Μίλτος Σαχτούρης, Οι Καμπάνες

Εἶναι πουλιὰ
ποῦ δὲν πετᾶνε
εἶναι πουλιὰ
θαμμένα
μέσ᾿ σὲ κουτιά

Εἶναι δωμάτια
καὶ εἶναι λέξεις
ποὺ σκίζουνε τὸ κεφάλι
σὰν καρφιά

Εἶναι καρφιὰ
ποῦ δὲν πονᾶνε
εἶναι καρφιὰ
π᾿ ἀνακουφίζουν

Ὅταν χτυπήσουν
πάλι οἱ καμπάνες
θὰ πεταχτοῦμε
σὰν τὰ πουλιά

Θεόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα

Pierre Soulages, Peinture 16 Juillet (1961)

ΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ

Γράφω θά πει δρόμος
(κι αντίστροφα…)
θα πει δρόμο παίρνω και δρόμο αφίνω ^ (
θα πει γυρνάω
περπάτημα
δημοσιές
σταυροδρόμια
θά πει
τόποι / σταθμοί / πολιτείες / άνθρωποι
μουσικές των ανθρώπων

Γράφω θα πει δρόμοι της μουσικής
και της αγάπης.

***

ΘΥΜΗΣΟΥ…

Στόν Ντόντο
– θ υ μ ή σ ο υ ! –
2 μήλα και 5 κάστανα πάνω στό τραπέζι
(ξύλινο τραπέζι στρωμένο με καρώ τραπεζομάντιλο)

Η κοπελιά γδύνεται, τσίτσιδη βουτάει στην πισίνα
στους καταρράχτες
(ήξερε άραγε πως την παίρνουμε μάτι)

Ένας τραγουδιστής κότσυφας λέει ένα τραγούδι
απ’ αυύτά που λένε (ή τουλάχιστο, λέγαν παλιά)
τα κοτσύφια στα μέρη μας.

*Από τη συλλογή “μαύρα μάτια – τραγούδια για γραφοηχανή και τσιγγάνικη ορχήστρα”, Εκδ. Πλανόδιον, Ιούνιος 2006.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Μιλώ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Γιώργος Γκανέλης, Όλα αλλάζουνε (μελοποιημένο ποίημα)

Μελοποιημένοι στίχοι του Γιώργου Γκανέλη από τον Κώστα Μαράνο (του συγκροτήματος “Κωμωδία Θανάτου”).

Τα όνειρά μου στο παζάρι ξεπουλώ

μονάχος μου γυρίζω

είναι αργά για να σωθώ απ’ τον καιρό

τη μνήμη μου ξορκίζω.

Καραδοκούν οι μεγιστάνες κι οι σοφοί

τη μέρα μου ν’ αρπάξουν

έχω στο νου μου σφηνωμένο ένα καρφί

οι μπόρες θα με κάψουν.

Διαδρομές που καταλήγουν στο κενό

ανέραστοι χειμώνες

του εαυτού μου τις αλήθειες προσκυνώ

τους έρημους αιώνες.

Λόγια αταίριαστα σε στόματα γυμνά

γεμίζουν τις οθόνες

άσωτοι άγγελοι που στάζουνε φωτιά

γκρεμίζουν τους κανόνες.

Όλα αλλάζουνε, τελειώσαν οι χαρές

κρύφτηκε το φεγγάρι

κι εγώ που ήθελα να ζήσω δυο φορές

κόλλησα στο φανάρι.

Γρηγόριος Σακαλής, Τάξεις

Δεν μ΄ αρέσουν τα μεγάλα πράγματα
τα μεγαλοπρεπή
δεν μ΄αρέσουν τα μεγάλα κτίρια
οι επαύλεις
δεν με νοιάζει η ζωή των διάσημων
των προβεβλημένων
εμένα με νοιάζει η ζωή των φτωχών
γιατί κι εγώ φτωχός είμαι
εμένα με νοιάζει η ζωή των τυραννισμένων
γιατί κι εγώ δεν μπορώ να ζήσω ελεύθερος
οι διάσημοι έχουν οπαδούς
εμείς παλεύουμε για τη ζωή.

