Χρήστος Κοτρώτσιος, στιγμές

Έργο Fernand Khnopff

Το ραδιόφωνο έπαιζε παλιά αμερικάνικα μπλουζ
όταν ξύπνησα απ’ το άρρωστημένο ύπνο
σε ιδρωμένα σεντόνια κυλισμένος
Μια μπουκάλα ουίσκι πεταμένη στη μέση του δωματίου
και ένα γεμάτο τασάκι κάτω από το κρεβάτι
προδίδουν την χτεσινή μοναχική ατμόσφαιρα

Άνοιξα τα παντζούρια και οι ακτίνες του ήλιου
φωτίσανε την ασχήμια του βρώμικου δωματίου μου
Στο μισοσπασμένο καθρέφτη που έστεκε επίμονα στο ντουβάρι
κοίταξα το αξύριστο πρόσωπό μου
κουρασμένα, μάτια παραιτημένα
Φόρεσα το βρώμικο παλτό μου
και κατέβηκα τις σκάλες του κτιρίου
να βολτάρω μέχρι το οπουδήποτε
Άναψα μια γόπα που μάζεψα απ’ το τασάκι
και πήρα μια βαριά τζούρα απατημένης νικοτίνης

Το γλυκό γαλάζιο του ουρανού μαλάκωσε κάπως τη διάθεσή μου
θυμίζοντάς μου πως ο κόσμος δεν είναι μόνο άνθρωποι
Πόσα χαμένα χρόνια, να ψάχνω την ομορφιά μόνο σε
ανθρώπους Περπάτησα γρήγορα τη λεωφόρο
και βρέθηκα στον υπόγειο
ένας περιπλανώμενος ακορντεόνίστας έπαιζε κάποια γαλλικά τραγούδια
και ένας γενειοφόρος ψηλός αλήτης χόρευε δίπλα του
φορώντας ριγέ πιτζάμες
ένωσαν τις στενοχώριες τους κάποιο απ’ τα κρύα βράδια
που νοίκιαζαν το ίδιο μέρος
κάτω από τα άστρα

Άφησα πενταροδεκάρες στο καπέλο του μουσικού και μπήκα στο βαγόνι
Έκατσα δίπλα σε μια κοκκινομάλλα που έστρεψε το πρόσωπο της στο παράθυρο
προστατεύοντάς το από το βλέμμα μου

Κατέβηκα στην μεθεπόμενη στάση και βγήκα έξω στην τρέλα της μεγαλούπολης
κόρνες υστερικές ουρλιάζουν μες στα αυτιά τους
καθώς οι άνθρωποι περπατούν όλο και πιο γρήγορα
μπας και προλάβουν τον θάνατό τους
Στα καφέ τα νιάτα φλερτάρουν με την ομορφιά
γυρεύουν στοργή σε ένα κρυφό φιλί στην τουαλέτα
σε ένα γρήγορο πήδημα στο πάρκο όταν νυχτώσει

*Από το βιβλίο “Ι συλλογή”, Τρίκαλα 2013.

Δύο ποιήματα του Harold Pinter*

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος**

Δημοκρατία

Δεν υπάρχει διαφυγή.
Τα μεγάλα καυλιά έχουν βγει έξω.
Θα γαμήσουν τα πάντα στο πέρασμά τους.
Φυλάτε τα νώτα σας.

***

Ο Θεός ας ευλογεί την Αμερική

Να’ τοι πάλι
Οι Γιάνκηδες παρελαύνουν τεθωρακισμένοι
Τραγουδώντας τα τραγούδια της χαράς
Καθώς καλπάζουν απ΄ τη μια πλευρά, του μεγάλου κόσμου, στην άλλη
Δοξάζοντας τον Θεό της Αμερικής.

Τα αυλάκια έχουν φράξει απ’ τους νεκρούς
Από κείνους που δεν μπορούν ν’ ακολουθήσουν
Από τους άλλους που αρνούνται να τραγουδήσουν
Από κείνους που χάσαν την φωνή τους
Από κείνους που’ χουν λησμονήσει το ρυθμό.

Οι αναβάτες έχουν μαστίγια που κόβουν.
Το κεφάλι σου κυλάει επάνω στην άμμο
Το κεφάλι σου είναι μια λιμνούλα στο χώμα
Το κεφάλι σου είναι ένας λεκές στη σκόνη
Τα μάτια σου έχουν βγει έξω κι η μύτη σου
Μυρίζει μονάχα την μπόχα των νεκρών
Κι όλος ο νεκρός αέρας είναι γεμάτος
Με την μυρουδιά του Θεού της Αμερικής.

