Σταύρος Μεσσήνης, Τρία ποιήματα

ΙΙ
Πρόσωπα
που σφράγιζαν στο μέταλλο
αθάνατους ίσκιους
της θάλασσας

Πουλιά
που ταξίδευαν στο σούρουπο
ρουφώντας κραυγές
των ασημένιων ποταμών

Αιώνιο φως
που ζητούσε σε περβάζια
των άστρων διψασμένο συχασμό

Το μεσονύχτι
φτερά ενός ελμίνθειου αγγ΄λου
θα κουβαλάνε τα βήματα
των βαρβάρων πίσω από χάλκινους
θρόνους θεών και κολάκων.

*Από την ενότητα “Πρωτάνοιξη”

Ι
Η υπόλοιπη λευτεριά
μαστιγωμένη στα μνημεία

Η υπόλοιπη ανθρωιλά
καρφιτσωμένη σε στεφάνια
από αθάλη

Τα υπόλοιπα ποτάμια
στερέψαν
δεν έχουν ήχους

Οι υπόλοιπες ρίζες του ωκεανού
βαθιά σημάδια
για το μέλλον

*Από την ενότητα “Δευτεράνοιξη”

IV
α’

Δεν θα δούμε το φτερό της άνοιξης
να γράφει άλλο χρησμό

Οι πυθίες λίγόστεψαν στο μαύρο

β’
Ο ήλιος που περιμέναμε διήλθε

Η βοή του ωκεανού που αγαπήσαμε
ρουφήχτηκε από άλλες μνημες

τα τείχη μας ήταν υψηλά.

*Από την ενότητα “Τριτάνοιξη”

**Από τη συλλογή “Έαρ το πρώτο”, Μελβούρνη 2017.

Έφη Καλογεροπούλου, από το “Έρημος όπως έρωτας”

Πέρασε μπροστά μου τρέχοντας
δεν έχω πόδια!
φώναζε,
δεν έχω πόδια!

*
Η κραυγή
ένας κομμένος ουρανός

είναι

ρίζα δίχως δέντρο.

*

Κέρμα η ψυχή
σε τρύπια τσέπη
γλίστρησε απόψε.

*

Συλλέκτης
δραπέτης
συλλέγει
επιδιορθώνει
μεταπουλά
απ’ το ξημέρωμα
για λίγα κέρματα
του κάτω κόσμου
την αυλή
σκουπίζει.

*

Τις λίμνες σου και τα ποτάμια σου
φοβάμαι
γι’ αυτό μεθάω με θάλασσα.

*

Έσπρωξα πίσω μου τη θάλασσα
δική σου, είπα, σ’ τη χαρίζω
άλλαξα πατρίδα
χώμα μου η γη
εγώ από νερό είμαι.

*
Αν δεν βγεις απ’ τον εαυτό σου
δεν θα συναντήσεις ποτέ κανέναν.

Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα.
Τι βλέπεις;
Τίποτα
Τίποτα για τίποτα.

*”Έρημος όπως έρωτας”, δίγλωσση έκδοση (με μετάφραση στα Αγγλικά Γιάννη Γκούμα), Εκδόσεις Ποιείν, 2015.

Jacques Prevert, Πελώριος και κόκκινος

Πελώριος και κόκκινος

Πάνω από το Γκραν Παλαί

Ο χειμωνιάτικος ήλιος εμφανίζεται

Κι εξαφανίζεται

Σαν κι αυτόν η καρδιά μου θα εξαφανιστεί

Και όλο μου το αίμα θα φύγει

Θα φύγει να σε ψάξει

Αγάπη μου
Ομορφιά μου

Και να σε βρει

Εκεί όπου βρίσκεσαι.

*Από το https://poiimata.com – Mετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος.

Λίνα Βαταντζή, Μέριμνα

Θέλω να μιλήσω

Λεπτομερώς να περιγράψω

το λαβύρινθο της σκέψης-

Πετά με φτερά αετού

πάνω από τη φωλιά σου

καλοφτιαγμένη σε βράχο

το πέλαγο της ζωής αγναντεύει,

μοναχική εστία ανείπωτης λύπης.

