Στέλλα Δούμου, Δύο ποιήματα

ΦΩΝΑΞΑΝ

η γεύση του ξιδιού είναι σε κάθε γλώσσα
που μουρμουρίζει ασθμαίνοντας:«Θεέ μου,
θεέ μου,γιατί με εγκατέλειψες»

Ράνταλ Τζάρελ

Το θέατρο γέμιζε με ρυθμό υπαγορεύσεως
έξω έβρεχε δάση
οι σκιές που έπιναν παχύ νερό γίνονταν πουλιά
και λίγο μακρύτερα ο δήμιος έκανε καλά τη δουλειά του:
με ταχύτητα πηγαδιού εξαφάνιζε τα συμβάντα.

Το θέατρο άδειασε όλα ξανάγιναν ήσυχα.
Αγάλματα υπογράφουν αυτόγραφα.
Στο αεί του νυν καρδιές αγίων περιφέρονται σε ξύλινα μπολ.
Κανείς δεν εξάπτεται.
Όλες οι γιορτές έχουν ματωμένα ονόματα.

(επειδή δε συναντηθήκαμε σε στέρεο έδαφος
κι ήρθαμε από μέρες που τις πυροβόλησαν στα μάτια
χύμηξαν ορδές ανθρώπων και μας ξέσκισαν
με στριγκλιές
μας φώναξαν με λανθασμένα ονόματα
-όχι πάντως τα δικά μας-
φώναξαν,σκουπίδια
φώναξαν,λεροί
φώναξαν,παρίες

εμείς απλώς δείχναμε με το δάχτυλο την καρδιά μας.
‘Αλλη γλώσσα δεν ξέραμε).

***

ΤΑ ΦΤΕΡΑ

τα γύψινα σφυρά μας
δεν αντέχουν την επέτειο της βροχής
αχνίζουμε σε στάση προσοχής
κι όπως τρίβεται και λιώνει ο τρόπος
να στεκόμαστε ορθοί
παρακαλάμε με στόμα απίθανο
να φυσήξουνε οι άνεμοι που θα μας επιστρέψουν
τα φτερά τους.

*Από τη συλλογή “Χρονορυχείο”, Εκδόσεις “Θράκα”.

Αντώνης Στασινόπουλος, Πέντε ποιήματα

Φωτιά ονείρων

Οι τρύπιες μαύρες γαλότσες μου χάσκουν
σαν κρατήρας ηφαιστείου.
Πάγωσε η λάβα
μούλιασαν τα πόδια
κολλάνε στη λάσπη.

Μεσάνυχτα.
Καταραμένη μπόρα
δε λέει να σταματήσει
αστραπές φτιάχνουν χαράδρες στον ουρανό.

Ανημπόρια με πιάνει
ύστατο περόνιασμα.
Φωτιά ονείρων φτιάχνω
εστία να ζεσταθώ.

***

Παλμός

Τα άστρα αποσύρονται
η νύχτα υποδέχεται την αυγή.
Η κίνηση στους δρόμους αρχίζει
η πόλη ξύπνησε.
Όνειρα προσδοκίες
αναμένουν στις αφετηρίες των λεωφορείων
γνωστά δρομολόγια.
Φουντώνει ο παλμός της πόλης
και οι παλμοί της καρδιάς μαζί.

***

Αταξινόμητο

Φουρτούνα
οι ψυχές μας βάρκες ανεμοδαρμένες
στο αρχιπέλαγος των σχέσεων.
Ο ήλιος εκτυφλωτικός
θαμπίζουν τα μάτια
πλανώνται ανήσυχα στον ορίζοντα.
Μπορεί και να βρουν εσένα
τον καθένα μοναχικό άνθρωπο.
Η ψυχή διψάει για ταξίδια στο φως.
Τα ανθρώπινα πάθη ατελεύτητα.
Και καθημερινή ευτέλεια δεν εκφράσαμε,
είδος αταξινόμητο οι φίλοι μου κι εγώ.

