Ε. Μύρων, Οκτώ ποιήματα

article_507762_1

Ορυμαγδός

Κάθομαι και χαζεύω το τασάκι
ώρες ώρες
Φορτωμένο με σκέψεις
κι αποτσίγαρα καθώς είναι,
θυμίζει χωματερή
ή νεκροταφείο
Καμιά φορά ρίχνω
λίγο νερό,
ίσως για να σιγουρευτώ
ότι έσβησαν οι καύτρες
ίσως για να μην ενοχλεί
η μυρωδιά της αποσύνθεσης

***

Σκήπτρο και λύρα

“Ἄσε τὰ γύναια καὶ τὸ μαστροπὸ
Λαό σου, Ρῶμε Φιλύρα.
Σὲ βάραθρο πέφτοντας ἀγριωπό,
κράτησε σκῆπτρο καὶ λύρα.”

Κώστας Καρυωτάκης
“Υποθήκαι”

Εκεί ψηλά ελπίζω να γράφεις στίχους και νότες
Ξύπνιος από τη νύστα του βραχνά καταλύτη
Ελεύθερος καβαλάρης στων ονείρων τα μήκη
με αερικά και νεράιδες συνταξιδιώτες

Εκεί δε θα σε κυνηγούν πια για τις επωμίδες
θα έχεις γλυτώσει από τα τετράκρυα χιόνια
Απέναντι στο λογικό θα ‘βαλες ωτασπίδες
ώστε να μην έχει δαιμόνια και τελώνια

Εφηύρες τελικά κείνο ‘κει το παυσώδυνο
για το βάσανο του χρόνου, τον βαρύ κασμά,
που θα ‘κανε το ρυθμό τού κόσμου πιο ρόδινο;

Να περιγράφεις με ρίμα, τον ουράνιο μπασμά
Εσύ, χορευτής του θεϊκού ρυθμού υποφήτης
Τα ψηλά να μαγεύει της τέχνης σου η βαθύτις

***

Ξόρκι

Θα σκύψω μόνο για να
φιλήσω τον ουρανό
για κανένα άλλο λόγο
για κανένα ιερό χώμα

Κι αν δε μας κάνει,
θα σκάψουμε μέσα του
να βρούμε άλλον,
με καινούργιο χρώμα

***

Άτιτλο ξόρκι

Κάποιο μπαρουτοκαπνισμένο ξόρκι
μου ‘γνεψε
με στίχους αμόλυντους,
ακέραιους, τρισδιάστατους

Βούλιαξα μαζί του
και ξύπνησα με το φως
της νύχτας
σ΄ένα, σαν όνειρο αναποδογυρισμένο

Όλα φάνηκαν θρύψαλα
κομμάτια ιδεών
πτώματα λέξεων

Όλα γυρνούσαν ξανά
με υπόκρουση το αίμα
στις εσχατιές της μνήμης

***

”Σε τούτο το χωριό λοιπόν”

Σε τούτο το χωριό λοιπόν
όλοι, στην κόγχη του χρόνου
ακούμε εν είδει δεκτών
το ίδιο σήμα ραδιοφώνου

Το τέλος είναι μη ανακλιτόν
μα όλοι μας παρέα τραγουδούμε
τάχα εν’ άσμα ισοβιτών
σάμπως με ζωή αιώνια δεθούμε

Νέοι, μεσήλικες και γέροι
παρέα ας χορέψουμε
πιασμένοι χέρι- χέρι

σιμά στο καμπαναριό
σαν να μη μισέψουμε
ποτέ απ’ το μικρό χωριό.

***

Άτιτλο

Καβαλάρηδες φασμάτων
πασχίζουμε μ’ ένα δόρυ,
να τρυπήσουμε την
παλαιόθεν πανοπλία του αδιαφόρετου.

Ξεζεύοντας τ’ άλογο,
– μήτε ζυγούς, μήτε χαλινάρια –
να γλυκάνουμε τις θύελλες
να πλατύνουμε τη διαδρομή.
Έχοντας ακούσει όμως
και τις καταρρακτώδεις θύελλες
μα και τις αγνές απλωσιές
του ήλιου, να διαστείλουμε
τη μουσικότητα του αύριο.

Να “παίζει” μέσα μας αλλεοτρόπως
το μέλλον.

***

Φαντασία

Σαν συμμαζευτούν τα σύγνεφα,
να τους ανοίξουμε μια τρύπα
να πέσουν οι κεραυνοί
πριν ζωντανέψουν.
Να τους γραπώσουμε με τα μάτια,
να δούμε λίγο παραπέρα
Να ξεχάσουμε για λίγο τη φτώχεια της όρασης.
Α! Τι βάλσαμο:
Πόσο μαλάκωσαν τα μάτια,
πόσα καλοκαίρια βλέπουμε
ενώ κοπανιούνται έξω χίλιοι χειμωνες;
Να κρατήσει κι άλλο η μαγεία αυτή…!
Να την κρατήσουμε κι άλλο τη μαγεία αυτή!
Σ’ ένα κηπάκι να τη βάλουμε
να τη φροντίζουμε.
Ποιος ξέρει; μπορεί κάτι να φυτρώσει…

***

Κι αν σας φαίνεται σκληρό

Κι αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα
να ξέρατε μονάχα, πόσο ωραιοποίησα τον πόνο.

Πόσο σφιχτά βούλωσα το στόμα μου
να μην ακουστούν ολόκληρες οι κραυγές της γέννας.

