Νίκος Καρούζος, Ποιήματα

unnamed


Η διαλεκτική του φωτός και του σκότους

Από μαρτυρία της κυπριακής τραγωδίας του 74.
– «Επρόσεξα ότι πάνω στο νεκρό
σώμα της Σωτηρούς ελaχταρούοεν ολογαίμοτη η κορούδα της,
ονόματι Μαρία, ηλικίας
περίπου δεκατριών μηνών.
Η Μαρία έκλαιε και έγλειφε τα αίματα της μητέρας της».
Ανάμεσα έξι και εννιά ο Ιησούς η κουταμάρα του έρωτα
την πάσαν ώρa χρόνος (έχω γράψει όπως βλέπετε τη λέξη χρόνος εδώ…)
και προσθέτω την ανατολή του ήλιου ωσάν
(αλλά τι ωσάν ημπορεί νο είναι η ανατολή του ήλιου;)
κι ας αποφεύγουμε της γλώσσας ηδυπάθειες.
Ονόματι Μαρία περίπου δεκατριών μηνών ολογαίματη θάμβος.
Αλλά ο θάνατος υποκάτω της λάμψεως ιδιώτης (IDIOT)
εχτός αν έχουμε αναστολή του ήλιου στο συλλαβισμό.

***

Λαλώντας απ’ το μέλλον

Δεν έχει stop η ποίηση.
Να προκαλείς αχόρταγες φωτιές
τραγουδώντας τους άχραντους πάγους.
Είμ’ εγώ που σου λέω· που συγκατοικώ

σε υπόγεια υγρασία
με αόρατο τέτανο που καιροφυλαχτεί

και μ’ ανόσιες αράχνες.

***

Χρησμός και Πράγμα

Τι χαίρεσαι; την αθαμβία;
Μα ο θεός νοσεί
σε φρικαλέες αναγκαιότητες

τίκτοντας ελευθερία
πέρκα τραγουδιστή και ηδύχρωμη
στην επιούσια θάλασσα λησμονήσου.

Alejandro Lavquen, Από την ενότητα “Ιεροί εικονοκλάστες”

chile003

I
Οι καθημερινές μεταλλαγές δεν συνθηκολογούν.

Σαράντα χρόνια πολιορκίας
και δεν βρίσκω ένα ξύλινο άλογο.
Η πεδιάδα κάθε απόγευμα βουβαίνεται
με το αίμα που αναβρύζει από το στόμα.
Οι οιμωγές στο Έρεβος
με αναγγέλλουν στους πολεμιστές
που ναυαγούν στη βάρκα του Χάροντα.
Στην Πνύκα οι θεοί παινεύονται
για τα καμώματά τους
και νοθεύουν τα ζάρια πριν κατεβούν
στους λαούς που διαφιλονικούν
ένα κομμάτι ψωμί.
Έχουμε συνηθίσει να περισυλλέγουμε
τους νεκρούς μας
απ’ το πεδίον της μάχης,
ενώ οι ίσκιοι τους ζητάνε
μια έντιμη ταφή.

II
Σέρνοντας στη στεριά ένα καράβι
σήμερα γράφω τη σελίδα
εξορκισμένη απ’ την πυξίδα μου.
Σκέφτομαι τα επόμενα σαράντα χρόνια
να φεύγω από τη μεταμόρφωση
των αντιθέσεών μου.
Επίσης στους 12 στίχους,
που ο γέρο βασιλιάς Ευρυσθέας
έθεσε όρο
ν’ απαλλαγώ από τα πάθη μου.
Δένω στο σώμα μου τη δορά του λιονταριού
και γεμίζω μελάνι τις τσέπες μου.
Στη διάρκεια του δρόμου θα χρίσω ένα-ένα
τα βέλη που χτυπιούνται στη φαρέτρα μου.
Ο θόρυβος αεροπλάνων και τεθωρακισμένων
και στρατιωτικοί με μουντζουρωμένα πρόσωπα
βρίσκονται μόνιμα στη θύμησή μου.