Federico Garcia Lorca, Κάτω από τις διαιρέσεις

Κάτω από πολλαπλασιασμούς
είναι μια σταγόνα αίμα πάπιας,
Κάτω από τις διαιρέσεις
είναι μια σταγόνα αίμα ναύτη.
Κάτω από τις προσθέσεις ένας ποταμός τρυφερό αίμα
ένας ποταμός που έρχεται τραγουδώντας
μεσ’ από τα δωμάτια των προαστίων,
ένας ποταμός που είναι χρήμα τσιμέντο ή αεράκι,
μες στην ψεύτρα αυγή της πόλης.
Τα βουνά υπάρχουν το ξέρω.
Και τα γυαλιά για τη γνώση.
Το ξέρω μα εγώ δεν ήρθα για να δω τον ουρανό.
Ήρθα να δω το θολό αίμα.
Το αίμα που φέρνει τις μηχανές στους καταρράχτες
και το πνεύμα στη γλώσσα της κόμπρας.
Κάθε μέρα σκοτώνουν στην πόλη
τέσσερα εκατομμύρια πάπιες,
πέντε εκατομύρια χοίρους
δυο χιλιάδες περιστέρια για την ευχαρίστηση εκείνων
που ψυχοραγούν,
ένα εκατομύριο αγελάδες,
ένα εκατομύρια πρόβατα
και δυο εκατομύρια κοκόρια,
που κάνουν τους ουρανούς χίλια κομμάτια.
Προτιμότερο να κλαις τροχίζοντας το ξουράφι σου
ή να δολοφονείς σκυλιά σε παρακρουστικά κυνήγια,
παρά να αντιστέκεσαι, τα ξημερώματα,
στις ατελείωτες συνολκές με γάλα,
στις ατέλειωτες συνολκές με αίμα
και στις συνολκές σιδηροδέσμιων ρόδων
από τους εμπόρους αρωμάτων.
Οι πάπιες και τα περιστέρια,
τα γουρούνια και τα αρνιά,
βάζουν τις σταγόνες του αίματός τους
κάτω από τους πολλαπλάσιασμους,
και τα φριχτά ουρλιαχτά των πρεσαρισμένων αγελάδων
γεμίζουν πόνο την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι.
Καταγγέλω όλους αυτούς
που αγνοούν το άλλο μισό,
που υψώνει τα τσιμεντένια βουνά του
εκεί που χτυπούν οι καρδιές
των ταπεινών ξεχασμένων ζώων,
εκεί που θα πέσουμε όλοι
στο τελευταίο πανηγύρι των τρυπανιών.
Σας φτύνω κατάμουτρα.
Το άλλο μισό μ’ ακούει
καταβροχθίχοντας, κατουρώντας, πετώντας μες στην αγνότητά του
σαν τα παιδιά των θυρωρείων
που βάζουν λεπτά ξυλάκια
μες στις τρύπες που σκουριάζουν
οι κεραίες των εντόμων.
Δεν είναι κόλαση, είναι ο δρόμος.
Δεν είναι ο θάνατος, είναι το μανάβικο.
Υπάρχει ένας κόσμος σπασμένων ποταμών και ασύλληπτων αποστάσεων
στο ποδαράκι αυτής της γάτας που το ‘σπασε το αυτοκίνητο,
κι ακούω το τραγούδι του σκουληκιού
μες στην καρδιά πολλών κοριτσόπουλων.
Οξείδωση, ζύμωση, γη που αναριγεί.
Γη εσύ ο ίδιος που κολυμπάς μέσα στους αριθμούς
του επιστημονικού σου εργαστηρίου.
Τι να κάνω· να τακτοποιήσω τα τοπία;
Να τακτοποιήσω τους έρωτες που είναι ύστερα φωτογραφίες,
που είναι ύστερα κομμάτια ξύλο και μπουκιές αίμα;
Όχι, όχι, όχι, όχι· εγώ καταγγέλω.
Καταγγέλω τη συνωμοσία
αυτών των έρημων γραφείων
που δεν αναγγέλουν στο ραδιόφωνο τις αγωνίες,
που σβήνουν τα προγράμματα του δάσους,
και προσφέρομαι να φαγωθώ
από τις πρεσαρισμένες αγελάδες
όταν οι κραυγές τους γεμίζουν την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι.

