Ισμήνη Λιόση, Tο φόρεμα

elytis-%cf%80%ce%af%cf%83%cf%89-%ce%b1%cf%80%cf%8c-%cf%86%cf%8d%ce%bb%ce%bb%ce%b1

α. να που γεννιέται
από το στόμα του μεταξοσκώληκα
απότοκο ερωτικής προσωδίας
τρυφερό
καλότυχο

το σώμα του ποτισμένο με έλαια μούρου
καλημέρα θα πει
και θα είναι πλέον ένυλο κι εγκόσμιο
αναφρόδιτο προς ώρας

β. ιδού το
πως εν τη ήβη του τρέχει
με άτακτα μαλλιά ποταμού
γλυκέων σιωπηρών υδάτων
όπου στο κλώσμα του σκιές
όπου χέλι βιολετί
όπου χοροί από λουλάκι κι ασήμι

έρχομαι λέει
στους μαλακούς ρόδινους μαστούς κι έρχεται
εύοσμο κι ευπροσήγορο πάντα

γ. να λοιπόν πως
η ράφτρα κόβει και ράβει
κι η singer γαζώνει την μοίρα του
να μεγαλώσει να γίνει γυναίκα
με μακριά άτακτη κόμη
μελαίνης αλογοκεφαλής

ανδρόγυνη ομορφιά
να φορεθεί στην γύμνια
να περπατήσει πάνω σε κύματα
σαγήνης και δέους
μικρή τριανταφυλλιά
να στέρξει σε κόρφους τρυφηλούς
οιηματίας
γένους ουδετέρου.

δ. κι ύστερα επικρέμαται
εκτεθειμένο σε αρέσκειες κι επιθυμίες

ένα χέρι με κρίνους-δάκτυλα περιμένει
να το βγάλει απ’ την αφάνεια
να χαϊδευτεί να κυλίσει
στα αστέρια της πλάτης και της κοιλιάς
ερωτομανές ες αεί ερωτοπλάνο
ε. και νάτο νάτο
αγκαλιάζει τα βυζιά και την μέση
φιλεί τα γόνατα
φοράει μακριά μωβ ενώτια
και γόβες αιλουροειδείς
το ροδάκινο στόμα του
απειλεί πως θα φάει
έτερον στόμα

σαρκοφάγο είναι
το λώπιον δέρας του

ζ. ο άντρας
το πιάνει στα μεγάλα του χέρια
η καμπάνα εσπερινή καλεί
έρωτες και δεινά και φωνές
και έκπαγλα τέρατα της αγάπης
το πετούν στον κήπο του χαλιού
όπου και μαύρα γυαλιστερά σαλιγκάρια
όπου και μαύρα χνουδωτά ηράνθεμα
όπου κι η λίμνη με τους αναστεναγμούς
και τις σωσμένες Φροσύνες

κάνει πως κοιμάται
μα γρηγορεί
στο έαρ εορταζόντων κραυγών
σεμνύνεται
για την σάρκα που δεν είναι αυτό
αλλά η ανθρώπινη πλευρά
κι η αντίρροπη πλεύση
(14/1/2016)

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, εκδόσεις Τύρφη, 2016.

Gerald Neveu, Κάθοδος

Helder Reis, Rue glissant et noire

Helder Reis, Rue glissant et noire

Πικρή μου δροσιά
Στα συσπασμένα στόματα
Μην εγκαταλείπεις
Αυτά τα τρεμάμενα φώτα
Μήτε αυτήν την πυκνότητα
Όπου βλασταίνουν η δίψα
η πείνα
Ίσως μέσα στα στήθη
Ένα ρόδο
Να γρηγορεί για την επακριβή μονοτονία
Των άστρων
Ίσως ένας σκύλος
Ένας θάμνος από παράθυρα
Ίσως μια γυναίκα με μπούστο φωτεινό
Ίσως ένας θάνατος
Και η απαλή κάθοδος στο νερό
Αυτών που γνωρίζουν.

*Από το βιβλίο “Γάλλοι Καταραμένοι Ποιητές: Απάνθισμα, 13ος – 20ός Αιώνας”, μτφρ. Ελένη Κόλλια, εκδ. Ηριδανός.

