Βασίλης Τσιρώνης, Αιώνια, το Βερολίνο – Μόλις κυκλοφόρησε!

ΙΙΙ.

Γεννήτορα
Αδερφέ μου
Herr, εσύ
Κοίτα το στήθος μου γυμνό
Το φως που διαρρέει από τα οστά και δεν σωπαίνει
Τόσο φως φυλάσσω ακόμα
Φονικό και θείο
Κι είναι όλο για σένα

Στέλλα Πετρίδου, Αντίο δε θα πω

Το αντίο δεν το θέλησα ποτέ μου
κι εσύ μ’ ανάγκασες πολύ
να ξεριζώσω την καρδιά μου,
να πεθάνω
μπήγοντας με τα νύχια μου βαθιά στα σωθικά μου,
κουρέλι να μ’ αφήσω,
άψυχο κορμί να κουβαλώ
κάθε βουβό μου πόνο.

Αίμα στις φλέβες μου να ξέρεις δεν κυλά.
Νεκρώθηκε κι αυτό,
νέκρωσε κι η ψυχή μου.

Το αντίο δεν το θέλησα ποτέ μου
κι εσύ μ’ ανάγκασες πολύ
να τυλιχτώ στο τίποτα,
να διαλυθώ
σκορπίζοντας στο δρόμο τα όνειρά μου,
μονάχη να μ’ αφήσω,
έρμαιο μιας τύχης ξοφλημένης
προσμένοντας το τέλος για καλό.

*Από την ποιητική συλλογή «Ο καιρός», Εκδόσεις «άλφα πι».

Βαγγέλης Κούταλης, προστατευόμενο είδος

στην Πανσέληνο που τώρα με βυθίζει
μαζί της στο νερό

Κάθε τόσο, μια ριπή ακούγεται στα βάθη της καρδιάς μου
Δεν διακόπτει τη ροή του αίματος
Ούτε το ρυθμό της διαστολής
Ούτε το ρυθμό της συστολής
Δεν διακόπτει τίποτα

Η ζωή, όπως λένε, συνεχίζεται
Ο χρόνος που της αναλογεί
Είναι, όπως επίσης λένε, αναντίστρεπτος
Βέλος που καρφώνεται στο στόχο του
Αλλά, παρόλα αυτά, δεν βγαίνει, αν το τραβήξεις, ούτε σπάει:
Μια παρατεινόμενη κι επιδεινούμενη αλλεργική καταρροή

Κάποτε τα μάτια μου ήταν αιχμηρά
Και μπορούσα να κρατηθώ από την άκρη του γκρεμού
Σφίγγοντας στο βλέμμα μου την πέτρα
Χωρίς να χάνω το μέτρημα
Χωρίς να διστάζω να μετρήσω τις απώλειες
Ή να αφήσω τους νεκρούς
Να θάψουν τους νεκρούς τους
Κλίμακες πτυσσόμενες,
Περιστρεφόμενες,
Ελικοειδείς,
Κυλιόμενες στο πιο πυκνό σκοτάδι
Ο ίλιγγος των προσπεράσεων
Από την ατέλειωτη Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης
Από την ατέλειωτα πυκνή λωρίδα του απροσπέλαστου δικού μου
σκοταδιού
Καθώς έτεινα να πιάσω το χέρι που μου έδινε,
Συσπώμενη επιδέξια, η εικόνα στον καθρέφτη

Και ύστερα, διαπίστωσα ότι είχα παραβλέψει την κλεψύδρα:

‘Tis common indeed to say,
We feel such a Blow, or we feel such a Wound,
But this must not be allow’d but in a popular Latitude;
For to speak strictly and Philosophically,
’tis not the Blow that we feel,
But Pain (1)

Ερχόμουν να σε βρω και επαναλαμβάνα το ίδιο αυτοσχέδιο κουπλέ
Που είχα σκαρώσει όταν, κάποιους αιώνες ίσως πριν,
Άφησα την Κλυταιμνήστρα
Ή την Κλάριμοντ
Πίσω μου να αιμορραγεί
Και έκλαιγα ασταμάτητα
Γιατί το ήξερα ότι εκείνη ήταν πίσω
Κι ότι εκείνη, επίσης, ήταν που αιμορραγούσε
Αλλά ερχόμουν να σε βρω
Διανύοντας, με μια πρωτόγνωρη αμηχανία, την απόσταση που χωρίζει
Την πλευρική αποβάθρα του σταθμού
Από το δάπεδο της προσωρινά σταματημένης αμαξοστοιχίας
Ερχόμουν να σε βρω
Και τραγουδούσα κάτι που, ακόμα και τότε, μου φαινόταν ακατάληπτο:

