ΓιώργοςΓκανέλης, Άλαλο

Το στόμα της πανσέληνου
Σε ολονύκτια ετοιμότητα
Να σπάσει θέλει τον κλοιό
Της επιβαλλόμενης σιωπής.

Κι αν λαλήσουν τα κοκόρια
Έχει ξυπνήσει η ποίηση
Κι αν ουρλιάξουν οι τρελοί
Σημάδι πως αντιστέκονται
Στη φρίκη του ρολογιού.

Δικαίωμα στην πολυφωνία
Να ξεδιπλωθούν οι λέξεις
Στην τσόχα τ’ ουρανού
Παρτίδα για κωφάλαλους.

Δώρα Κασκάλη, Ακάλυπτοι

Επισήμως απελπιζόμαστε.
Πέρασαν πια οι προθεσμίες
κι η επιθυμία θα σφραγισθεί
ελλείψει κρίσιμου αποθέματος.

Αυτοί οι δρόμοι γίνανε
για να απορροφήσουν
της προσδοκίας μας τον ήχο,
να λιώσουν τον σπινθήρα μέσα
στις παρελάσεις τόσων τακουνιών.

Αυτά τα μάτια αδειάζουν απ’ τα χρώματα.
Τόσο γαλάζιο κόντεψε να τα πνίξει·
είχε τη δύναμη το γκρι να πελαγώσει,
τα βότσαλα που γλίτσα μάζευαν
στην παραλία να στιλβώσει.

Τώρα σιωπή.
Ποιος δικαιούται να χαρεί;
Ποιος να απελπιστεί;
Επισήμως;

Σε κόγχη αθέατη
τον πόθο κάποιος στραγγαλίζει
τα χέρια κόβει της προσφοράς,
και τ’ ακουμπάει στοργικά πάνω στο κομοδίνο.

Σπάζει τις λέξεις
ρίχνει την ψίχα τους στα περιστέρια.
Ένα άλλο σώμα κοινωνεί. Σιωπή.
Τώρα σιωπή.

Στέφανος Μπεκατώρος, Δύο ποιήματα

ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ

Το κόκκινο χώμα φωνάζει* ακόμη φωνάζει
το κόκκινο υπέδαφος.
Ό,τι μας γέννησε ό,τι μας έθρεψε
είναι εκεί, βαθιά μας,
δεν αλλάζει
ώς το θάνατο.

Ποιος μίλησε ποτέ με τη σιωπή των πραγμάτων
ποιος άκουσε ποτέ το γρύλο των πραγμάτων
ώρα της άνοιξης
στις ανθισμένες εξοχές
πίσω από τα πλατάνια και τα δεντρολίβανα
κάτασπρες εκκλησιές
μαύρα πεντάρφανα πουλιά
ψαλιδωτές ουρές και μάτια χάντρες.

Πατρίδα μου
η πατρίδα του φωτός
της νύχτας
της ομίχλης
της αστροφεγγιάς.
Δέν ξέρω να μιλώ την ομορφιά της
εξόν
την ομορφιά της, που δε φαίνεται,
των υπογείων.

Πατρίδα των πραγμάτων
η πατρίδα μου
Ελλάς, Ελεάς, Αλιάς, Ηλιάς, Ιλιάς, Υλιάς
(ο altra cosa).

***

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΠΙΚΡΑΜΕΝΩΝ

Μια μέρα
εμείς οι πικραμένοι θα τραγουδήσουμε 
θα κοιταχτούμε βαθιά στα μάτια
ο ένας τον άλλον θα γνωρίσει
απ’ τα σημάδια της μοναξιάς
ή από τα καμένα μέρη που άφησαν
πάνω στο κορμί μας τα όνειρα
φεύγοντας.

Μια μέρα
εμείς οι πικραμένοι θα τραγουδήσουμε
όχι με λέξεις πιά
αλλά με άναρθρες χειρονομίες και χρώματα
με αγγίγματα και φιλήματα ηδονικά
μια μέρα
εκεί που τα δάκρυα θα δίνουν στη μοίρα ένα νόημα
εμείς οι πικραμένοι θα ιδρύσουμε
το βασίλειο του καημού μας.