***

Μουσαφίρηδες

Η κάμαρα λιτή
ο λαμπτήρας κιτρινωπός
τρεις-τέσσερις καρέκλες γύρω από το τραπέζι.
Αποτσίγαρα στο τασάκι
προσμετρούν το χρόνο.
Εφημερίδες και βιβλία περί πολέμου.
Άλλο ένα τσιγάρο
αναμονή για τους μουσαφίρηδες
νύχτα βαριά Φεβρουαρίου
παγωνιά και βροχή.
Πού θα καταλύσουν οι μουσαφόρηδες;

***

Σμίξιμο

Τα ποτάμια ορμητικά
τα νερά τους συνουσιάζονται με τη θάλασσα.
Ταξιδεύουν τα νερά από τις βουνοκορφές
ανάμεσα από έλατα, πεύκα,
οξιές και πλατάνια
κιτρινοπράσινο συναντά το βαθύ γαλάζιο.
Στις όχθες των ποταμών
και στις ακτές της θάλασσας
χωριά και πολιτείες.
Πόσα όνειρα και πόθοι στα νερά;
Χωριά και πολιτείες εν πλω σμίγουν.
Είναι εδώ και εκεί οι ψυχές μας
στα ορμητικά νερά των ποταμών
και της φουρτουνιασμένης θάλασσας.

*Από τη συλλογή “μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.

Lenore Kandel, Δύο ποιήματα

Lenore Kandel, poet. Jack Keroack modelled a character after her; beatniks chanted her poetry from the rooftops. Her work, which includes erotic prose that resulted in an obscenity trial, remains mostly unpublished.

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΡΩΤΑ

δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι στον έρωτα / μόνο όμορφοι
σ’ αγαπώ μ’ όλους τους τρόπους
σ’ αγαπώ / ο πούτσος σου μέσα στα χέρια μου
σαλεύει σαν πουλί
στα δάχτυλά μου
καθώς εσύ πρήζεσαι και γίνεσαι σκληρός μέσα στο χέρι μου
ζορίζοντας τα δάχτυλά μου ν’ ανοίξουν
με την αλύγιστη σου δύναμη
είσαι όμορφος / είσαι όμορφος
εκατό φορές όμορφος
σε χτυπώ με τα στοργικά μου χέρια
με τα βαμμένα ροζ μακριά μου δάχτυλα
σε χαϊδεύω, σε λατρεύω
οι άκρες των δαχτύλων μου… οι παλάμες μου…
ο πούτσος σου σηκώνεται και χτυπά μέσα στα χέρια μου
μία αποκάλυψη / όπως η Αφροδίτη τη γνώρισε
ήτανε κάποτε μια εποχή που οι θεοί ήταν πιο αγνοί
/ θυμάμαι νύχτες μέσα στο αγιόκλημα
οι χυμοί μας πιο γλυκοί από μέλι
/ ήμασταν ο ναός και ο θεός ολάκερος/
Είμαι γυμνή πάνω σου
και φέρνω το στόμα μου σε σένα
αργά
λαχταρώ να σε φιλήσω
και η γλώσσα μου σε προσκυνά
είσαι όμορφος
το σώμα σου στρέφεται σε μένα
σάρκα με σάρκα
δέρμα που γλιστρά σε δέρμα χρυσό
όπως το δικό μου στο δικό σου
το στόμα μου, η γλώσσα μου, τα χέρια μου
η κοιλιά μου και τα πόδια μου
πάνω στο στόμα σου, στον έρωτά σου
γλιστρώντας… γλιστρώντας…
τα σώματά μας κινιούνται και ενώνονται
ανυπόφορα,
το πρόσωπό σου πάνω μου
είναι το πρόσωπο όλων των θεών
και των όμορφων δαιμόνων
τα μάτια σου…
έρωτας αγγίζει έρωτα
ναός και θεός
είναι ένα

***

ΜΙΚΡΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΠΕΣΜΕΝΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ

τόσοι πολλοί φίλοι μου είναι πρεζόνια
τόσοι πολλοί από τους ψυχικά κοντινούς μου κάνουν
τατουάζ πάνω τους αόρατες αποκαλύψεις
χαράσσοντας τις διακηρύξεις τους στην αιθέρια συνείδηση με
μικρά ίχνη από πατήματα ζώων που απλώνονται απ’ τη μια άκρη
των δαχτύλων στην άλλη,
μια ματοβαμμένη ευλάβεια όμοια με το ιερό περιδέραιο της Kali (1)
με τα πενήντα ανθρώπινα κρανία

