Anna Niarakis, Two poems

Ruby Red in the Garden of Eden

Laying naked on my back, a sudden rush bewildered me
Was I not now in my bed, the softly matressed nest of mine, of
pillow fights and sweaty sleeps; of agave siruped dreams of love,
And nightmares of lonely deaths
But I was now among green trees, vibrant colorful autumn leaves
And serpents singing in one voice
the moonlight serenade
I didn’t know if I should scream, pinch my skin to get a grip
or just call up the fire brigade
I thought I was alone at first, but as my eyes wondered around
I saw him sitting on his feet in a weird
lotus pose; naked on the ground,
holding two glasses in one hand, ready to fill them straight up
with something red inside a cup.
His eyes were icy blue and cold, inviting though and very bright,
starring steadily into mine
Got up and headed up to him, with lips all blushed and dancing hips
And as I approached he leaned right back, smiled and offered me a place
I felt like I was hypnotized; couldn’t speak but nodded back with grace
He gave me a glass of wine, a ruby red French Bordeaux
asking my views on the dasein
Shocked as I was to hear myself elaborate on perfect French,
I changed the subject right away
asking him for Wittgenstein
We talked in Greek, German and French for hours and hours long
laughing and having a good time, completely innocent for the crime
The morning found us drinking beers, in Absenta bar in Barcelone
trying to hide from our peers; and from the guilts that were long gone
As we were sitting outside there was no fire escape
no way out from this ordeal that felt so fucking hot and great
We kissed and kissed and kissed right back
and never really ever stopped (even if we leaved so far apart)
we kissed until our lips were chopped

I never wanted to wake up; I longed for Adams’s arms and lust
But dreams don’t last — No dreams don’t last
more than a night

The day dawns, the garden’s gone, and Adam’s nowhere to be found
He ate the apple and left my town
in the morning light

***

Ugly pug Jo

The dog of Mr Hulin is black as deep dark oceans
Small and ugly like dead pigeons on a winter’s day.
Its saliva droops along the side of a comic mouth
It barks like a coughing baby, has no tail to show its joy.
If it ever had.
Tail or joy
Mr Hulin calls it Jo
Everyday he takes it out twice. Once early in the morning
And one late at night.
I hear them as they come down the stairs; their feet tapping on the old wooden stairs,
His step heavy and slow, its step vague and limp.
I watch them from the window
As they cross the street
Improbable duo of old lonely males
In this city built for youngsters
They survive out of stubbornness and persistence
Every day same route
Routine and safety and life
Taken aback by rheumatism and invisible tails.

*Anna Niarakis is a chemist with postgraduate studies (Msc, PhD) in Biochemistry and postdoctoral studies in Computational Systems Biology. She is an Associate Professor in the Department of Biology at the University of Evry Val d’Essonne. In 2009 she was awarded by the Committee for Equality of the Prefecture of Achaia, Greece, for the writing of a Theatrical Play on the subject of the equality between men and women reacting to sex discrimination and eliminating stereotypes. Her poems, texts and translations have been published in anthologies as well as in print and electronic magazines in Greek and other languages. Her latest volume of poetry is Sunrise Over Nothing: snapshots of poetry (Plan B Press, 2018) She directs the online magazine The Window, a magazine for poetry and other sins, and her personal website, Antipoetry.

**Link: http://eratiopostmodernpoetry.com/issue27_Niarakis.html?fbclid=IwAR3m_oHOFx11T29nhB862plN1wGDkmuqEKRZTrJHb1QcRJE-HAEHip6Y-4s

Χρήστος Αντισθένης Ζάχος, Τρία ποιήματα

Συγκυρία μυστυριακή

Κόκκινη φωτιά η όψη σου
υπό το φως των αστραπών
κυριαρχεί στις αισθήσεις

Σε έχω μάθει Σελήνη
και δεν με νοιάζει
Μόνο να σε θαυμάζω

Ας βρέξει λοιπόν.

