Στέλιος Ροΐδης, Περιστάσεις

Tim Burton, Untitled (1992)

Tim Burton, Untitled (1992)

Ιδιάζουσες περιστάσεις περιμένουν στην
Φωτεινότερη πλευρά του ήλιου
Κάποιοι ήδη ομολογήσανε πως γίνεται το όλο κόλπο
Ορθάνοιχτα βιβλία πεταμένα στις γάτες και τους τροβαδούρους
Υπάρχει ένα μέτρο για αυτά τα αγάλματα
Το ίδιο μέτρο που χρησιμοποιούμε για όλα ανελλιπώς
Αν πεις «τι ακατάπαυστο λάθος!» θα μετρήσω με το μέτρο των
αγαλμάτων
το λάθος, και θα σου πω, θα σου πω μετά διψάω,
Θα πιώ όσο μπορώ να πιώ, μετά θα πω το ένοιωσα
Κάποια στιγμή άκου, ένοιωσα ότι έβλεπα το ίδιο πράγμα
με τα αγάλματα, θα σου πω, είδα τα μάτια του καθώς μας σκάλιζε
ήξερα ότι εμένα ρωτούσε,
Μοίρασε τα κομμάτια του παζλ παντού στο δωμάτιο,
Χάθηκε, για να λείπω από εκεί μέσα μόνο εγώ,
Και αν δίκαια υποφέρουμε, είπες
Πέσε να κοιμηθείς
Και η διαμαρτυρία του συγγενή
Αλλη θρησκεία- τελικά (ήταν δεν ήταν)
Με τον καιρό θα χτίζαμε δίπλα,
Μια αφόρητη μέρα
Θα πηγαίναμε για μπάνιο-
Θα θαυμάζαμε το ίδιο εκείνο πράγμα,
Και θα γυρίζαμε.
Ο επόμενος μανδύας θα με έχριζε πατέρα
Κάλυψε την νύχτα / κήρυξε την μέρα
Έγινα παρερμηνεία, ευτύχησα
Τα άκουσα όλα
Τα ένοιωσα όλα
Το πρώτο κρύο είναι υπόθεση του στρατού
Έπρεπε να κάνω τις δουλειές μου
Τα έγγραφα καταθέτουν τους λόγους της λήθης
Έπρεπε να κάνω τις
Δικαιολόγησε την δικαιολογία
Περισσότερα τατουάζ για να γεμίζει
η ήδη μέρα, ντύνεσαι για να πέσεις
στο κρεβάτι
Κάτι που έγινε πριν πολύ καιρό
«Θέλω μόνο την υπογραφή σας
και θα φύγω…»
Κάτι ωραίο για τα χρόνια,
ένα δέος για το σώμα
Γιατί πρόκειται εξ ολοκλήρου και
συνεπέστατα για το σώμα,
Τα χέρια διέγραψαν την πορεία του βιβλίου
Σώμα
δίχως τατουάζ γίνεται
Τατουάζ δίχως το σώμα όχι,
Και εγώ χρειάζομαι το ένα όπως το άλλο.

Τίποτα, έτσι απλά, από πάνω.

Τώρα
κάθομαι στο γρασίδι
ξένοιαστα. ανησυχώ.
Με όλα τα κομμάτια μου που δεν ανήκουν εδώ,
Ξεκουράζομαι.

*Από τη συλλογή “Η σοκολάτα και το κερί”, εκδόσεις straw dogs, Λευκωσία 2016.

Νίκος Σταμπάκης, Πέρα βρέχει

Katerina Pinosova: Σχέδιο (1996)

Katerina Pinosova: Σχέδιο (1996)

Τα δροσερά σμαράγδια
Τ’ αδιάντροπα καφτάνια
Το βλέμμα-ηλιόσπορος που βήχει κουδουνίζοντας
Φυλακισμένο στ’ αμυγδαλωτά του μάτια
Όλα τα σημεία της αφής
Έρχονται και νοτίζουν το χρυσό φύλλωμα σούσουρου
Που φθίνει σαν ανάστροφο σκόρπισμα σμήνους μες σε ομπρέλλα