*Το ποίημα και η φωτογραφια της ανάρτησης είν αι από τη σελίδα του Σωτήρη Λυκουργιώτη στο facebook.

Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Λόγια θανάτου και αγάπης

Εμείς, αγάπη μου, δεν βάλαμε την ποίηση
πάνω άπ’ την άγάπη
άφήσαμε μόνον έναν χώρο για τη μοίρα
και τό βλέμμα των παιδιών

κι έπειτα τα χέρια μας
σκάλισαν τον λόγο

ξέρεις, τον μόχθο νά γράφεις
στην πέτρα
νά μάθεις πρώτα πρέπει
στην άμμο τής έρημου
ή στο νερό

’Εμείς, άγάπη μου, δεν βάλαμε την ποίηση
πάνω άπ’ την άγάπη
στον χαμό
στα σβησμένα σου μάτια
στη λήθη της Κασταλίας
στο έλάχιστο τοΰ Ήριδανοΰ
στα άνθη τής Καισαριανής
στο σπασμένο τής αύρας
τό χέρι σου κρατούσα
σοΰ φώναζα
στον τόσο πόνο και στην τόση ομορφιά
σ’ αγαπάω μ’ άκοΰς
σ’ αγαπάω μ’ άκοΰς;
κι ήταν όλα συντρίμμια και χαλάσματα

Εμείς, άγάπη μου, δεν βάλαμε την ποίηση
πάνω άπ’ την άγάπη

Δεν έχει εγχειρίδια
δεν έχει αστρολάβους

Διαβάζω τις λέξεις σου
καί στάζω αίμα
αγγίζω τό σώμα σου
καί τον πόνο,
σάν τό νησί
πού
άνασύραμε άπό τά βάθη,
σηκώνω

κάθελέξη μιά μαχαιριά
στο στόμα
κάθε λέξη τό βλέμμα
τό άγγιγμα
κι ή παρουσία τού νεκρού

κάθε λέξη τό βλέμμα
τής άγάπης
ή αγκαλιά τού κόσμου

κάθε λέξη μιά υπόσχεση
στον πόνο
στο άφατο

Εμείς, άγάπη μου, δεν βάλαμε τήν ποίηση
πάνω άπ’ τήν άγάπη
λέξη τή λέξη σε βρήκα
διάβηκα τούς δρόμους καί τά μονοπάτια σου
όλα
είδα τούς ήλιους καί τά φεγγάρια σου
τής άπόγνωσης
όλα
πέταξα στούς ουρανούς τής οδύνης

λέξη τή λέξη σου μάζεψα
κάτω άπ’ τό λιοπύρι
κι είπα νά φτιάξω ένα σπίτι
στή μέση τού πουθενά
νά σοΰ φυτέψω ένα δέντρο
κι ένα πηγάδι νά σοΰ βρώ
νά σε δροσίζει
καί μιάν αύλή
γιά τ’ απογεύματα

Εμείς, άγάπη μου, δεν βάλαμε τήν ομορφιά
πάνω άπ’ τήν άγάπη
νά με μάθεις μόνον ήθελα
νά κλείνω ένα ποίημα.

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Βίλλης Γούσιου και συνοδεύει το ποίημα στη συλλογή. Στη σάρωση του ποιήματος παρέμεινε το πολυτονικό σύστημα του ποιητή.