***

Καταστάλαξη

ας αφήσουμε όλα τα περίτεχνα νοήματα κι ας δούμε την ουσία
τον ανύπαρκτο χρόνο που τον μετράμε σε στιγμές
και την αλήθεια που υπάρχει πίσω από κάθε ψέμα
κι ας αφεθούμε ελεύθεροι να ζήσουμε επιτέλους
τον εναπομείναντα χρόνο

***

Σταλαγματιές

Έσταζε η σκουριασμένη οροφή του πλοίου
πάνω στο τραπεζάκι
ένα κίτρινο υγρό
μουσκεύοντας και τις γύρω καρέκλες
σταγόνες βρώμικες
κι αληθινές

Όπως κι ο μόχθος πάνω στη ζωή.

*Από τη συλλογή “Ασημαντότητες” , εκδ. Κύμα, 2018.

Λάζαρος Γεωργιάδης, Απέραντα ματωμένοι και τρελοί

ξέρω πως αγαπούσες
τους ήλιους που λειώνουν οι νύχτες στα σοκάκια

ξέρω πως κοιμόσουν
με τον Φάουστ αγκαλιά και το αψέντι τελειωμένο

ξέρω πως κοίταζες
χαμηλωμένες κορυφές
Και με τη γλώσσα χάιδευες διάφανα κοράκια

ξέρω πως φίλαγες
Τα χίλια στόματα του μωβ
Κι ανέπνεε μέσα σου ένα πελώριο “γιατί” κρυμμένο

ξέρω πως όλες οι πληγές σου
ήταν μια έξοδος εξαίσια
της καπνισμένης κάννης η παράταιρη φωνή

ξέρω πως όλες οι ζωές σου
ήταν το λούνα παρκ
του μεγάλου κλόουν θεριστή

ξέρω πώς είναι το κρύο
να ιδρώνει στις γιορτές μας
και της καρδιάς μας η βενζίνη
να θέλει τη γεύση μιας ακατάπαυστης φωτιάς

ξέρω πως
όσο πιο γρήγορα θα τρέξεις να ξεφύγεις
τόσο πιο εύκολα το παρελθόν θα γελάσει στη γωνιά

ξέρω πως
όλα τα δώρα κάποτε μαζεύουν τις παγίδες τους
και ένας ήχος του απέραντου
δεν πρέπει ποτέ να σιωπήσει από ανία

ξέρω πως είναι όμορφα
Τα πιο βαθιά λημέρια σου
όταν κανέναν και τίποτα στον κόσμο δεν ακους

βάλε για φόρεμα ένα μαύρο πεντάγραμμο
θα γίνω κόκκινες νότες όλο παύσεις να φωνάξουμε μαζί

απέραντα γαντζωμένοι στο άγνωστο

απέραντα ματωμένοι

και τρελοί

*Από τη συλλογή “Τέλος”, εκδ. Στοχαστής, 2018.

Didi (Elderdiry M. Fadul), Δύο ποιήματα

They came

They came out of misery
out in a rush
out of the mist of the dust
stretched their hands
and eased their grips
Ah! our tangible nights

Ήρθαν

Βγήκαν από τη μιζέρια
βιαστικά
απ’ την ομίχλη, απ’ τη σκόνη
τέντωσαν τα χέρια τους
και χαλάρωσαν τις κλειδώσεις τους
Α! οι νύχτες μας που αγγίξαμε.

***

Our tangible nights

This special mood
in special place
among special people
how sweet we re then
how delicious we are then.

Οι νύχτες μας που αγγίξαμε

Αυτή η ιδιαίτερη διάθεση
σε ιδιαίτερο τόπο
ανάμεσα σε ξεχωριστιούς ανθρώπους
πόσο γλυκείς
πόσο υπέροχοι ήμασταν τότε.

3 Ιουλίου 1987.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα / Poems”, Εναλλακτικές Εκδόσεις 1993. Μετάφραση: Λήδα Βλάχου, Βαγγέλης Πατσός.