* Ο Χάρολντ Πίντερ (1930- 2008) ήταν Άγγλος συγγραφέας θεατρικών έργων και θεατρικός σκηνοθέτης. Έγραψε έργα για θέατρο, ραδιόφωνο, τηλεόραση και ταινίες. Το πρώιμο έργο του συνδέεται με το θέατρο του παραλόγου. Το 2005 κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας καθώς και το Βραβείο Φραντς Κάφκα.
Ήταν γνωστός επίσης για τον πολιτικό του ακτιβισμό και την αντίθεσή του στην Αμερικανική εισβολή στο Αφγανιστάν και τον Πόλεμο στο Ιράκ. Πέθανε από καρκίνο του ήπατος.
** Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1989. Ασχολείται με τη δημοσιογραφία, την κριτική λογοτεχνίας και την ποίηση. Η Βαβέλ (εκδόσεις Anima, 2017) είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.

Τάσος Δενέγρης, Δεν ξέρω τι να πω

Θέλω να πω για τα δεσμά
Της Ανοίξεως
Το χείμαρρο των αναιρέσεων
Τα φαντάσματα στο στόμιο του ύπνου
Εμάς στο στόμα του λύκου
Τον ποταμό των γυναικών
Τον ποταμό των γενναίων

Τσακίζει κόκαλα η Άνοιξις ετούτη
Τσακίζει
Και οδηγεί στα πρόθυρα της τρέλας
Αυτούς που αποβλέπουν
Στη θάλασσα
Σαν έννοια, σα νερό
Σα φαντασίωση και δόξα

Θέλω να πω για τα δεσμά
Θα γίνουν πιο αισθητά
Δυσβάσταχτα θα γίνουν
Με τον ερχομό της Αττικής ανοίξεως.

22 Νοεμβρίου 1971

*Από τη συλλογή «Το αίμα του λύκου», Εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1978, με πέντε σχέδια του Αλέξη Ακριθάκη (σ. 35).

Χριστόφορος Τριάντης, Τα πράγματα

Τα πράγματα παίρνουν
τη θέση ζώντων και τεθνεώτων
(προπατορική νομογραφία).
Κατοχυρώνουν
τον θάνατο προς πάσα κατεύθυνση.
Τετραγωνίζουν τις ηθικολογίες
(εκτός των άλλων).
Πλείστα τόσα ποιήματα
(και θεάματα) στεγάζονται μαζί τους.
Η στειρότητα καλυβώνει τους λόγους
περί ύπαρξης και ανυπαρξίας.
Οι αναζητήσεις και οι συζητήσεις
αρκούνται στα χιλιοειπωμένα
και στα παραλειπόμενα
(λογοτεχνικά και αγιογραφικά).

Ματίνα Τσιμοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

Ο μεγάλος αριθμός των νεκρών

Σ’ ακούω τόση ώρα
να μιλάς ακατάπαυστα για την απώλεια.
Θυμίζεις δελτίο των οκτώ.
Και τον μεγάλο αριθμό των νεκρών
που επιβάλλεται να θρηνήσουμε και σήμερα.
Μέσα σ’ αυτό το σπίτι
είναι μικρός ο αριθμός των ζωντανών,
κι ούτε ένας πρόθυμος πια
να θυροκολλήσει
τούτη την πένθιμη είδηση.

***

Με την πάροδο του χρόνου

Έθαψα το ρολόι μου στην άμμο.
Διανύω τις ώρες
χωρίς καμία προκατάληψη
ότι κάποτε θα τελειώσουν
κι έτσι θα πρέπει
να αρχίσεις να συνηθίζεις
την ασυνέπεια
και το κακό το timing.

***

Ιδεολογικές συγκρούσεις

Τελευταία,
κάθε που καθόμαστε στο τραπέζι
αποφασίζουμε να μην πούμε
τα πράγματα με τ’ όνομά τους.
Μ’ έχει κουράσει
η κουβέντα για το κυρίαρχο και το υποτελές
και σου ζητώ να βάλουμε ταινία.
Εσύ προτιμάς να δεις ειδήσεις
και πιστεύεις στην αδέσμευτη ενημέρωση.
Την ώρα του ύπνου
εγώ ξαπλώνω στα αριστερά
και σε ακούω να προσεύχεσαι
για τη διασφάλιση της ατομικής ιδιοκτησίας.