Σκρόφες
Τι σας πειράζει
Αν οι συνήθειές μου στοιχίζουν στο Δημόσιον
Δυο-τρία φτερά Ολλανδών
Την δίπτυχη σκέπη κρύου ζωμού εφηρμοσμένη στα ψευδή μουστάκια φυγοδίκου
Και την μακρά ζελατίνα των πτητικών αερίων
Όταν διχάζονται μεταξύ προοπτικών μετασχηματισμού σε Πτωτικά ή σε Χτητικά
Ξεύροντας πως η δεύτερη επιλογή
Εξασφαλίζει στους πολιορκητάς της Φωνής την ανατίναξιν οδοντικών τειχών
Με ήχο καταρρεύσεως στήλης εικοσαδράχμων
Ενώ η πρώτη
Εξουδετερώνει την δεύτερη με πλευρικές σαγιτιές αντιγράφων
Της παρούσης σελίδος

Τι σας πειράζει
Αν τα μπαλκόνια υψώνουν πυρωμένα κάγκελλα
Που γδέρνουν την Ηλιακήν Ιλαρά
Ή αν το κλονισμένο ψηφίο του καλοκαιριού πέφτει σαν κέρμα απ’ το γιοφύρι
Και το ποτάμι ανοίγει την μασέλα του και δείχνει τον Ινδικόν Όφιν του λαρυγγιού του
Αν τέλος εορτάζεται η επέτειος της πρώτης μεταλήψεώς μου στις ξανθωπές Φιλιππίνες
Με θυσίες πρωτοσύγκελων
Αφού
Και μόνη η προφορά της λέξεως Κόλουρος
Προκαλεί έν’ απαλό ζέφυρο μες στο βεστιάριο των δαγκωμένων γλωσσών
Που αντί ν’ αλληλοσυγκρουσθούν με την κλαγγή νεύρων διασταυρωθέντων σε απώτατες κουκίδες παρρησίας
Γίνονται μοναχά εσμός κλειδώσεων ακλίτων
Και το σφυρί ερωτεύεται τ’ αμόνι του
Και του εκμυστηρεύεται
Οι χτύποι μου ακολουθούν πορεία φθίνουσα
Μα όχι λιγώτερο για τούτο καταδικασμένη
Να καταλήξει ασύμπτωτη που κλείνει μάταια το μάτι στον άξονα των τεταγμένων
Που η πείρα του ως παλιοσυρματόπλεγμα
Τον καθιστά εξόχως φορτικόν
Πάντα έτοιμο να βγάλει αγκάθια δίχως λόγο
Τι να γίνει
Άρχισα μια διαδρομή που τελειωμό δεν έχει Αγάπη μου
Κι αυτή η ευθεία κι αβέβαιη διακεκομμένη οδός που αποτελεί τον μόνο ορίζοντα των επαφών μας
Είν’ ό,τι έχει ο βίος να σου προσφέρει
Ελλείψει άλλου
Κάλλιο να βολευτείς μ’ αυτό

Τι σας πειράζει
Ε;

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του “Κλήδονα” (Σεπτέμβρης 2006), περιοδικού της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Το σχέδιο της ανάρτησης συνοδεύει τη δημοσίευση.

Philip Lamantia, Δύο ποιήματα

BlueVelvet19 (από το www.zazie.at

BlueVelvet19 (από το http://www.zazie.at

ΑΥΤΟΜΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Ο ήλιος έχει πνιγεί
δεν υπάρχουν πια παρθένες
δεν χρειάζεται να καταλάβεις
υπάρχουν όμως τόσα πολλά να δεις

Γι’αυτό έλα μαζί μου
κάτω στην λεωφόρο
με τις φλέβες που σέρνονται
Μη φοβάσαι
το αίμα είναι φθηνό!

Ένα παραδείσιο τραγούδι;
Μια πρόστυχη ιστορία;
Ένα ερωτικό σονέτο;
Ξεφώνισέ το!
Ύστερα τα ανθρώπινα τείχη
θα γκρεμιστούν για να συναντήσουν την πορείο
μέσα στην πόλη από ωμό κρέας!