Ill
Η κόρη του Κένταυρου Χείρωνα, στο πρώτο νεύμα
της αυγής, όρθωνε το σώμα της
και κάλπαζε προς την πηγή του δάσους.
Η γυμνή ράχη της αναρρίγηζε και στύλωνε
την υγρασία όλων των Κενταύρων
της περιοχής.
Ένα πρωί με βρήκε γυμνό να λικνίζομαι
επιπλέοντος στα νερά ενός ποταμού.
Δυο στήθη στρογγυλά όπως ηφαίστεια
διέτρεχαν
συνεχώς τη γλώσσα μου.
Το απόγευμα μας βρήκε να διασχίζουμε τις πεδιάδες
κατά την πλαγιά του βουνού Ουϊδόμπρο,
όπου μας περίμενε η συνοδεία της Αφροδίτης.
Η μουσική και οι μάγοι του ποιητή.

*Από το βιβλίο “Τέσσερις Σύγχρονοι Χιλιανοί ποιητές”, σε πρόλογο, μετάφραση και επιμέλεια Ρήγα Καππάτπυ. ΅κδόσεις ‘Εκάτη”, Αθήνα 2012.

Erma Vassiliou, Lettera amorosa

erma-vassiliou

My love,
in infinite starlight and puzzles
of sea murmurs we met when I saw you
we knew each other from our love, in our love
for our love
your body spelled the grounded ground
of the earth correctly
why now? why you?
there are answers that our lips risk not to say
life is arduous, a stone without a nostril
a speechless fish without gills
life is tying our hopes
on Odysseus’ masts
why now? we are longing to unseal our ears
with the heat that words convey
please remember me, I have always been yours
listen to the sirens of love bearing in me your child
in the pouch of time
listen to the cries of love offering you the rights of prophecy,
I recognise your past in me
outside your door, I swear,
no other transitive dreams will I have
than to love you
I am not Theophano
and poorly is my habit stitched
in fabrics of medieval meditated minutes
colours of nobility are thriving now on you
and here I am denuded of my memories and other loves
…resources begin and end with the taste of your kisses
a cheap material of a nunnery
expects my body to never tire
in what I bring you home
tonight
and here I am, my sovereign, my equal
I came through centuries
to keep your sperm in me
and here today my offspring calls you
through light and moons of bight
…and here I am
you lift me, see me naked a loner
remembering I am yours
like then, and every other now
has been forgotten

*From the book “Desire”, Owl Publishing, Melbourne 2016.

FROM THE PUBLISHERS

Erma Vassiliou arrived in Australia from her native Cyprus in 1987. She is a true child of the vast Greek diaspora, migrating with her family in 1952 to the then Belgian Congo in Africa and then being sent to Athens to study at Saint Joseph’s French school where she was immersed in the study of French language and literature. Since her arrival in Melbourne, she has published a prodigious body of work including poetry collections, short stories and an autobiography in three volumes – all in Greek. She also has a PhD in Linguistics and speaks many languages. This work is the first to be written in English and contains poems which are an outpouring of strong passion intermingled with irony and quick wit. Erma is what Antigone Kefala has called a ‘flamboyant’ poet, and Australian poetry should embrace new poets whose first language is not English.
http://www.owlpublishing.com.au/chapbook-series.html

Γιάννης Γιαννουλέας, Από τη συλλογή “Απροσδόκητος κήπος”

213643-16426220

ΜΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΗ ΑΣΤΑΘΕΙΑ

Γιατρέ μου,
μια ζάλη έχω στο μυαλό —
ναυτία ανεξήγητη —
τάση προς έμετο —
αν και υποθέτω
ότι η σταθερότητα
— είναι αλήθεια —
συναντάται
στα νεκροταφεία
Όμως, γιατρέ,
χωρίς να απομακρύνομαι διόλου
απ’ την ουσία
ώρες ώρες
χρειάζεται να κρατώ σταθερά τον τοίχο
ειδικά μεσοπέλαγα
όταν απροσδόκητα ξεσπάσει ο άνεμος