3+1 Ποιητικές συλλογές

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

Ντίνα Γεωργαντοπούλου «Απροσποίητα», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 58

Είναι σημαντικό η ποίηση να βρίσκεται δίπλα στην ανθρώπινη ψυχή για να γίνεται αόρατος ο καιρός! Απροσποίητα η Ντίνα Γεωργαντοπούλου καταθέτει τις λέξεις τις που «θυμούνται να νιώσουν» οι ίδιες και θυμούνται να συνδεθούν με τον σύγχρονο αναγνώστη σε τόνους ειλικρινείς και συνάμα αισθαντικούς. «Καμιά σιωπή δεν θα ‘ναι άηχη/ καμιά σκιά δεν θα τρομάζει το παρόν.  Κυρίως σε πρώτο πρόσωπο καταφεύγει σε μια διαρκή εξομολόγηση σκέψεων, ιδεών και συναισθημάτων χωρίς όμως να τείνει προς το μελό, ή να πέφτει στην παγίδα της υπερβολής.«Σήμερα, σε πρώτο πρόσωπο αποφασίζω να παραμείνω/ γυναίκα των επιθέτων/ ντροπαλή, μελαγχολική και αβέβαιη».
Μικρές πινελιές ζεστασιάς και προσμονής που φανερώνουν πόσο η ποιήτρια αγαπά τη μαγεία. Μάλιστα γράφει χαρακτηριστικά: «Πάντα ήταν ζητούμενο να μοσχοβολούν/ οι αμίλητες αισθήσεις»
Μια γυναίκα που γράφει για το μέσα της τοπίο, για το βλέμμα της που οι άλλοι δεν θα μπορούσαν αλλιώς να ξεκλειδώσουν. Γράφει για τις σκοτεινές, μύχιες πλευρές της. Αγαπά, θυμάται, φοβάται, ονειρεύεται εξαγνίζεται. Αλλά έχει τον τρόπο της να τα διαχειρίζεται όλα αυτά μέσω της γραφής. Και πάντα θυμάται πως «υπάρχουν χρώματα που φτιάχνονται κάθε στιγμή» και έτσι πορεύεται. Τελευταίοι στίχοι του βιβλίου: «Σε παρακαλώ, μή με αναλύεις, χωράω ολόκληρη σε ένα φιλί, που δεν στριμώχνει την ψυχή.
Εξαιρετικό το ποίημα με τίτλο «Λάνσελοτ μού λείπεις».
 

Νίκη Κωνσταντοπούλου «Εγώ, απέναντι», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 40

Συνήθως οι νέοι ποιητές καταπιάνονται με τον έρωτα ή με τα προσωπικά τους βιώματα. Αυτά θεωρούν ως πιο πρόσφορα υλικά για να τα κάνουν αντικείμενο στην ποίησή τους! Όμως είναι δύσκολο τελικά να γράφεις για τον έρωτα, ή τουλάχιστον δεν είναι εύκολο να εισάγεις το νέο αναφορικά με ένα τέτοιο θέμα ,αν κρίνεις ότι άπειρα πράγματα έχουν ειπωθεί. Όσο για τα προσωπικά βιώματα, αν τα βάλεις χωρίς επεξεργασία μέσα στους στίχους σου, κινδυνεύεις να γίνεις μελό, κάτι που σίγουρα δεν είναι ζητούμενο στην ποίηση.
Ευτυχώς η Νίκη Κωνσταντοπούλου δεν γαντζώνεται από το θέμα του έρωτα. Μιλάει για θέματα υπαρξιακά κυρίως, για το ανικανοποίητο της ψυχής, για το νόημα που έχει να υπάρχει στη ζωή μας μια κάποια αισθητική. Στίχοι απλοί, άμεσοι, σταθεροί, νηφάλιοι, που δεν έχουν ως στόχο τους τον εύκολο εντυπωσιασμό. Τα αισθήματα της ματαίωσης, της ματαιότητας, της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας διασχίζουν τα ποιήματα με τρόπο τέτοιο που θα τον «ζήλευε κι ο διάολος», για να δανειστώ στίχους της ποιήτριας. Βρίσκεται σε καλό δρόμο με την έννοια ότι έχουμε να κάνουμε με συνθέσεις που διαθέτουν συνοχή και αλήθεια, έχουν κάτι να πουν, χωρίς να καταχρώνται τις μοντέρνες υπερβολές, ή τα ναρκισσιστικά γλωσσικά πυροτεχνήματα προκειμένου να γίνουν αρεστά. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: το Βουνό, η Αιτία, το Βιογραφικό, Μάσκες.
 