Τα βελούδινα φορέματα είναι σκορπισμένα
σε όλο το πλάτος του τοπίου
Βαδίζουμε πάνω στο πεζοδρόμιο
που πάει πάνω-κάτω
πάνω στα σύννεφα
κάτω στους ανθρώπους που πεθαίνουν απ’ την πείνα
Μη με ρωτάς τι να κάνεις!
Συνέχισε να προχωράς
σύντομα κάπου θα καταλήξουμε
ίσως επάνω στο φεγγάρι!

Τα όπλα του ουράνιου τόξου χορεύουν
μπροστά από τις βασίλισσες του κινηματογράφου
Όλοι γελούν
πετούν πεθαίνουν
χωρίς να γνωρίζουν πότε πρέπει να ξεκουραστούν
χωρίς να γνωρίζουν πότε πρέπει να φάνε

Και τα σιντριβάνια καταλήγουν να πέφτουν
έξω από τα καλυμμένα με γαϊδουράγκαθα στήθη της
και τα σκυλιά είναι χαρούμενα
και οι παλιάτσοι μαχαιρώνονται
και οι μπαλαρίνες τρώνε πέτρες

Ω η σαν καθρέφτης βρομιά
του πρόσφατα χυμένου αίματος
που στάζει από τους τοίχους
τους τοίχους που φθάνουν ώς τα αστέρια!

Ω το κοπάδι των προβάτων
που ανοίγουν βίαια την σάρκα τους
με βυζαγμένα κόκκαλα
απ’ τα πορνεία!

Ω ο τάφος των νυχτερίδων
που αποπλέουν μέσα απ’ τα καταστήματα
με τα βίαια χέρια!

Πότε θα ’ρθούν;
Πότε θα φύγουν;

Ο ήλιος ταξιδεύει μες στο μάτι σου
παρθένες εκρήγνυνται
κάτω από τις φλεγόμενες παλάμες μου
κι εμείς επιπλέουμε απομακρυνόμενοι αργά

***

ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ

στον Rimbaud

Σε δύο σελίδες ενός μύθου αμπελιού
κρέμεται ο κύκνος του μεταξωτού αίματος
δίνοντας σχήμα στην άμμο από την καλυμμένη με
γαϊδουράγκαθα ομίχλη
Πάνω από ιερές λίμνες πυρετού
(στιλβωμένα στόματα του φυτικού βατράχου
που κυλούν στην σιδερένια αφροδίτη μου)
αφήνω να πέσει το σμιλευτό αχλάδι
Στεκόμενος σε κοιλάδες γεμάτες καπνό
(μεγάλες επικράτειες άπτερης πτήσης
και του σάρκινου όπλου του αγγέλου)
σφραγίζω τα σπίτια του ξεραμένου κεριού
Καμπάνες σειρηνοδοντιών (που τραγουδούν στον
τάφο μας
το τελευταίο γίγνεσθαι της αποποίησης)
αναμένουν την προσέγγιση των εμπρηστικών παιδιών
που φωτίζουν το σεληνόμορφο τέρας

Κάθε κουλουριασμένος ποταμός τραβά τα
ξεριζωμένα μου μαλλιά
σε δίχως αρουραίους κίονες δίπλα στο φάντασμα της
πυραμίδας
(αρδευόμενη κοιλάδα της βρόμας του ναού)
και όλα τα ρολόγια από λάσπη βιαστικά
τραβούν τα σπαθιά τους από φτερά γοργόνας
(τυλιγμένα από την Σκόνη) για να τα καρφώσουν
μέσα στα δάκρυα του παιδιού-γλάρου
Το λεπτό του χειμερινού ιστού
ανεμίζει κάτω απ’ το κύπελλο της αράχνης
και οι πόρνες όλων των πατεράδων
αιμορραγούν προς τέρψη μου

*Αναδημοσίευση από το πρώτο τεύχος του περιοδικού “Κλήδονας” (Σεπτέμβριος 2006) της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο ποιήματα

ΧΡΩΜΑΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

Χρώματα, ονόματα
σαπουνισμένα
χρώματα, σαπούνι στα μάτια
ξεφτισμένα, χρώματα
πτώματα ονόματα
σαπούνι στα χέρια.

