Έρμα Βασιλείου, Σκαλιά από σφαίρες

Unknown

Με πράσινα χρώματα
Κι ορίζοντα κόκκινο
Με τις καμπούρες των βουνών να περπατούν σκυφτά
Να μην έχουν ανάσα καμία
Λόγια που μπήκαν σε γυάλινα πιθάρια
Μέλι σφραγισμένα
Ώρες καλές καλάνεμες
Στα χώματα
Τσακώθηκαν τα χρώματα στο ποιο θα αμολήσει
Άλλο από τη σάρκα του
Μολύθηκε το καθαρό
Και πέρα από τα εφτάψυχα βιβλία
Δεν έχω πού να νοσταλγήσω
Να πατήσω

*Από τη συλλογή “Κρυπτογραφίες” στη Σειρά “Άμισθα χρόνια”.

Ειρήνη Παραδεισανού, Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα

Mahmoud+Salameh+2

Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα
που ανεβασμένος στην κορφή της τύψης μου
με δείχνει με το δάχτυλο
που του ’καψαν τα ηλεκτροφόρα σύρματα
εκεί στην Ειδομένη.

Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα
που σπρώχνει τον αγκώνα μου να μην ενώσω τα χέρια με το σώμα.
Σε στάση προσευχής ίσως με ήθελε
να εκλιπαρώ τον Φοίβο.
Ίσως με ήθελε να σέρνω τη ματιά μου στους τυφλούς
να τους κουνώ τα χέρια
να παίρνω τα πλαστικά μέλη τους στη θέση της καρδιάς
στη θέση της καρδιάς να τα κολλήσω.

Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα
που έζησε όσα άνθρωπος αντέχει
και στέκεται τώρα ασάλευτη εικόνα
στην οθόνη
και με καρφώνει με το μαύρο του ματιού
καθώς αφήνει το χέρι του ξένου
να του ράβει το στόμα.

*Το ποίημα αυτό της Ειρήνης Παραδεισανού πρωτοδημοσιεύτηκε στον φιλόξενο Ποιητικό Πυρήνα στο http://ppirinas.blogspot.com/2015/12/blog-post_9.html?spref=fb απ’ όπου το πήραμε κι εμείς
Η Ειρήνη Παραδεισανού διατηρεί το ιστολόγιο Παρείσακτη στη διεύθυνση http://wwwpareisakth.blogspot.com
**Στις εικόνες δύο σχέδια του Mahmoud Salameh, πρόσφυγα από τη Συρία, ο οποίος πέρασε 17 μήνες σε κέντρο κράτησης στην Αυστραλία περιμένοντας να τού δοθεί άσυλο.

Mahmoud+Salameh

Θεόδωρος Μπασιάκος, Πέντε ποιήματα

Picture0735

ΑΝ ΗΞΕΡΕ…
( «Ζε σουί λ’ εγγονό ντ’ Εγγονό»

λέει ο Μπασιάκος ).

Ο Εγγονόπουλος

λέω,

αν ήξερε πως πήρε στο λαιμό του

τον φερέλπιδα νέο φαρμακοποιό (ή κάτι τέτοιο)

που οι δόλιοι γέροι μου περίμεναν να με καμαρώσουν

ίσως τότες 

δεν θα έγραφε την κοτσάνα ετούτη –

πως λίγη δώσαν και δίνουν σημασία στα ποιήματά του.

ΕΝΑΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ…

Ουδεμία σχέση!

Εγώ είμαι ο ποιητής Μπασιάκος.

Κι’ από ’δώ, η κυρία γροθιά μου.

Συνεννοηθήκαμε πιστεύω.

ΡΑΚΙ


(στον Σταμπάκη)

Μ’ αρέσει να τα πίνω με τους σουρρεαλιστές

Είναι γερά ποτίρια

Εντελώς ρώσσοι

Αυτοί άμα πίνουν πίνουν για να μεθύσουν όχι μισές δουλειές

Αυτοί έκαναν την μία από τις δύο μεγάλες επαναστάσεις

του εικοστού αιώνα.