Θέλω να ζωγραφίσω

την πυκνότητα του φωτός

που διαχέεται στο στοχασμό

καθώς διαμορφώνει την πορεία της ματιάς

στο διάσελο του βουνού

ποτισμένο με τη βροχή της ψυχής σου

τις απέλπιδες τροχιές

του σκλαβωμένου φτερουγίσματος.

Θέλω να ακούσω

το στολισμένο στόμα

στην απόλυτη έκφραση συνείδησης

εκεί όπου το άσμα ασμάτων

ευφραίνει τον αέρα του κρησφύγετού σου 

πάνω στις κορυφές του λόφου

λιώνει τα κρύσταλλα της μοναξιάς

σε ρυάκια επιθυμίας.

Θέλω να μεταφέρω

τις κινήσεις του μυαλού

θετικοί κυματισμοί ενέργειας,

παλινδρομικής παλίρροιας αντίδοτο

σε δαίδαλους νοητής απελπισίας

και το τραγούδι της κάθαρσης

να στείλω στην ερημωμένη

φυλακή της αγάπης.

Θέλω να στολίσω

τους φτερωτούς συλλογισμούς

που μοναχικά μονοπάτια ακολουθούν

με συστάδες ανθέων

διάφανα στολίδια των βράχων

αφήνουν αρώματα ζωογόνα

συντροφιά ακάματων ταξιδευτών

όταν ιχνηλατούν τη χαρά.

Θέλω να κατανοήσω

το μεγαλείο της μοναξιάς

αποδεικτικό σημάδι ανεξίτηλο

τρυφερής καρδιάς και απελπισμένων ονείρων

ρίζωσε επώδυνα στις μέρες σου
κατατρώει σιγανά και ύπουλα

την ικμάδα του χαμόγελου,

παγώνει το λευκό σου βλέμμα.

Θέλω να τρέξω

σε ελεύθερους τόπους αχαρτογράφητους

η ανοιχτή αγκαλιά μου απλώνεται

αντίσταση στον ψυχρό αέρα

σχηματίζει ήλιους στα πρόσωπα

η ελπίδα κυρίαρχη οικοδέσποινα

να καλλωπίζει στο λιμάνι σου

πεδίο αρμονικής συντροφιάς.

Θέλω να πλημμυρίζω

χαρμόσυνες καμπάνες γέλιου,

απόδειξη της αντοχής σου,
λατρεμένα μηνύματα αποστέλλουν

στων ματιών μου το βεληνεκές

εκεί ο ορίζοντας της προσδοκίας μας

πραγματώνει την ανυπέρβλητη αγάπη

που μόνο η διαφυγή από τη θλίψη
της μοναξιάς μπορεί να δημιουργήσει.

Αντιγόνη Βουτσινά, Τρία ποιήματα

ο θάνατος του ποιητή

ούτε φωνήεν ούτε σύμφωνο
αναλφάβητος
έρχεται ο θάνατος

Νεκρά αυγά
στους ποιητή τη γλώσσα
Τ’ αποσιωπητικά

πόσο ανάδρομη
η κύηση
της τελευταίας του λέξης.

***

το συρτάρι

μεγάλο οργανοτροφείο

ποιημάτων.

***

συμβασιούχος ποιητής

Μωρό ποίημα
τρέξε στον δήμιο.

(Η συγγραφέας
έγινε
μητερούλα).

*Από τη συλλογή “το λάθος ποίημα”, Εκδόσεις Μελάνι, Μάρτης 2012.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Δύο ποιήματα

στην τρύπα του έρωτα

κλείδωσα

το χθες
σε άδεια αστικά για το φεγγάρι,

μετά,
πήρα το χώμα
της έκλειψης
κι έθρεψα ταξίδια στην Ανατολή του σκοταδιού

κι έμεινα επιτέλους μόνος,

με το ποντίκι στο αθόρυβο,
να ροκανίζει
χρόνο,
μέχρι την ανάφλεξη:
του ορατού
από
το
αόρατο

και πέθανα
μόνος

*Από τη συλλογή “Πάτησε το κουμπί”, Εκδόσεις Οσελότος, 2015.