Primus amoris huius effectus,
Est indissolubilis,
Animorum vestrorum nexus.
Fiaec autem unio non tarn de corpore,
Quam de animo, affectu,
& amore intelligenda est (2)

Και είχα ήδη αρχίσει να αντιλαμβάνομαι
Ότι δεν πρόκειται για πλήγμα ή πληγή
Αλλά, «ακριβολογώντας και φιλοσοφικά μιλώντας»,
(όπως το αντέγραψα προ ολίγου)
Για πόνο
Βαθύ, ανεξοικείωτο, σιωπηλό, ανελέητο πόνο
Κι ως εκ τούτου, ήμουν βέβαιος
Πως αυτή τη φορά θα σε προλάβω
Πως θα γαντζωθώ από τους δείκτες
Ορμώντας στην προτεταμένη κάννη, στο λευκό τροχό του Χρόνου
Πως θα φτάσω την κατάλληλη, την ύστατη, και γι’ αυτό κατάλληλη,
στιγμή
Πριν να σταματήσει εντελώς η αιμορραγία

Θυμαμαι πως όταν, κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής μου
Έμαθα να περπατάω
Προσπάθησα να διαπεράσω
Πέφτωντας από ψηλά με την πλάτη
Το κρύσταλλο του μικρού τραπεζιού στο σαλόνι
Σηκώθηκα χωρίς την παραμικρή αμυχή
Αλλά δεν ζεπέρασα ποτέ τον πόνο της πρόσκρουσης
Σε αυτήν την παγωμένη θάλασσα που τέσσερα ξύλινα πόδια συγκροτούσαν
Σε αυτόν τον καταμετρημένο, στεγνωμένο ωκεανό με τις σκιές να αποδημουν
Κάθε φορά που ο ήλιος βυθιζόταν αύτανδρος,
Καταπώς πραγματι όφειλε ανά τακτά διαστήματα να κάνει,
Στο, άλλοτε υδάτινο, καθρεφτισμά του

Τότε η ακεραιότητα του σώματός μου
Μπορούσε να διαφυλαχθεί από την τύχη
Τώρα προστατεύω όλο το αίμα που έχω χάσει
Κρατώντας το ζεστό,
Μέσα σε ερμητικά σφραγισμένες φιάλες
Κλειδωμένες στο συρταρωτό μου όστρακο

Εκεί όπου το βάθος
Σχηματίζεται απ’ τις ριπές

1.John Norris, Practical Discourses upon Several Divine Subjects, Vol. III, London, printed for S. Manship, 1693, p.43.

2. Fransiscus Salesius, Introduction ad Vitam Devotam, Lovanii: types Hieronumii Nempaei, 1668, p, 390.

*Από τη συλλογή “αχυρένιος σκύλος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς 2010.

Χρήστος Ντάντος, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΘΕΣΗ

Θέλω να πω οι φόβοι, τα γεγονότα.
Μόνο τα γεγονότα και μόνον οι φόβοι.
Πάντως κενό φωτισμένο ξαφνικά, έκπαγλον.
Έπειτα εγγαστρίμυθη τρύπα, αθέατη
κι όμως εκεί να υπάρχει σημείο.
Τρέφεται απ’ τα σπίρτα του βίου, τα ελάχιστα.
Σε άλλη διάσταση θα με ρουφήξει
σε εξάντληση άλλη.

Έτσι ή αλλιώς γυαλιά κομμάτια
στου ξυπόλητου γυρισμού το μονοπάτι.
Και τις ακούω που κλέβουν στα νώτα.
Κίσσες βραχνές, περιττώματα μετουσιώνοντας
τα αυθεντικά μου φωτόνια.
Τις πυγολαμπίδες επιστροφής
δεν θα ξανάβρω ποτέ.