Πόσα παγάκια κατάπια
για να μην κάψω το χαρτί με την ανάσα μου.

Πόσο λευκό χρειάστηκα
για να σπάσει το μαύρο
και να σπείρω ορχιδέες
δίπλα στα κοφτερά μου δόντια.

Αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα,
που να βλέπατε
πόσο τραχύ είν’ το βλέμμα
του όταν σας κοιτά
να απορείτε.

*Όλα τα ποιήματα έχουν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο του Ε. Μύρωνα στο http://a-lektor.blogspot.gr

Αχιλλέας Κατσαρός, Οδός Βράχων: Ανατολικά

page_1_thumb_large

Ι

Αν ήσουν σχήμα
θα ήσουν κάτι σαν τρίγωνο

ένα κομμάτι πυραμίδας
γεμάτο ρωγμές και επίπεδα

αριστερά δυο κυπαρίσσια
στη βάση γάτες
δεξιά ερωδιοί

στη μέση ένας κύκλος να θυμίζει
το πηγούνι των αιώνων

όσο ανεβαίνω
χαράζεται η μορφή σου

όσο ανεβαίνω
ανεβαίνει κι η θάλασσα στα μάτια

οι ερωδιοί κολυμπούν

ΙΙ

μίκρυνες σα νάνος
άρχισες να χτίζεις ξερολιθιές

τα ξύλα της γνώσης πεταμένα
δωμάτιο βομβαρδισμένο

το κεφάλι της μάνας
σαν γίγαντας
να σε κοιτάει

ΙΙΙ

είχες κόκκινο σώμα
αγαπούσες την έρημο

να χαϊδεύεις τα βράχια που ξεμακραίνουν
λευκό κεφάλι

το τσαγερό σου έγινε κύβος
λευκός
με δυο ομόκεντρους κύκλους
πράσινους
είχαν τη φωτογραφία σου μέσα
δίπλα ένα ρόδι άχνιζε

ΙV

δύο γυναίκες η χώρα μέσα σου
η μία έχει κόκκινα πόδια
κόκκινα χέρια
κεφάλι κόκκινο
το υπόλοιπο σώμα μαύρο

της έχουν καρφώσει
τρεις κιθάρες στο κορμί
ακόμα τραγουδάει

η δεύτερη γυναίκα μαύρη ολόκληρη
μόνο το μαχαίρι κόκκινο
στην πλάτη καρφωμένα
μαχαίρια δεκατέσσερα

V

τα φέρετρα πάντα σου άρεσαν
τα έστηνες πάνω απ’ το χώμα
όρθια
μισάνοιχτα

τους νεκρούς τους φανταζόσουν
να χορεύουν
στον ελάχιστο χώρο

γιατί κι αυτό το λίγο
ίσως δεν μας ανήκει

VI

καρέκλα τρίποδη
ίσκιος στο βάθος

γυναίκα ζωγράφος
ίδιος με τη γνώση
ποζάρεις γυμνός σαν άγνοια

το κεφάλι του Κέρβερου κομμένο
στόμα ανοιχτό

μεγάλο κεφάλι σαν την τραγικότητα μας
όμοιο με σπίτι

ο ουρανός μπλε εκεί πίσω

VII

εκεί που χωρίζει η Ερυθρά
-ποτέ δεν πίστεψες τα παραμύθια-

λευκά σύννεφα
φωταγωγημένα από Παρθενώνες

πρώτο θρανίο η Υπατία
με χλαμύδα κόκκινη
ακόμη σε θαυμάζει

VIII

όταν μιλούσες για τον χρόνο
τον περιέγραφες εσταυρωμένο

αριστερά και δεξιά δαιμόνια
κίτρινα να μιλάνε για ελευθερία

πόδια γυμνά χωρίς καρφιά
το κεφάλι προς τα κάτω
να διαβάζει παπύρους

τα χέρια προσευχή
για να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα:
ν’ ακινητεί
κι εσύ να νομίζεις ότι έζησες

ΙΧ

όταν σε πλησίασε ο θάνατος
του σήκωσες κόκκινο πανί
λες κι ήταν ταύρος

γέλασε ο γαμιόλης

στο κόκκινο πανί δυο σκελετοί
ένας να παίζει κλαρίνο
ο άλλος να χορεύει με γυναίκα γιασεμί
αυτή είναι η Ελλάδα του είπες
και του έκοψες το χαμόγελο

X
το ένα ράφι ανοιχτό στη συρταριέρα
επτά αφροί ξυρίσματος

το σώμα σου ακόμη τους κοιτάει

το χέρι απλώνει να τους πιάσει

αφρός ξυρίσματος κι ο θεός

τι να προλάβεις ν’ αγγίξεις;

XI

είχα ξεχάσει τις κουβέντες μας νόμιζα
δημοτικό στο Αγρίνιο ή το Λονδίνο
-δεν έχει σημασία-

αχ, εκείνη η Θάτσερ
ποτέ δεν σου άρεσε

κόκκινο φόρεμα
στολίδια και σκούφο
μεταμφιεσμένη σε Ρωσία

μόλις την έστηνες στον καθρέφτη
-αυτή η θεολογία σου-

ένας σκελετός με χρυσά φίδια
πράσινα κουτάλια
μαύρο κρανίο

XII

η οδός του μαρτυρίου έλεγες
ξεκίνησε με αργοναυτική εκστρατεία

δεν καταλάβαινα
έβλεπα μόνο τις φλόγες

το δέντρο της γνώσης που κάηκε
το μήλο σαν μεγάλη σφαίρα
να έχει διαπεράσει τον κορμό
να έχει ανοίξει τον δρόμο στο χάος