***

ΜΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟΤΥΧΙΑ

Μειονεκτώ κατά κράτος
στη σφυγμομέτρηση
της εταιρείας
ο υπάλληλος
διαπίστωσε
— δραματικά κάτω απ’ το όριο του δείκτη —
λιγότερο άγχος
λιγότερη σπατάλη
λιγότερη υπεροψία
λιγότερη προσκόλληση στο εφήμερο.
Έτσι δεν κέρδισα
το θαυμάσιο φλιτζάνι-δώρο
για τους νικητές

***

DAY AFTER DAY

Κάθε πρωί
δένω στο λαιμό μου το παπιγιόν του κλόουν έπειτα
κάθομαι σ’ ένα άδειο γραφείο
μπροστά σ’ ένα σιωπηλό τηλέφωνο
δίπλα σ’ ένα φυτό νεκρό
βάζω τα δυνατά μου
και μαζεύω μια χούφτα κέρματα
για την προσπάθεια.

***

ΓΚΡΙΖΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Σχεδόν τρελός
παρακολουθώ
εικόνες χωρίς ήχο
ιεροτελεστίες ολοκαυτώματος
απροσδόκητης ευκολίας σχόλια
ενώ
ακούω θλιμμένα τραγούδια
για το θάνατο
όλων όσους
γνωρίζω.
Ποιος μπορεί να ορίσει
το σχεδόν;

***

ΑΤΙΤΛΟ

Ώρες ώρες δεν χρειάζομαι κανέναν.
μπορώ να κατεβάσω το τηλέφωνο,
να καθίσω στο ζεστό μου σπίτι
παρέα με τα βιβλία μου,
τη μουσική μου,
το ποτό μου
και να αναλογιστώ με την ησυχία μου
πόσο πολύ μου λείπουν όλοι

***

ΥΠΝΟΒΑΣΙΑ

Οσμή φωτός —
απροσδόκητος κήπος.
στο αφρισμένο ποτάμι
επιπλέω
χωρίς καμιά σκέψη
εποχούμενος
σε δυο αστραφτερές
παντόφλες.

***

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ

Τέχνη —
Σκατά
Απελπισία
Φυγή
Αυταπάτη
Παραίτηση
κι όμως
μια ηλιαχτίδα
απ’ το μυαλό
και πάλι βγαίνει…

***

ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Ο κύριος με το μαύρο καπέλο
εμπρός μου
αγνοεί το πρόβλημά μου
αγνοεί το πρόβλημα
αγνοεί
καθολικώς
και βέβαια
τώρα που το αναλογίζομαι
— πώς δεν το σκέφτηκα; —
δεν αγνοεί τίποτα
είναι συνένοχος
συμμέτοχος
έχει κι αυτός το μερίδιό του
απ’ το απαίσιο κέρδος.
Κάθε πρωί
έχω εμπρός μου
έναν κύριο
με καπέλο.

***

ΕΜΨΥΧΗ ΑΠΩΛΕΙΑ

Το βλέπω από τώρα στα μάτια της.
είναι πανέμορφη.
σίγουρα
θα παίξει με δέκα άνδρες
έχει τη δύναμη
να πάρει ένα πτυχίο
έχει τη θέληση
να αφήσει απογόνους
παραπάνω από βέβαιο
στα σαράντα της
θα καταλήξει
ένας κενός,
συλημένος
ναός.

***

ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΖΗΤΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΑ…

Αναγνωρίζω πρώτος
την αστάθεια
των καιρικών συνθηκών,
τα μαύρα σύννεφα
πάνω απ’ τη μικρή μας
βάρκα,
την άτακτη φυγή
των ζώων του δάσους.
Όμως επιμένω!
Ζητώ δείκτη ευφυΐας
χίλια και άνω
Ζητώ αμύθητο
περίσσευμα ψυχής
Ζητώ ακίνητα
ιδανικά κι ευαισθησίες
Αποζητώ μια
πανέμορφη
ποιητική εμπειρία.
Λίγα ή πολλά
ας απαντηθεί
απ’ όσους με διαβάζουν
ένα κρύο απόγευμα
σαν το σημερινό.