*Από το βιβλίο “Πατριδογνωσία Επιλογή 1969-1981”, εκδ. Θεωρία, Αθήνα 1982.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Η επίγνωση του φοίνικ

Φωτογραφία: Αλέξιος Μάινας

Ι.

Και ξέρεις κάτι;
έσπασα.
Κάποτε είχα γράψει ψέματα
είμαι άτρωτος
αλλά άκου με λίγο:
έσπασα.
Πλέον έχω κάτι από την επίγνωση
του φοίνικα
το γεγονός ότι ανασταίνεται
δεν κάνει τίποτα μπροστά στην ανάμνηση
του κάθε φορά θανάτου του
των όσων προηγήθηκαν.
Η ζωή επανέρχεται
αλλά η μνήμη μένει.

ΙΙ.

Κι είναι που ήξερε πόσα βουνά
που είχε πάνω τους πετάξει
είχαν σβηστεί και γίνει ένα με το χώμα.
Κι είναι που ήξερε πως τα λουλούδια κάτω του
θα ζούσαν για λίγες μέρες μοναχά
όσο όμορφα κι αν ήταν.

Θα μπορούσε κι αυτός κάποτε έτσι να τελειώσει
θεαματικά, να μην ξαναφουντώσει απ’ τις στάχτες
να τον σκεφτεί ένα μικρό λουλούδι
σαν κάτι όμορφο που χάθηκε
κυρίως: να πάψει να κουράζεται
χωρίς να ξέρει το γιατί
το πού πηγαίνει.

Όμως δεν μπορεί.
Ξέρει και νιώθει πως πρέπει ο κύκλος να μην σπάσει
πρέπει να συνεχίσει να γδέρνει τον αέρα με τα νύχια
και να βλέπει τον κόσμο από κάτω να πεθαίνει
αυτός
σαν να του έλαχε από κάπου να τραβάει με τις φτερούγες του
το αντίβαρο στον θάνατο.

Τόση ζωή δεν τη βαστώ
σκέφτεται
καθώς ετοιμάζεται για την επόμενη φωτιά.

*Από το http://diastixo.gr

Φωτογραφία: Κυριάκος Συφιλτζόγλου

Αιμόφιλος Τ. Ινφλουέντζας – Σεράτια Μαρκένσες

ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟ ΓΟΤΘΙΚΟ

πενθώ για τις λέξεις που εξέπεσαν ηρωικά
στην ευρύτερη περιοχή των χειλιών σου
τη νύχτα της ενδεκάτης σεπτεμβρίου μου
ή περίπου τότε

τα καλύτερα στιγμιότυπα:

στο εικοστό πρώτο λεπτό
το “θέλω” εκπίπτει σε “μπορώ”
το “σαγαπώ” σε “μαρέσεις”
αίφνης αλλάζουμε θέσεις
κι αρχίζω να κατρακυλώ

αν ήσουν κι εσύ εκεί
θα έστριβες σφαίρα τσιμισκή
και θα αγόραζες δώδεκα μαύρα πουκάμισα
από τον κύριο ζάρα

***

δεν το λέω εγώ
το λέει ο στρίνμπεργκ
είμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση

παίρνεις έξαλλη
τα κλειδιά του leopard
μόνος στο ναρκοπέδιο
κοιτάω τη σερβιτόρα

λίγο πιο έξω
ανθρωπιστικές οργανώσεις
σε πιέζουν να εφαρμόσεις
τη συνθήκη της γενεύης
πάνω μου

χαλαρώστε παιδιά
δεν χρειάζεται νά ‘ναι πόλεμος

τόσα εγκλήματα
γίνονται εν καιρώ ειρήνης

*Από τη συλλογή “Είκοσι τέσσερα σονέτα – για την πολιτική διαχείριση της ερωτικής απελπισίας” (και είκοσι τέσσερις μηχανές για το ίδιο περίπου πράγμα). Θεσσαλονίκη 2006. Τα σχέδια είναι απλές μηχανές του Vittorio Zonca (1568-1602) και προέρχονται από το βιβλίο “Νέα επιθεώρηση των μηχανών και των κατασκευών, για ποικίλες και ασφαλείς εφαρμογές” Πάδοβα 1607.