μπροστά απ’ όλα αυτά
ο άνθρωπος σαν κύκνος

φτερά ανοιγμένα

αυτό το μαύρο τι ζόρι τραβάει
και μοιάζει με στόμα
που δεν αφήνει τον κύκνο να πετάξει;

Επίμετρο
Η μικρή αυτή συλλογή γράφηκε στις 24/4/2014 και είναι αφιερωμένη στον πατέρα μου Σπύρο Κατσαρό, ο οποίος νοσηλεύεται με βαρύ εγκεφαλικό στον Ευαγγελισμό από τις 19/4/2014.
Είθε την ευλάβεια μπροστά στον θάνατο, αν έλθει, να την δείχναμε και στις υπόλοιπες εκφάνσεις της ζωής μας.
Αχιλλέας Κατσαρός

*”Οδός Βράχων ανατολικά”, ηλεκτρονική έκδοση Ενδυμίων 2014. Εκδόσεις Θράκα σε έντυπη μορφή, 2015, διορθωμένη.

untitled161

Hijo del pueblo – 19 Ιούλη 1936-19 Ιούλη 2016: 80 χρόνια από την ισπανική Κοινωνική Επανάσταση

Hijo del pueblo, te oprimen cadenas
y esa injusticia no puede seguir,
si tu existencia es un mundo de penas
antes que esclavo prefiere morir.
Esos burgueses, asaz egoístas,

que así desprecian la Humanidad,

serán barridos por los anarquistas

al fuerte grito de libertad.
¡Ah!
Rojo pendón, no más sufrir,
la explotación ha de sucumbir.
Levántate, pueblo leal,
al grito de revolución social.
Vindicación no hay que pedir;
sólo la unión la podrá exigir.
Nuestro pavés no romperás.
Torpe burgués.
¡Atrás! ¡Atrás!
Los corazones obreros que laten
por nuestra causa, felices serán.
Si entusiasmados y unidos combaten,
de la victoria, la palma obtendrán.
Los proletarios a la burguesía
han de tratarla con altivez,
y combatirla también a porfía
por su malvada estupidez.
¡Ah!
Rojo pendón, no más sufrir,
la explotación ha de sucumbir.
Levántate, pueblo leal,
al grito de revolución social.
Vindicación no hay que pedir;
sólo la unión la podrá exigir.
Nuestro pavés no romperás.
Torpe burgués.
¡Atrás! ¡Atrás!

Εύη Γκάλαβου, Τρία ποιήματα

1) Έπειτα
απ’ τα θέλω
καταφτάνει
ρωμαλέα
ώρα
κατακομματιάζει
φτηνές ανάγκες.

2) Κάποτε, ανακάλυψαν κάποιοι
ότι διέφερα από εκείνους.
Σήμερα, ανακαλύπτω 
ότι οι διαφορές μας
μ’ έχουν δυναμώσει.

3) Αντίστροφα.
 
Πίσω
από κάθε έναν
δυνατό
κρύβεται
επιμελώς
ένας αδύνατος. 

*Το ιστολόγιο της Εύης Γκάλαβου είναι εδώ: http://gynaika-g.blogspot.com/

Έρμα Βασιλείου, Τρία ποιήματα

Belga Cigarettes" poster by Sterne Stevens (1930)

Belga Cigarettes” poster by Sterne Stevens (1930)

Όταν βρίσκονται τόσες λέξεις μέσα σου

Τότες η γύμνια σου είναι δεδομένη
η γύμνια τού για γνωρίσεις τον άνθρωπο
μέσα από το καημό και την λαχτάρα για την αφομοίωση
μέσα από
την απόσταση και τη συγκατοίκηση
μέσα από το χάος της ζωής
μέσα από όλα όσα
μιλούν οι τόσες λέξεις μέσα σου
είσαι όπως
και τα διάφορα γυμνά από ανιδιοτελή τροπάρια σε κάθε ναό του νου
σαν τα σαλιγκάρια που αφαιρούν το φορτίο που κρύβονται
γίνεσαι σαν βράχος που βλασταίνει
ενώ γεμίζει θαλάσσιο νερό
που πίνουν τα σπλάχνα του
είναι σαν να γίνεσαι ο άνθρωπος για τον άνθρωπο
οι πολλές οι λέξεις σου!
Και…
Le toit est resté le même
ca fait vingt ans et quelques centaines de remords
je suis ici
contre la nuit
contre l’ espoir, bien dressée de ma patience et puis
paroles nues, denouées sont mes mots

***

Ερωμένη, μερωμένη

Από πειθαρχημένη νοσταλγία
βλέπω πως σήμερα θέλω να βγω
να παίξω με το νου
…τραβούσε το παιχνίδι
να δω τον άνθρωπο
να χαιρετίσω βουβά
το καλημέρα

τα περιστέρια περιμένουν να φύγουν
την ώρα που τα βήματα φέρνουν την ώριμη ευτυχία
μέρωσα σαν βρήκα πως η Νορμανδία έχει μια σχέση
στενή στο όνομα που φέρω
μια μέρα ταξίδεψα βρήκα στο Μπουαρομπέρ*
ένα παπούτσι του προπάππου μου εκεί
το άλλο στους Σόλους βρήκα
τα δυο σημεία ερωτεύτηκαν την καρδιά
κι εγώ το χώρο και τη
σύμπτωση
της δύναμης να είσαι διγενής
όταν αλλού φυτρώνει
δέντρο που σκεπάζει