***

ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ

Αυτός που κάηκε
από τις εμπρηστικές στο Βιετνάμ
εγώ ήμουν
κι αυτός που εκχριστιανίστηκε βίαια
στις σταυροφορίες
εγώ ήμουν
αυτός που φτερούγισε απ’ τον έκτο όροφο
της ασφάλειας
εγώ ήμουν
αυτός που μεθοδικά εξοντώθηκε
σε χιτλερικό θάλαμο αερίων
στην εξορία των γκούλαγκ
που έγινε παρανάλωμα
στον β΄ παγκόσμιο
στη Σερβία
στην κεντρική Αφρική
σ’ όλες τις περιπτώσεις
εγώ ήμουν
μπορείτε να μ’ αναγνωρίσετε
στις φωτογραφίες
των διεθνών πρακτορείων.

***

ΟΠΩΣ Σ’ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Πάντα έτσι ήταν.
τα φυλλώματα της ζούγκλας παίζουν το ίδιο έργο απόψε.
οι ύαινες στήνουν με περίσκεψη
ενέδρες.
καλύπτουν τα
ίχνη.
μένουν στη σκιά
δίχως βιασύνη.
μετρούν με ακρίβεια τα βήματα
για το θανάσιμο
άλμα.
Ακόμα έτσι είναι.
τα θηράματα περιφέρονται
στη δίνη
των αντιφάσεών τους.
αναζητούν
τροφή,
μυρίζουν τον αέρα
για ευκαιρίες,
χτενίζουν
τις μικρές αγγελίες,
τη μισή τους ζωή
την περνούν
στις σκονισμένες ουρές
των υπηρεσιών
για το επίδομα.
Είναι φανερό.
το ταξικό τους
ένστικτο επιβίωσης
έχει ατονήσει
τελευταία.
Ανάμεσά τους βλέπεις κάποια
να χαμογελούν αφηρημένα
όπως σ’ εκείνη τη φωτογραφία της κυριακής
να κλείνουν τ’ αυτιά τους
στις παράξενες προειδοποιήσεις
ενοχλητικών πουλιών
πως
το κοπάδι των δολοφόνων είναι
μια ανάσα μακριά
πεινασμένο
παραταγμένο
έτοιμο
πως καιρός για χάσιμο
δεν υπάρχει
πόσο μάλλον για χαμόγελα.

***

ΣΤΑΘΕΡΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Κι όμως.
Σκέφτομαι πως μια μέρα
θα συμφωνήσουν μαζί μου
όσοι έχουν διαβεί
το κατώφλι του θανάτου,
για να επανέλθουν
αποφασιστικότεροι.

***

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Μια εκτέλεση
παραμένει καταδικαστέα
έρμαιο στα στόματα
αυτών που δεν πρέπει να μιλούν,
παραμένει αναποτελεσματική
όσο ένα ποίημα
που το απαγγέλλουν
λάθος χείλη.

*”Απροσδόκητος κήπος”, Αθήνα 2005.

Κώστας Δεσποινιάδης, Πουλιά

1-3

[Το κελάιδισμα]
 
Τα βράδια συχνά ανοίγω το παράθυρο κι ακούω ένα πουλί. Ένα υπόκωφο, μελαγχολικό κελάιδισμα σαν μοιρολόι. Από πού έρχεται αυτή η φωνούλα; Τι προμηνύει μες στα τσιμέντα;
 
[Ο τσαλαπετεινός]
 
Το βράδυ είδα στον ύπνο μου πως ήμουν κυνηγός και σκότωσα έναν πανέμορφο τσαλαπετεινό. Εγώ, που ποτέ μου δεν έχω πιάσει όπλο κι απεχθάνομαι το κυνήγι, ένιωσα στο όνειρό μου μια σαδιστική ικανοποίηση που σκότωσα το αθώο πουλάκι.
 
[Οι κυνηγοί]
 
Παραθερίζω σ’ ένα μικρό, απομονωμένο σπίτι. Κανένας θόρυβος του «πολιτισμού» δεν φτάνει εδώ· το πλησιέστερο σπίτι βρίσκεται στα τρία χιλιόμετρα. Ακούγονται μόνο τζιτζίκια, κοκόρια, τα βελάσματα των προβάτων από κάποια μακρινή στάνη και το θρόισμα των φύλλων. Φύση και ησυχία.
Κάθε τόσο, όμως, από τα βάθη της λαγκαδιάς, ακούγονται πυροβολισμοί. Ένας ξερός κρότος σπάει την ησυχία του καλοκαιρινού τοπίου, σέρνεται για λίγο η ηχώ του κι έπειτα χάνεται.
Κυνηγοί είναι που πυροβολούν τα ελεύθερα κι ανέμελα πουλιά.
 