“Τσουνάμι – 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011” – Δύο χαϊκού



Μόνο ερείπια έμειναν στην πατρίδα το βουνό γελά

Saito Keisui, 77 ετών, Μιγιάγκι

Saito: «Το σπίτι μου απέχει πέντε χιλιόμετρα από την ακτή, ωστόσο το τσουνάμι έφθασε μέχρι εκεί σηκώνοντας κύμα ύψους ενός μέτρου. Πλημμύρισα όλους τους ορυζώνες δύο χιλιόμετρα ανατολικά του Εθνικού Αυτοκινητόδρομου No. 6 με βουνά από ερείπια. Καθώς όμως οι ορυζώνες ξαναπρασίνιζαν και οι κερασιές άνθιζαν στα βουνά, με καθησύχαζε η φράση “το βουνό γελά”».

Η φράση «το βουνό γελά» ή «χαμογελά» απαντάται ήδη σε κείμενα του 6ου αι. μ.Χ. Το κινεζικό ιδεόγραμμα για το «γελώ» ή «χαμογελώ» έχει και τη σημασία «ανθίζω», έτσι η φράση ουσιαστικά παραπέμπει στην άνοιξη.

***

’Ερποντας άλλος ένας μετασεισμός άνοιξης σκοτάδι

Okada Akiko, 78 ετών, Μιγιάγκι

Okada: «Κάτι έρχεται από τη μεριά της θάλασσας, σαν να έρπει στη γη και φθάνει μέχρι το κρεβάτι και την πλάτη σου και σε κουνάει -έτσι αντιλαμβάνεσαι τον μετασεισμό. Ο φόβος που σου προκαλεί δεν συγκρίνεται ούτε κατά διάνοια με αυτόν των αεροπορικών επιδρομών. Έμαθα στο πετσί μου τον τρόμο των φυσικών καταστροφών».

Η φράση «άνοιξης σκοτάδι» παραπέμπει στο σκοτάδι μιας ανοιξιάτικης νύχτας και παραδοσιακά σννδέεται με την αέρινη πνοή ζεστασιάς, γεμάτη αρώματα λουλουδιών.

*Μετάφραση από τα αγγλικά: Χριστίνα Λιναρδάκη.
**Από το βιβλίο “Τσουνάμι – 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011”, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2016.

Κωνσταντινος Γαλάνης, Μοιρολόι

Αυλητές, αηδονιού σωσίες,
ράγισαν
στων ματιών σου
τ΄αστεροσκοπείο.
Πλανήτες, τρεχούμενα νερά,
κυλούν
στις αναμνήσεις.
Σεληνοστέφανο,
άγγελοι σού φόρεσαν,
μαλάματα της φύσης.
Χάρος, φθόνου η οργή,
σε πήρε για σεργιάνι.
Μελανοδοχείο, πια ,
των τριαντάφυλλων το χρώμα.
Μοιρολογιών υφάντρες
κέντησαν του Ήλιου
κομποσχοίνι.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Έτσι

έτσι
θα ξεκινήσουμε για τον ουρανό
ανοίγοντας τα φτερά μας
όχι απαγγέλλοντας ψαλμούς
ή γλείφοντας δάκρυα
αλλά τολμώντας το δυνατό
έτσι
θα μπούμε στον παράδεισο
όχι με το χατίρι του θεού
αλλά με έφοδο

Τάσος Λειβαδίτης, Γυναίκες

Photo: Εdouard Boubat, Ed van der Elsken

…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του
παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…

Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.

Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
Λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε;
Τι ψάχνουμε παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη.
Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…

*Απόσπασμα από την «Καντάτα 1960».

Βασίλης Βασιλειάδης, Ερωτικό ποίημα

ΕΠΑΡΧΙΑ τοῦ κόσμου
χῶρος μονήρης κι ἔμπειρος τῆς ἀλήθειας παραχαράκτης
μὲ ὀμορϕιὰ λαγνικὴ
γεμάτος τοπία ἀποστημάτων τῆς ζήσης
ἐδῶ
ἐχέμυθα διανύουν τὴν καριέρα τοῦ ἰσοβίτη οἱ ἄνθρωποι
ἄλλοι ἔνδοξοι κι ἄλλοι ἀνώνυμοι
ζαβλακωμένοι ταριχευτὲς τοῦ νεκροῦ ὄνειρου
ἀϕουγκράζονται μνησίκακα τὸ γίγνεσθαι τοῦ χρόνου
Καθημερινή.
Ἀπὸ βραδὶς συνωμότες τῆς ἐπιβίωσης
ὁ καθένας τοῦ ὀξειδωμένου Ἐγὼ ἀνάδοχος
προσπαθεῖ νευρωτικὰ ν’ ἀξιοποιηθεῖ.
Ἄτρωτοι στὴ θέα παραλυμένων ἀξιῶν
ἐξαγνίζουν σὲ ὄρθρο ἁγίων τὰ ἔμπυα ἀξιώματα
σ’ αὐτὸν τὸν βόρβορο
οἱ ἄνθρωποι κρύβουν καλὰ τὴν ἀποσύνθεση
κάτω ἀπὸ τὸ γυαλισμένο δέρμα τους.
Ἀγαπημένα ζευγάρια,
νυμϕίοι σὲ προοπτικὴ μειωμένη
ἀπαστράπτουν ἐνδυόμενοι τὶς τήβεννους σκεπτόμενων ἐραστῶν
ἀνέραστοι
ἀγναντεύουν τὸν ἔρωτα βαλσαμωμένο
ἐρεβικοὶ κοπρομήκυτες τὰ συναισθήματα
εἰσελαύνουν ἀνόσια σ’ ἀλλοτριωμένα αἰδοῖα
κι ἐγὼ
μὲ ὀϕθαλμὸ ϕαλλὸ διαστελλόμενο
παρακολουθῶ τὶς σπερματικὲς πλημμυρίδες στὰ ὑπογάστρια.
Μεσάνυχτα
ἀναμένοντας τὸ μουχλιασμένο αὔριο
στὸ Μανχάτταν-Pup τοῦ Λουκᾶ ἀκοῦν Alabama Songs
ἔχουν ὑποκύψει στ’ ἀπωθημένα τὰ ἐνδότερα οἱ θερσίτες
ἐπενδύουν στὸ ἀνυπόστατο
προικοθῆρες τῆς ἐλάσσονος ἀλήθειας
μὲ σπασμοὺς ἐπιληπτικῆς γνωσιολογίας
σχεδιάζουν τὴ ζωή τους
εὐωδιασμένα ἀπορρίμματα
καὶ νευρώσεις αἰωρουμένων ὀνείρων
Συνέβη στὴν ἐπαρχία ἀνεπάντεχα
τὴ νύχτα ἐκείνη δίπλα στὴ λίμνη
τρισέρημοι ζούσαμε τὴν ὕστατη ἀλήθεια τῶν ὀνείρων μας
ἀνάμεσα στὶς μηλιὲς
ἀγκαλιασμένες οἱ σκιὲς δυὸ ἀνόμοιων
ἀνάσαιναν τὸν ἔρωτα