*Boisrobert, Normandy

***

Belga (Berega)

Το πακέτο είχε είκοσι σιγαρέτα
με μια ξανθιά με καπέλο στο κάλυμμα
κοκκινοκίτρινο περιεχόμενο, με καφετιά γέμιση, ο καπνός ξανθός
δεν τον αγόραζαν πολλοί
όσο για μιαν πουφφαρίαν, όπως έλεγε η γιαγιά μου
τον τσιάρον… τσαι δώσ’ του στον αέραν τα ριάλια σας, έλεγε…
έρχονταν με κανένα βελγικό τότε φράγκο, γι ́ αυτούς μια περιουσία ήταν
σχεδόν γυμνοί από το δάσος
την έλεγαν Μπερεγκά τη μάρκα…κι ήταν μια Βελγίδα στο πακέτο…
λίγο πιο ελαφριά από το Ναρουμπέ, όπως το λέγαν οι αυτόχθονες το
βαρύ τσιγάρο Albert και πιο ελαφριά και το Νέ Μιλιτέρε, το Militaire
σπανίως ολόκληρο το πακέτο το κοίταζαν, ήτανε λίγα τα νέ-φαράγκα
τους…τα μάτια. τα χέρια. η ανάγκη…έβλεπαν μόνο ένα
ένα, μόνο να πιουν ένα σιγαρέτο Μπερεγκά!
κάναν μια κίνηση με το χέρι
σε ρολό στο στόμα, και τ’ άλλο χέρι κάτω, σε δίπατο ρολό
ρουφούσαν εικονικά από το ανώγι χέρι τους φου-ου-ου-ου
ακουγόταν παράξενα ο ήχος, και τα μάγουλα μπαίναν στο στόμα
πολλές φορές η μητέρα μου το άνοιγε, βιαστικά, κι η ξανθιά η Μπερεγκά
με κομμένα χείλη, μάτια ανύπαρκτα, σε κομφετί, κι εκείνοι τότε κάναν
ίιί, ίιί…κουνούσαν το κεφάλι για ένα όχι, ίιί, σαν να ‘λεγαν μην ξεσχίσεις
το όνειρο λευκή, madamou,
ζητούσαν λίγα, ένα-δυο να μοιραστούν
σε κομμάτια ρακένδυτο όνειρο, και τραβούσαν τώρα πραγματικά, μετά
από την παράσταση του χεριού, μέσα από ένα καλαμένιο ‘roso’, το
ναργιλέ
από καλάμι της ζούγκλας, το σιγαρέτο το ευρωπαϊκό, κομμένο κομφετί…
πού είσαι άγνωστη στην έξη του στα έξη σου;
μα για τους άλλους ήταν όνειρο της μέρας, το είδα στα μάτια,
στα χέρια, στο ρούφηγμα, και γνώριζα πως θα το έδινα κάποτε δωρεάν,
κι έκρινα πως δεν έφτανε το ύψος μου στον πάγκο του μαγαζιού, κρυφά
να το δώσω σε όσους το θέλαν, πως όταν θα έφτανα ν’ αγγίξω τα πακέτα
θα έδινα όλα τα Μπερεγκά του κόσμου σε μορφή ονείρου, κι όχι
καπνού. Ποτέ καπνού!

*”Belga Cigarettes” poster by Sterne Stevens (1930)

**Από την ενότητα “Εξ αγνώστου γυναικός” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Μουσώνες”, Aphrodite Editions, Melbourne 2016.

