Φιλαρέτη Βυζαντίου, Δύο ποιήματα


ΦΑΓΙΟΥΜ

Κι εγώ που κουβαλώ
Αιώνες ανήμπορους
Σε κάθε πόρο ανέγγιχτο
Από τον καύσο της ανάσας σου

Που κουβαλώ τόσα ερέβη
και στάχτες άλλες τόσες
από τη λάβα σου
που Πομπηία με βάφτισε

Πώς θέλεις να ξεχάσω;
Η μνήμη σου
Το τώρα
Το ύστρερα
Το πάντα
Αναίσχυντα
Με έχει διαπομπεύσει…

Μα εγώ εκεί
Φαγιούμ σιωπηλό
Στον τοίχο της ζωής σου
Να μαρτυρώ ανελέητα
Ένα πυρίμαχο έρωτα

***

ΤΑ ΓΑΝΤΙΑ

Φώτα στους δρόμους
Οι σκιές φωνάζουν μέσα μου
Τα γάντια μου
αφημένα στην πολυθρόνα

Η αγωνία της απουσίας σου
στο δίσκο του δείπνου
άθικτη

Ο χειμώνας ζητά επιείκεια
Εγώ βολεύομαι δίπλα
στο αναμμένο τίποτα

Τι κρίμα δεν χιονίζει απόψε!

*Από τη συλλογή “Πυρ εσώτερον”, εκδ. Κύμα, 2018.

Ιουλία Τολιά, Τρία ποιήματα

Έκανε έναν απολογισμό της ζωής του.
Στον ένα δίσκο του ζυγού,
ακούμπησε του παρελθόντος τα απτά συμβάντα.
Στον άλλο,
αφηρημένα απογεύματα
ενός αφηρημένου βίου.
Και παραδόξως,
υπήρξε εμφανής η κλίση προς αυτόν.

***

Το παρελθόν μου,
αντικατοπτρισμός.
Ίσως και να το έζησα.
Ίσως μόνο να το φαντάστηκα.
Πιθανόν να το οικειοποιήθηκα,
παρασυρμένη από τη μαγεία
ενός δεινού αφηγητή.

***

Είχε συνδέσει την ισορροπία του
με τον ανεμοδείχτη του απέναντι σπιτιού.
Μια μέρα δεν τον είδε
και ταράχτηκε.
Πώς θα προσανατολιζόταν τώρα,
δίχως να βλέπει την κατεύθυνση των ανέμων;


*Από τη συλλογή “Στου παρελθόντος την αντήχηση”, εκδ. Στοχαστής, 2018.

Χρήστος Κεραμίδης, Τρία ποιήματα

ΟΠΤΑΣΙΕΣ

Συγκρατώντας τα δάκρυά του
γύρισε το βλέμμα
στις πεδιάδες των ταξιδιών
που τρέχουν
πάντα αντίθετα
και χάνονται.

***

ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ

Επουλώνοντας τις κρυφές μου πληγές
ταξίδεψα με ποντοπόρα πλοία
στην ακατανίκητη γεωμετρία
οριζόντων και ωκεανών.

Διέσωσα όμως
το πρόσωπο της ψυχής μου!

***

ΚΥΜΑΤΑ ΟΡΓΗΣ

Κύματα οργής
χτυπούσαν το κορμί τους,
Και πάνω σε βραχίονες
υφάλων κρατήθηκαν.

Των άλλων οι φωνές,
-οι αδύναμες φωνές-
χάνονταν στην ομίχλη,
στέλνοντας απεγνωσμένα
το τελευταίο τους μήνυμα
σ’ αυτούς που άργησαν…

Και άδοξα επιστρέφουν
στου λιμανιού τα σκοτεινά
τ’ ακίνητα νερά!

*Από τη συλλογή “Ένα ποτάμι φως”, εκδ. Στοχαστής 2018.

Tamistas Mhnymal, Ποιήματα

YUE Minjun, Execution (1995)

καθώς
εκείνος βάδιζε
ήταν ακατανόητος ο ήχος
δεν θα τονε παρομοιάσω με το άκουσμα
που αφήνουνε δυο κεραμίδια όταν χτυπιούνται
λέγανε πάντως ότι πως τα πόδια του
δεν ήτανε σαν τα δικά μας πόδια
ήτανε πήλινα ξερά
ήτανε ξένα

ύστερα πια
δεν έχει σημασία
των άστατων ποδιών το υλικό
όταν κανείς τραβάει για το απόσπασμα
αλλάζει λένε φύση γίνεται ολόκληρος νεόπλασμα
οι αδένες αγριεύουν να προλάβουν
τις κάννες τις ψυχρές αντάμα
προτού πυρώσουνε
εν ριπή το σώμα

το ίδιο αλλιώς
οι νεοπλασματικοί αυτόχειρες
νικάνε τη θρασεία επιβουλή
πηδώντας λαχταρώντας
το κενό