Με μάσκες ήρθαμε 
Με μάσκες φεύγουμε
Κάποιοι στο ενδιάμεσο  μάς τις τράβηξαν
Κι έτσι μπορούμε να δούμε κάτι απ’ τον εαυτό μας.
 
[σελ.31]
 
 

Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδ. Στοχαστής, σελ. 50

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη. Το 2016 εξέδωσε στην Ελλάδα δύο βιβλία ποίησης. Τη μοναξιά του χρόνου  από τις εκδόσεις Οδός Πανός και το βιβλίο Με μια κόκκινη ανάταση από τις εκδόσεις Στοχαστής. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης «Το Κόσκινο». Η ποίησή του υπαρξιακή και κυρίως κοινωνική. Το βλέμμα του στραμμένο στον άνθρωπο, τις αγωνίες, τις ιδέες και κυρίως, στους αγώνες του. Ο Τρωαδίτης καταγγέλλει το σαθρό σύστημα, την απόγνωση του κόσμου, τους παρωχημένους ηθικούς κώδικες, το μετέωρο εγώ του αλλοτριωμένου ανθρώπου. Στο ποίημα Οι τόποι μου γράφει : […] «XII  οι τόποι μου /ρευστοί σαν το φως/των κεριών/σε ανταύγειες/σε αβέβαια τραγούδια/»Τίποτα δεν περνάει απαρατήρητο απ’ ό,τι συμβαίνει γύρω του. Ο ποιητής βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, το οποίο φιλτράρει με τον τρόπο του και μιλά γι’ αυτό στους στίχους του. Τον ενδιαφέρει η πορεία που έχει πάρει ο κόσμος, τον ενδιαφέρει η ίδια η ζωή και πώς αυτή κυλάει στην ουσία. Με «αλήτικη διάθεση» ξεστρατίζει «να διασπάσει τις αδάμαστες/κορνίζες των καιρών/να τους δώσει υπόσταση/στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου»(Δες με, σελ. 19). Με τρεμάμενα αισθήματα στέλνει «στον αγύριστο» τους «μεσίτες της ζωής μας.» Ο εμφύλιος, η αιώνια ταξική πάλη, τα τραγούδια που βράχνιασαν, η κοινωνική ευαισθησία, το ανελέητο παιχνίδι ανάμεσα σε αλήθειες και ψέματα, οι ηγέτες του βροντερού τίποτα, το ξεθώριασμα των ιδεών, οι ιδεολογίες που αποδεικνύονται φενάκη αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της θεματικής προσέγγισης μέσα στο ποιητικό σύμπαν του Δημήτρη Τρωαδίτη. Με παλμό ,υψώνει φωνή, τίθεται υπέρ του κριτικού ελέγχου, της ανατροπής, της επανάστασης. Γράφει: «Δες με που βρίζω ασύστολα/βωμούς και θεούς/απαστράπτουσες προσωπικότητες/σιντεφένια πλαστικά/είδωλα των θεαμάτων/της πεντάρας/που προκαλούν /ημίγυμνα/τις μνήμες μας/δες με που πασχίζω μια/καθοριστική κλοτσιά να δώσω/στ’ αγάλματα και τις ρύμες/που  καμώνονται την ποίηση/δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου/σε παράταξη μάχης/στ’ αλώνια του χρόνου/με την κραυγή» (σελ.18-19). Διάθεση να μπει φωτιά στο όποιο κατεστημένο, εξέγερση των αισθήσεων, ψυχή πάλλουσα, διακαής πόθος για ατέρμονη αντίσταση σε ό,τι καταπατά την ανθρώπινη ελευθερία ( «[…]αγκαλιασμένοι να αντιστεκόμαστε στις δίνες που θα φτάνουν » (Το φως του κεριού)]. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: H σιωπή, Αγώνας, Όταν γράφουμε ποίηση, Το σύμπαν είναι άναρχο.
Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρό το βλέμμα ταξιδεύει ως πέρα
 