ξένος τόπος

είναι
και η ποιότητα
που δεν μπορεί να βρει θεούς,
απαιτούνται
ξέρεις,
δαίμονες και παραμύθια με έρωτες,
ας πάρω
το πρώτο όνειρο,
το χθες
κι ας τρέμει
στα χέρια μου,
μήπως και βρω στα μπρούμυτα,
τη νυκτωδία,
που εμφανίζει
αγγέλους με περίστροφα
και
ψάθινες
καρέκλες
με ενοχές

*Από τη συλλογή “Σπιτικά μπισκότα”, Εκδόσεις Οσελότος, 2015.

Αλεξάνδρα Επίθετη, Корени (*)

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Πολύ σπάνια μπορεί να μας τραβήξει την προσοχή μια ποιητική συλλογή, που δεν έχει από πίσω της έναν εκδοτικό οίκο. Όμως, υπάρχουν και αυτοεκδόσεις, που είναι διαμαντάκια γιατί διαθέτουν πρωτοτυπία, που δεν βρίσκουμε εύκολα στην σύγχρονη ποίηση.
Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την πολύ πρωτότυπη ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Επίθετη «Κорени», που κυκλοφορεί σε αυτοέκδοση. Πρωτότυπη γιατί δεν είναι απλά μια ποιητική συλλογή, αλλά ένα ζην, δηλαδή μια ολόκληρη ζωή αποτυπωμένη με σκίτσα, παιδικές ζωγραφιές και φωτοτυπίες από προσωπικά και οικογενειακά έγγραφα, που στολίζουν τα ποιήματα. Πρωτότυπη και για τον τρόπο γραφής της.

Корени σημαίνει ρίζες στα βουλγάρικα καθώς η ποιήτρια κατάγεται από τη Βουλγαρία. Μέσα στην ποιητική της συλλογή περιλαμβάνονται και δυο φωτογραφίες από τη Σόφια και τη Χαλκίδα, τις δυο πόλεις καταγωγής της. Πολλοί ποιητές έχουν γράψει για τις ρίζες τους, αλλά οι περισσότεροι γράφουν συνηθισμένους σπαραξικάρδιους στίχους, που δεν αξίζει καν να διαβαστούν. Η Αλεξάνδρα Επίθετη με τον μοντέρνο ρεαλισμό, που τη διακρίνει, φέρνει έναν ανανεωτικό αέρα με στίχους, που ταρακουνούν και συναρπάζουν τον αναγνώστη.

Η Αλεξάνδρα Επίθετη γράφοντας για ρίζες, υποδύεται διάφορους ρόλους. Τον ρόλο του πατέρα, της μητέρας, του παππού, της κόρης και του γιου. Γράφει πάντα σε πρώτο ενικό πρόσωπο γιατί ό,τι αναφέρει, το αισθάνεται πρώτα βαθιά μέσα της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το παιδί, που ονειρεύεται να γίνει άνδρας, νέος και όμορφος και όταν μεγαλώνει, διαπιστώνει: «μονάχα που στο τέλος δεν έγινα ποτέ μου άνδρας, / ούτε όμορφος / και κανείς δεν μένει για πολύ / νέος.»
Η ανατροφή παίζει μεγάλο ρόλο στις οικογενειακές σχέσεις. Οι γονείς μπορεί να κάνουν λάθη. Η Αλεξάνδρα Επίθετη γράφει πως δεν αρκεί το «συγχωρώ και ξεχνάω». Δεν τελειώνουν όλα με ένα συγγνώμη και τα παιδικά τραύματα μπορεί να μας ακολουθούν μια ζωή. Για την οικογένεια η ποιήτρια γράφει πως είναι ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, όπου ασθενείς και γιατροί αλλάζουν ρόλους μεταξύ τους. Κι όμως, στο τέλος του βιβλίου η Αλεξάνδρα Επίθετη θα λυπηθεί και θα γράψει τους παρακάτω συγκινητικούς στίχους: «μετά από τόσο καιρό / θυμήθηκα / πως είναι να είσαι / η μαμά μου / κι όχι η μάνα, / ούτε η μητέρα μου».