Jules Laforgue, Μες στο δρόμο

RVI136340 Portrait of Jules Laforgue (1860-1887) 1885 (oil on canvas) (b/w photo) by Skarbina, Franz (1849-1910) oil on canvas Private Collection Roger-Viollet, Paris German, out of copyright

RVI136340 Portrait of Jules Laforgue (1860-1887) 1885 (oil on canvas) (b/w photo) by Skarbina, Franz (1849-1910)
oil on canvas
Private Collection
Roger-Viollet, Paris
German, out of copyright

Είναι το πεζοδρόμιο με τα χαμόφυτά του.
Αχρεία αρσενικά, εγκυμονούντα θηλυκά,
Ένα απαρηγόρητο όργανο κρώζοντας τα παράπονά του,
Οι άμαξες, οι εφημερίδες, η ρεκλάμα και οι κραυγές.
Και μπροστά στα καφέ όπου μαραζωμένοι άνθρωποι
Με μάτι άδειο και βουβό τα αψέντια τους χαζεύουν
Παρελαύνει το σμάρι των πορνών με χείλη μπογιατισμένα
Κοστολογώντας τα κάλλη τους των μακάβριων ουρί.
Και η Γη πάντα στις αχανείς στέπες βουλιάζει,
Πάντα, και σε χίλια χρόνια το Παρίσι δε θα είναι παρά
Μια έρημος όπου θα καταφθάνουνε άγνωστα κοπάδια.
Ωστόσο πάντα ονειρευόσαστε, αμόλυντα αστέρια
Κι εσύ θα είσαι τότε μακριά, επίγεια νησίδα,
Γυρίζοντας πάντα, πάντα βγάζοντας τον παλαιό λυγμό σου.

*Από το βιβλίο “Γάλλοι Καταραμένοι Ποιητές: Απάνθισμα, 13ος – 20ός Αιώνας”, μτφρ. Ελένη Κόλλια, εκδ. Ηριδανός.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Η βροχή

elya-1
 
Φαντάζομαι πως κάποια στιγμή
η βροχή
που διαβρώνει ρυθμικά
το επίχρισμα των δρόμων
θα σταματήσει
 
και ξαφνικά
χωρίς προειδοποίηση
ο ήλιος θα τη διαδεχθεί
 
Για να εκπληρωθεί η επιθυμία
της πόλης των αναρριχόμενων
κισσών, για να βλαστήσει
ξανά το είδος των
ανθρώπινων ταξιδιών
που σπείραμε δειλά
τα χρόνια της βροχής
μέσα στις γλάστρες
των φτωχών διαμερισμάτων
 
*Από την ποιητική συλλογή “Ιερουργία της Άνοιξης”. Το ποίημα το πήραμε από το http://prismaprisma.eu

Φάνης Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

cropped-cropped-moonbanner

Η νύχτα αποτελείται από τα μέρη της

Η γυναίκα μου έχει στα μάτια δαχτυλήθρες
και εκεί που κοιτάζει υφαίνει τα πιο άγρια εγκλήματα
όταν την κοιτάνε, οι άντρες κάνουν βελονισμό
και όταν κοιμάται μπορείς διακρίνεις τη φλόγα
να λυμαίνεται το πρόσωπο της

Όταν πεθάνει θα της ράψουν τα μάτια
και θα τις καρφώσουν από ένα φεγγάρι σε κάθε ένα

Για να έχει νόημα η νύχτα

***

H σκοτάδη

Η απατηλή ηχώ των φεγγαριών
Φέρνει στο φως το νέο κόσμο
Σε παραφυάδες που ξεπηδούν
Πάνω στον πλου των βαποριών
Και τα ορίσματα της άνοιξης

Ο πολεμιστής δεν γνωρίζει τίποτε

Πέρα από το άγγιγμά του σε αυτήν

Που την εικόνα της υφαίνει, στα σωθικά
Και τη λυτή αλήθεια του Τέλους

Ο κόσμος μπαινοβγαίνει σαν τη σελήνη στη νύχτα
Υποσχόμενος αργές και αδίστακτες

Ανεμπόδιστες μέρες και τύχη στα χνάρια

Που αφήνει πίσω κάθε μετά

Η μόνη αλήθεια είναι ότι τα κορμιά
Στήνουν ερείσματα

Όταν σφαλίσουν τα δόντια

Και ξεπεραστεί η αγωνία

Των δανεικών φιλιών

*Από τη συλλογή “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα”, εκδόσεις “Κουκουτσι”, Αθήνα 2015.