όταν γράφουμε ποίηση
τ’ αποκαμωμένα βήματά μας 
σεργιανούν στο άπειρο
 
[…]
 
όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
 
όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.
 
 

Νεκταρία Μενδρινού «Κοχύλια από χρόνο», εκδ. Κέδρος, 2014, σελ. 120

Koχύλια από χρόνο  η δεύτερη ποιητική  συλλογή της Νεκταρίας Μενδρινού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Απαλά σαν χάδι νοσταλγικά ποιήματα που φλερτάρουν με την θλίψη, αλλά, ευτυχώς όχι με την κατάθλιψη. Στίχος απλός, άμεσος, άλλοτε «αφηγηματικός», άλλοτε «εξομολογητικός». Εσωτερικός ρυθμός, νότες χαμηλόφωνες. Αν αυτός ο στίχος ήταν εποχή, θα ήταν το Φθινόπωρο. Αν ήταν χρώμα, θα ήταν σίγουρα κάποιο γήινο χρώμα. (Μη γελιέσαι, δεν υπάρχουν /φυσιολογικές ζωές/μετρημένες λύπες/υπάρχουν μόνο/και μυστικά /του ενός…/). Η θεματική της ποιήτριας είναι διαχρονική, οι στίχοι εύθραυστοι, που διαδηλώνουν πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ψυχή, καθώς και «πόσο φαύλος κύκλος» είναι αυτή, ειδικά όταν η αλήθεια μπλέκεται συνεχώς με το ψέμα.
Η μνήμη(« […]μήτε να ζήσω/μπορώ/μήτε να ξεχάσω», Οβολός, σελ.99), τα γηρατειά, η ματαίωση, η Φύση, ο χρόνος ([…] ο χρόνος/δεν έχει  ακόμα/αρχίσει να μετρά/έχει μασκαρευτεί/και αυτός/σε αιωνιότητα…/[…], Απόκριες, σελ.67», ο έρωτας ([…] τα βράδια /σαν άλλη Πηνελόπη, σβήνω/σειρά σειρά/το ημερολόγιο καταστρώματος/δεν βρήκα ακόμη/προορισμό να με προσμένεις […] Προορισμοί, σελ. 70-71),το Όνειρο, η μοναξιά ([…] καμιά αιωνιότητα/που να χωρά/στα ανθρώπινα,/καμιά αλήθεια/παντοτινή/καμιά ηχώ /δυνατότερη/από την  μοναξιά σου…[…], Όνειρα, σελ.60)   και η απώλεια είναι κυρίως τα θέματα που την απασχολούν. Ξεχωρίζουν για την οικονομία και την αλήθεια τους του τα ποιήματα: Όσο, Μυθολογίες, Απογοητευμένο, Κρυφτό, Ευκαιρίες, Σαν.

*Αναδημοσίευση από το fractalart στο http://fractalart.gr/3-syn-1-poiitikes-sylloges/

Ειρηναίος Μαράκης, Δύο ποιήματα

Πυρκαγιά


στα ορφανοτροφεία της επαρχίας
στα ιδρύματα πρόνοιας
της πολιτείας που αναπτύσσεται
γύρω από το ιστορικό της κέντρο
τα όνειρα φυλακίζονται
με γονείς παραδομένους
στης εργασίας την καταστολή
στης βαριάς φορολογίας
το καθημερινό βασανιστήριο
με γόνατα πληγιασμένα από τις υποκλίσεις
στο αφεντικό που δεν πληρώνει
σ’ έναν άγνωστο Θεό
στην Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων

στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
στα στριπτιζάδικα της εθνικής οδού
με τραγούδια της καψούρας
με τζόνι ον δι ροκς
και τσιγάρο δανεικό
η ελπίδα μας ξεπουλήθηκε
εμπόρευμα φτηνό και μη ανταλλάξιμο
ανέραστη, κουρελιασμένη και ξυπόλυτη
να σπαράσσεται
σε ιδρωμένα χέρια που στη νύχτα ξοδεύουν
το πενιχρό τους μεροκάματο
στο μάταιο κυνήγι της αγάπης
σ’ ένα δρόμο χωρίς επιστροφή

στις ποινικές φυλακές
στους δρόμους που σκοτώνεται το μέλλον μας
σ’ ένα τροχαίο ατύχημα
που θέαμα θα γίνει στις τηλεοράσεις
στο Καραΐσκάκη, στη Νέα Φιλαδέλφεια
στα καφενείο της φτωχογειτονιάς
που στολίζουν κιτρινισμένες αφίσες της μπύρας Φιξ
και του Φονέα των Γιγάντων
μπροστά από έναν ελληνικό με πολλές φουσκάλες
η φωτιά μας θα απλωθεί
μια μεγάλη πυρκαγιά που θα υψωθεί
πάνω από τα χαλάσματα της χάρτινης πολιτείας

***

Σε εποχή κρίσης

σε εποχή κρίσης

τη σιωπή επιβάλλουν

οι δημοσιολογούντες

κι εσύ σωπαίνεις

γιατί εάν μιλήσεις

εχθρό θα σε ανακηρύξουν

της πατρίδας

σε εποχή κρίσης

η πνευματική τροφή

στα σούπερ μάρκετ αγοράζεται

στα διαδικτυακά ράφια

ξεπουλιούνται

με δωροκάρτες

τα όνειρά μας

σε εποχή κρίσης

ανθίζουν οι συνειδήσεις

τα χέρια ενώνονται

οι καρδιές

κι αν ξεστρατίσουμε στο μέλλον

θα ξαναβρούμε

τον δρόμο μας

Ποιητική Συλλογή: Ο “Κούκος”

Εισαγωγικό σημείωμα: Νίκος Κατσιαούνης*

Ο Κούκος (εκδ. Θράκα) αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου. Μέσα από ένα νεορομαντικό, αλλά και ρεαλιστικό, πλαίσιο τα ποιήματα της Φυτοπούλου έρχονται να διαταράξουν με άμεσο τρόπο την κανονικότητα της καθημερινής ζωής. Συνειδητό και ασυνείδητο, ρεαλισμός και φαντασία, πρόζα και αλληγορία συνυπάρχουν αρμονικά μέσα στον Κούκο. Παίζοντας με διάφορα μοτίβα ποιητικής αποτύπωσης, με έναν συνδυασμό σκληρού και παράλληλα ευαίσθητου λεξιλογίου, με (α)ναρχικά και (ά)ναρχα ποιήματα, με επιρροές από τους μπήτνικ αλλά και τον Καρούζο, η Φυτοπούλου μάς παραδίδει μια αρκετά ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή που αξίζει να διαβαστεί. Δημοσιεύουμε στη Βαβυλωνία δύο ποιήματα από τη συλλογή της και την ευχαριστούμε για την παραχώρηση.