ἡ λυρικὴ χημεία ὑγροποιοῦσε τὰ συναισθήματα σὲ ἐκχειλίσματα τῶν
βλεννογόνων.
Ἀνάσκελη σϕαδάζεις ἀπὸ ἔκσταση
ἡ γλώσσα τοῦ πάθους μου στραγγίζει ἀπὸ τὸ ϕουσκωμένο σου μουνάκι
τὸ ἐξωτικὸ κοκτέιλ τῆς καύλας σου
ξεδιψάω τὶς λαχανιασμένες μου αἰσθήσεις
στολίζει ὁ ἀγέρας τὰ μαλλιά σου μὲ χαμομήλια καὶ ρημολούλουδα
ἀκούγεται νὰ ϕλοισβίζει στὰ ϕλογισμένα σου χείλη ἡ ψωλή μου χαμογελαστὴ
ἀργοκίνητη ἡ ἀπόλαυση τοῦ ἔνστιχτου
ἀποκαλύπτει τὴ γνώση ἀναλϕάβητη
ριγμένη μπρούμυτα ἀϕήνεις τὸν κουρσάρικο ϕαλλὸ νὰ λεηλατεῖ τὴ βαθύκολπη εἰλικρίνεια
μὲ ἐπιθέσεις ἀπανωτὲς ἀνάμεσα στὰ στυλωμένα σου κωλομέρια
μὲ ριπὲς στεναγμῶν ἡ ἡδονὴ ἐκτελεῖ τὴν καμαρωμένη ψευτιὰ τοῦ ἀτομικισμοῦ
ἀνυποψίαστος
βυζαίνω τὴ θελημένη κοινοχτημοσύνη ἀπὸ τὶς ὀρθόστητες ρῶγες σου
ποὺ στέκονται περιγελαστικὰ καταντίκρυ στὴ σελήνη
τὴ θρασὺ ἡδονοβλεψία αὐνανιζόμενη
οἱ καρδιὲς ταχύρρυθμες
ἀναπηδοῦν ἀπὸ τὰ στόματα ϕωνήεντα εὐγνωμοσύνης
ποὺ τραγουδοῦν τὴν εὐτυχία μας
χτυπᾶμε τὰ κορμιά μας μὲ τὰ βρωμισμένα λόγια τῆς ἱδρωμένης ϕαντασίας
τανυσμένοι πέρα ἀπὸ τὴ χρήση τῆς βιολογίας τῶν σπασμωδικῶν πηδημάτων
συνθλίβουμε τὶς καμπύλες μας σὲ μία καὶ μόνη ἀλήθεια
καταργώντας τὰ σύνορα τῆς ἰδιωτικῆς μας συνείδησης
θερμὰ βογγητὰ
εὐνουχίζουν τοὺς ἀγκιτάτορες τῆς οὐσίας τῆς ζωῆς τῆς πέτρινης
δὲν χρωστᾶμε τίποτε στοὺς μαστροποὺς τοῦ ἔρωτα
κι ἂς μᾶς ποῦνε σοδομίτες
εἶναι τιμή μας νὰ κάνουμε τὴν ἠθικολογία τους ἀνήθικη
στὴν ἀγυρτεία τοῦ ἄξεστου τῶν θαυμάτων πολιτισμοῦ τῶν homo sportivus
ἀπαντοῦμε μὲ τὴ λάγνα γλώσσα τοῦ DNA
τρεμουλιάζουν τὰ μπούτια σου
τὸ σπέρμα χωρισμένο ἀπὸ τὸν ἁρπαχτικὸ ἐπιβήτορα ἑαυτό του
πλαγιάζει ἁπαλὰ στὰ χείλη σου
τί ὀργασμὸς σημαδιακὸς κι αὐτός…
σείστηκαν τὰ κειμήλια τῆς διπλῆς ζωῆς τῆς ἁγιοσύνης τοῦ Βυζάντιου
καὶ τοῦ Βατικανοῦ·
τώρα
εἴμαστε μ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπινους ἀγγέλους,
τοὺς μόνους ἀληθινούς,