Kali-Ma, Μητέρα Kali – Kali-Ma, Μητέρα Kali,
τόσοι πολλοί φίλοι μου ξεμένουν από αίμα, οι φλέβες τους
καταρρέουν, τους παίρνει μισή ώρα να φτιαχτούν
το αίμα τους ψιθυρίζει μέσα από τα κορμιά τους
τραγουδώντας τον ίδιο του το θάνατο
με μια φωνή από φωτιά, με μια φωνή παγετώνα, με μια φωνή
από άμμο που φυσά παντοτινά πάνω απ’ το κενό

Kali-Ma, θυμήσου το δώρο της ζωής όπως το δώρο του θανάτου
Kali-Ma, θυμήσου ο πόθος είναι για διαφώτιση κι όχι για λήθη
Kali-Ma, τα κόκκαλά τους γίνονται ελαφρύτερα – βοήθησέ τους να πετάξουν
Kali-Ma, τα μάτια τους καίγονται με τον πόνο της φωτιάς – βοήθα τους να δουν με διάφανο φως

Kali-Ma, μέχρι θανάτου τούς τραγουδά το ίδιο τους το αίμα ■
θύμησέ τους τη ζωή που ακόμα μια φορά θα γεννηθούν,
θύμησέ τους ματωμένα να γλιστρήσουν
μέσα από τις πύλες τού Ναι,
ν’ αφήσουν τα χέρια τους και να μην προσπαθήσουν
να παύσουν την κίνηση του ρέοντος Τώρα

τόσοι πολλοί φίλοι μου έχουνε πέσει μες τη λευκή ζέστα
της μόνης φλόγας
μπορεί και να πετάξουν πιο ψηλά ■ μπορεί να μην υπάρχει τέλος
στο πέταγμά τους

1. Kali – σκοτεινή ινδουιστική θεότητα του Χρόνου, της Αλλαγής και του θανάτου, η Μητέρα όλου του Κόσμου για τους λάτρεις της.

Η ποιήτρια Lenore Kandel γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη. To 1960, έχοντας ήδη ασπαστεί τον βουδισμό, ταξίδεψε στο Σαν Φρανσίσκο, όπου συνάντησε τον Κέρουακ και γνώρισε τον κύκλο των μπητ.
Έγινε ευρύτατα γνωστή το 1966 με την ποιητική της συλλογή «The Love Book», η οποία απαγορεύτηκε ως άσεμνη και πορνογραφική, ενώ η Kandel κυνηγήθηκε δικαστικά. Παρά τις πολλές δημοσιεύσεις της δουλειάς της, κυκλοφόρησε μόνο μία εκτενή ποιητική συλλογή, το 1967, με τίτλο «Word Alchemy».
To 1970, εξαιτίας ενός μοτοσυκλετιστικού ατυχήματος αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή, αλλά συνέχισε να γράφει. Πέθανε τον Οκτώβριο του 2009 από καρκίνο του πνεύμονα.

*Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια. Οκτώβρης 2013.

Κωνσταντίνος Καλυμνιός, Τρία ποιήματα

ΠΑΜΒΩΤΙΣ Δ’

Δίγλωσσες εποχές.
Πάνω στα ξέσκεπα
από τα νούφαρα
και το σάλιο του χρόνου
τραπεζομάντηλα
κεντημένα με ιδεογράμματα,
χαράσσουμε
τη γεωμετρία
των ισοσκελών τριγώνων.
Εξισώνουμε
ένα στενό
σαν τη λήθη,
αδίστακτο ηφαίστειο,
με το παράστημα
του θανάτου.

***

ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ

Οι υποκίτρινες κόγχες
των αδειανών τύμβων
δεν τηλεφωνούν
μεσημέρι.
Κάποια άλλα
τάματα βρώσιμα
κατοπτεύουν σιωπηλά
τις έκτοπες κυήσεις
των βρυκολακιασμένων.

***

ΝΕΑ ΖΩΗ

Ολέθρια μπεράτια
κουλούριαζε
επάνω στην ταφόπετρα,
το νεογνό
της οχιάς.

*Από τη συλλογή “Μητρίδες”, Εκδόσεις Απείρωταν, Μελβούρνη 2017.