Μάκης Αποστολάτος, Μικρή ανθολογία ποιημάτων

love-is-prsent

ΑΠΟΠΛΟΥΣ

Ο ήλιος πέφτει με νωχέλεια
η μέρα γέρνει στους ώμους του
βουλιάζει, βουλιάζουν, βουλιάζουμε

Ταξιδεύουν τη ζωή μας τα μελτέμια
το καράβι το λένε “Νηνεμία”
χάσαμε την αίσθηση του χρόνου
διαπλέοντας προφανώς τις ακτές τις ακινησίας
ξεχάσαμε να λύσουμε τους κάβους
της μακαριότητας.

(από τη συλλογή Η απεργία των αγγέλων)

22-8-86 ΑΓΙΟΣ ΝΑΟΥΜ ΟΧΡΙΔΑΣ

Είμαστε εδώ μ’ αποσκευές γεμάτες όνειρα, μνήμες
μ’ ένα τραγούδι να χαϊδεύει τα μαλλιά
καταμεσήμερο πιστοί της νύχτας με τ’ ολόγιομο φεγγάρι

Πάνω απ΄τους ίσκιους ήλιος ράθυμος
κυλάει φορτία νοσταλγίες
Είμαστε εδώ στο φως τ’ απερίγραπτο
μέσα στο κλάμμα της γκάιντας
κάτα απ’ τον ίδιον ουρανό, εραστές και προδωμένοι
μ’ ένα κομμάτι θάνατο στην τσέπη
για να πληρώσουμε καιρούς που φύγαν άδειοι
και να γεμίσουμε αμπάρια μοναξιάς.

Είμαστε εδώ με τ’ αλκολίκι βιωμάτων στις αρτηρίες
καθένας μια ιστορία μικρή χωρίς τέλος
ο διπλανός μου, πάω στοίχημα
γυμνός τ’ απόβραδο σ’ ερωτικές ανάπαυλες
φυλλομετρούσε προσδοκίες.
Τώρα ρεμβάζει με της Οχρίδας τη γαλήνη στα μάτια
Βρίσκομαι εδώ, της ουτοπίας προσκυνητής
Όταν τη φτάνω ξεγλιστράει από τα δάχτυλα
ντύνεται γυναίκα
φεύγει για να βγάλει από την άπνοια τη ζωή.

Η ομορφιά πλανιέται γύρω γένους θηλυκού
φόρεσε δεκάδες γυναικεία ονόματα
και σεργιανάει στων σερνικών τα δώματα.
Η Μπίλιανα μιλάει με τη σιωπή της
κάνει σπουδές στη γλώσσα των ματιών
κρεμάει στις οθόνες οράματα που στάζουν
κάνει σπονδές στη γλώσσα των κορμιών.

Η Αττική ξαπλώνει με νωχέλεια
βουλιάζει στο νέφος
σε λίγο οι μύθοι θα χαθούνε στη βροχή.

(από τη συλλογή Η απεργία των Αγγέλων)

ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΔΙΑΜΟΝΗΣ

Το μπουκέτο σου το λένε παρελθόν
ο παραλήπτης του “αγνώστου διαμονής”
αποδήμησεν απ’ την οδό του καθήκοντος.
Τώρα ληστής των αισθήσεων
καταναλώνει Σαββατόβραδα
ξεφτίζει Κυριακάτικα απογεύματα
ξοδεύεται στην εξορία της πόλης.

Το μπουκέτο σου ανθίζει Παρασκευές χωρίς μέλλον
ξεχνιέται Κυριακές δίχως παρόν
μαραίνεται Δευτέρες και με φθίνει.