σε κάθε περίπτωση
η έλξη ανοίγεται γυμνή στη θέλξη
δεν λέει άλλο μονάχα τέλος ασταμάτητα
όταν σηκώνονται οι κάννες όταν ογκώνει το κενό
καίγεται το κεφάλι καίγεται το μυαλό πάει να βράσει
φέρνουνε τα φτερόλεπτα καρσί την παγωνιά
χαϊδεύουνε τα κύματα του τέλους
τον τελευτή τον κατοικούν
τον τρώνε

*Το ποίημα και η ζωγραφά της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: http://mhnymal.blogspot.com
**Πηγή της ζωγραφιάς: https://en.wikipedia.org/wiki/Execution_(painting)

Νίκος Μιτζάλης, μανάδες

Οι μανάδες μας είναι υποζύγια καρτερικά
που τρέφονται με τ’ αποφάγια της πατριαρχίας
έχουν μάθει στην ταπεινοφροσύνη
γιατί φοβήθηκαν την επανάσταση
Με πρόσωπα που ο χρόνος δεν τραχύνει
ξέρουν να μην σκύβουν το κεφάλι
ακόμα κι όταν υποχωρούν
Οι μανάδες μας
καθαρά σιδερωμένα πουκάμισα και λευκά κολάρα
απλωμένα σε σιδερένιο διπλό κρεβάτι
για τους αφέντες
είναι φλογερές ξανθιές που μυρίζουν πασχαλιά
σε μαγαζιά που βρωμούν θάνατο
πίνουν παρέα με αγνώστους και τον Μπουκόφσκι
ξερνούν την ψυχή τους στην καθημερινότητα
κάνουν πιάτσα στην οδό Αλβαράδο
με ψεύτικα δόντια και πληγιασμένα στήθια
φέρνουν τσιγάρα και σοκολάτες στα προαύλια φυλακών
δε ντρέπονται που μας αναγνωρίζουν
στερούνται για να μη στερήσουν
Οι μανάδες μας
συνεπαρμένες από μεσημεριανές εκπομπές
ψηφίζουν το συμφέρον τους κι ελπίζουν
ψωνίζουν απ’ τη λαϊκή και προσεύχονται για πλούσιες σοδειές
και κυρίως να μην αρρωστήσουν
οι άλλοι
Οι μανάδες μας
είναι ξενύχτια σε υπόγεια και θαλάμους νοσοκομείων
ψιθυριστές κραυγές και παρακάλια
που κρατάν βούρδουλα και παιχνίδια
κερνώντας φως και θάνατο
Οι μανάδες μας
εγκαταλελειμμένα καταφύγια
με προβληματική επανάχρηση
                                                                                                                                                                                                                                                    

«Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα» – Σε μία πράξη και πέντε σκηνές

Εκδόσεις Οδός Πανός, Φεβρουάριος 2019
Επιμέλεια Διώνη Δημητριάδου
Σχεδιασμός εξωφύλλου ©Στράτος Φουντούλης

(Mare meum)

Η ζωή μου είναι
μια θάλασσα κλειστή

[τον χειμώνα φοράω ένα μαύρο
παλτό από κασμίρ
Μου το χάρισε ένας συνταξιούχος πρύτανης
που είναι νεκρός εδώ και χρόνια
Έζησε όπως πέθανε· εν ειρήνη
με τον κόσμο και την κυρία Ασπασία]

Εγώ αυτή τη θάλασσα
την ανακατεύω με ένα κουτάλι
Πετάω μέσα της πτώματα
Τις χρυσές λίρες
που δεν έδωσε στον Σαχτούρη
ο νονός του

[παρακολουθώ την κίνηση
των αυτοκινήτων στη λεωφόρο Μεσογείων
Τις ορδές των ακολούθων του οπίου
καθώς κατηφορίζουν εξερχόμενοι
από το νοσοκομείο «Η Σωτηρία»
χορτασμένοι μεθαδόνη. χαρούμενοι
– κάποια μέρα θα δοκιμάσω κι εγώ]

Η θάλασσα αυτή είναι κάπως ιδιόρρυθμη
φοράει αρώματα, πίνει κρασί,
κερνάει ούζα τον Καρούζο
Πάνω της περιπολούν Ρωμαϊκές γαλέρες
Φρουρούν ένα ναυάγιο
κρουαζιερόπλοιο, με όλη
την ορχήστρα να παίζει

– Ο Βαρβέρης διευθύνει υπέροχα –

Γύρω του κολυμπούν γυμνόστηθες γοργόνες

Λέω σε μια

«Η σχισμή
ανάμεσα στα στήθη σου
ουρλιαχτό θηρίου που επιτίθεται»

Και σε μια άλλη

«Θέλω να γλείφω
τις λέξεις
που στάζουν
απ’ το στόμα σου
στα χείλη
στο σαγόνι
στα στήθη
στην κοιλιά σου»