ποὺ θητεύουν ἄοκνοι στοὺς ὑπαρξιακοὺς ρυθμοὺς
μὲ τὰ μυαλὰ γυμνὰ ἀπὸ τὴν γοητεία τῆς ϕθηνῆς πολυεστερικῆς σκέψης
εἴμαστε μ’ αὐτοὺς ποὺ γελᾶνε,
γελᾶνε ἀσταμάτητα
ἀμϕισβητῶντας τὴ σκυθρωπὴ πίστη σὲ ἰσχυρογνώμονες ἀλήθειες
αὐτὲς τὶς τυραννίες τὶς ὕπουλες
θητεύουμε ἀπομονωμένοι τὸ μέλλον
ἐδῶ
ἀνάμεσα στὰ ἁγιοκλήματα τῶν ἀρωματάρηδων κήπων τοῦ ἔρωτα
ἥδιστα παραδομένοι στὴ ζεστασιὰ τῆς ἀρχέγονης τελετουργίας τοῦ πάθους γιὰ τὴ ζωή·
ἐπιτέλους τώρα
εἴμαστε μ’ αὐτοὺς
ποὺ ξέρουν τὴν τέχνη ν’ ἀκοῦν τοὺς παλϕασμοὺς τοῦ πέλαγους
μέσα ἀπὸ τὸ σιωπηλὸ κογχύλι
ἀϕήνοντας σὲ ἄλλους διάστροϕους,
τοὺς ἐπίγονους σάπιων γνωσιοπαραγωγῶν,
νὰ τὸν καταστρέϕουν
ἐξηγώντας τον σὲ ἀϕόρητα πληκτικὲς ἀράδες
–γιὰ τὸν ἔρωτα μιλάω,
τὸ ρῖγος τῆς ποίησης
κι ὄχι γιὰ τὴν κακομοιριὰ τῶν συστημάτων τῆς ἐρωτικῆς λογικῆς–
Στὸ σύθαμπο τῆς ἀνοιξιάτικης αὐγῆς
μοιάζεις μὲ τοπίο ποὺ ἀχνίζει τὴ δροσιὰ τῆς αὐθεντικότητας
ξέγνοιαστη ἀπὸ τὶς ϕροντίδες τῆς ϕιλαυτίας σου
ἐγκατοπτρίζεσαι στὴν ἀμοιβαιότητα
προέκυψες μιὰ νέα σύνθεση μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἔρωτα
περήϕανη κι ὄμορϕη Γυναίκα
ξεϕλουδισμένη ἀπὸ τὸ πεπρωμένο σου
–ἀκόμη σὲ θυμᾶμαι Κικο–
Ἀνιχνευτὲς τῆς ἐλπίδας
μέσα στὸ πουθενὰ τῶν ψηϕιακῶν χρόνων
ἀναζητούσαμε τὴν πρώτη γραϕὴ τῆς ζωῆς σ’ αὐτὸ τὸ ταξίδι·
ἐσὺ
ἀμάχητη κι ἀναντίρρητη
ζοῦσες τὴ στιγμὴ ἐλεύθερη
ξεχνῶντας γιὰ λίγο
ὅτι κατάγεσαι ἀπὸ γένος ἐνδόξων ἀπολογητῶν τῆς λογικῆς τῶν ἔσχατων
μὲ βουλιμία τὰ χείλη σου γεύονταν τὴν πικροδάϕνη
στυϕὲς ϕιλοδοξίες
νὰ νιώσεις TRIUMPHALIS μὲ παράτα θριάμβου σὲ στράτα ἀνθρωποέρημη·
κι ὅμως
δὲν ξεγέλασε τὴν ἀλλοτρίωση ἡ ἀπροσδόκητη εὐτυχία τῆς ἡδονῆς.
Ἡ κερδοσκοπία
ὑποψιασμένη ἀπὸ τὴν προσπάθεια τῆς ἀναίρεσής της
μειώνει τὴν ὀμορϕιὰ τῆς θελημένης μας λεηλασίας
σὲ μιὰ ἀκόμη συναλλαγὴ ἐγωτισμῶν·
ταγμένη σὲ ὅ,τι σημαίνει