Όπως αναφέραμε και πριν, η ποιήτρια υποδύεται ρόλους κι έτσι μας πηγαίνει στον παππού, που στο τέλος της ζωής του ανήμπορος, «κακέκτυπο ανθρώπου» περιμένει να πεθάνει και νιώθει ήδη πεθαμένος. «Νυστάζω για όλα απόψε / εκτός από τον ύπνο» γράφει η Αλεξάνδρα Επίθετη, ενώ πιο κάτω διαβάζουμε: «μακάρι / να είχα ξυπνήσει / όσο ζούσα.» Σε άλλο σημείο η ποιήτρια αναφέρεται στα πατρικά των φίλων, όπου η χλωρίνη πασχίζει να καλύψει το μεταμεσονύκτιο κλάμα, ενώ αλλού, ντύνεται πυροσβέστης και περιμένει να βρει φωτιά να σβήσει.

Συμπερασματικά η ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Επίθετη «Κорени» είναι ένα αρκετά ενδιαφέρον έργο και αξίζει να κλείσουμε με δυο λόγια της ίδιας της ποιήτριας, που αναφέρονται σαν επίλογος στο τέλος του βιβλίου: «Οι δικές μου ρίζες σίγουρα κάποτε υπήρξαν και για να συνεχίσουν να υπάρχουν μέσα μου χρειάστηκε να βρω έναν τρόπο για να τις θυμάμαι».

(*) Την ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Επίθετη «Κорени» μπορείτε να τη βρείτε στις εκδηλώσεις της ποιητικής ομάδας «Ο Κύκλος Των».

Χριστόφορος Τριάντης, Ο χρόνος

Ο χρόνος δεν είναι παιχνίδι
να κυνηγάς γλαύκες τις νύχτες
από πλήξη και φόβο.
Κι ύστερα να προχωράς συλλαβιστά
στις γωνιές με τ’ απορρίμματα
(και τις σκόνες)
που αιώνες επιτελούν
το καθήκον στην ανυπαρξία.
Ούτε ο χρόνος είναι ξεσπάσματα
ηδονής  και μετά
να συναγελάζεσαι
στις πλατείες
με γερασμένους δήμιους.
Ω, συνέχεια λένε ιστορίες για
σκοτωμένους (στα χωράφια)
και γυναίκες που βύζαιναν παιδιά
και κουβαλούσαν  
πιθάρια.
Τελευταία απομεινάρια
από  νεκρά σπίτια
και φτωχές ελεγείες.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, «Γραβάτα δημοσίας αιδούς», εκδ. Κέδρος, 2018

Γράφει ο Χρήστος Μαυρής*

Είναι δημιουργικά  στοιχεία η θλίψη  και η ειρωνεία στην ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη
Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης είναι μία ξεχωριστή  και ιδιότυπη ποιητική  φωνή  στον ελλαδικό χώρο. Λέω «ξεχωριστή και ιδιότυπη φωνή» με την έννοια ό,τι δεν μπορείς να την κατατάξεις εύκολα και απροβλημάτιστα σε καμία καθιερωμένη λογοτεχνική  σχολή  ή ομάδα.
Όπως διαφαίνεται μέσα από  την τελευταία συλλογή του, που φέρει τον εξεζητημένο τίτλο «Γραβάτα δημοσίας αιδούς», γράφει μία πρωτότυπη ποίηση, με μία ιδιότυπη νοηματική, στέρεη αισθητική συνοχή, πλαστικότητα στις εικόνες της, κάποτε κρυπτική και άλλοτε μυστηριώδης, στοιχεία που της δίνουν το δικαίωμα να επιπλέει και να ξεχωρίζει μέσα στο πέλαγος της ποίησης που παράγεται στις μέρες μας. Είναι όμως, αυτά τα στοιχεία, μαζί  με το αυστηρό  ύφος του, που την κάνουν ελκυστική  και ενδιαφέρουσα στο αναγνωστικό κοινό.
Όλη αυτή  η ιδιότυπη ποίηση που γράφει ο Δ. Π. Κρανιώτης είναι εξ’  ολοκλήρου επικεντρωμένη στη σύγχρονη εποχή,  που αντανακλά  αυτόματα και τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Γράφει στο ποίημα «Ιανός»:
«Πολυκατοικία πια
Η γειτονιά μας
Το ασανσέρ κολλημένο
Μεταξύ ρετιρέ
Και ουρανού
Κι εμείς  μέσα
Συνωστισμένοι άνετα
Χωρίς ανάσα
(Και χωρίς σήμα
Το κινητό μας)»
Σελ. 15