(από τη συλλογή Η απεργία των αγγέλων)

Ο ΛΑΙΜΟΔΕΤΗΣ ΤΟΥ ΑΖΩΡ

Δεκέμβρης ’72 βγάζω τα γραφήματα τούτα μαζί με άλλα, σεργιάνι στα τυφλά. Διαδρομή χωρίς νόημα ίσως, απ’ τα συρτάρια μου σε ξένα ράφια … και χωράφια. Τώρα πλέον δεν υπάρχει μήτε χρόνος να ψάξω στ’ αζήτητα το κατακερματισμένο μου πρόσωπο. Μα δεν με ξέχασαν. Πέρασα στα μητρώα
περιουσιακών στοιχείων και παραμένω απροσάρμοστος κληρονόμος των καιρών,
τέως ιδιοκτήτης διάτρητων οραμάτων, μ’ ένα ρολόι στην καρδιά κι υπακοή στα δάκτυλα, μη δείξουνε τους βολεμένους φίλους.

Ο Αζώρ έπαψε να γαυγίζει
ο λαιμοδέτης τρανή απόδειξη προαγωγής του μπόγια
στην ισχνών αγελάδων τις παρατεινόμενες εποχές.
Ακροβατούμε στις ζώνες του ανέφικτου
το τσίρκο παρουσιάζει τους έρωτες των κομπιούτερς
Πόρνη μας ξόδεψες και σε είπαμε ζωή
κούπα σημαδεμένη.

(από τη συλλογή Ο λαιμοδέτης του Αζώρ)

ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΦΘΟΓΓΟΣ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

Όταν θα φύγω
του πόνου σύντροφοι, παιδιά της ουτοπίας
απλά σαν την αλήθεια που δεν σας στέρησε η ζωή
μαζέψτε με το μαγνήτη του ειδώλου
τα βούκινα της ιστορίας, χαρίστε μου τη γαλήνη των βυθών.
Σκορπίστε ό,τι γράφω στο Νοτιά,
τα υπάρχοντα να πάρουν
πένητες, ερημίτες, προδομένοι
Η στάχτη του κορμιού ας ριχτεί στο Ιόνιο
χωρίς τελετουργίες κι εξουσίες
Μην πείτε λέξη πουθενά
μονάχα τ’ Αϊ-Γιώργη φίλοι
– αν υπάρχετε –
στην αρχόντισσα του πάθους απ’ τα χρωστούμενα των βιβλίων
δώστε ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα
και να της πείτε:
“Ως παλίρροια στων ωκεανών τις δίνες
ηδονές αναδύονται απ’ τα κοχύλια σου
που εξεγείρονται στα βάθη των μηρών
και διαλύουν την επικράτεια της Νεφέλης
Κυριαρχεί η αιωνιότητα των στιγμών
Ολονυχτίες στο άπειρο…”

Το τραγούδι έπαψε να στάζει την ερημιά των σωμάτων.
Απ’ τις ρωγμές του φθινοπώρου
ανεβαίνει στα χείλη του λεβάντε
το ορατόριο της βροχής.

(από τη συλλογή Ολονυχτία ή το αλφάβητο του έρωτα)

ΕΡΗΜΗΝ

Σ’ αυτόν τον τόπο που γεννήθηκε η άνοιξη
όλα ειπώθηκαν, τι ν’ απογράψω.
Το σώμα έχει ανάγκες
δε ρωτά
κι αδυνατεί το πνεύμα.
Πώς να συλλάβω τους παλμούς των ψευδαισθήσεων
και να μετρήσω τους σφυγμούς της ανημπόριας;
Ως τα ποιήματα
να κυοφορήσουν τους ποιητές
θα ιδιωτεύω.

(από τη συλλογή Διαστολή και συστολή των σωμάτων)

Η ΠΥΡΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Μην καις τις λέξεις για να ζεσταθείς
άσ’ τις ελεύθερες.
Θα επωάσουν μνήμες
θα γεννήσουν δρόμους και περάσματα
να διαφύγουν οι αγωνίες της ύπαρξης
κι ο φόβος του θανάτου
Απέναντι στη σιωπή βάλε σε παράταξη
τις λέξεις, όχι για πόλεμο, αλλά ν’ αγκαλιαστούν
αδελφικά, τη μοναξιά να κάψουν μόνο
Αν ενωθούν τα χνώτα τους, αρκούν
θα γίνουν σώμα να ζεστάνουν την καρδιά μας.