Αθανάσιος Πάσχος, Τρία ποιήματα

Στο βάθος του χρόνου

Τα σώματα
Δύο γιγάντιες αγνύθες κρεμασμένες
Από το στόμα τ’ ουρανού.
Οι έρωτες το ριζικό του κόσμου
Συνεχίζουν να υφαίνουν…

***

να ζήσουμε

αυτό μας μένει
να ζήσουμε
δηλαδή να βιάσουμε τον ήλιο
να φωτίζει πιότερο
να κολυμπήσουμε στο φωτόνερο της σελήνης
να μιλήσουμε στη θάλασσα
αυτό μας μένει
και είναι τραγικό να το αποφεύγουμε
μήπως είναι απαίσιο ψέμα
δεν υπάρχει χρόνος
κάθε μέρα χάνεται ένα κομμάτι κορμί
και στο τέλος θα μείνει η καρδιά
ζητιάνα να γυρεύει ελεημοσύνη
να ζήσουμε
να μαζέψουμε όλους τους ήλιους που δεν περισσεύουν
και δε θα μαστε οι φτωχοί θεριστές
των ασφόδελων της νύχτας…

***

Τα χέρια ενωμένα

προσεύχομαι στην εικόνα της Καρδιάς,
ακίνητος με βλέμμα, που περιμένει σημείο,
μέσα της,
χελιδόνι να πετάξω ανάμεσα σε αιθέρια μαλλιά,
παπαρούνα ν’ ανθίσω σε σώμα λιπαρό,
με τον Έρωτα κρυφτό σε πορφυρά μάγουλα
παίζοντας
την Πυθία σε οίστρο του αναστεναγμού
και για της ήβης το ιερό νερό, δοχείο από λευκό μάρμαρο
οι παλάμες μου
κρατώντας λύρα στον εαρινό χορό των μουσών,
κάνω τάμα
η στάχτη μου να φωλιάσει στη λήκυθο του έρωτά σου…

*Από τη συλλογή “Ζω ονειρευόμενος”, εκδόσεις Γαβριηλίδη. Τα πήραμε από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/12738

Octavio Paz, Ο δρόμος

Ιδού ένας μακρύς και σιωπηλός δρόμος.
Περπατώ μέσα στη μαυρίλα και σκοντάφτω και πέφτω
και σηκώνομαι, και περπατώ στα τυφλά, τα πόδια μου
τσαλαπατούν τις σιωπηλές πέτρες και τα ξερά φύλλα.
Κάποιος πίσω μου επίσης τσαλαπατά, πέτρες, φύλλα:
εάν επιβραδύνω, επιβραδύνει κι αυτός
εάν τρέξω, τρέχει γυρνάω: κανένας.
Τα πάντα σκοτεινά και άθυρα,
μόνο τα βήματά μου με αναγνωρίζουν,
Στρίβω και στρίβω μέσα απ’ τις γωνίες
που οδηγούν παντοτινά στον δρόμο
όπου κανένας δεν περιμένει, κανένας δεν μ’ ακολουθεί,
όπου κυνηγώ έναν άντρα που σκοντάφτει
και σηκώνεται και λέει όταν με βλέπει: κανένας.

*Μετάφραση: Κώστας Δρουγαλάς. Από το περιοδικό “Ένεκεν”.

Π. Ε. Δημητριάδης, Τα οδοφράγματα

Θα βάλω τη μάνα μου
να μου σιδερώσει
το μαύρο μπουφάν,
εκείνο που φορούσες
ένα διάστημα
όταν πήγαινες στη δουλειά
(τότε σε ήθελαν στην τρίχα,
τώρα δε σε θέλουν καθόλου),
θα φορέσω από μέσα μια κουκούλα
«ΑΣΙΞ ΤΖΕΛΕΒΕΪΤΟΡ»,
θα πάρω και το σιδηρολοστό
(άχρηστο πια για την κιθάρα…)
και στο Τέννις, στη Λεωφόρο
Αλεξάνδρας, στα οδοφράγματα
θα τρέξω,
έτσι, χωρίς ιδεολογία,
χωρίς εχθρό,
με σκέτη οργή,
με μια εικόνα μόνο
στο κεφάλι μου,
αυτή που με στοιχειώνει
απ’ όταν έφυγα
για τελευταία φορά
απ’ το σταθμό του Η.,
το κοριτσάκι
που θα έχει τα μαλλιά της
και θα κλαίει απ’ τα μάτια μας
(ναι, τα μάτια μας),
μέσα από τους καμένους
κάδους και τις πέτρες,
μέσα από τα σπασμένα τζάμια
του Α.Τ. Σαρόκου
και τα πυρπολημένα αυτοκίνητα,
μέσα στα δακρυγόνα
και τις μολότωφ,
θα ζωγραφίζει με τη στάχτη
και τα δάκρυα
τα ΜΑΤ να με χτυπάνε
στο κεφάλι
χωρίς οίκτο
και θα φωνάζει τ’ όνομά μου
(ούτε «μπαμπά», ούτε «δάσκαλε»),
την ώρα που θ’ αφήνω την πνοή μου
πάνω στα πεζοδρόμια
που -έφηβος-
μέσα από τα μάτια σου
αγάπησα.