Φαινομενικά παρουσιάζεται απλή  η ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη γιατί είναι καμωμένη από γνωστές και εύχρηστες λέξεις. Είναι, όμως,  αρκετά  παραπλανητική  αυτή  η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης, σχετικά με την απλότητα της ποίησης του Δ. Π. Κρανιώτη. Γιατί, κατά  βάθος, η ποίησή του,  παρουσιάζει μια πυκνή  δομή, δηλαδή  είναι καλά  μαστορεμένη και συγκροτημένη, με τους δικούς της κανόνες, κώδικες και συμβολισμούς, γι’ αυτό  και χρειάζεται πολύς κόπος, κυρίως προπαίδεια και εξοικείωση μαζί της, εννοώ  από  την πλευρά  του αναγνώστη, για να την ερμηνεύσει σωστά,  αλλά και για να κατορθώσει να φθάσει στη βαθύτερη ουσία της. Για να το πω πιο απλά  και κατανοητά,  η ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη έχει τους δικούς της δρόμους και τα δικά της περάσματα, τα οποία οπωσδήποτε πρέπει ν’ ανακαλύψει ο αναγνώστης αν θέλει να φθάσει κοντά της, για να τη νιώσει και να την απολαύσει. Δίνω ένα ενδεικτικό  παράδειγμα τέτοιας ποίησης:
«Πρώιμη στάχτη
Της υψικαμίνου
Πεταμένη στο πέλαγος
Σαν άλλη ξενιτιά
Της μοίρας μας
Το αβέβαιο
Της θέλησης μας
Και το άβατο
Της ηθικής μας»
(Υψικάμινος, Σελ. 18)

Δυστυχώς, μέσα από  το σύνολο των ποιημάτων που περιέχει η συλλογή «Γραβάτα δημοσίας αιδούς» αναδύεται άφθονη θλίψη,  αλλά  και πόνος. Θλίψη και πόνος για ό,τι χάνεται και σβήνει από  τον πλανήτη μας,  και ειδικά  από  τον ελληνικό  γεωγραφικό  χώρο, χωρίς να καταβάλλονται οι απαιτούμενες προσπάθειες από  τις αρμόδιες αρχές  για να περισωθούν όλα αυτά  που αποτελούν  την ελληνική  Παράδοση και τα οποία σήμερα αφανίζουν αδιάκοπα οι μυλόπετρες του ανελέητου χρόνου. Και όταν λέω Παράδοση ασφαλώς και εννοώ  το σύνολο των αξιών,  που επέζησαν από γενιά  σε γενιά  και συνθέτουν το ζωντανό  πολιτισμό  ενός λαού. Ας δούμε πως δίνει αυτά τα αισθήματά του,  μέσα από  το ποίημα «Διατηρητέο χθες»:

«Το σπίτι μας ξάπλωσε
Με προσκέφαλο
Το δέντρο της αυλής
Ακουμπώντας
Το γαλάζιο του ουρανού
Να μετρά τις ανάσες
Που το έκτισαν
Ξάγρυπνο από φωνές
Που το γκρέμισαν
Στεγνό  από  δάκρυα
Που το σταύρωσαν
Χωρίς πόρτα πια
Με κλειστά  παράθυρα
Κι ένα μπαλκόνι
Που ξεχάστηκε στο χθες»
Σελ. 45

Ταυτόχρονα, ο Δ. Π.  Κρανιώτης, στιγματίζει, μάλιστα με παραδειγματικό  τρόπο, την αφθονία και την αλόγιστη κατανάλωση που γίνεται σήμερα σε όλους τους τομείς (οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό) της σύγχρονης ζωής,  αλλά παράλληλα, καυτηριάζει με την ποίησή του,  την αποξένωση και ασυνεννοησία που υπάρχει στο σύγχρονο κόσμο. Είναι συμπτώματα όλα αυτά  του επιφανειακού  τρόπου ζωής, που οδηγεί  τον άνθρωπο στην εσωτερική  ένδεια, τη ρηχότητα και την κοσμική μοναξιά. Γράφει στο ποίημα «Αλέκτωρ»:

«Φυλακισμένοι ισόβια
Στο κλεινόν άστυ
Εκεί  όπου η άρνηση
Ισοδυναμεί  με αφωνία
Και η βούληση
Με υποταγή»
Σελ. 50

Από  τα πυρά  του Δ. Π. Κρανιώτη, βέβαια, δεν ξεφεύγει και η ακατανόητη μανία του κόσμου για το πλαστικό και το ψεύτικο που έχουν επικρατήσει για τα καλά  και έχουν κατακλύσει τη ζωή μας, όπως αυτές οι αρνητικές τάσεις εκδηλώνονται π.χ. μέσα από  τη χρήση του πλαστικού  χρήματος ή από  τα ψεύτικα συναισθήματα με τα οποία διακατέχονται πολλοί  συνάνθρωποί μας. Περισσότερο,  όμως, στιγματίζει την έκπτωση των ανθρώπινων αξιών, τη διασάλευση των προσωπικών σχέσεων, τον ευτελισμό  της φιλίας, τον μαρασμό της φιλοξενίας κ.ά. Στο ποίημα «Χωρίς  ΦΠΑ» θα γράψει:
«Μη μου τοκίζεις όνειρα
Εν είδει τοκογλύφου
Ανεξόφλητων ιδανικών
Κι ερώτων παρελθόντος»
Σελ. 51

Ενώ στο ποίημα «Όχι λοιπόν» θα σημειώσει:
«Εν δυνάμει ψέμα
Κάθε όρκος σου
Μ’  έσπρωξε
Στην άβυσσο της οργής»
Σελ. 56

Ο ποιητής  αφήνει ν’  αντιληφθούμε πως, όλα αυτά  που κρίνει και επικρίνει, ήθελε να τα έβλεπε από  την καθαρή  άποψή τους, μέσα από την αθώα ματιά του. Γιʼ αυτό  και τώρα εμμένει πεισματικά  στην παιδική  αθωότητα, που με κανένα τρόπο ή καμία δικαιολογία δεν επιτρέπει να του στερήσουν, εφόσον αυτή  τον επαναφέρει, έστω και νοερά, στις αληθινές διαστάσεις που έπρεπε να έχει ο σημερινός  κόσμος μας. Αρκετά ενδεικτικό  είναι το ποίημα «Αλφαβητάρι»:

«Έχασα το αλφαβητάρι
Της πρώτης δημοτικού
Και τώρα
Που ψάχνω απεγνωσμένα
Να δώσω στην Άννα
Ένα μήλο
Γέρασα από αναμνήσεις
Χωρίς  διακοπή
Για διαφημίσεις
Πίνοντας αναψυκτικό  light
Και κάνοντας like
Σε τετράστιχα ημερολογίου»
Σελ. 9

