωμένη απειλή το άπειρο με δυο μεγάλα μάτια
η σκιά του φεγγαριού έπεσε
μ’ ένα θόρυβο χάχανου
Αυτό που δεν τους σκότωσε δεν το σεβάστηκαν.
Φαρδιά σταγόνα
λιγοστεύουν διαρκώς
όμως πάντα θα γράφονται
με τον ίδιο αριθμό γραμμάτιων
στην ίδια ειρωνία όσο υπάρχει ιστορία
σαν μια τεράστια παλάμη μια τρύπα
Xορταριασμένα κάγκελα
καυματισμένες μάσκες αντιασφυςιογόνες μηχανές
δεν είναι ποτάμι βροχής
ξεκλέβει ξεγελάει το στάσιμο.
Βρέξε την πανοπλία τολμηρή ψυχή
κοίταξε γύρω
σε έναν κόσμο που θ’ άξιζε να έχει όνομα
ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
*Το ποίημα αυτό είναι συνέχεια προηγούμενου που είχε δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2015/06/17/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC%CF%82-%CF%83%CE%B5-%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1-%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81/
**Από τη συλλογή «Επανάσταση και…», αυτοέκδοση, Αθήνα 1991.
Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα
Καθ’ οδόν
ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ;
Με τι πυξίδες, με τι φορτίο;
Εφόδια για ταξίδια άγνωστα των ονείρων και των ιδανικών μας,
η ψυχή διψούσε.
Ναι, διαδρομές δύσβατες,
καθώς ο νους σαλεύει σαν σαύρα προϊστορική
μες στην ιστορικότητα της βαρβαρότητας.
Λέξεις αποδίδουν σαν πλαστελίνη σχέδια παράλογα
για των ανθρώπων τη μοίρα.
Ο μεγάλος αδερφός καραδοκεί,
με αίμα και καμένες σάρκες τρέφει την παγκόσμια εξουσία του.
Ιράκ, Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Ιράκ…
Ποιος έχει σειρά;
Στο θέατρο του παραλόγου,
πρώτο ρόλο μαζικά μέσα εξανδραποδισμού.
Κανονιοφόροι να ξερνάν καυτή λάβα σε λαούς και πολιτισμούς.
Ως πότε τα δάκρυα
για τους αδικοχαμένους αδερφούς-φτωχοδιαβόλους
θα ρέουν σιωπηλά;
Στιγμιότυπο
ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ μια κούπα καφές.
Το δωμάτιο ομίχλη από τον καπνό.
Στο ράδιο διαφημίσεις για τέρψη και κατανάλωση
της μικροαστικής ύπαρξης
εκπορνευόμενης σε υποκατάστατα φτηνής καρικατούρας.
Σε αναζήτηση των λέξεων
ΠΟΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ μπορούν να σκιαγραφήσουν με χρώματα θανάτου
των παιδιών την αγωνία;
Λέξεις παιδιά της Αφρικής.
Λέξεις παιδιά της Ασίας.
Λέξεις παιδιά της Νότιας Αμερικής.
Λέξεις.
Αλήθεια, πόσες λέξεις και τι λέξεις
θα συνθέσουν το δελτίο ειδήσεων στην TV;
*Από τη συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα” (με 33 σχέδια του Γιώργου Στρίγγου), Εκδοσεις Βιβλιοπέλαγος, στη Σειρά Μούσες – Πλους 3ος, Αθήνα 2004.
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές Ανάσες VIII
Σοφία Περδίκη, Το πανέρι
Οπώρες κίτρινοι ήλιοι
λάμψατε σπυριά φωτός σαν το χαλάζι
στη λίμνη που έπεσε των λουλουδιών
και λιώσατε μέσα στο χέρι που σας μάζεψε.
Μικρές οργανικές αψάδες κίτρα
που στη γλώσσα μου πάνω στήσατε χορό
με τα φορέματά σας της φωτιάς
στων στροβίλων σας ξέδωσα
πικρό και γλυκό ξεφάντωμα.