(από τη συλλογή Διαστολή και συστολή των σωμάτων)

ΝΤΕΜΟΝΤΕ

Σκοπεύουμε στην καρδιά των πραγμάτων κι αστοχούμε
Άλλοι χάθηκαν στους σκοπούς κι άλλοι τους έχασαν
Πολλοί γυρνάνε άσκοπα μαζί με τον καιρό
Χάνουν τον εαυτό τους
Ίσως δεν αγαπήθηκαν, δεν τον αγάπησαν ποτέ.
Όσα κυοφορούσαν κίνηση χανόντουσαν στ’ αζήτητα.
Η ζωή δεν θέλει ανούσιους στίχουνς ντεμοντέ
Ξέρει πως στην επόμενη στροφή παραμονεύει ο θάνατος.

(από τη συλλογή Διαστολή και συστολή των σωμάτων)

ΚΑΙ ΕΙΣ ΧΟΥΝ ΑΠΕΛΕΥΣΑΤΟ

Όπου κι αν κατοικούν τα σώματα
έχουν κοινή κατάληξη στο τέλος
Πρώτη στάση ο πόνος
ακολουθεί το σκοτάδι,
νόμοι αδυσώπητοι αδυνατίζοντας τη μνήμη
τ’ αποσυνθέτουν ώστε απρόσκοπτα
να οδηγηθούν στην ανυπαρξία
Κάποτε σκαλίζουν σε μάρμαρο τα πάνω τους
προτομές ψυχρές χωρίς να αιχμαλωτίσουν
έστω μια πνοή του ψυχισμού τους
Τα κάτω δε μένουνε στη μνήμη
μόνο κάποιες γέρικες υπάρξεις
αν δεν έφυγαν για το στερνό ταξίδι
θα νοσταλγούν τις άδειες νύχτες
των ηδονών που πέρασαν για πάντα.

(από τη συλλογή Διαστολή και συστολή των σωμάτων)

ΑΝΑ-ΠΑΥΛΑ

Το τίμημα των επιθυμιών
βαριές ανάσες
Η αλμύρα της θάλασσας
σβήνει στα μάτια
κι ανοίγει πηγές δακρύων και νόστου
Μια ανα-παυλα περικλείει τη ζωή
κόκκινες καμπύλες, γκρίζες τεθλασμένες, μαύρες κάθετες
Ε-ΡΩΤΑΣ
ΔΙ-ΑΓΩΝΙΕΣ
ΘΑ-ΝΑΤΟΣ

(από τη συλλογή Διαστολή και συστολή των σωμάτων)

*Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη για το στίγμα Λόγου

http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/11/3.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

14341666_944343799021739_609907760_n

Ακριβώς την στιγμή που υπάρχουμε

Σε αυτήν την καμπύλη του χρόνου θα συναντηθούμε
Δυο μικρές περιπτώσεις αγωνίας
Σε μια ιστορία που περιέχουμε και δεν μας περιέχει
Κι έπειτα η μουσική, το θάμβος, η φαντασίωση, η προσμονή , η ματαίωση
Ακριβώς την στιγμή που τα μάτια μας θα κοιτάξουν
Ούτε αλλήθωρα, ούτε ονειροπόλα το ένα το άλλο
Τότε θα είμαστε σε θέση να τα βγάλουμε
Να τα τοποθετήσουμε στο στόμα
Και μετά πάλι στην θέση τους.

***

Χλοοτάπητας

Υπήρξε μια φριχτή διαπίστωση της απουσίας
Κι ο χρόνος μεγάλωσε
Κι έφυγαν οι δυο τρεις στιγμές
Δεν ακολούθησαν ούτε βήμα-
Ούτε προορισμό είχαν.
Κι η ανάμνηση μένει στιλπνή
Εκείνη
Οι στιγμές
Που τα χέρια της δένουν τον λαιμό του
Κι εκείνος να μοιάζει με κορμό εκατόχρονου δέντρου
Που ποτέ δεν τού ‘λαχε να δει καφενείο στη σκιά του
Ν’ ακούει συζητήσεις άλυτων θεμάτων
Από ανθρώπους που ζουν στο μεταίχμιο μας κρίσιμης αναπνοής
Μικρή συμπύκνωση στα χείλη της που δεν ένιωσε ποτέ αρκετά
Τις σχισμές των δικών του

Έτσι αποφάσισαν να κουρέψουν το γρασίδι
Να δημιουργήσουν γκαζόν
Κι έπειτα πάνω να αφήσουν
Χλοοτάπητα ιστορίας
Έγιναν δύο σεισμοί
Οι ρωγμές σχηματίστηκαν
Κρακελάρει το σώμα μιας γης
Χαμόγελα θλιβερού κλόουν
Έδαφος που από μέσα λάβα καμιά δεν δημιουργεί
Και καμιά δυνατότητα να ενωθεί το ένα χάσμα με το άλλο

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας.