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που διαπερνάει τους περισσότερους στίχους του,  και μία λεπτή ειρωνεία, απότοκο και αυτή  φυσικά  όλων αυτών  των θλιβερών διαπιστώσεών του.
Ακόμη, δεν είναι τυχαίο που οι στίχοι του,  καταλήγουν να είναι, άλλοτε σκληροί  και τραχείς, γεμάτη αγανάκτηση και πικρία για την απανθρωπιά , που εισβάλλει από  παντού μέσα στον κοινωνικό  χώρο μας, και άλλοτε καταλήγουν να είναι τρυφεροί, γεμάτοι νοσταλγία και αγάπη για ό,τι πολύτιμο είχαμε χθες, αλλά  δυστυχώς,  σήμερα σβήνει και χάνεται, αργά  αλλά  σταθερά  από  τον κόσμο μας.
Η ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη μπορεί να είναι μελαγχολική,  σίγουρα όμως δεν είναι απαισιόδοξη. Αντιθέτως, είναι μία ποίηση με πολύ αισιοδοξία μέσα της, με τον δημιουργό της, να εναποθέτει τις ελπίδες του, στην εξελικτική  πορεία και κυρίως στην πρόοδο του σύγχρονου κόσμου.

«Μια ζωή  αιτιατική
-Αναπόφευκτη συνήθεια
Των ημερών  που έρχονται-
Σε μια πέμπτη εποχή»
Σελ. 52

Ο Δ. Π. Κρανιώτης, όπως έχω διαπιστώσει, μέσα από  τα καινούργια ποιήματά του, παρουσιάζεται καλός  χειριστής της ελληνικής  γλώσσας, την οποία κατέχει σε όλες τις διαστάσεις της, παρόλο που δε διστάζει μερικές  φορές  να χρησιμοποιήσει ξένες και αμετάφραστες λέξεις μέσα στην ποίησή του. Η ενέργειά του,  αυτή  εκδηλώνει νομίζω την αταλάντευτη πίστη του, στην ανθεκτικότητα της ελληνικής  γλώσσας, που είναι ικανή  να εξουδετερώνει οποιονδήποτε κίνδυνο την απειλεί. Ταυτόχρονα, η χρησιμοποίηση ξένων λέξεων, εξυπηρετεί  πιστεύω και τον απώτερο στόχο του, που είναι ασφαλώς η ευαισθητοποίηση του αναγνωστικού κοινού. Και αυτός  ο στόχος επιτυγχάνεται, όπως είπα, άλλοτε με τη  θλίψη και άλλοτε με τη λεπτή ειρωνεία του. Στην εν λόγω συλλογή , ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ποιήματα ποιητικής που υπάρχουν στις σελίδες της.
Ολοκληρώνοντας αυτή  την κριτική παρουσίασή μου,  θα πρόσθετα πως η νέα συλλογή του Δ. Π. Κρανιώτη είναι μία γερή κατάθεση στην τράπεζα της σύγχρονης ελληνικής γραμματολογίας, εφόσον εντός της, μεταφέρει όλα τα στοιχεία που αποτελούν τη γνήσια και αληθινή ποίηση.

*Η κριτική δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ποιείν»:http://www.poiein.gr/archives/39568/index.html

Jacques Prévert, Τα παιδιά που αγαπιούνται

Τα παιδιά που αγαπιούνται φιλιούνται όρθια
Με τις πλάτες στις πόρτες της νύχτας
Κι οι περαστικοί τα δείχνουν με το δάχτυλο
Μα τα παιδιά που αγαπιούνται
Δεν είν΄ εκεί για κανέναν
Κι είναι μονάχα ο ίσκιος τους
Που τρέμει μες στη νύχτα
Προκαλώντας την οργή των περαστικών
Την οργή, την περιφρόνηση, τα γέλια και τον φθόνο τους
Τα παιδιά που αγαπιούνται δεν είν΄ εκεί για κανέναν
Είν΄ αλλού πολύ πιο μακριά απ’ τη νύχτα
Πολύ πιο ψηλά απ΄ τη μέρα
Μες στο εκθαμβωτικό φως της πρώτης τους αγάπης

*Mετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://poiimata.com