Κι εσείς ρόδια
που σπάσατε το καλούπι της τύχης μου
ο κρότος διαπέρασε τον λαβύρινθο της πάχνης
καταχείμωνο κυλήσατε στους ουρανούς
μαγεία σπείρατε στ’ άστρα.
Σκορπώντας το άρωμά σας
στις κοινές αισθήσεις
μήλα καρποί των ενοχών
κρεμιέστε από τα αιώνια κλαδιά
λεία, στιλπνά, παντοτινά
κι η ιστορία της αφής
μια συνεχής ακολουθία.
Στην ράχη μου σας φόρτωσα
κι απ’ το πανέρι της ανακωχής
κρέμονται στέμφυλοι τσαμπιά
προχωράω αέναα.
Την τέχνη έμαθα: στης μάχης το κέντρο
πώς πρέπει κανείς να κερνά
στα στίφη που καταφθάνουν
την ακριβή και υπολογισμένη ώρα
του Μύθου μια μια την κάθε ρόγα.
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ελευθερία Έκφρασης
Την πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.
Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.
Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ” όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.
Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα.
Lucifugo, a diavolo in corpo, Το Δράμα του Χρόνου
Πράξη Πρώτη
Ελάτε, ελάτε!
κοπιάστε, κοπιάστε!
στα δίχτυα μας πάλι πιάστηκε
ο χαμένος Χρόνος
για δολώματα πάντα βάζουμε
λύρες και πέτρες αστραφτερές
από χρυσό κι ασήμι
καθώς και τον Αρχαίο Μύθο
της αθάνατης ροής τους
με τα στιλπνά φανερώματά τους
πίσω απ’ το φαρδύ δίχτυ
ο Χρόνος σύγκορμος απομαγεύεται
και μ’ ετούτα μόνο ποθεί
το σώμα του να σμίγει
μ’ ένα κρότο χαράς
και με μια βουβή οδύνη
ο Χρόνος μέσ’ τα δίχτυα του Πλούτου
αιώνιος αιχμάλωτος απολήγει
ελάτε, ελάτε,
μην καθυστερείτε!
μοχθήστε για τον Πλούτο
και κοπιάστε για το χαμένο Χρόνο!
με το τσίγκινο μαχαίρι
που σας έδωκε η Μοίρα
ένα μικρό κομμάτι διάρκειας
απ’ το σπλάχνο του Χρόνου κόψτε
και μοχθήστε και κοπιάστε
για περισσότερα απ’ τα ίδια!
Πράξη Δεύτερη
Αδυσώπητος ο Χρόνος
τα πάντα κυβερνάει
με τις όμοιες και λειψές
στιγμές διάρκειας
που από ‘δώ κι από ‘κεί
σκορπάει
Αθάνατος ο Χρόνος
τρέχει για να κυλάει
κυλάει για να τρέχει
μέσ’ του Πλούτου την αποθησαύριση
ανέστιος και αποτυφλωμένος ο Χρόνος
απωλείει όλη του τη διάρκεια
γαντζωμένος στο βουνό του
ο Σίσυφος
ανακουφισμένος χαμογελάει
ο Χρόνος το δικό του βράχο
στις πλάτες κουβαλάει
Πράξη Τρίτη
Ποτέ δεν ερωτήθηκε ο Χρόνος
αν θέλει έτσι αέναος και ατελέσφορος
να κυλάει
αν του δοθεί ποτέ η ευκαιρία
ν’ απαντήσει
αν ξυπνήσει ποτέ ο χαμένος Χρόνος
μέσ’ του Πλούτου το δίχτυ
να είστε σίγουροι
στους λεπτοδείκτες των ρολογιών μας
την αθανασία του θα καρατομήσει
και θ’ αυτοκτονήσει
είναι ο μόνος τρόπος για να σταματήσει
τον Καιρό μας
στην αιωνιότητα των χαμένων και λειψών στιγμών
να κυλάει
είναι ο μόνος τρόπος για να βεβηλωθεί
η μακαριότητα του Πλούτου
ως προφητεία και ως αρπαγή
του χρόνου της Ζωής
Georg Trakl, Τρία ποιήματα
Το βράδι της καταιγίδας
Ω, οι κόκκινες ώρες της βραδιάς!