Θέλω να πω μήτε γεγονότα μήτε φόβοι.
Μονάχα πορεία σε αχαρτογράφητο ναρκοπέδιο.
Λάσπες, κατολισθήσεις, νερά πλημμύρες.
Η πιθανή αυτοέκρηξη.

Ακριβώς για τη λάμψη της.

***

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΗ

Καταρρακτώδη λόγια.
Τσακίζουν τα βρεγμένα αγάλματα.
Αδειάζουν κέρματα απ’ τον ουρανό
ολημερίς πάνω στην τρύπια ομπρέλα.
Χτυπούν, αναπηδούν και λιώνουν.

Υγρό μολύβι σε χούφτες κρύες
κόβει του καθενός το νόμισμα.
Ακίνητα τα δάκρυα στις άκρες
σαπίζουν περιμένοντας
αίμα πριν τον κλοιό του κυνηγού
λύπη πριν απ’ τη λύπη
δικαιοσύνη πριν.

Σκυφτά οι ασκητές αποσύρονται
στα σκοτεινά πράσινα.
Πίσω από το φράγμα του καταρράκτη
στις μουχλιασμένες σάρκες της σπηλιάς
κουνάει την κομμένη ουρά της η γραφή
γλείφει τα υπάκουα χέρια.

Πνίγεται τώρα ο ήχος των κερμάτων
στο άσαρκο κεφάλι τους.
Κυπροκούδουνα φιλούν τη σιωπή των νερών.
Ο δρόμος δεν αντιστρέφεται, δεν συγχωρεί
μόνο τα σώματα αποκλίνουν, ταλαντεύονται
χρονοτριβούν.

Πλιτς-πλατς, πλιτς-πλατς απομακρύνομαι
στα πράσινα στα σκοτεινά
με το πιστό
το χάρτινο σκυλί μου.

*Από τη συλλογή “Το πέρασμα των νερών”, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2001.

Λουκία Πλυτά, Περβάζι του ήλιου

Όταν καταφέρω να ομολογήσω
την αδυναμία μου να εκφραστώ,
θα σταματήσω να γράφω
και ο τρόπος που τα γράμματα
δίνουν παράξενες μορφές,
δεν θα είναι απλά και μόνο ένας τρόπος
να δένω σιγά-σιγά το σχοινί στο λαιμό μου.
Ελπίζω τότε,
να πάψει το εγκεφαλικό μου τρέμουλο
καθώς θα εισχωρώ στην αφαίρεση
όχι των λέξεων,
ούτε των σκέψεων,
αλλά των συναισθημάτων
που γεννούν οι εικόνες
στα μάτια μου,
όταν ηθελημένα ή αθέλητα εστιάζουν
από το περβάζι του ήλιου στον κόσμο των νεκρών.

*Από τη συλλογή «calcarea carbonica». Εκδόσεις Κύμα, 2017

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

Βράδυ Μαΐου

στη πόλη σουρουπώνει
τα νερά του λιμανιού γαλήνια
η κυρά Μαρία σε μια γωνιά
μιλάει μόνη της
πάνε χρόνια που τρελάθηκε
-ερωτεύτηκε κάποιο βουλευτή άκουσα-
παρέες φοιτητών γελάνε αμέριμνες
χαμογελάς σε μια νοστιμούλα
και το σκοτάδι πέφτει σιγά σιγά
πέφτει
όμως ποτέ δε θα το μάθουμε
ποτέ
στα μικρά μας καταφύγια
θα ονειρευτούμε ξανά;

οι καφετέριες γεμάτες
παρέες φαντάρων διασχίζουν το
πεζοδρόμιο
ήχοι από θλιμμένες μουσικές
άλλοι ονειρεύτηκαν στις γέφυρες
άλλοι έκαναν νωρίς το μακρινό ταξίδι
άλλοι ανακάλυψαν τη ποίηση
γι’ αυτούς λυπάμαι πιο πολύ

ανάβει το πράσινο
πατάς γκάζι και
ξεκινάς

***

Σήμερα είδα ένα παιδί ν’ απλώνει
τα χέρια του σε μια αχτίδα

το κλωνάρι διψά ν’ ανθίσει
στέκεται εκεί στην άκρη του
δάσους μαραμένο άσχημο και
ονειρεύεται ταξίδια
διψά για ήλιο
τεντώνεται ν αγγίξει ουρανό