Βασίλης Βασιλειάδης, στίχοι

Artwork: Bernhard Hosa, Hyperkinesia

Artwork: Bernhard Hosa, Hyperkinesia

………………………………………………………..
κατοικημενος από υψηλής τάσης λοξότητα
παραμένω σεσημασμένος μεθόριος τής ρημαγμένης ορθοφροσύνης
καί τών μεταφυσικών μαλάκιων τις θεοεπενδύσεις
και βαρήκοος καθώς είμαι στά ενάρετα
οδοιπορώ ακατάργητος καί αλλότροπος
ανατινάζοντας καταμεσήμερο τίς σαστισμένες αιτιότητες τών ταριχεύσεων
καί τίς αγκυλώσεις τών ενικών πού επιμένουν νά αρχηγεύουν μέ υστερίες λογικής
ή ορίων
αφήνοντας
μόνον τους πληθυντικούς,
τίς αταξίες τών παρορμήσεων καί τής φαντασίας ανέγγιχτες,
ή αλλοιώς τό συνώνυμο τους
τήν οξυγόνωση μυαλού,
καί προ πάντων τίς ορμόνες
ανοιξιάτικα
ξαπλωμένες τ ανάσκελα νά λουφάζουν σέ αξιέραστη χώρα τών βουβόνων
μέ τό φορεματάκι ανασηκωμένο καί χωρίς εσώρουχο
λαμπαδιάζει τό μυαλό μέ τόσο καλαίσθητη γυμνή ακαταστασία
πού ξεκλειδώνει λαρυγγισμούς καί φωνήεντα ανόθευτα καί ανευλαβή
ή βάλανος γλύφει μέ περιοδικότητα νωχελική τά ζυγωματικά τής κλειτορίδας εκστασιασμένης
από τήν αιμάτωση
ή μήτρα μέ αλαφιασμένες συστολές ανοίγει τίς ωοθήκες
οί ρόγες σέ κατάσταση ευθετένειας ονειρουργούν ασταμάτητα αυνανισμούς,
παρά τίς εμμονές καί τών δύο πλευρών γιά επιδοση διαπιστευτηρίων καί άλλων όρκων περί μοναδικότητος
κανείς τους δέν μαθαίνει ποτέ τόν αληθινό εραστή τού μυαλού,
τά χείλη ρουφούν τον μεσαίο δάχτυλο ταχαμ πέος φτυστό
πού ή γλώσσα μέ παλινδρομίες τόν ωθεί βαθειά στόν λάρυγγα,
αναχαίτιστος ωοθηκορύχος τό πέος
επιδίδεται σέ ενορμήσεις στύσεων παθιασμένων
παραβιάζοντας τήν ένυδρη από καύλα στενωπό τού αιδοίου,
πάντα στόν κόλπο βρίσκονται τά τιμαφλή
κρυμμένα κάτω από τίς λευκοντυμένες εκκρίσεις οργασμικών χυσιμάτων καί άλλων λιπαντικών,
τό ξέρουν καλά οί ορχεις
πού ιδρωμένοι από τήν επείγουσα παράδωση τής παραγωγής,
μέ ΕΠΙΚΕΦΑΛΕΙΣ τά ρίγη τού ολοκληρώματος
Ούνους αυθεντικούς πού αδιαφορούν γιά τήν αίγλη τών αχαμνών
μέ χρωμοσωμιακό υλικό τήν σαρωτική σφαγή
γεννημένους από πανάρχαιες μήτρες ενστίκτων καί ορμονών,
-κι άς μιλάνε οί ανίδεοι τής ανθρωπογνωσίας μαλακίες καί ασυναρτησίες είς τήν νυοστή
πώς τούτες τίς στιγμές πυλώνες τής αλήθειας καί τής ομορφιάς τής ύπαρξης
μπορούν νά ηγηθούν τών σαρωτικών επελάσεων γλυκεροί σεντιμενταλισμοί
καί ευγενικές ευασθησίες συναισθημάτων-
ΕΚΤΟΞΕΥΟΥΝ μέ μουγγητά βοιδίσια καί άλλες ιαχές εφόδου
ολόκληρες ιλαρχίες από στυγνά τής απληστίας σπερματοζωάρια μέ αποστολή νά ξεκοιλιάσουν
τό συμπαγές καί σκληρό επίστρωμα
εγκάθετου τών ασυναρτησιών προστάτη
γενεσιουργού υλικού δήθεν άμωμου καί συγκηνισιακού
τών τάχα απο αναντάμ παπαντάμ φορέων ντιεναικής τού φύλου σεμνότυφίας καί κοκεταρισμού,
τών ωαρίων,
δέν είναι παίξε γέλασε τέτοιοι χωρόχρονοι περιπέτειας συγκλονιστικής,
εδώ μέ εμπειρους δυναμιστιστές τή Φαντασία,τή Παρόρμηση καί τή Αγία Καύλα
γίνονται μέ τολμηρή προκλητικότητα ανατινάξεις τού Αδύνατου
καί άλλων επιφανειών καί κοσμοειδώλων, θανατηφόρες,
μέ στόχο τή ραγδαία καί τιτανική στή προσπάθεια διάνοιξη σηράγγων
πρός τά αρχιπελάγη τού Νέου,
πρός σ΄αυτό πού τά ερωτήματα αναδιατυπώνονται,
αναστοιχειώνονται αντιλήψεις
καί ανασκευάζονται οί ταυτότητες
τού Είναι,τού Γίγνεσθαι καί τού Κόσμου,
εξ άλλου μέ γραφή αιμάτινη ή πινακίδα προειδοποιεί
“απαγορεύετα αυστηρά ή είσοδος
σέ παρακατιανούς μικροεγκεφαλικούς μαλάκες ,καταντημένους λογικούς”
καί γιά φαντάσου,ακόμη καί σέ
“μέ πλουμιστούς λυρισμούς φορτωμένους αρτίστες
κα προσαραγμένους στά ρηχά τής προσωπικής εμπειρίας καί συγκίνησης,εκφυλιστές τής ποίησης,
ποιηματογραφιάδες”

*Απόσπασμα από τό σέ εξέλιξη δημιουργίας του FUCK OFF long poem.

Νικόλας Ευαντινός, Από τον “Εννεό”

U99LQOa

Ενεός…

μέχρι να αρχίσουμε να ζούμε σε κύκλο

Είδε κι απόειδε, αρπάζει την Πασιφάη από το χέρι και την βάζει να θηλάσει τον γιο της. Ο Μινώταυρος την ρουφά ολόκληρη και θρήνος ταύρου πέφτει από τον ουρανό.
Χορτάσαμε.

Έπειτα σημαδεύει την καρδιά του ανέμου που κατέβαζε το βουνό της εποχής, πυροβολεί και βρίσκει την ευτυχία στο σταυρό.
Ξαλαφρώσαμε.

Τότε βάζει την πορφυρή μπέρτα του τρελαμένου Ρήγα και μας μιλά: «Σπαρταράτε μωρέ, μην το ξεχνάτε! Ίσως έτσι ξαναβουτήξετε στο όνειρο.»
Παλέψαμε.

Τέλος, βουτά δίχως μπουκάλες να βρει της θάλασσας τη ρίζα.
Ήταν μνήμη στο τετράγωνο!
Πιστέψαμε.