Όπως βγάζουν οι έφηβοι σπυριά
ο ουρανός βάζει παντζούρια.

Πτώματα, ονόματα
στη θέση των άστρων
χρώματα ξεφτισμένα
ονόματα επικαλύπτουν
το ένα το άλλο
πτώματα που σπρώχνονται ακόμα
να βρουν κάτω απ’ το χώμα
μείον δύο λεπτά ησυχία.

Για να φανούν, να λάμψουν.

***

ΚΥΚΛΟΙ

Κύκλοι που ορίζονται
και δεν ορίζουν

Σφαίρα παλιά που αρχίζει να γωνιάζει

Κύκλος που γίνεται έλλειψη
και πάλι κύκλος

Εσύ εντός άνοψη

Κύκλοι που κυκλώνονται
μα δεν κυκλώνουν

Τόπος μικρός τόπος λευκός
ξεφτίζει

Κύκλοι ο ένας δίπλα στον άλλον
μετασχηματιζόμενοι αναπνέουν

Κύκλοι συγκλίνουν σε κλείνουν
έξω
αγνοώντας τη μη κυκλική
ελλειπτική σου υπόσταση

*Από τη συλλογή “Η μνήμη του χαρτιού”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2009.

**Στο link mixcloud ο Jonas Kocher μελοποιεί πάνω στην ποίηση του Πέτρου Γκολίτση.

Γρηγόριος Σακαλής, Κόλαφος

artlimited_img213766

Σ΄ ένα καλντερίμι
σ΄ ένα υγρό δρομάκι
βάζεις τον εαυτό σου σε προθήκη
και τον πουλάς φτηνά
τα όσια και τα ιερά σου
τα μαργαριτάρια σου στους κύνες
και είσαι είκοσι δύο
αχ, θεοί
αχ, δαίμονες
πως το επιτρέπετε
πως δεν στερεύει η θάλασσα
πως δεν καίγεται η γη
ένας επίγειος άγγελος
να τραβάει του Σίσυφου τα πάθη
κι εμείς να διάγουμε βίο
απαθή κι ωραίο.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Άτιτλο

cebdceb5cebfcf80ceb1cf84cf81ceb9cf89cf84ceb9cf83cebccf8ccf821

Για σένα πια δε γράφουν τα κιτάπια του ταμείου.
Για σένα που περίμενες τόσες φορές στημένος
να σου σφραγίσουν την αξιοπρέπεια.
Να σου μετρήσουν πόσες μέρες
έχεις μερίδιο στην επιβίωση.
Και το βασανισμένο σου μυαλό
γελούσε στην ιδέα μιας μολότωφ.
Αυτοί οι δαιμονικοί γκισέδες αν τιναζόντουσαν!
Αυτά τα άθλια κιτάπια αν καιγόντουσαν!
-Περνούσε ακόμα τραγική παρηγοριά
όλα πριν σε αποκλείσουν.

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό ενενηκοστό τρίτο

jahresthema-jugend-2010-04-22-1-0732

Ύστερα κάθισε εκεί πάνω σκοτεινά
κι είδε έργα του και σκέφτηκε: «καλά
όλα αυτά, όμως τι νόημα έχουν;» Συγκεκριμένα,
σκέφτηκε: «Was ist das Sein?»
Και είδε εκείνη την πήλινη αποτυχία του να ψάχνει
κάτι ανάμεσα στα δέντρα και να σκάβει
με νύχια και με δόντια
τις ρίζες των δέντρων.
«Τι ψάχνεις;»
του είπε. «Ονόμασε αμέσως
αυτό που ψάχνεις».
«Πεινώ, διψώ!»
δεν ήξερε να πει το πλάσμα: ώμωξε.
Καὶ ἐπέβαλεν ἔκστασιν ἐπ᾿ αὐτόν,
καὶ ὕπνωσε· καὶ ἔλαβε τὴν οἰμωγὴν
αὐτοῦ καὶ ἀνεπλήρωσε ὄνομα ἀντ᾿ αὐτῆς
καὶ ᾠκοδόμησεν τὴν οἰμωγήν,
ἣν ἔλαβεν ἀπὸ αὐτοῦ, εἰς ἄνθρωπον.
Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς αὐτὸν
καὶ εἶπεν αὐτῷ· τοῦτος νῦν
ὄνομα ἐκ τῆς οἰμωγῆς σου.
Εννέα
χρόνια μετά το συμβάν [1107]
κάποιος παπάς Radulfus Cadomensis
έγραψε με φρίκη [όμως
έγραψε!] πως αυτοί,
οι πολιορκητές,
έβρασαν τα παιδιά των κατοίκων
σε μεγάλα τσουκάλια και τα έφαγαν
πριν της ώρας τους. Συγκεκριμένα,
έγραψε: «Kapitel Zwanzigste:
UNTERNEHMEN KALAVRYTA…»
……………………………………………………………….
……………………………………………………………….