ταχτοποιήθηκες μὲ κινήσεις ὑπολογισμένες
στὴν κομψὴ πανοπλία τῶν συμβόλων τῆς μόδας
ἀϕάνισες τὴ Γυναίκα
τὴ νοτισμένη μὲ ἀνευλάβεια πρὸς τὴν ἐποπτεία τῶν τερατώδικων μυθευμάτων
κι ὀργανωμένων ἐνοχῶν
ἔργο τῶν συνεργείων τῆς ἀνάλγητης κοινωνικοποίησης
κι ἄλλων τσιλιαδόρων τῶν προδιαγραϕῶν τῆς ἀπαλλοτρίωσης,
αὐτὴ τὴ Γυναίκα
ἀνάστημα ἀϕιλοπερίεργο
πρὸς τὰ καθέκαστα τῆς ἰσόπεδης λογικῆς
αὐτὴ τὴ Γυναίκα
σχῆμα ἀλλεργικὸ
πρὸς τὴν ἀσκητικὴ τῶν ἐμπαθῶν ρημάτων ἠθικῆς τάξης ἀσπόνδυλης
καὶ κωλοπαρμένης
ποὺ κατὰ τ’ ἄλλα ἐπιμένει νὰ ὁσιωθεῖ ἡ ἀνθρωποκτόνα
μοστράροντας τὴν παρθενορραϕή της
ὡς τεκμήριο ἀθωότητας,
αὐτὴ τὴ Γυναίκα
ποὺ δοκίμασε νὰ ξοδευτεῖ σὲ αὐτὸ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀκόμα
τὴν ἀνεπιτήδευτη ἐρωτικὴ συνεύρεση
μέσα ἀπὸ τὴν ἀναίρεση τοῦ κόσμου τοῦ λιμνασμένου
στὴν παλιοϋπόθεση τοῦ ἐϕησυχασμοῦ στοὺς τεχνητοὺς παράδεισους
τῶν ἐνδοτισμῶν ποὺ μᾶς ἐκϕυλίζουν.
Ἀνασϕαλὴς ἀπὸ τὴν αὐτονομία σου
ἐπιστρέϕεις στὴν παθολογία τοῦ κύρους τῆς κοινωνικοποίησης
νὰ σὲ χειροκροτοῦν τροπαιοϕόρα τῶν λογικῶν παραμέτρων
πέντε ὀπαδοὶ
–ἂς εἶναι δέκα κι ἑκατὸ
ἂς εἶναι μιὰ πλειοψηϕία νωθρῶν χειραγωγήσιμων–
Σὲ βλέπω
ἔρμαιη συνειρμῶν κυνηγῶν τῆς ἀναρρίχησης
νὰ ἐπανέρχεσαι εὔϕρων
κόβοντας τὸ ἀλισβερίσι μὲ τὶς μυστικὲς ἀνθοϕορίες τῆς ἄνοιξης·
τελεσίδικο τέλος
μὲ τὸν ἐχθρὸ τῆς πόλης
ἐμένα
ποὺ ἀκόμη δὲν ἀκροβολίστηκα στὴν ἀποδοχή.
Νιώθεις ἐϕησυχασμένη κι ἀμαρτύρητη.
Γελιέσαι.
Λαξεύτηκε στὸ βράχο τῆς ζωῆς σου αὐτὸς ὁ ἔρωτας
αὐθαίρετα
ἀπὸ χέρι παπαρούνας κόκκινης
κι ἂς μὴν τὸ ὁμολογήσεις ποτέ.
Ζάμπλουτος ἀπὸ ἀχτημοσύνη
σὲ ἀϕήνω στὴν προγονοπληξία τῶν ἐπετείων
νὰ χειροκροτᾶς τὴν κλειτορίδα σὲ στύση
ποὺ παρελαύνει μὲ βυζιὰ νταρντάνικα στὸ βηματισμό

*Το ποίημα αυτό είναι κομμάτι είναι από τό ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ long poem, εκδόσεις Σαιξπηρικόν.