[Το μαύρο πουλί]
 
Στην Χ.Κ.
Το μαύρο πουλί που διαρκώς με καταδιώκει έρχεται και πετά από πάνω μου τις πιο απροσδόκητες στιγμές· όχι μόνο τις νύχτες και τη βαρυχειμωνιά, όπου φυσιολογικά έχει τη θέση του, αλλά και το κατακαλόκαιρο, στις πιο λαμπρές λιακάδες, σε παραλίες και τοπία ονειρεμένα, σε στιγμές ανείπωτα όμορφες, υπενθυμίζοντάς μου σαδιστικά πως αυτό θα πει την τελευταία λέξη.
 
*Από τις “Νύχτες που μύριζαν θάνατο”

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.bibliotheque.gr/article/60743

Αλέξης Αντωνόπουλος, Εραστών

escape-rooms

Να με πείσεις. Ότι δεν υπάρχει τίποτα
έξω απ’ αυτό το δωμάτιο.


*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Deborah Antón Soriano, Ποιήματα

hqdefault

Πεντακόσια χρόνια πίνοντας απ’ την ίδια πηγή και δε συνέβη σε κανένα να γεμίσει την κανάτα με άλλο καταραμένο πράγμα: μουσική του ασανσέρ, τριαντάφυλλα και κουκούλια

οι ρυτίδες των χειλιών της Παρθένου Μαρίας περιέχουν ένα μήνυμα που ρέει απ’ τις καρδιές σαν ποτάμια old fashioned ανθρώπων και στίχους του e e cummings
Collige virgo rosas μάζεψέ τα κάνε μ’ εκείνα μια ζώνη βγες στο δρόμο κάπνισέ τα αν είναι απαραίτητο
χόρεψα με έναν άνδρα που παρακαλά στις εκκλησιές και φοράω ένα φόρεμα φτιαγμένο από τσάντες ζαχαρίνης
ένιωσα τα τριχοειδή αγγεία της μύτης σπασμένα τον εγκέφαλο λίγο ή καθόλου οξυγονωμένο ένα παραθυρόφυλλο γεμάτο τρύπες
τσουρουφλίστηκα με τον ήλιο της συμφοράς περιμένοντας μερικά πλοκάμια που υπάρχουν μόνο στα βιντεοπαιχνίδια του Lucas Arts
επίσης ικέτεψα τον Babaji με τα μάτια στυλωμένα στη ραφιέρα του δικού μου  
δωματίου
και πέρασα με ένα δερμάτινο μπουφάν επιθυμώντας να κλωτσήσω τους κάδους με την απελπισία του πράσινου σταυρού του φαρμακείου
τραγούδησα παραλυμένη απ’ τον τρόμο θέλωντας να είμαι ο Roy Orbison με το λαιμό σφήκες γεμάτο
όλα για να καταλήξω καταβροχθισμένη από κάτι κι απ’ τη ζωή πιο μεγάλο
αφού είχε εξαλειφθεί το φως ο χρόνος το ύστατο φυσσίγιο

(Από Το κουτί των μπισκότων)

I

Φοράμε το κοστούμι και βγαίνουμε στον κόσμο:
το κοστούμι των ατόμων, ο κόσμος και τα καθήκοντά του,
οι ουρές πέρα απ’ τον τάφο. Ένα μέρος εμετικό.
Στριμώχνονται μαγδαληνές, ο ιδρώτας, κτήρια,

άσφαλτος καναδική, φύση κρυφή.
Ο κόσμος που ταλαιπωρείται, αγωνίζεται για τη βροχή.
Η βούληση η αστική, αυτός ο άταφος σταυρός,
η κενή δειλία, βρώμικα του χθες ποτήρια.