«Σήκω απ’ τα χιόνια σου», είπε η νύχτα
στη γη, «κι έλα να δεις
κωμωδία, με τ’ όνομα: παρθένα
να κρατά στην αγκαλιά
παιδί τον προαιώνων
κι ένας νάνος με λευκό
κουστούμι να ζητάει από το βρέφος
να σώσει την ψυχή του
υπογράφοντας το πλέον
ευνοϊκό συμβόλαιο
κινητής τηλεφωνίας!»

Τασία Σταματοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

OpsimiSpora - Αντιγραφή

Mαιμακτηριών –Ο σκοτεινός μου προάγγελος

Σου δίνω το αρχαίο σου όνομα για να σε ξορκίσω
ποτέ -εξόν από ΄κείνο το Νοέμβρη- δε σε είδα με καλό μάτι
και μόνο η σκοτεινιά σου νωρίς το απόγευμα
προαναγγελία αιώνιου σκότους
[το σκοτάδι είναι για να το μοιράζεσαι
το σκοτάδι είναι για να ονειρεύεσαι
και δεν έχω τίποτα από τα δύο]

***

Τραγούδα καρδιά μου

Τραγούδα καρδιά μου μέσα στο χειμώνα
Ισως αύριο ο βραχνοκόκορας να μη λαλήσει
Να μην ακουστεί ο αντίλαλος της φωνής σου
Στον Πάρνωνα και στου Ελικώνα το βουητό
Μην περιμένεις την άνοιξη για να ξανοίξεις
Το βλέμμα πάνω στα φύλλα στ΄ανθη που προσπερνάς
Στα ερειμωμένα δρομάκια ξαναβγές θαραλλέα
Στους ανθρώπους με το σκυθρωπό πρόσωπο
Τραγούδα καρδιά μου κάτι εύθυμο και κάτι λυπημένο
Κι ισως ναρθεί και το ακορντεόν που ονειρεύτηκες
Και να σηκωθεί φωνή και να σπάσει η σιωπή
Στη μοναχική λεωφόρο με τους αόμματους
Να λάμψει μια κραυγή ως τον ουρανό
Να σηκωθούν κι οι πεθαμένοι να τραγουδήσουν

***

Ασκήσεις διαρκείας

Η ζωή είναι μια διαρκής
άσκηση
αλοίμονο σε αυτούς
που δεν γυμνάζονται
στην υπομονή
που δεν εφευρίσκουν παραμυθία
και παραμύθια
Αλλόφρονεςς παραπαίουν
εδω κι εκεί
απο της χαράς τα ξέφρενα τερτίπια
στης οδύνης τη φωτιά

Οσοι τομάθουν τυχαία
[πως η ζωή ειναι μια διαρκής άσκηση]
ή απο ασκηση επίγνωσης
η απο δώρο της φύσης
θα περπατήσουν ορθιοι
και ορθιοι θα πεθάνουν
Τουλάχιστον δεν θα βρεθούν
απορημένοι και απορούντες
στη φάκα της συνήθειας
που γλυκαίνει το βίο
οταν αυτός πάψει
για λιγο ή για πάντα
να είναι γλυκός