9.12.08

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘Τεφλόν” Νο 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-10.

Joffre Stewart, Δύο ποιήματα

ΕΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΔΕΙΣ, ΤΟΤΕ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΕΞΟΥΣΙΑΣΤΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ;

Δεν γνωρίζω πόσα πολλά ζευγάρια μάτια
που κοίταζαν προς τον ουρανό
ένα αυγουστιάτικο πρωινό της εναέριας υπεροχής των ΗΠΑ
σήκωσαν το βλέμμα τους
σε κείνο το σημείο
όπου η ιστορία άλλαξε στην πυρηνική εποχή

Το να βλέπεις την ιστορία
με μια τύφλα
ίδια μ’ αυτή του Αϊνστάιν και των πολιτικών
είναι κάτι που πρέπει να σε απασχολήσει…

Κάποιοι με τα νώτα τους στραμμένα στη ΒΟΜΒΑ
άφησαν τις σκιές τους πάνω
στο μπετόν που τους προστάτευε από
τις λάμψεις του μυαλού του Αϊνστάιν.
Και τόσοι πολλοί τουρίστες,
αν και βλέπουν εκείνες τις σκιές ν’ αχρηστεύουν το μέλλον τους,
δεν ριζοσπαστικοποιούνται
καταστρέφοντας τη ρίζα της Κυβέρνησης,
αρνούμενοι να πληρώσουν φόρους και
μεταδίδοντας ότι
με τη μη-βία καταστρέφεται
ο πατριωτισμός
και ότι ο εθνικισμός είναι
ακόμα περισσότερο ανήμπορος για
κείνους που έζησαν τη
Χιροσίμα να θρηνεί στο σκοτάδι…

ΩΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΝΤΕ ΣΑΝΤ ΔΕΝ ΕΣΤΕΙΛΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ…

Η Δημοκρατία είναι μαζοχιστική
μιας και η Κυβέρνηση είναι περιττή

Απαλλαγείτε από το περιπό
και είστε ελεύθεροι απ’ αυτό που
σας ζορίζει να ψηφίσετε
… είτε το θέλετε είτε όχι

… Απαλλαγείτε από την Κυβέρνηση
και θα ξεφύγετε απ’ τους τραπεζίτες
και το έλλειμμα θα καταστραφεί,
αντί να κυνηγάτε μια δουλειά…

Ίσως
οι μαύροι είναι περισσότερο κερδισμένοι(;):
δεν είναι αναγκασμένοι να υπομένουν
μια αστυνομική προστασία
που ποτέ δεν έχουν…

*Γεννημένος στο Σικάγο (1925), ο Joffre Stewart αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στην ποιητική σκηνή των ΗΠΑ, καθώς με τον αδάμαστο χαρακτήρα και την ελεύθερη φωνή του αποτέλεσε σημαντική επιρροή για πολλούς νεώτερούς του ποιητές. Με έντονη δράση στα κοινωνικά πράγματα, ενεργός στο αντιπολεμικό κίνημα, άθεος, ο Stewart είναι γνωστός για την πολυσήμαντη συμμετοχή του στο αναρχικό κίνημα της βορείου Αμερικής και την ενεργοποίησή του με τους IWW. Αποποιούμενος την υπηκοότητά του το 1950, ο Stewart έχει συλληφθεί κυριολεκτικά δεκάδες φορές, για το χρώμα του, για παραβάσεις των νόμων περί στράτευσης, για τη δράση του στα πλαίσια του κινήματος ειρήνης και υπέρ των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

**Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητέες και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια. Οκτώβρης 2013.