Η ζωή είναι σαν ένα κοστούμι: άμα τεράστιο δεν μας έρχεται
φοβόμαστε μήπως μας το λερώσουν, μήπως μας σκίσουν την πλάτη.
Το φοράμε, προσαρμοσμένος κανένας δε μένει.
Δεν έχει σημασία τι αναμένεται. Πάντα στο ίδιο ράφι

δύο επιλογές συναγωνίζονται για ένα όνειρο χρυσωμένο:
ένα ταξίδι πρώτης τάξης στον παράδεισο τον κλεμμένο.

(Από το Ασυμφωνίες στο εργοστάσιο κλωνοποίησης)

*Η Deborah Antón Soriano (Αλικάντε, 1986), μεγάλωσε στην Έλτσε, σπούδασε Διαφήμιση και Δημόσιες Σχέσεις στη Μαδρίτη και Ισπανική Γλώσσα και Λογοτεχνία. Έχει εκδώσει ένα βιβλίο και μία ποιητική συλλογή, ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε ποιητικές ανθολογίες και κάποια από αυτά έχουν βραβευτεί.

**Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

Jacques Prévert, Ο περίπατος του Πικάσσο

Σκίτσο: Γιώργος Χαλκιάς

Σκίτσο: Γιώργος Χαλκιάς

Πιάτο ολοστρόγγυλο από πορσελάνη πραγματική
και στη μέση ένα μήλο
Απέναντι του
ένας ζωγράφος της πραγματικότητας
μάταια προσπαθεί να το ζωγραφίσει
το μήλο όπως είναι
αλλά
δεν αφήνεται έτσι
το μήλο έχει κάτι να πει
κρύβει πολλά καμώματα στο σάκκο του
το μήλο
και να’το που γυρίζει
στο πιάτο το πραγματικό
ύπουλα γύρω από τον εαυτό του
αργά χωρίς να κουνηθεί
και σαν το δούκα της Γκίζας που μεταμφιέστηκε σε βαλβίδα γκαζιού
γιατί ήθελαν με το ζόρι να του κάνουν το πορτραίτο
το μήλο μεταμφιέζεται σ’ ένα ωραίο μεταμφιεσμένο φρούτο
και τότε ο ζωγράφος της πραγματικότητας
αρχίζει να καταλαβαίνει
ότι όλες οι όψεις του μήλου είναι εναντίον του
και
όπως ο δυστυχισμένος φτωχός
όπως ο φτωχός άπορος
που ξάφνου βρίσκεται να ευχαριστεί έναν
οποιοδήποτε σύλλογο φιλανθρωπικό και ελεήμονα
κι επίφοβο φιλανθρωπίας ελεημοσύνης και φόβου
ο δυστυχής ζωγράφος της πραγματικότητας
γίνεται ξαφνικά θλιβερή λεία
μιας αναρίθμητης ορδής συλλόγων ιδεών
Το μήλο γυρνώντας θυμίζει τη μηλιά
τον Παράδεισο της γης την Εύα τον Αδάμ
το ποτιστήρι
τη δεντροστοιχία τη σκάλα
τον Καναδά
τις Εσπερίδες
τη Νορμανδία
το ερπετό του σφαιριστηρίου και τον όρκο του μηλίτη
και το προπατορικό αμάρτημα
και τους προγόνους της τέχνης
την Ελβετία με το Γουλιέλμο Τέλλο
κι ακόμη το Νεύτωνα
τόσες φορές βραβευμένο στην έκθεση της Παγκόσμιας Έλξης
κι ο ζωγράφος ζαλισμένος χάνει απ’ τα
μάτια του το μοντέλο του
κι αποκοιμιέται
Και τότε ο Πικάσσο
που πέρναγε από εκεί όπως από παντού
κάθε μέρα σαν στο σπίτι του
βλέπει το μήλο και το πιάτο και το ζωγράφο που κοιμάται
Τι ιδέα κι αυτή να ζωγραφίσεις ένα μήλο
λέει ο Πικάσσο
και ο Πικάσσο τρώει το μήλο
το μήλο λέει: Ευχαριστώ
και ο Πικάσσο σπάει το πιάτο
και αποχωρεί χαμογελώντας
και ο ζωγράφος βγαλμένος άγρια από το όνειρο του
σα δόντι
βρέθηκε ολομόναχος μπροστά στο έργο του το μισοτελειωμένο
και μες στη μέση του σπασμένου πιάτου
αντίκρισε τα τρομερά κουκούτσια της πραγματικότητας