***

Τα σπίτια που κατοικήσαμε

Τα σπίτια που κατοικήσαμε
Μας ακολουθούν αθόρυβα
Γίνονται ανάλαφρα τα ντουβάρια
Παρόλο το βάρος των βιωμάτων
Των σιωπών και των ήχων
Των καλών και των κακών ημερών
Μας παίρνουν στο κατόπι ακούραστα
Ακριβές στιγμές πρόσωπα παράθυρα
Κουρτίνες κιτρινισμένες κρεβάτια που τρίζουν
Ασήκωτα βάσανα αναμνήσεις χαρούμενες
Φωνές μυρωδιές μωρών και κανέλας
Θηλιά το λαιμό τα σπίτια που κατοικήσαμε
Μην επενδύσεις στα ντουβάρια
Θα σε κυνηγάει το μισοφαγωμένο μάρμαρο
Η φωλιά που άδειασε χωρίς να το καταλάβεις
Το λούκι που δε διορθώθηκε
Η μισοτελειωμένη καθαρτήρια μπουγάδα
Η μούχλα μιας υγρασίας αρχαίας

Το παρελθόν με το παρελθόν
Το παρόν με το παρόν
Μην επενδύσεις σε ντουβάρια

*Από τη συλλογή “Όψιμη σπορά”, εκδόσεις Κοροντζή.

Μίλτος Σαχτούρης, Πέντε ποιήματα

hqdefault-1

Το μαρτύριο

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν
τα σφυριά και τα μαχαίρια
Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο
Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου
και τ’ άλλο το γκρίζο σαν καπνός
ν’ αδειάζει από μέσα μου να φεύγει

Το αεροπλάνο

Δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό
η ωραία γυναίκα αγαπάει την πίσσα
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό
Η γυναίκα στάθηκε στη Μεγάλη Πόρτα
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό
το παιδί απ’ το Στενό Παράθυρο βγήκε
κι έμεινε μετέωρο στο Κενό
Τέλειωσε τέλειωσε το εκτόπλασμά μου
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό
δε θα σας ταράζω πια με τα όνειρά μου
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό
Ούτε όμως θα με ξεσκίζετε με τα σύρματά σας
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό
δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό

Συμπέρασμα

Η γάτα ήρθε σα φωνή από έναν ορίζοντα φοβισμένο
έβρεχε και πρησμένα όνειρα βογγούσαν οληνύχτα
το πρωί ο άνθρωπος πλύθηκε και ξυρίστηκε
όπως πάντα
και γύρω του χτυπούσαν τα σφυριά όπως πάντα
στο δρόμο καθώς έβγαινε απάντησε μιαν αγία
ντυμένη στα βυσσινιά
είχε πεθάνει πάνω στον τροχό πριν από
εκατοντάδες χρόνια
ο γαλατάς τον είδε και τον χαιρέτησε
έπειτα τον χαιρέτησε ο ταχυδρόμος
κι ύστερα τί ν’ απόγινε αυτός ο άνθρωπος
τα ρούχα του κυκλοφόρησαν σ’ εφημερίδες
το ένα του μάτι το κρατούσε κι έπαιζε
ένα μικρό κορίτσι
μαύρα αυτοκίνητα μεταφέραν τα κομμένα
μέλη του
και η καρδιά του αερόστατο γελούσε στο κενό

*Από τη συλλογή “Ο Περίπατος”.

Τοπίο

Ένα κορίτσι πνίγεται μέσα στο μαύρο
εγώ ανεβαίνω σ’ έναν άσπρο ουρανό
Μέσα στον έρημο χιονιά
ένας παπάς κατάμαυρος μέσα στην παγωνιά
λίγα μαύρα πουλιά σ’ ένα κλαδί
κι ένα μόνο λουλούδι
και μιά φωνή:
Εγώ ανεβαίνω σ’ έναν άσπρο ουρανό
μέσα στο μαύρο πνίγεται ένα κορίτσι

Το πρωί και το βράδυ

Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί
έξω στο δρόμο
περνάει
τ’ αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σωφέρ
ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει
και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ό,τι δεν είδες το πρωί
το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι
ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος

*Από τη συλλογή “Τα Στίγματα”.