***

Θα μπορούσαμε ίσως

Θα μπορούσαμε ίσως να πάμε κι εμείς στο φεγγάρι.
Εγώ να φτάσω σε ύψος μια καμηλοπάρδαλη.
κι εσένα να σε εγκαταλείψει η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή σου.
Θα μπορούσαμε ίσως να ξεδιψάσουμε στην έρημο
ή και να διαβάζουμε τη σκέψη των άλλων.
Αλλά δεν θα μπορούσαμε με τίποτα
να απαρνηθούμε
τις πιο βαθιές μας αυταπάτες
και την αδήριτη ανάγκη για λίγο ουρανό.

*Από τη συλλογή “Ετεροτοπίες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2017.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Τρία ποιήματα

Ξένος ήλιος

Τετραγωνισμένος κύκλος
Στην άσφαλτο
Άστεγων ονείρων

Ξένος ήλιος
Στο παραθύρι
Θαμπών ελπίδων
Που θέλησες να κεντήσεις
Με δύσεις και ανατολές

Χρώματα της παλίρροιας
Ξεβάφουν στην άμπωτη
Που γιόρτασες το τίποτα

Απρόσκλητοι εραστές
Θάβουν βαρκάδες
Στο φεγγάρι
Και η κόλαση
Καίει το δέρμα σου

Χωρίς ανάσταση
Αναίτια ακόμη φυσά
Μάταια πάλι γυρνά
Η απουσία σου
Τη νύχτα
Ξανά προστάζει

***

Άλλη γοητεία

Πουλάω
Ό,τι μου χάρισες
Ένα βλέμμα
Κι ένα χαμόγελο
Σε οδοντοστοιχία
Απολύτως λευκή
Μα τόσο τηλεοπτική

Γιατί να θυσιάσω
Κι άλλες νύχτες
Θερινού οινεμά
Με πασατέμπο
Για παζάρια
Ημιθανών προσκλήσεων
Σε γεύμα υποκρισίας;

Μου αρκεί
Η ξέφρενη προσμονή
Μιας άλλης γοητείας
Που δεν ενοικιάζεται
Ούτε πουλιέται

***

Πέμπτη εποχή

Η θάλασσα ψαρεύει σύννεφα
Κι η στεριά σπέρνει χιόνια
Σε μέρες περισπωμένης
(Εντός ή εκτός του χειμώνα;)
Όπου πια δεν χαμογελάμε

Σε νύχτες παραλήγουσας
(Πριν ή μετά το καλοκαίρι;)
Όπου πια δεν αγαπάμε

Μια ζωή αιτιατική
— Αναπόφευκτη συνήθεια
Των ημερών που έρχονται —
Σε μια πέμπτη εποχή

*Από τη συλλογή “Γραβάτα δημόσιας αιδούς”, Εκδόσεις Κέδρος, 2018.

Ειρηναίος Βρούσγος, Δύο ποιήματα

«το μαρτύριο του να ζης και να μην εισαι θεός»
Henna Muller

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Κοιτάξαμε την Ποίηση
ή (ακούσαμε) τον Κόσμο
με τα μάτια της σοφίας
και βιώσαμε την ομορφιά.
Ύστερα,
κοιτάξαμε με τα ματια μας καθένας,
και νιώσαμε το παράΛογο
την παραποίηση.

Κάποιοι
το αντιλήφθηκαν.

Η συμπυκνωμένη,
συνολική τραγωδία
του ανθρώπου,
έγκειται,
στο ότι
(ο άνθρωπος)
δεν είναι θεός.

***

«Έσωθεν δε μεστοί εστέ υποκρίσεως»

ΕΣΩΘΕΝ

Σκέφτομαι αυτό το «τάφοις κεκονιαμένοις».
Πόσο όμορφοι θα πρέπει να είναι.
Πόσο όμορφη θα πρέπει να είναι.

Βέβαια θ’ άξιζε για ένα τέτοιο τάφο να πεθάνει κανείς;
Ε; Να πεθαίνεις για έναν υπέροχο τάφο…

Μια στιγμή αν καθόσουν, να τον φανταστείς
τον ωραίο
θα ήθελες κι εσύ να πεθάνεις.
Στον περιποιημένο τάφο να εισέλθεις
και να χαθείς.
Τη φθορά και το θάνατο σου
σαν σεντόνι, απαλά να καλύπτει.
Κι άφησέ τους να λένε,
πως στην κρύπτη
«έσωθεν δέ γέμουσιν όστέων νεκρών
καί πάσης ακαθαρσίας»
Δε μας νοιάζει,
δε θα φαίνονται.
Θα είναι «έσωθεν» αυτά.
Καθόλου δε μας νοιάζει.