Ε

ο κόσμος μας δεν υπάρχει
ούτε εμείς είμαστε άνθρωποι
ψάρια είμαστε
οργώνουμε ένα κομμάτι γαλάζιο
ο ουρανός μάς ταΐζει ακρωτηριασμένα πόδια
βιάζεται να μεγαλώσει
η πολιτεία ορθοπόδησε
κοκκίνισε επαίνους
σύντομα όμως θα μας ζητήσουν
τα πόδια πίσω
και η πολιτεία θα πέσει
σαν αδούλευτη αστραπή
πάνω στα γραφούμενά μας
η ποίηση θα συρθεί
σαν φίδι που δεν του δόθηκε
η δέουσα προσοχή
και τότε θα βγάλει χέρια
και τα χέρια όταν θέλουν
χτυπάνε στην καρδιά

ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΑΣ

ελεύθερη διακίνηση ιδεών. προσβλέπω σ’ αυτό. γράφω
γι’ αυτό. έχω μια ακρίδα στο στόμα. πηδάει από δόντι
σε δόντι. από σύμφωνο σε σύμφωνο. πάει πέρα δώθε.
κάνει τραμπάλα πάνω στα λόγια σας. προσβάλλει την
αλφαβήτα σας. είμαι η ένοπλη πάλη των αυτιστικών.
έχω μια ακρίδα στο στόμα. ομοφυλόφιλη. απ’ τη
μέση και πάνω. παίρνουμε δωρεάν εισιτήρια για
τις ταινίες του Αλμοδόβαρ. μας μυρίστηκαν οι μητριές
(μπάτσοι). καρφωτή. με ψάχνουν εξονυχιστικά. η
ακρίδα κρύβεται στη δεξιά κουφάλα. το προτελευταίο
δόντι. απ’ τη μάνα μου το ’χω σακάτικο. το μικρό μου
μνήμα. γιατί πάντα ένας τάφος μένει ανοιχτός. δε βρήκαν
τίποτα. έχουμε ξανακρύψει εβραίο. ο Τζων Γουέιν με
πλησιάζει. γελάει. και λέει στους σερίφηδες. όρνια
ε, όρνια, δε βλέπετε; είναι παιδί με ειδικές ανάγκες.
παρά ταύτα με απέλασε. τελευταίο γαλόνι για τη
σύνταξη.
οι ποιητές μάς ξεναγούν στην απαγορευμένη ζώνη.
εκεί που ο Θεός επέτρεψε μονάχα ένας να περπατήσει.
ο παραμικρός αναστεναγμός μπορεί να σε συντρίψει.
κρατούν καλαθάκια με σερβιέτες, δημητριακά και
αγκινάρες Πρεβέζης. εγώ παριστάνω το Χριστό. (κι ας
μην ξέρω το Φ.Π.Α. μιας τέτοιας επιχειρηματικής
δραστηριότητας). θέλω να βιώσω εκείνον τον πρώτο
κομμουνισμό. τον ημίγυμνο. τον πρωτόγονο. να
καμαρώσω κρεμασμένο στον ουρανό το υπαρξιακό
προβάδισμα. εγώ! είμαι μπροστά ακόμη και στη
φάση που ο γαλανομάτης αποδίδει τα του Καίσαρα.
εγώ του σήκωσα το χέρι. απολαμβάνω το παρακράτος.
το σπίτι του Γκοντό είναι μικρό.
ω, μεταμοντέρνα χαρά
γύρνα και δες τα χθεσινά.
ο σκώληξ γυρεύει συντροφιά.
τέτοια ώρα τα νεκροτομεία είναι κλειστά.
σε κάποιον έπεσε βαρύ το ανθρώπινο κρέας.
δυο χιλιάδες χρόνια σε τραγουδάω και συ
ψηφίζεις κ.κ.ε.
άλλοι πετούν αποτσίγαρα στους δρόμους
για τα πρεζόνια.
άλλοι φτιάχνουν χιονάνθρωπο από παιδικά οστά.
κι εγώ μαζεύω Τρωαδίτισσες στη βροχή.
το ποιητικό μου ζώο είναι μικρό. χωράει στην κιβωτό σας.
κάνω λάθος; τι; δε δέχεστε ακρίδες με κουσούρι;
μα, είμαι κούκος, Κύριε.
αχ, πόσο μου λείπει ο Βαραββάς.

*Αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική σελίδα του περιοδικού ‘Βαβυλωνία” στο http://www.babylonia.gr/2017/02/11/o-koukos-piitiki-sillogi/