θα αναπολεί κι αυτό το σούρουπο
απριλιάτικες βραδιές
τώρα
στη καρδιά του χειμώνα
αυτό θα υπάρχει
ελπίζοντας πως κάποτε θα τραγουδήσει
σε μια
άνοιξη

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Γρηγόρης Σακαλής, Για το δίκιο

Βγήκανε μπροστά
προτάξανε τα στήθη τους
στους αγώνες για το δίκιο
δεν σκέφτηκαν ποτέ
τι και πώς
ήταν αγωνιστές
εραστές του απόλυτου
και της ελευθερίας
ας ήξεραν ότι η νίκη τους
ήταν δύσκολη
σχεδόν αδύνατη
θα πέφτανε εκεί
στους δρόμους, στα οδοφράγματα
παράδειγμα για τους νεώτερους
πως το κακό
μονάχα προσωρινά νικάει
το δίκιο θα κυβερνήσει
την πλάση όλη
όταν οι πολλοί διώξουν το φόβο
και επιδιώξουν να κάνουν
το ακατόρθωτο κατορθωτό.

Σαμσών Ρακάς, Αμπερλουδαχαμίν – ένα εγχειρίδιο μοναξιάς

να ζω το θρίαμβο που όλο αναβάλλεται
από το διαφωτισμό στο φωταγωγό
να ζω την πτώση που όλο αναβάλλεται
κι όλα αυτά αγαπημένο υποκείμενο
από δικό σου λάθος

γιατί δεν ήρθες να με σπρώξεις
το βράδυ που μου υποσχέθηκες πως θα ‘ρθεις
μου το υποσχέθηκες

όταν γλίστρησες στο δωμάτιο ένα κατάνυχτο
και μου χάιδεψες στον ύπνο το κεφάλι
θα ‘μουν δε θα ‘μουν έντεκα χρονών

παιδί κανονικότατο

με τα παιχνίδια του
με τις σκανδαλιές του
με τα λιγοστά δώρα του
με το ξανθό του χνούδι

παιδί κανονικότατο ως τη στιγμή που
έτρεξα στους γονείς μου κλαίγοντας
έτρεμα κι ούρλιαζα

κάποιος μου άγγιξε το κεφάλι
κάποιος μου άγγιξε το κεφάλι

κι ανοίξανε όλα τα φώτα του σπιτιού
ο πατέρας μου πήρε την καραμπίνα
κι έψαχνε κάπως νωχελικά
χωρίς να ‘χει πειστεί αν ψάχνει άνθρωπο ή τ’ όνειρό μου

μέχρι που βρήκε το τζάμι του μπάνιου ορθάνοιχτο
τότε με πίστεψαν πραγματικά

στρογγύλεψαν τα μάτια του πατέρα μου
η μάνα μου φώναζε Χριστέ μου
μ’ αγκάλιαζε με ξαναγκάλιαζε
κι ύστερα δεν άντεξε
εκείνη πήγε στα χρυσαφικά της
κι εγώ στο φόβο τον οριστικό
τη σάκα μου

τι με πιασε και πήγα;
τι με μαγνήτισε;

πήγα κι αντίκρυσα μια σάκα του δημοτικού
απ’ τις μακρόστενες με το κοκάλινο χερούλι
την είδα γεμισμένη χώμα μέχρι πάνω

και όπως πάγωσαν τα πόδια μου
φωνή δε μου ‘βγαίνε
απλά γονάτισα μπροστά της
έπεσα είναι το σωστό αλλά το λέω γονάτισα
γιατί αν με ‘βλεπε κανείς θα έλεγε
κοίτα αυτός γονάτισε μπροστά στον παιδικό του τάφο

η αστυνομία το αποκάλεσε παράξενο
και σήκωσε τα χέρια ψηλά
(sic)

η γειτόνισσα το είπε μάγια
ψιθυριστά στο μέσα δωμάτιο
κι έκαμε το σταυρό της

εγώ θα το αποκαλέσω ποίηση
κι ας με ακούσουνε οι πάντες

*Από τη συλλογή “αμπερλουδαχαμίν”, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2016.