Θ. Δ. Τυπάλδος, Δύο ποιήματα

ΑΚΗΡΥΧΤΗ ΕΙΡΗΝΗ

Η ανάφλυφη ανάσα ενός ακέφαλου παιδιού.
Πάνω στα δέντρα φωλιάζουν πλαισιοκατασκευές.
Όψεις μιας ακήρυχτης ειρήνης.
Οι λιμασμένοι των ειρρημάτων.

Μεσούσης οδοτοστοιχίας αναθώδους κλυδωνισμού.
Σήματα μορς μεσοτοιχίας απροσπέλεστης.
[Κ]Λίβανος δυσπιστίας.
Όστρια οστρακοσκοπείου.

Εγκεφαλικά κύτταρα αμοιβάδας.
Κάτασπρο του ερέβους σεντόνι.
Αλεξικέραυνο σπλήνας διογκωμένης.
Τικ-τακ! Τικ-τακ! Τικ-τακ!

***

ΠΟΛΕΜΟΣ

Στην αδιασάλευτη βασκανία
μιας στοιχειωθετούσης
πυρκαγιάς που κοχλάζει
δαιμόνια αφής
καθώς πεοθηλάζει η μήτρα
των χαμένων ωρών
τον κερδισμένο χρόνο
το σ’ αγαπώ
μιας χειροβομβίδας του ίμερου
η σχάση του ατόμου
καθώς
διασπάται
μέσα σε σελίδες
τρεμάμενου πόνου
ενώ οι στάχτες
του Κρονίου [αφ]ορισμού
στέκουν μπροστά στο τετράγωνο
μιας απέλπιδος
τιτανομαχίας
η ωραία κοιμωμένη
μετά από χρήση μορφίνης

*Από τη συλλογή “Η Ατέρμονη Πύλη”, εκδ. Provocateur, 2018.

Χ. Π. Σοφίας, Έξι ποιήματα

ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Παραφυλάω να σε δω να φεύγεις
Και τότε μπαίνω στο σπίτι σου
Και με τα δάκρυά μου ποτίζω τα λουλούδια σου
Γι’ αυτό όταν γυρίζεις τα βλέπεις θλιμμένα

***

ΑΚΟΥΣΕ

Άκουσε τις ανάσες των δένδρων
Το κλάμα των πουλιών που τα φροντίζουν
Όταν ο ξυλοκόπος τούς στερεί το χώμα

***

ΕΡΩΤΑΣΑΓΑΠΗ

ΈρωταςΑγάπη
Πλάι πλάι δύο λέξεις
Ή μια λέει ψέματα στην άλλη

***

ΣΚΑΨΙΜΟ

Τις λέξεις να τις σκάβεις
Αν θες να ανθίσουνε

***

ΑΙΩΝΕΣ

Αιώνες τώρα το σπέρμα έχει τη θλίψη του θεού
Αιώνες τώρα η μήτρα έχει τη χαρά του ανθρώπου

ΔΕΝΔΡΟ

Τα δικά σου βήματα
Ένα δένδρο περιμένει

*Από τη συλλογή “μουσώνες τα δενδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν”, εκδ. Κουκίδα, 2018.

Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

[βύρωνας]

κοιτώντας την προχτές
μου φάνηκε πως άγιασε
η μάνα μου
έλαμπε στο πρόσωπο
το γέλιο της
τη φώτιζε πλαγίως
καθώς με τύλιγε με το κασκόλ
να μην κρυώσω
έξω απ’ τη σιδερένια πόρτα
του σπιτιού
που μάγκωνα τα χέρια μου
να κλείσει
κερδίζοντας
τα μελανά μου δάχτυλα

***

[αράδες]

άλλοτε για τους γονείς
έπειτα θυμήθηκα την ομορφιά
μηδέν εις το πηλίκο
ξεκλείδωσες
και μπήκες σαν τραγούδι
οι βρύσες έτρεχαν κρουνηδόν
έκανα στην άκρη
γέμισαν άδειες κόλλες

***

[lupi]

στα γεμάτα φεγγάρια
τους φιλοξενώ
στρώνω τις δαντέλες μου
βάζω φαΐ
τακτοποιώ κρεβάτια
μόλις ησυχάσουν
αρχίζω ν’ αλυχτάω
μιλάω τη γλώσσα τους
να μην αισθάνονται άβολα

*Από τη συλλογή “η μαύρη ανάμεσα”, εκδ. Κύμα 2018.