Ιριδίζοντας σείεται στ’ ανοιχτό παράθυρο
Χαοτικά πλεγμένο στο γαλάζιο, φύλλο κληματαριάς
Μέσα φωλιάζουν φαντάσματα παραφοράς.
Σκόνη στροβιλίζεται στη βρώμα του βούρκου
Μαινόμενος χτυπά ο άνεμος τα τζάμια.
Αστραπές νέφη εκτυφλωτικά
Ένα κοπάδι από άγρια φαριά παρασέρνουν.
Με πάταγο ραγίζει η επιφάνεια του βάλτου
Γλάροι κρώζουν στου παραθύρου το καφάσι
Πύρινος ιππότης από το λόφο καλπάζει
Και τσακίζεται στων φλογισμένων ελάτων τα δάση.
Άρρωστοι ουρλιάζουν στα νοσοκομεία
Γαλαζωπό το φτέρωμα της νύχτας φτερουγίζει
Τρεμοφέγγοντας ο υετός
Αιφνίδια τις στέγες μαστίζει.
***
Μουσική στο Μιραμπέλ (2ο σχεδίασμα)
Μια βρύση κελαρύζει. Τα νέφη στέκονται
Στο φωτεινό γαλάζιο, τα λευκό, τα απαλά
Σκεφτικοί άνθρωποι βαδίζουν σιωπηλά
Το βράδυ μέσα στον παλιό τον κήπο.
Των προγόνων το μάρμαρο είναι ρημαγμένο
Ένα σμήνος πουλιών περνά και φεύγει μακριά
Ένας Φαύνος με κόκκινα μάτια κοιτά
Τις σκιές που στο σκοτάδι ολισθαίνουν
Κόκκινο πέφτει το φύλλωμα του γέρικου δέντρου
Στροβιλίζεται και από τ’ ανοιχτό παράθυρο μπαίνει
Ένα πύρινο φέγγος φωτίζει το χώρο
Ζωγραφίζοντας θλιμμένα φαντάσματα φόβου
Ένας ξένος λευκός μπαίνει στο σπίτι
Σε ερειπωμένους διαδρόμους χιμά ένα σκυλί
Η παρακόρη τη λάμπα σβήνει
Ήχους σονάτας τη νύχτα αφουγκράζεται το αυτί.
***
De profundis
Είναι ένας καλαμώνας όπου πέφτει μαύρη βροχή
Είναι ένα δέντρο μελανό που στέκει μοναχό.
Είναι μια ανεμοσυρμή γύρω από άδειες καλύβες
Πόσο θλιμμένο αυτό το βράδυ.
Η τρυφερή ορφανή
Περνά μπροστά από το υποστατικό μαζεύοντας γλίσχρα σταχυα.
Τα μάτια της διάπλατα ανοιχτά και χρυσαφιά στο λυκόφως.
Και η αγκαλιά της όλο προσμονή για τον ουράνιο μνηστήρα.
Γυρίζοντας στο σπίτι
Οι βοσκοί βρήκαν το γλυκό σώμα
Σαπισμένο μέσα στον αγκάθινο θάμνο.
Ένας ίσκιος είμαι μακριά από σκοτεινά χωριά
Ήπια από την κρήνη του ιερού άλσους
Τη σιωπή του Θεού.
Στο μέτωπό μου πέφτει μέταλλο παγωμένο
Αράχνες αναζητούν την καρδιά μου
Είναι ένα φως που στο στόμα μου σβήνει.
Τη νύχτα βρέθηκα σε μια ερείκη
Ατενίζοντας τ’ απορρίματα και τη σκόνη των άστρων.
Μέσα στη λόχμη της λεπτοκαρυάς
Ήχησαν πάλι κρυστάλλινοι αγγέλοι.