Ζαχαρίας Στουφής, Σε κρίση αυτοκριτικής

35066294ee50c4e9626d637f42e2b3c0

1)
Ναι, σε αυτή την ζωή ή την άλλη… πολλά μπορεί να μου προσάψουν, όμως, δεν θα ήθελα ποτέ να με χαρακτηρίσουν  αλτρουιστή ή διανοούμενο.

2)
Τίποτα δεν βαριέμαι περισσότερο, όσο τις ποιητικές βραδιές.

3)
Τι μαρτύριο κι αυτό! Κάθε φορά που μπαίνει μια συλλογή μου στο τυπογραφείο, συνειδητοποιώ πως δεν έπρεπε να την τυπώσω…

4)
Όταν πρωτομπλέχτηκα με την ποίηση, όλα έδειχναν πως θα κάνω πολλούς και σπουδαίους φίλους, τελικά όμως, έχασα και αυτούς που είχα.

5)
Πολλές φορές μου λένε πως… να… με όλα αυτά που γράφεις ενοχλείς! Δεν γίνεσαι ευχάριστος! Τους προκαλείς! (και τότε είναι που τους απαντώ με μια θυμωμένη έκπληξη).
-Δεν κατάλαβα! Αυτή ακριβώς δεν είναι η δουλειά μου;

6)
Υπάρχουν ποιήματα που με έκαναν να κλάψω τόσο σπαρακτικά, όσο, κανένας άνθρωπος δεν θα καταφέρει.

7)
Πραγματικά, δεν ξέρω τι διάολο να πω. Αφού υπάρχουν τόσα χόμπι, τόσες τέχνες, τόσα επαγγέλματα… πως μπλέχτηκα έτσι με την ποίηση!

8)
Όταν ο ποιητής αρχίσει να νιώθει την ανάγκη να συμβουλεύει τους νέους ποιητές, σημαίνει, πώς άρχισε να γερνάει.
Αυτό δυστυχώς συνέβη και με μένα…

9)
Τόσο πολύ αφέθηκα στο τάλαντο, τόσο πολύ εμπιστεύτηκα την ποίηση, που άφησα τον μέσα μου φασίστα να μεγαλώνει ανεξέλεγκτα.

10)
Σιχαίνομαι απίστευτα αυτούς που γράφουν προλόγους για ποιητικά βιβλία άλλων, καθώς και τους ποιητές που επιζητούν να προλογιστεί από άλλους το βιβλίο τους.
Πρόκειται για γελοιότητες…

11)
Μεγαλώνω, ωριμάζω, γερνάω.
Είμαι έμπυρος και ξέρω το σωστό!
Αυτό σημαίνει πως δεν είμαι πια ποιητής. Ο ποιητής, δεν μεγαλώνει, δεν ωριμάζει, δεν γερνάει και κάνει πάντα λάθος.

12)
Λυπάμαι πολύ για τον εαυτό μου, αλλά, κάνοντας ποίηση σε μία χώρα που θεωρούν το πολίτευμα, δημοκρατία και  την τηλεόραση, ενημέρωση, το μόνο που μπορεί να είμαι, είναι να είμαι τρελός.

13)
Με αυτά που γράφω με αντιπαθούν ακόμα και οι φίλοι μου, οι συγγενής μου και γενικότερα οι μαλάκες,  (απ΄ όπου κι αν προέρχονται).

14)
Μετά από κάθε ποιητική βραδιά που συμμετέχω κι εγώ με ποιήματά μου ή μετά από κάθε δημοσίευση ποιημάτων μου σε περιοδικό, οι φίλοι μου λένε ότι το έργο μου ξεχωρίζει. Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε η ελληνική ποίηση έχει πάψει να υπάρχει.