Ο Μπασιάκ ο μάγκας (χαίρετε!) 

τους βγάζει το φρανσουά βιγιονικό του καπέλο.

ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ, ΞΑΝΑ
(ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ)

Παραείμαι ίσως αψύς ως χαρακτήρας.

Η κουστουμιά του ποιητή

απάνω μου – σκέτη παραφωνία.

Καλά τα λέει ο Κρεμμύδας

στο προ-προτελευταίο τεύχος του «Μανδραγόρα».

Τους στίχους μου σκορπάω εδώ κι’ εκεί, στα καπηλειά

στον άνεμο

σ’ επιθεωρήσεις τέχνης
Κι’ ούτε που με νοιάζει κιόλας.

Είμαι ευχαριστημένος.

Απόψε φουμάρω μια καβαλίνα τρυφερή, ωραιότατη

κι’ απολαμβάνω αλύπητα το ηλιοβασίλεμα.

Μά την παναγία,

αυτή τη γη των προλετάριων πολύ την αγάπησα!

Εδώ λέω ν’ αφίσω τ’ αλήτικα κόκαλά μου!

AUCASSIN ET NICOLETTE MMXIV

Στην κόλαση μου πρέπει εμένα:

με τους μαχαιροβγάλτες

τους γλεντζέδες

και τις σουρλουλούδες,

με τους μουσικούς

και όλα τα καλά παιδιά –

να έχω όμως κι’ εσέ μαζί μου

(ω ακριβή μου φίλη!)

Ο παράδεισος:

μά το στραβό το μάτι μου, τί πλήξη!

Μαζί σου,

ας είναι, έρχομαι και στον παράδεισο! Να ’ρθώ!

(Κάλλιο όμως στην κόλαση).

—–

*Τα ποιήματα αυτά πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Φαρφουλάς”.
 Όπως λέει ο ποιητης, το τελευταίο κομμάτι είναι βεβαίως από μνήμης κι’ ίσως κομμάτι αυθαίρετη αντιγραφή της ερωτικής εξομολόγησης του ήρωα προς την ηρωίδα του ομώνυμου μεσαιωνικού ρομάντσου).

Αλέξανδρος Μηλιωρίδης, Τέσσερα ποιήματα

no6

κλεπταποδόχος

άκου αυτό,

στέλνω τις σκέψεις μου

πυραυλοκίνητα:

με όνειρα,

έχουν τους χάρτες

της ψυχής μου•

τώρα,

σε καυγάδες του δρόμου,

για σένα παλεύω

κορίτσι μου,

με σκιές καπνισμένες

και διοπτροφόρα

οπλισμένα παράσιτα:

περίμενε με,

ο μπάσταρδος

κλεπταποδόχος

συμφώνησε,

θα μου δώσει καλή τιμή

***

κουπόνι συνδρομής

σκόνη
οι άσχημες λέξεις σου,
κατάμαυρη,
τη ψυχή μου
σταδιακά σκέπασε,
ευτυχώς,
είχα κουπόνι συνδρομής
για τον παράδεισο,
άγγελοι ήρθαν μεταλλικοί
και την έσωσαν·

***

η μποτίλια

πάνω μου έχυσες,
αργά,

μπουκάλι

φτηνής σαμπάνιας,
ήμουν σχεδόν γυμνή
κι έπειτα
με κοίταξες και γέλασες,
αισθάνθηκα άσχημα·
και λίγο μετά,

την εξώπορτα έκλεισα
ήσυχα,
χαμογελούσα:

τη φάτσα σου σκεπτόμουν
όταν την μποτίλια

στο κεφάλι σου έσπαζα·

***

η γεωμετρία της ψυχής

Διάφανα φύλλα
και οι λέξεις πεταμένες
πάνω τους,
σχεδόν αόρατες:
η γεωμετρία της ψυχής του,
οι λέξεις της

*Από τη συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, ηλεκτρονική έκδοση 2013.