*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Ένεκεν”, Νο 29, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2013, σελ 120-122.
Επιλογή και μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.
Γεωργία Τρούλη, Χαρτογράφηση δύω
Πολύ νωρίς άφησα να με καταπιούν τα μπουντρούμια
Μια υγρασία πλίνθων στο βήμα
Φρούρια τα σπίτια
Άrte povera και μεγαλοπρέπεια εισόδου
Στο ύψος των τακουνιών Σαλβατόρε
Χτίστηκε το πηγάδι της Β
Με σιδεριά κυλινδρική ημισφαίριο
Ο αιώνας και η αρίθμηση το Τέλος
Xxxiii τόσο όσο το έκθεμα η ηλικία
Το υπόδημα κύρους ή ξιπασιάς
Πολύ νωρίς αφέθηκα να μυρίζω βροχή
Και ύπαρξη
Αγαπωθημένη
Από τον αιώνα που δεω
Από τον αιώνα που δεν
Σχηματίστηκα ακόμη
Εκφοβισμένη και με χυμούς ponte vecchio
Έρωτας στο τζάμι Το βλέμμα στον δρόμο
Ιστορίες καθημερινής τρέλας
Συνειρμοί με χνώτο
Να διαφράφεται το αποτύπωμα των δαχτύλων
Η θεατρική λήψη των στιγμών στον ιππόκαμπο
Με σέπια χρωματισμούς επτά
Επτά ημέρες για να εφευρεθεί ξανά η
Έντρομη κλειστή ροή
Πραγματικότητας
Πολύ νωρίς άφησα να με καταπιούν τα μπουντρούμια
Σου είπα κάποτε πως στα δεκατέσσερα με γέννησες
Και στα εβδομήντα με μαθαίνεις να μεγαλώνω
Μόνη
Σαν το πιο ψηλό σημείο της σκέψης μου
Και μοναδική σαν το μυστικό που κουβαλάς
Ενοχικά παραμορφωτικά Υπογλώσσια
Για επτά ημέρες η άφεση
Η εμποτισμένη με δέρμα γονιού
Μυρίζω ύπαρξη- βαρύ αίμα
Σόι πάει το βασίλειο-λένε
Και η αυτοκρατορία των αισθήσεων
Βρίσκει την πρώτη τρωτή στάλα
Αναπαραγωγής
Διπλασιασμός του κυττάρου
Σε εφτά ζυγωτές μέρες
Σε εφτά γωνίες εξωστρεφείς
Εφτά αμβλείες σκέψεις
Εφτά στιγμές ανυπόφορες
Εφτά συγγενείς ασθένειες
Εφτά ζυγωτικές ένα
Εφτά εδώ και τώρα ένα
Κουβαλάμε δέρμα κάτω από δέρμα
Πολλές ποιότητες
Με ελαφρά διαφορετικούς αποχρωματισμούς
Και το αίμα μόνο σταλάζον
Εκατοστό κυβικό
Σε ένα κέντρο που ονομάζουμε ψύχωση
Δεν διαιρείται όμως ο κόσμος
Ούτε σε Ηπείρους ούτε σε Ωκεανόυς
Αλλά σε ξεφλουδισμένες παλιές ταπετσαρίες
Και σε ποινικές διαθέσεις του Εγώ με τους Άλλους
Σκέφτομαι και γράφω- κανείς
Καμμιά χαρτογράφηση δεν πετυχαίνει να απεικονίσει
Ούτε καν να υποψιάσει το περίγραμμα
Το σχήμα και την μυρωδιά της αποσύνθεσης
Της αλλαγής διαμονής της μεταφοράς
Της μετάφρασης του Αιώνα
Πολύ νωρίς άφησα να με καταπιούν τα μπουντρούμια
Το υγρό περιθώριο της βροχής
Κρατημένη βροχή
Ταγγυσμένη απόλαυση
Τακούνι
Ύψος
Πηγάδι