Από τότε ζούμε σε κύκλο, δηλαδή κοιταζόμαστε στα μάτια.
Τέρμα οι παρελάσεις!

*******

Ενεός…

μπροστά στην αναβράζουσα Κτίση

Υπόγεια γουργουρητά πείνας σαν να κροταλίζουν οι περσικές αλυσίδες από του Ελλήσποντου τα βάθη. Λογικό και αυτονόητο το φαινόμενο, ιδίως τώρα που οι άλγεβρες έχουν απολέσει τις ταυτότητές τους, οι γεωμετρίες τις αποδείξεις τους, οι φυσικές την φυσικότητα και οι χημείες την ύλη τους – ήδη από το απόγευμα του προηγούμενου αιώνα.

Γιατί κάποτε σε χώμα απάτητο χαράχτηκε η φράση: “Η ΓΡΑΦΗ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ» και λησμονήσαμε ότι το στόμα της φαντασίας είναι η είσοδος του απείρου, ότι εκεί φτιάχνεται το εναρκτήριο γράμμα των νόμων που έρχονται: νομοταγείς οι αμοίραστοι ουρανοί καθώς σπέρνουν εφηβείες στα κύματα της γης.

Δεν θερίζω πείνα. Δεν θερίζω δίψα. Θερίζω φως. Αχειροποίητο. Υψωμένο στο τετράγωνο και με το σώμα μπολιασμένο δίνει ενέργεια που στον χρόνο ταξιδεύει: …κάποτε ύψωσα το βλέμμα: Κτήτορες μοιράζουνε ψωμί. Με ποιο δικαίωμα;

*******

Ενεός…

μπροστά στο χιόνι

Μνήμη Αργύρη Χιόνη

Εκείνη τη στιγμή ήμουν απόγονος αμμοδαρμένων νομάδων, εθισμένων στην κάψα και την μονοτονία της τραχύτητας. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ιθαγενής μιας χώρας αιώνια μαστιγωμένης από του ήλιου τα σχοινιά. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή εγώ, ένας γιος του καύσωνα, έπρεπε να εφεύρω μια λέξη για να ονομάσω το θαύμα που έβλεπα. Έτρεξα στους γέροντες, σε μύθους και παροιμίες, αρχαία αινίγματα, προϊστορικά βιβλία των θεών μου. Δεν βρήκα τίποτε. Πήγα ξανά στο σημείο του θαύματος. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Ήταν λευκό, ψυχρό και συμπαγές. Το έσφιξαν οι χούφτες μου μέχρι που κάηκαν. Το μάσησαν τα δόντια μου μέχρι που πάγωσαν. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Λέξη δεν έβρισκα. Στο τέλος γίνηκε νερό και χάθηκε. Ήταν αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων. Τότε κατάλαβα πόσο δύσκολη είναι η δουλειά των ποιητών.

*******

Ενεός…

γιατί δεν είχε γάλα

Ώρα κρατούσε το ακουστικό και έτρεμε. Δεν κρύωνε. Έκλαιγε. Σιγά-σιγά η άσπρη κελεμπία που στεκότανε στον θαλαμίσκο του καρτοτηλεφώνου γινόταν σύννεφο, ομίχλη παχιά.

Στο τέλος χύθηκε στο τσιμέντο σαν γάλα και δεν σταματούσε, έγινε αστείρευτο λευκό ποτάμι που άρχισε να κυλά και να κυλά, και έφτασε στη θάλασσα, πέρασε τη διώρυγα εισέβαλε στη μακρινή ήπειρο και κυλούσε και κυλούσε ώσπου εισήλθε στην πατρίδα, μπήκε στο χωριό, στο μαγαζί με το τηλέφωνο και σταμάτησε

στους αστραγάλους της γυναίκας που κρατούσε το ακουστικό μιλώντας στον ξενιτεμένο με το μωρό στη ρώγα και του έλεγε πως δεν είχε γάλα.

*******
Ενεός…

μπροστά στην όραση

Μια κοπέλα μεγαλώνει στα μάτια μου. Όσο τα ανοίγω, τόσο απλώνεται, εκπτύσσεται γαργαριστή σαν κάποιο πλατύμακρο ποτάμι, που τα υγραίνει. Με καθάρια υδάτινα βλέμματα κατακλύζω τον κόσμο και τα πράγματα μουσκεύουν, μαλακώνουν και παίρνουν σχήμα αληθινό.

Έτσι
πότε το σπίτι είναι ένα μεγάλο στόμα που καταπίνει σιωπές σαν ηρεμιστικά για να κοιμηθεί και πότε όχι,
πότε τα μάτια των ανθρώπων είναι ανάποδες πινέζες που εξακοντίζουν λήθη και πότε όχι,
πότε τα κορμιά κάτω από τα παλτά είναι οι πύρινοι κίονες της κόλασης, άκαυτα στην αιωνιότητα και πότε όχι,
πότε η κιθάρα είναι μια λεπτοκαρυά που στοίχειωσε στο ξύλο της των σπίνων το τιτίβισμα και πότε όχι,
πότε τα αστέρια είναι οι τρύπες που άνοιξε στον ύπνο του κόσμου το μυδραλιοβόλο του Θεού και πότε όχι,
πότε το ασταμάτητο γάβγισμα των πεινασμένων σκύλων οιωνός για κάποια παντοτινή παύση της Ιστορίας και πότε όχι.

Κι όμως στην χίμαιρα ζωή υπάρχει μια τρανή παρηγορία: η υδάτινη γυναίκα των ματιών μου που όλο μεγαλώνει, κάποτε θα σκίσει τα μάτια μου και θα νιώσει τον κόσμο έξω τους.