Γρηγόρης Σακαλής, Συνεργασίες

Δικαιοσύνη και καταστολή
συνεργάζονται
προστατεύουν το επιχειρείν
ενημέρωση και ηγεσία
συνεργάζονται
διαιρούν για να βασιλεύει
η ανωτέρα τάξη
ιεροφάντες και φρουροί
συνεργάζονται
να κρατούν το ποίμνιο ήσυχο
έτσι ο χορός καλά κρατεί
στο παραμυθένιο βασίλειο
της άγονης κοιλάδας
ποιητές και συγγραφείς
φουσκώνουν σαν διάνοι
γράφουν τις σοφίες τους
κι οι καλλιτέχνες τις τραγουδούν.

Άκανθος, Ο δρόμος του καυτού νερού

Περπατά ο κανένας
στις άκρες του Ευβοϊκού
κι έτσι θυμάται με κόπο
τα ασκόπως έχοντα συμβεί
τα ξοδεμένα…
Η Μήδεια – μνήμη διψασμένη
σφάζει τον εαυτό της
πετώντας πάνω απ’ τα νερά,
πότε, και πότε σέρνεται
μπροστά απ’ τα βήματα
του ταξιδιώτη, φάλτσα τραγούδια λέει
και παρασταίνει ιστορίες μισές
και σπάει σε άπειρα κομμάτια
και σκορπίζει στον αέρα εικόνες
άγνωστες απ’ το γνωστό,
στο φαγωμένο έδαφος από το θειάφι ολούθε,
και κρένει ο κανένας στο καυτό νερό
που τώρα είναι άλλο,
αλλά
το ίδιο τρέχει όπως έτρεχε.
και τον ακούει το νερό
ή έτσι νομίζει
πως όλους τους ρόλους όπου έφτιαξε
δεν τους θυμάται απ’ το γιατί
αλλ΄ από το τώρα
και όσο λιγοστεύει ο καιρός
κι ο ασυγχώρητος θάνατος ζυγώνει.

*Από τη συλλογή “Η Πάλη των Πράξεων”, εκδ. Provocateur, 2017.

Δημήτρης Κουτσιφέλης, Δύο ποιήματα

Αιωνιότητα

Διωκόμενος, έχασε το ένα παπούτσι.
Το αίμα του πέλματος
χαράζει το μονοπάτι του διώκτη.
Εύκολο τέλος η παράδοση, σκέφτεται.
Η αιωνιότητα χάνεται, αν
δε βρεθεί Εφιάλτης ή έστω
μια ελάχιστη κερκόπορτα.
Δεν αναγνωρίζεται η θυσία χωρίς φιλί
…………………………………………………………
Το διηνεκές αγαπάει την προδοσία

***

Κατά συνθήκην

Άκουγε τη νύχτα
τις στριγκλιές των γερανών στο λιμάνι,
τα πλοία
με τα φορτία των ερωτηματικών έδεσαν.
Οι αχθοφόροι ζαλικωμένοι απορίες,
μουρμουρίζουν μεταξύ τους,
πως αν γυρίσουν τα πλοία αδειανά
χωρίς απαντήσεις,
Τα ναύλα θ’ αυξηθούν,
κι οι ασφαλιστές, πιστοί στις συμβάσεις
θα κατασχέσουν τα όνειρα.

*Από τη συλλογή “Εξόριστες σκέψεις”, εκδ. Κύμα, 2018.