Ειρηναίος Μαράκης, Ο ποιητής

στην Κατερίνa

Ποιητής σ’ αυτή την πόλη
αχ να με δουλεύουν όλοι
και οι νέοι και οι γέροι
με φωνάζουνε Σεφέρη
άλλοι να με λεν’ αλήτη
κι άλλοι Ρίτσο και Ελύτη

(Μουσική/Στίχοι: Λογοθέτης Γιάννης & Βαγιόπουλος Πέτρος/Λογοθέτης Γιάννης)

ποτέ μην πεις σ’ ένα ποιητή
πως είναι ένας ποιητής με άποψη
με ρυθμό στο έργο του κι αισθήματα
θα το πάρει απάνω του, δεν ξέρεις,
οι ποιητές, πόσο εγωιστές είναι
να προσέχεις ιδιαίτερα τους σεμνούς
αυτούς που σκύβουν το κεφάλι
που χαμογελούν δειλά
κι ύστερα που ιστορίες φτιάχνουν
για να σ’ ευχαριστήσουν, άκου κι εμένα,
κάτι ξέρω περισσότερο, μη γελάς,
τα πάντα γίνονται ποίηση
μοναχικές νύχτες με πανσέληνο
η μπερδεμένη, γυναικεία ψυχολογία
– την αντρική να δεις, θα τρομάξεις –
ομάδες μεταναστών που ταξιδεύουν
μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα
παιδιά που επαιτούν στους δρόμους
η κοινωνική μας μοναξιά
προδομένοι έρωτες, χαμένα φιλιά
ο φόβος του πολέμου, η επανάσταση,
όλα μπορούν να γίνουν ποίηση
γι’ αυτό σου λέω, αγαπημένη
ποτέ μην πεις σ’ ένα ποιητή
πως είναι ένας ποιητής με άποψη
με ρυθμό στο έργο του κι αισθήματα
θα το πάρει απάνω του, κι ύστερα
με την πρώτη ευκαιρία, θα γράψει
ένα ποίημα, μια μικρή ιστορία
για να στην αφιερώσει, ναι γελάς,
το ξέρω, αυτός είναι ο στόχος
της ποίησης, δάκρυα να χαρίζει
και χαμόγελα.

8234c631dd85a1a0e628a846e5b1e3f9

Lucifugo, a diavolo in corpo, Στοίχημα Ανοιχτό

a2019

Ας ξαγρυπνούν στον ύπνο τους
κι ας ανησυχούν στον ξύπνιο τους
όλοι οι αφεντάδες
κι όλα τα μαντρόσκυλα
αυτού εδώ του κόσμου

Ολόκληρος μόλις τώρα
εξεκίνησε να καταρρέει

και τους πάντες θα εγκλωβίσει
μέσα στα χαλάσματά του

και τα πάντα θα παρασύρει
στο γρεμοτσάκισμά του

Για εμάς
για όλους τους κολασμένους
εδώ πάνω στη γη
αυτό είναι το μόνο στοίχημα
που πρέπει να κερδηθεί

Εκεί
στη ριζική απώλεια του ανθρώπινου
νέοι άνθρωποι να ξεπροβάλλουν

Άλλες κοινωνικές σχέσεις να γεννηθούν
μέσα στην οδύνη

Η κομμούνα

Χρίστο Μπότεφ, Η προσευχή μου

1452238_10200374511645737_1749197871_n

Ω θεέ της Δικαιοσύνης, Θεέ μου,

όχι, όχι εσύ του Πάνου Κόσμου,

μα εσύ μονάχα πού είσαι εντός μου,

μες στη βαθιά ψυχή μου, Θεέ μου!

Όχι, όχι εσύ, που γονατίζουν

μπρος σου οι καλόγεροι, οι παπάδες,

κ’ οι αγροίκοι ορθόδοξοι, λαμπάδες

σου ανάβουν και σε θυμιατίζουν.