Robert Desnos, από το “Ημερολόγιο ενός φαντάσματος”

13528761_10209199420038281_8697071837708947736_n

ΣΤΗ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗ

Ω οδύνες του έρωτα!
Πόσο μου είστε αναγκαίες και πόσο μου είστε ακριβές.
Τα μάτια μου που κλείνουν πάνω σε δάκρυα φανταστικά,

τα χέρια μου που απλώνονται ατέρμονα προς το κενό.

Ονειρεύτηκα απόψε τοπία παράφρονα και περιπέτειες ριψοκίνδυνες από τη
σκοπιά του θανάτου όσο κι από αυτήν της ζωής, που είναι επίσης του έρωτα.

Στο ξύπνημα ήσασταν παρούσες, ω οδύνες του έρωτα, ω μούσες της ερήμου,
ω μούσες απαιτητικές. 

[…]

***

“Γύρω στις 2 το πρωί, ξυπνώ ολότελα. Η σιωπή συρίζει με αυτόν τον ιδιαίτερο
τρόπο που παρατηρεί κανείς όταν έχει αϋπνίες. Μια στιγμή περνά, κι έπειτα,
πολύ καθαρά, ακούω ν’ ανοίγει η πόρτα μου, αν κι είναι κλειδωμένη (το πρωί θα
το επιβεβαιώσω). Ακούω να γυρνούν οι μεντεσέδες, ακόμη και τον πολύ
χαρακτηριστικό θόρυβο από το γλωσσίδι της κλειδαριάς που έχει σπάσει και
πρέπει να σπρώξεις με το χέρι για να ξανακλείσει η πόρτα.
Κι απαλά, αθόρυβα, η *** μπαίνει στο δωμάτιό μου. Είναι αυτή, δεν χωρά
αμφιβολία.
Αναγνωρίζω την όψη, το βάδισμα, την έκφραση του χαμόγελού της.
Αναγνωρίζω ακόμη και το φόρεμά της: φόρεμα πολύ χαρακτηριστικό, που το
φορά μόνο σε ορισμένες περιστάσεις.
Με πλησιάζει και κάθεται σε κάποια απόσταση από το κρεβάτι μου, σε μια
πολυθρόνα όπου απέθεσα τα ρούχα μου προτού ξαπλώσω. Κάθεται αναπαυτικά
και με κοιτά επίμονα.
Παρατηρώ ότι την βλέπω τόσο καθαρά σαν να ήταν φωτισμένο το δωμάτιο, κι η φωτεινότητα της νύχτας δεν εξηγεί το γεγονός, ούτε η φωσφορίζουσα γραμμή
χρώματος απαλού γαλάζιου που περιβάλλει όλο το κορμί της, ούτε και το
κοκκίνισμα της σόμπας. Όπως σαλεύει το δεξί της πόδι, καμιά φορά χτυπά στο
πάτωμα, που αντηχεί”.

***

ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Να γλιστρώ μες στη σκιά σου υπό την προστασία της νύχτας.
Ν’ ακολουθώ τα βήματά σου, τη σκιά σου στο παράθυρο.
Αυτή η σκιά στο παράθυρο είσ’ εσύ, δεν είναι άλλη, είσ’ εσύ.
Μην ανοίγεις αυτό το παράθυρο που πίσω απ’ τις κουρτίνες του σαλεύεις.
Κλείσε τα μάτια σου.
Θα’ θελα να τα κλείσω με τα χείλη μου.
Μα το παράθυρο ανοίγει κι ο άνεμος, ο άνεμος που αναδεύει αλλόκοτα τη
φλόγα και τη σημαία, περιβάλλει τη φυγή μου με το πανωφόρι του.
Το παράθυρο ανοίγει: δεν είσ’ εσύ.
Το ‘ξερα καλά.

*”Ημερολόγιο ενός φαντάσματος”. Κείμενα γραμμένα κάτω από το άστρο της Yvonne George. Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης.

13615304_10209199419478267_1719290695883398868_n