*Μετάφραση από τα γαλλικά: Βάλια Σερέτη. Το ποίημα και το σκίτσο της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Poetry Bar http://poetrybar.blogspot.com.au/2013/10/blog-post.html

Γεωργία Τρούλη, Ένα (άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου)

%cf%83%ce%ba%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%bf1

Ένιωσαν τα χέρια να κρατούν αυταπάτες
Τα έβγαλαν από την θέση τους
Τα έβαλαν μια έλξη μια λέξη πιο κάτω από τον ώμο τους
Κι έπειτα έστρεψαν το βλέμμα στον καθρέφτη
Πόσο αταίριαστη ένωση
Πόσο βαθιά αυτονόητη κι επινοημένη
Και εμποτισμένη με πείσμα και εμμονή
Πόσο εκ του μηδενός εκπορευόμενη
Άκουσαν έπειτα δύο τρία λαικά άσματα
Λίγο ένιωσαν παλμό
Και γύρισαν
Τον καθρέφτη από την ανάποδη
Το σώμα από την άλλη μεριά
Το άσμα από την αρχή
Και τερμάτισαν συνεύρεση
Και συνομιλία
Μέχρι εκεί ακουμπούσε η πρώτη το μπράτσο
Ο δεύτερος τον κώλο
Και οι δυο μαζί τα χέρια
Σε μια έλξη μια λέξη
Πιο κάτω από τον ώμο τους

Δύο (οι εραστές του απόλυτου τίποτα)
Ο μόνος λόγος που άντεξαν ακόμη
Ήταν ότι ακόμη άντεχαν
Κι είχαν περιέργεια
Κι έτσι αφέθηκαν
Απρόθυμα να βαδίσουν
Μέχρι που ήρθε η δύναμη να ορίζουν το βήμα
Το ένα πόδι πίσω από το άλλο
Και μια εποχή πίσω από την ιστορία
Έναν άνθρωπο
Δίπλα σε ένα άλλο σώμα
Όταν ανακάλυψαν τον χάρτη
Και την ήπειρο
Έκοψαν το σχήμα
Κι έδωσαν άλλο όνομα
Καθώς έκαναν γεωτρήσεις νερού

Και κάποια στιγμή δίψας είδαν ότι ακόμη αντέχουν
Κι έφτυσαν στη γη δυο φορές το όνομά τους
Ξεκοίλιασαν την διαδρομή
Την πορεία
Η περιέργεια για προορισμό
Όλο μεγάλωνε
Μαζί με την εποχή
Το σώμα τους
Και τον χρόνο.

*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Βασίλης Βασιλειάδης, ανύποπτος

ekrhksh-pagideumenou-autokinhtou-eksw-apo-thn-trapeza-ths-ellados

ανύποπτος
άφησε τήν πολιτική νά αρχηγέψει επάνω του,
αυτή τήν άγλωσση καί υπάκουη πουτάνα τής βιομηχανικής κερδοφορίας
καί τόν στρατολόγησε στήν “Διεθνή τής Κατανάλωσης”,
μέ τόν κυνικό οπορτουνισμό τού μυαλού του νά έχει υποτροπιάσει
είναι ταγμένος σέ μιά ζωή
πού ξεκινάει μέ τίς αισιόδοξες φαντασιώσεις καί τήν αφέλεια τού Τίποτα
καί τελειώνει μέ τήν απογοήτευσή τού Τίποτα,
τόν συνάντησα ανατριχιασμένο
νά αναρωτιέται δυνατά,
πώς φαντάστηκα ότι μπορώ νά ζήσω χωρίς τήν αλήθεια τού όνειρου
τού ανυπάκοου στά “αποφασίζουμε καί διατάζουμε ” τής πραγματικότητας;