Γιάζρα, Η φτώχεια σήμερα

Δεν έχω τίποτα να προτείνω, είμαι απλώς ένα πρωτόκολλο
η ζωή μου, ενδεκασύλλαβη και σχοινοτενής,
χωρίς μαχαίρι και κουτάλι, μα με τα μάτια δεκατέσσερα,
δε συμφωνεί ούτε σε γένος ούτε σε αριθμό
μ’ όσα γράφουν οι εφημερίδες, μ’ όσα ψιθυρίζουν οι εραστές.
Κρυώνει από θάνατο η ζωή μου -πώς ορθώνεται κι αγροικά!-
καθώς απομακρύνονται με τα κόκαλά τους υπό μάλης
το αλέτρι και το άλογο, η μάνα και οι εννιά της μήνες
μαζεύει τα χρόνια της, τον Μαρξ και τον Ένγκελς της,
ετοιμάζεται για την ξεροκαιριά, το θάνατο του σκύλου.
Λέω στον εαυτό μου, κουράγιο, μην απελπίζεσαι,
θα ’ρθουν σύντομα οι σύντροφοι,
θα ’ρθει η εποχή της σβάρνας και του δρεπανιού,
στ’ όνομα της ταξικής πάλης θα βαδίσουν τα τουφέκια,
κι οι προλετάριοι θα εκδικηθούν την ευτυχία,
το θριαμβευτικό πέρα δώθε των εμπόρων.

Δεν είμαι υγιής, στο σώμα μου κηρύσσεται κάθε μέρα
κι από μια πτώχευση, φθείρονται οι χόνδροι, οι αρθρώσεις
κοστίζει το χοντρό άντερο κι η μελάνη,
κοστίζει η τσάκιση στο γιακά, το δαχτυλικό αποτύπωμα.
Αυτή ακριβώς είναι η φτώχεια μου,
οι μικροί εγωισμοί που κρύβει μεσα της,
οι ανθρώπινες εκτάσεις της, μια συμφωνία σε σι ύφεση.
Με κομματιάζει η φτώχεια μου, τεντώνει τις αποστάσεις μου,
-ποτέ δεν είχε το σχοινί τόσους κόμπους-
κομματιάζει την αριθμητική μου σε πραγματικούς αριθμούς,
το εγώ μου σε αμφιβολίες, τις αμφιβολίες μου σε ζύγια.
Δυο πατρίδες έχει η φτώχεια μου, μία στο βορρά, μία στο νότο
στο βορρά όσες πεινούν κρύβουν ένα μαχαίρι κάτω απ’ το μαξιλάρι τους,
στο νότο όσες κοιμούνται στο δρόμο ονειρεύονται μια πόλη δίχως δρόμους.
(Εχουν αργήσει οι σύντροφοι, κρύωσε το φαγητό στο τραπέζι.)

Η ευτυχία, αυτό το ατάλαντο φωτομοντέλο, τα πρωινά
παρουσιάζει συνταγές για όλα τα βαλάντια.

*Από την συλλογή “Γκρόζνι”, εκδόσεις Υποκείμενο, 2016.

Αλέξης Τραϊανός, Ο μάγος

Winston Smith, Laughing on the outside

Θα προσπαθήσω να ευχαριστήσω τους θεατές
Τους σπάγγους το γυαλιστερό σου πριόνι
Είμαι στο κουτί σου φάλτσε μάγε
Με πονάς μάγε
Θα προσπαθήσω να σ’ ευχαριστήσω σαν κτήνος σφαγμένο
Τώρα δε βλέπω τίποτα πρέπει να φύγω
Η νύχτα στάζει από παντού
Μέσα στη μουσική τα κόκαλα του έρωτα
Τον άδειο σπασμό
Άφησέ με θα φέρω το φτωχό ζώο στην τρύπα του
Σέρνοντας πόνο το αίμα στις σκάλες
Θα κάθομαι μαζί του ακούγοντας τους αέρες
Αυτό το οξύ που με παραμόρφωσε
Ο μόνος που μου μίλησε ένας χαζός οδηγός
Μου ’πε το χαλασμένο του αυτοκίνητο να σμπρώξω
Λοιπόν τους γκρέμισα στο βάραθρο
Ο θάνατος είναι εθνικό προϊόν
Γέμισα ποντικοπαγίδες όλο το σπίτι
Κρέμονται σαν κλουβιά στο ταβάνι
Στο νεροχύτη στο σωλήνα αποχετεύσεως
Στο αραχνιασμένο κοστούμι του γάμου μου
Κανένα όνειρο κάτω απ’ την κρύα κουβέρτα
Κι οι τοίχοι τελειώνοντας κάπου απελπισμένα
Αδέξιοι σαν ποιήματα.