*Από τη «συλλογή στα ενδιάμεσα παραμυθία», Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2013.

John Portelli, Δύο ποιήματα

Ελπίδα

Νερό σταλάζει
απ’ τον πάγο στη βεράντα:
κάτω απ’ το εκτυφλωτικό φως
ο μονότονος ρυθμός
λιώνει την καρδιά μου
εγκαίρως για την ανοιξιάτικη ώρα.

***

Όταν το φεγγάρι θρηνεί

Να με καλέσεις
Όταν το φεγγάρι θρηνεί
Για να μπορώ να κοιμηθώ στη σκιά του
Και να ονειρευτώ όλα εκείνα που ποτέ δεν ονειρεύτηκα:
μανιτάρια του χθες
να ξεφυτρώνουν ακανόνιστα
προκαλώντας τον χρόνο.

Δεν νομίζεις;
Είμαστε μήπως κιθάρα δίχως χορδές
απ’ την οποία δεν αναβλύζει ποτέ πραγματικός ήχος
αλλά η μελωδία της πλανιέται
παντού, αδιαλείπτως;
ή μήπως είμαστε ίσως ένα ιδανικό
που μπορεί ουδέποτε πλήρως να κατακτήσουμε;
Είμαστε τρεχούμενο νερό
δεν συνειδητοποιούμε ποτέ
ποιοι είμαστε και πού έχουμε φτάσει;

* Από τη δίγλωσση συλλογή Luggage/Bagage, Word and Deed Publishing, 2016 Ελληνική μετάφραση: Ματίνα Τσιμοπούλου (την οποία ευχαριστώ θερμά για την αποστολή των ποιημάτων για το Κόσκινο).

Χρίστος Παλαιοπάνος, Χυμώδης σπαραγμός

Ενδιαφέρον;
όχι·
αίμα τους;
ναι αίμα τους ας είμαι
στο κατώφλι του αίματός μου
όντας στα πρόθυρα των αδικημένων προς το αδικημένο τους αίμα
να ενωθώ
σπαράζοντας
που αδυνατώ
αίμα τους να είμαι

σπαράζοντας
και θηλάζοντας
με την ανάστασή τους τον κόσμο
αίμα τους όντας
σαν με θηλάζουν
κατώφλια με θηλάζουν
κι έμψυχο αίμα – μια δυνατότητα
χυμών
μια δυνατότητα ανθρώπου

ωσαννά αδερφοί μου
Ιστορία η ιστορία σας
Ιστορία η ιστορία μας
χυμών
ωσαννά

ας μείνει στους θύτες το ανέραστο του αληθούς τους καθρέφτη –
του έντρομου· Ιστορία
κι η ιστορία τους χυμοί μου
αδικημένοι αίμα μου,
Ιστορία κι η ιστορία μας
χυμών.

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Τρία ποιήματα

Πλάνα στην Πόλη

Η άτακτη συνουσία,
το κατακάθι του καφέ που με κάνει και φτύνω,
ο αέρας που ουρλιάζει μέσα από τις χαραμάδες,
η μικρή βαλίτσα γεμάτη άγουρα βράδια,
τα ντοκουμέντα που θέλω να κάψω,
η 9η στάση και οι παραβάτες,
η απουσία στη μισάνοιχτη πόρτα.
και τα αστικά μπαλκόνια που δεν χωράω να κοιμηθώ.

***

Δοχείο

Στον βορβορώδη πυθμένα σου.
κάθε φορά η νοσταλγία
κάθε φορά η απόσταση,
καμία φορά η ανάγκη
καμία φορά τα παραδοσιακά εμβατήρια.
Μια φορά αγνοεί
η άμυνα,
μια φορά
η ολότητα.

***

Γιολάντα

Τίποτα δεν σε ορίζει-
πόδια αντικρυστά,
μισοανοιγμένα ενδύματα,
η αυλή γεμάτη κοκκινόχωμα,
και εσύ, σε θερινό σινεμά,
να σκουπίζεις τον ιδρώτα απ’το μπούστο σου.

*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, έκδοση Παλινωδίαι, 2018.