Τυφλός, θα είμαι ο πρόγονος μιας νέας όρασης.

*******

Ενεός…..

πριν να ξανακλειστώ στο ένα και ένα κάνουν δυο….

Υπό τους ήχους του Γαβριήλ που παίζει τον ταμπουρά του στην όχθη του νιογέννητου Αχέροντα να σφυρηλατώ πύρινα δαχτυλίδια για να είμαι αόρατος
μια μέρα μπούχτισα, έστειλα γράμμα στον Άδμητο, του έλεγα «πως τα κατάφερες μπαγάσα να έχεις για τσοπάνη σου κοτζάμ Απόλλωνα» μου απάντησε σε ένα θολό μου όνειρο που από τότε προσπαθώ να θυμηθώ, λέω δεν βαριέσαι θα συνεχίσω κι όπου έβλεπα την Κυβέλη έτρεχα να πιω από το βυζί της, μια μέρα το μάτωσα με έβαλε σε ένα σεντούκι και με πέταξε στο πέλαγο, ξεβράστηκα πάνοπλος, έτοιμος για τη Μέδουσα, ποτέ δεν την βρήκα, μονάχα ένα φιδάκι σύρθηκε στα πόδια μου, το ακολούθησα, και πήγα ανατολικά, εκεί με συνεπήρε κείνος ο νεαρός καβάλα στη λεοπάρδαλη τον ακολούθησα με στύση παιδική για μια μαινάδα φτυστή με την ακροβάτρια πάνω στον ελέφαντα -κι έλεγα μέσα μου πως σίγουρα αυτόν τον έφερε δώρο από τις Ινδίες στον μπαμπά του ο Αλέξανδρος από την Πέλλα- ώσπου συνήλθα και έτρεξα στην τουαλέτα με κακό προαίσθημα, τελικά επαληθεύτηκα γιατί από την λεκάνη ξεπήδησε ο Αζαζήλ «κάνε την από δω» μου είπε «τελειώνουν τα ψωμιά μας», εγώ δεν κατάλαβα, έτρεξα στο κρεβάτι, το Κολλητήρι, ο Μορφονιός κι ο Σταύρακας με αποχαιρετούσαν δίχως τραγούδι, είχε πια ξημερώσει, ήταν η ώρα να γεννήσω, το κεφάλι μου άνοιξε στα δυο και βγήκε ο οχτάχρονος εαυτός μου, υποχρεωτικά παλλάδιος με μια σάκα στο χέρι, να πρέπει σοκαρισμένος, να πάει ξανά πρώτη μέρα στο σχολείο.
Τέρμα τα παραμύθια. Ένα κι ένα κάνουν δυο.

Από το σχολείο του χειμώνα ξεμπέρδεψα.
Από το άλλο, ακόμα και ούτε πρόκειται.
Μετεξεταστέος, ως το τέλος!

*”Εννεός”, εκδόσεις Μανδραγόρας.

imgres

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

kkjhmvyojb5608b777b1ef2

ΝΥΧΤΕΣ ΙΟΥΛΙΟΥ

Φώναζα όλη τη νύχτα
Κανείς δεν απαντούσε
Ελλειπτικά φεγγάρια
Συναντούσα μπροστά μου
Ακέφαλα αγάλματα
Έστηναν συνωμοσίες.

Έπαιρνα τους δρόμους
Κοιτώντας τον ουρανό
Σκοτεινά αστέρια
Έσταζαν οινόπνευμα
Αδέσποτοι σκύλοι
Μεταμορφωμένοι άγγελοι.

Μιλούσα με τη σιωπή
Χωρίς διερμηνέα
Σπασμένα φωνήεντα
Γέμιζε το στόμα
Ετεροθαλείς λέξεις
Ζητούσαν συντροφιά.

Περνούσα από πλατείες
Οι περισσότερες άδειες
Αφημένες μπίρες
Πάνω στα παγκάκια
Αγοραίοι έρωτες
Μέσα σε περιπολικά.

Εδώ και καιρό
Ζω στη μοναξιά
Ενός αθέατου Ιουλίου.

***

ΤΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ

Καθώς περνούσα στην άλλη ζωή
Κάτι αστροναύτες συνάντησα μπροστά μου
«Για πού το έβαλες;» μου είπαν
«Πήγα να μαζέψω μανιτάρια κι έχασα το δρόμο».
Εκείνοι χαρούμενοι μου έδειξαν μια πόρτα
Και μου έδωσαν ένα σκουριασμένο κλειδί.
Απορημένος άρχισα να πέφτω σε μια έρημο
Δεν είχα νερό μαζί μου, ούτε μνήμη
Η πτώση μου άνοιξε έναν τεράστιο κρατήρα
Εκεί μέσα διανυκτέρευσα
Ώσπου το άλλο πρωί με εντόπισε ένα χελιδόνι
«Πάρε τα φτερά μου να μάθεις να πετάς
Κι αν κάποτε νοσταλγήσεις τη γη, μου τα επιστρέφεις».
Τότε άκουσα τη φωνή της μητέρας μου
Να αμφισβητεί το θάνατό μου
Να μου στρώνει το κρεβάτι του γάμου
Και να ψιθυρίζει κάτι παλιά σέρβικα τραγούδια.
Μετά άρχισε να βρέχει, να βρέχει πολύ
Αστραπές χρωμάτιζαν τα σύννεφα
Μια νεαρή κοπέλα μου πρόσφερε την ομπρέλα της
«Έλα, πάμε να φύγουμε από δω
Δε βλέπεις ότι τα μανιτάρια είναι δηλητηριώδη;»

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, εκδόσεις Στοχαστής, 2015-2016.