Ειρήνη Παραδεισανού, Γράμμα στον Κώστα Καρυωτάκη

Ο Κώστας Καρυωτάκης νεκρός στο Βαθύ Πρέβεζας (1928)

Ποιητή με το διάφανο δέρμα,
το δέντρο που σε ίσκιωσε
ρίχνει τα κλαδιά του στον όρθιο ύπνο μας.
Μ’ αυτά παλεύουμε να σε κοιτάξουμε.
Κι αν σε πουλήσαμε κι εσένα,
κι αν βγάλαμε απ’ το αίμα σου θεωρίες φιλολογικές
που βαριεστημένοι φοιτητές σε αίθουσες πνιγμού αναμασούν
συγχώρα μας ποιητή,
μα δεν ξέραμε τρόπον άλλο να υπάρξουμε .
Εμείς οι φιλόλογοι
με τα γαριασμένα πετσιά
με την εμμονή στο ακέραιο καθήκον
με τα μάτια σταχτιά
εμείς που δε θα πεθάνουμε ποτέ από αηδία
σε χαιρετούμε
ποιητή
μέσα από το βυθισμένο στη σκόνη
κλουβί μας.

*Από την ανέκδοτη συλλογή “Στη φλέβα της πέτρας”.
**Αναδημοσίευση από εδώ: http://wwwpareisakth.blogspot.com.au/2018/03/blog-post_22.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/StyHR+(%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7)

Paul Eluard, Τρία ποιήματα

Andre Masson, illustration 4

GEORGES BRAQUE

Ένα πτηνό απογειώνεται,
Απορρίπτει τους ουρανούς σαν άχρηστο πέπλο,
Ότι ποτέ το φως δεν φοβήθηκε,
Έγκλειστο μέσα στην πτήση του,
Ποτέ δεν είχε σκιά.

Κελύφη θερισμών ραγισμένων από τον ήλιο.
Όλα τα φύλλα στο δάσος που φωνάζουνε ναι,
Που δεν ξέρουνε παρά να φωνάζουνε ναι,
Κάθε ερώτηση, κάδε απάντηση
Κι η δροσιά να σταλάζει στα βάθη ετούτου του ναι.

Ένας άντρας με ανάλαφρα μάτια απεικονίζει του έρωτα ουρανό.
Που συλλέγοντας σημεία και τέρατα
Καθώς που τα φύλλα στο δάσος,
Καθώς που τα πουλιά στα φτερά τους
Κι οι άνθρωποι στα βάθη του ύπνου τους.

***

JOAN MIRO

Ήλιος της λείας που δέσμιος του νου μου,
Απάγει τους λόφους, απάγει τα δάση.
Ο ουρανός πιο όμορφος από ποτέ.
Οι λιβελούλες των αμπελιών
Του δίνουνε κάποτε σχήματα ακριβή
Που διασκορπίζω με μια μου μόνο χειρονομία.

Σύννεφα μέρας της πρώτης
Ανεπαίσθητα σύννεφα και που τίποτε δεν εγκρίνουν,
Οι σπόροι τους καίνε
Στις φλόγες των βλεμμάτων μου από άχυρο.

Εντέλει, για να ντυθεί μιαν αυγή
Θα πρέπει ο ουρανός εξίσου αγνός με τη νύχτα.

***

Από τη συλλογή Η υπεράσπιση της γνώσης (1928)

1

[i]

Η παρουσία μου δεν είναι εδώ
Τον εαυτό μου ενδεδυμένος
Που να μην υπάρχει πλανήτης που να κρατά
Την διαύγεια που εντός μου υπάρχει.

Από το χέρι μου γεννημένη στα μάτια μου
Κι αποσπώντας με απ’ τις οδούς μου
Η σκιά να βαδίσω με εμποδίζει
Πάνω στο στέμμα μου σύμπαν
Μες το μεγάλο καθρέφτη κατοικημένο
Καθρέφτης σπασμένος που κινώντας αντίστροφος
Που η έκπληξη κι η συνήθεια
Κατ’ εναλλαγή γεννάνε την πλήξη.

*Από το βιβλίο “ΜιΚΡά αΝΘοΛοΓία ΓαΛΛιΚήΣ ΥπερΠΡΑγμΑτικής ΠοιήΣεως”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Ζήση Αϊναλή.