Όχι εσύ, βέβαια, που ‘χεις πλάσει

τον άνθρωπον από πηλό,

και σκλάβο έχεις παντοτινό

το πλάσμα σου καταδικάσει.

Όχι εσύ, βέβαια, που ‘χεις χρίσει

πάπες, πατριάρχες, βασιλείς,

και στη μιζέρια, δυστυχείς,

τους αδελφούς μου έχεις αφήσει.

Εσύ όχι, που στον σκλάβο λες,

μ’ ελπίδες μόνο, ώσπου πεθαίνει,

ζώντας τον μάταιες, να υπομένει

με νηστείες και με προσευχές.

Όχι εσύ, Κύριε των αισχρών

τυράννων και των απατεώνων,

των ηλιθίων είδωλο μόνον

κι όλων, του ανθρώπου, των εχθρών.

Μα εσύ, του Λόγου θεέ, σιμά σου

μόνο που οι σκλάβοι αναγαλλιάζουν,

και που γοργά, αύριο, θα γιορτάζουν

οι λαοί, μαζί όλοι, τ’ όνομά σου!

Αγάπη ζώσα, στον καθένα

να εμπνεύσεις, για τη λευτεριά,
που, όπως μπορεί, να πολέμα

του λαού τους δήμιους ο καθένας.

Δυνάμωσε και το δικό μου

χέρι, που ο σκλάβος σαν ξεσηκωθεί,

στων πολεμάρχων τη γραμμή

να βρω κ’ εγώ τον θάνατό μου.

Κάμε, η φλεγόμενη καρδιά μου

μην κρυώσει εδώ, στην ξενιτειά,

και να μην ακουστεί η λαλιά μου

σάμπως μια βοή στην ερημιά.

*Aπό την “Ανθολογία Βουλγαρικής Ποιήσεως” του Αρη Δικταίου (1971, εκδόσεις Δωδώνη).

Κατερίνα Καρπούζη, Δύο ποιήματα

f52

Θυσίες

Κακό δεν θα πω για κανέναν
Μου φόρεσες τα πολύχρωμα
Και με έπιασες για χορό
Και στο πολύ το βήμα
Μου έλιωσαν τα γόνατα
Και για παπούτσια πια φορώ
Παλιά τετράδια
Στα κόκκαλά μου
Τρέμει πηχτό το αίμα σου
Το δάκρυ σου το φυλάω καιρό σε ένα μικρό
Πουγκί
Κακό δεν θα κάνω σε κανέναν
Μου φόρεσες τα μαύρα από ανάγκη
Να μη χαθώ στην πολυχρωμία
Μου έβαλες για ίσκιο το καπέλο σου
Και κόπηκα με ένα παλιό μαχαίρι
Όπως πρώτα
Θυμήθηκα τα έρημα οικόπεδα
Τις σιδεριές των υπογείων
Νεκρά σαλεύουν έρμαια
Και πάλι κακό δεν έκανα
Μόνο στυγνός δολοφόνος έγινα
Της ανυποψίας του
Το σκότωσα το χέρι μου
Και γράφω πια με το δεξί
Σαν ένα γνωστό έθιμο
Αποδεκατίστηκε η βούληση
Συμμάζεμα κοριών να καούν τα χρόνια
Πιο γρήγορα από τα χέρια
Πιο αργά από τις ψυχές
Λόγια δύσκολα θα πω
Που τα φοβούνται αρτιμελή χέρια
Στη τελική
Δεν πάθαμε και τίποτα
——————————————————————-

Βούτηξα λίγο το κεφάλι
Στο μελανοδοχείο
Και βουλιάξαν οι λέξεις
Το μόνο που μπορώ να γράψω
Είναι αυτό
Ξέχασα πια
Τι είμαι και τι κάνω
Μόνο παρέπεσαν έξω δύο – τρεις
Πνιγμένες φαίνονται
Ή κάνουν τις νεκρές
Ξέρεις αυτές είναι οι πιο επικίνδυνες
————————————————————-

mindances.blogspot.com