Πελαγία Φυτοπούλου, Απολογία

Έργο: Carol White

Έργο: Carol White

Τελευταία πουλήσαμε τα παράθυρα

Υπάρχουν πολλές τρυφερότητες
Κάποιες ντρέπονται να παρουσιαστούν
Και μένουν «Μαρκίζα» στην είσοδο
Κάποιες άλλες απλώς νοσταλγούν
Και δειλά σηκώνουν το χέρι στον ουρανό
Κάτι λίγες δεν ξυπνούν ποτέ
Ονειρεύονται τον Λόρκα
Αμίγκο, να την προσέχεις την ποίηση
Μια μέρα θα μας ξεκάνει όλους

Σήμερα είμαι όλοι οι άνθρωποι που έχουν φιληθεί

Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Το πρώτο ποίημα μυρίζει μπαρούτι
Γιορτάζει μια υποκινούμενη ζεστασιά στα πόδια μου
Μια Αισχύλεια ρωγμή
Ένα δαίμονα αύτανδρο να κωπηλατεί ανέμους
Έναν Ίκαρο να προκαλεί το ακατόρθωτο, να ασελγεί επί τούτου
Ν’ απογυμνώνει κάθε γήινη ντροπή

Κάποιοι τιμωρούνται που αρνούνται να πεθάνουν αθώοι

Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Ο ποντικός είναι ανθρωπιστής
Παίζει πιάνο στ’ ανύπαντρα κορίτσια
Γυμνάζει τα ήθη
Η σουρεαλιστική του ακεραιότητα είναι ο θρίαμβος των παιδιών
Το αίμα του σκεπάζει τη χώνεψη του σκύλου
Ασβεστώνει το δείπνο των αδέσποτων ψυχών
Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Αγαπώ τους πεθαμένους
Γιατί δε λογαριάζουν τίποτε για τον εαυτό τους
Όσο για τους ζωντανούς Περιμένω να πεθάνουν
Άλλωστε είμαι η γυναίκα με τα όμορφα πόδια
Μπορώ να περιμένω

Η βούληση είναι ελαφριά
Είναι και βαριά
Όπως το χέρι ενός παιδιού πάνω στην καρδιά μας

…στα στρατόπεδα φεγγίζει το ουίσκι κι ας άργησαν οι πόρνες

Και σαν μεγαλώσει το παιδί δεν έχει το ίδιο χέρι
Εξαιρούνται οι ποιητές είναι ισοβίτες

Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Οι δαγκωνιές μιλάνε λίγο
Προς Θεού, ου δ’ απαγγελίας
Το κοιμητήριο νοσεί

Ω, θάνατε γελάς
Το ’ξερα πως είσαι παιδί που αυτοκτόνησε
Το γάλα δεν έφτασε για όλους

Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Θα ’χουμε πολιτισμό

*Από τη συλλογή “Κούκος”, εκδόσεις “Θράκα”, 2016.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

Κούλα Μπεκιάρη, Ηγησώ

Κούλα Μπεκιάρη, Ηγησώ

Ηγησώ (1)

στην Κυριακή

Με μάτια καινούρια
τη στάχτη φυσώ
και ξορκίζω τη νύχτα
τους Κουρήτες (2) κρατώ
με τα δόντια για γκέμια
μην ταράξουν τον ύπνο.
Πολύμνια, εσύ
τον Κέρβερο δέσε
το λαγούμι φωτίζεται.
Η Ηγησώ δραπετεύει.

1. Η Ηγησώ ήταν αρχαία Αθηναία, παρθένος κόρη του Προξένου.
2. Στην ελληνική μυθολογία οι Κουρήτες μνημονεύονται ως «άγρυπνοι φύλακες» του Δία που κάλυπταν με τις ένοπλες ορχήσεις και τον θόρυβο των όπλων τους και των κρουστών οργάνων τους, τους κλαυθμούς του για να μην τον ακούσει ο Κρόνος.

***

Μακμπέθ (1)

Ο εφιάλτης φωλιάζει καταχείμωνα
σε άσπρες κόλες αναφοράς που κάποτε παίρνουν
τη μορφή της άπνοιας πριν να ξεσπάσει ο απόλυτος
καταιγισμός των πυρών από και προς κάθε κατεύθυνση

εσωτερικά: τραύματα
εξωτερικά: άπνοια

η λαίδη Μακμπέθ πάντα ξαγρυπνά πλένοντας τα χέρια της.

Η εξωτερική νηνεμία πρέπει να παραμείνει ως έχει.

1. Ο Μάκβεθ (ή Μακμπέθ, αγγλ. Macbeth) είναι θεατρικό έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.

***

Αμφικτιονίες

Πρόσφατο παρελθόν
οδηγεί άμεσο μέλλον.
Κριτής επιπόλαιος
μα αθώων προθέσεων.
Ήρωας χυδαίος
ωστόσο βέβηλος όχι.
Συμπυκνωμένη ενέργεια
που φωτίζει μια νύχτα.
Υπόνοιες για μηχανορραφίες
των ηρώων απόντων.
Όμως, μη θλίβεσαι
οι αμφικτιονίες θα συντριβούν.

*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, εκδόσεις Άγκυρα, Αθήνα 2015.