15)
Τον τελευταίο καιρό βρίσκω ωραία ποιήματα με γνήσιο αυθορμητισμό σε συλλογές νέων και πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών που πιθανότατα δεν τους έχει δηλητηριάσει ακόμα η «κατεστημένη» ποίηση.
Αυτές οι γραφές, ή είναι τουλάχιστον ελπιδοφόρες, ή έχω αρχίσει να γερνάω επικίνδυνα.

16)
Το πιο αγαπημένο μου σπορ και η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης συνάμα είναι η μελαγχολία. (ούτε πρίγκιπας να ήμουνα)

7446e61ff01dea9d241cf35dd8bdeeec

17)
Πια έχω μπλοκάρει, θαρρείς και δεν με συγκινεί η ποίηση, δεν βρίσκω κάτι καινούριο και ενδιαφέρον να διαβάσω. Κάθομαι λοιπόν και ξαναδιαβάζω τα ποιήματα που με γαλούχησαν.

18)
Ότι έκανα πάει… το έκανα….
Έχει πια τελειώσει. Τώρα πια είμαι ότι δεν κατάφερα, αυτό είναι το βιογραφικό μου.

19)
Είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι (αν δεν ήμουν ποιητής) αυτό που θα ήθελα να ήμουν, είναι, βασανιστής και δήμιος καθηγητών πανεπιστημίου.

20)
Αχ, πόσες φορές θα ήθελα πραγματικά να ξυπνήσω ένα πρωί και η ποίηση να μου είναι μια άγνωστη λέξη.

21)
Σε όλη μου τη νεότητα παιδεύτηκα να μάθω να τα γράφω τα ποιήματα και τώρα στα 40, κάνω ταχύρυθμα για να μάθω να τα ζω τα ποιήματα.

22)
Πολλές φορές έκπληκτοι με ρωτούν οι φίλοι. Πως είναι δυνατόν να μην βγάζουν τα βιβλία σου μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι; Πολύ απλά τους απαντώ· τα βιβλία μου (ποίηση, λαογραφία, δοκίμιο) δεν πουλάνε κι εγώ δεν είμαι διατεθειμένος να κάνω εκπτώσεις, γράφοντας μυθιστορήματα και διηγήματα.

23)
Οι πιο ωραίες μου διακοπές, είναι τα διαστήματα που ξεχνάω ότι, έχω γράψει εγώ τα όσα έχω γράψει.

24)
Δεν θέλω να ξαναγεννηθώ για να έχω μια δεύτερη ευκαιρία, μια δεύτερη αρχή. Μονάχα να έρθω σε ειρήνη με τον εαυτό μου θέλω.

25)
Ένας ακόμα λόγος για τον οποίο δεν φοβάμαι τίποτα και κανέναν, κάνοντας πάντα αυτό που μου αρέσει, είναι γιατί έχω κατακλυστεί από το μηδέν, την σίγουρη κατάληξη των πάντων.

26)
Αυτές οι καθημερινές μου δημοσιεύσεις, (ας τις ονομάσουμε ημερολόγια ενός κακού ποιητή) μου έχουν δώσει να καταλάβω πόσο ανυπόφορος είμαι ακόμα και για τους «φίλους μου».

27)
Όταν ένα βιβλίο μου ενοχλεί τους φασιστοδεξιούς, τότε ξέρω πως είναι καλό. Όταν όμως ενοχλεί τους αριστεροπροοδευτικούς τότε θα μπορούσα να ισχυριστώ πως είμαι πρωτοπόρος στην τέχνη μου (αλλά αυτό δεν έχει και τόση σημασία). Σημασία έχει ότι μου επιτρέπουν οι οπαδοί και των δύο, αυτών πολιτικών τάσεων, να τους βάλω στο ίδιο σακί και να τους πετάξω στα σκουπίδια.

28)
Αυτή η μαλακία με τα καλλιτεχνικά ψευδώνυμα με ξεπερνάει και ειδικά όταν το κάνουν ποιητές, αποκρύπτοντας το πραγματικό τους όνομα. Λυπάμαι πραγματικά!

21ba4a38263f35635b5b7d047dd743aa

29)
Προς ζακυνθινούς επιστολή:
Στο δηλητήριο σας έχω ανοσία, την μαλακία σας έχω αποκηρύξει, το μίσος σας και η σνομπαρία σας επιβεβαιώνουν την αξία μου.

30)
τελικά η γνώμη μου περί ποίησης έχει μεγάλη βαρύτητα.
κάθε φορά που ανοίγω το στόμα μου πολλές κωλότρυπες σφίγγουν.

31)
Και λέω,
θα αλλάξω τέχνη.
Και κάνω λαογραφία, και κάνω θέατρο, και κάνω performance.
Μα είναι πια αργά.

32)
Όλους εσάς που βλέπετε ποδόσφαιρο σας παρακαλώ μη διαβάζετε τα ποιήματά μου.
Δεν θέλω, εξάλλου, τόσοι ποιητές υπάρχουν…

33)
Αλήθεια, πόσα χρόνια πάνε που έχω να κλάψω για ένα ποίημα;

34)
Εγώ να σκέπτομαι σοβαρά πως δε πρέπει να ξαναγράψω, πως δεν υπάρχει κανένα νόημα να επαναλαμβάνομαι και να μου λέει ο μαλάκας πως είμαι στην πλέων δημιουργική μου περίοδο.

35)
Σήμερα ήθελα πολύ να γράψω ένα καλό ποίημα μα… δεν έχω καμιά ιδέα… δεν ξέρω τι να πω…
Τελικά μου είναι ανυπόφορο να είμαι καλά.

36)
Κάθε φορά που μπαίνω σε λεωφορείο του ΚΤΕΛ συνταξιδευω με την ποίηση.

37)
Αφού μπορείς και σωπαίνεις ξανά και ξανά
Πάνα πει πως ή ποίηση μέσα σου τελείωσε.
(Σε μένα μιλάω)

38)
Και όλα αυτά δεν είναι παρά
Το ημερολόγιο ενός κακού ποιητή
Που θέλει να διασφαλίσει την απέχθεια σας.

39)
Είναι πλέον σίγουρο
Για όλα μου φταίει ή ποίηση
Χωρίς ποτέ να μου έχει κάνει κάτι.

40)
Μετά από χρόνια ξαναδιαβάζω τα ποιήματά μου και βλέπω ότι δεν είναι ποιήματα.
Είναι γράμματα που έστειλα στον εαυτό μου και αυτός δεν τα παρέλαβε ποτέ

41)
Μπορώ άνετα να ισχυριστώ ότι με έχουν καταστρέψει τα ναρκωτικά (όχι δεν έχω πάρει ποτέ) απλά η δική σας εξάρτηση αποτέλεσε την καταστροφή μου.

42)
Δεν γράφω ποιήματα
Τον Κώστα Καρυωτάκη επιβεβαιώνω.

43)
Αγαπητοί μου φίλοι σας παρακαλώ μην μπείτε ποτέ να ψηφίσετε το νέο μου βιβλίο στα Public.
Γιατί ποτέ ποτέ δεν θα το βρείτε.

44)
Και ούτε μια διακήρυξη σιωπής δεν πρόλαβα να γράψω που να προσδιορίζει την πνευματική μου αυτοκτονία.

*Αναδημοσίευση από τη Θράκα στο http://www.thraca.gr/2016/12/7.html

47e93c0bb2912a3a76ef8bd3067b867d

Γιώργος Β. Μακρής, Συμβάντα

giorgosmakrisaytoxeires

Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…

(1944)

*Από το βιβλίο “Γιώργος Β. Μακρής: «Γραπτά»” Εκδόσεις Εστίας (1986). Εισαγωγικό σημείωμα – Σημειώσεις – Επιμέλεια: Ε. Χ. Γονατάς.

Γιάννης Ρίτσος, Ο χώρος του ποιητή

kavafis_ritsos-copy

Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα δυό ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω από τα γυαλιά του,
πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί τον συνομιλητή του,
στ’ άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες στις λέξεις του,
μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλό του, κι όλος έτοιμος
γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
υγραίνουν με τη γλώσσα τους θαυμαστικά τα χείλη τους. Κι εκείνος
πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια,
σαν ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ’ το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
«Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, –ψιθύρισε μόνος τους–
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος».

*Από τη συλλογή «12 ποιήματα για τον Καβάφη» (1963). Επίσης, από το βιβλίο Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Θ΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 179.

1963 gia ton kabafh.TIF

1963 gia ton kabafh.TIF