Αυτές κρυφογελάνε
και αναδύονται για αναπνοή

[το παλτό μου είναι μαγικό]

Το κουμπώνω
ανεβάζω τον γιακά μέχρι πάνω
και κυνηγώ τις γοργόνες, που
τρέχουν πάνω στη θάλασσα

Νίκος Σφαμένος, Από τη συλλογή “Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών”

Μακαριότητα
 
Τα γαλάζια φορέματα και
οι νυχτερινοί ήλιοι
ο ήχος του μπουκαλιού στο
τοίχο και
μουρμουρητά από
γέρους σακάτες
τα ωραία κορίτσια και
τα ξεθωριασμένα βιβλία
 
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
 
Υγρά δωμάτια και
καλοκαιρινοί κήποι
σωροί ιδρώτα τα
ξημερώματα
λεηλατημένα μυαλά και
μισές ζωές

Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος

***

Τα νεκρά σώματα του Απριλίου
 
Ζωντανεύουνε εικόνες μέσα
απ’ τα
χέρια μου
ξυπνάνε φωνές
από τα
μάτια μου
τις νύχτες
η θλίψη γίνεται
τόσο μεγάλη
δεν αντέχει
στη κάμαρα
κυλά έξω
στέκεται σε
καμινάδες
καμπαναριά
 
βούισμα σε μια
άκρη
του μυαλού μου
ήχοι μιας
άγνωστης
παλιάς
μουσικής
μια ήπειρος
ανεξερεύνητη
τώρα
η θλίψη
ξαναπλώνεται στη
κάμαρα
με τυλίγει
με πνίγει
γυρνά στη πόλη
σκεπάζει
χώρες
σκόρπιες
εικόνες
λεηλατημένες
πολιτείες
 
η γεύση της
η μόνη
αλήθεια
τα ξημερώματα
λίγο πριν
οι πρώτες αχτίδες λούσουν
τα νεκρά σώματα του Απριλίου
 
***

Για σάς
 
Πολιτείες με
τα διάφανα
νερά και
τους γελαστούς
αυλικούς
τα παντοτινά
φώτα και
τα λαμπερά
κορίτσια
βασίλεια με
τ’ απέραντα
δάση και
τα φωτεινά
πρόσωπα
τις ανοιχτές
καρδιές και
τα δροσερά
γέλια
γαλήνιες χώρες
ανεξερεύνητες πόλεις
δε με σκεφτήκατε
ποτέ
όμως κάθε
βράδυ
ψηλαφούσα
τη μυρωδιά σας
με θολά
μάτια

***

Εσείς
 
Δύο μεταπτυχιακά
θέση σε κεντρική
εταιρεία
ευτυχισμένος γάμος
ξεχωριστές δημοσιεύσεις
και
ακριβό αμάξι
ταξίδια σε ευρωπαϊκές
μεγαλουπόλεις και
ενδιαφέρον για τη
τέχνη και
το σύγχρονο
λάιφστάιλ
μεγάλες γνωριμίες
δείπνα
συνεντεύξεις και
ξαφνικός
θάνατος
ειδικά αυτό το
τελευταίο
πρέπει να σου
δημιούργησε
αίσθηση


***

Μια μεγάλη νύχτα
 
«Δεν υπάρχει διέξοδος», είπε
«μας είπαν για την αγάπη, μας
μιλήσανε για την ελπίδα, δεν
υπάρχει διέξοδος».
«ας πιούμε», απάντησα
«και πως θα γίνει;»
«ας πιούμε».
«γράφεις όμως».
«ναι αλλά δε βοηθάει».
«το βλέπω στα πρόσωπά τους,
στα νεκρά βλέμματά τους,
ολόκληρη η ιστορία του
ανθρωπίνου γένους βρωμάει».
 
Άδειασα το μπουκάλι μου.
Βγήκα στο μπαλκόνι.
Κορναρίσματα
συζυγικοί καυγάδες
μυρωδιά γυναικείου αρώματος.
Ένας αλήτης πέρα παραμιλούσε.
Ο κόσμος υπήρχε για πολλά χρόνια.
«Όσο πάει φίλε»
Θα ’ταν άλλη μια μεγάλη νύχτα.
Κρατήθηκα γερά στα κάγκελα και
χαμογέλασα

***

Η Νάντια
 
μιλούσε πιο
όμορφα από
όλες
περπατούσε πιο
όμορφα από
όλες
έλαμπε στα
βρώμικα στενά
τα παιδιά τη
κοιτούσαν από
τα παραθύρια
οι πιο
θαρραλέοι την
ακολουθούσαν
σπουδές
ξέγνοιαστα χρόνια
και τώρα
τρία παιδιά
υπάλληλος
παιδικά πάρτυ
ημιαργίες
διακοπές στα
νησιά
εκδρομές
 
η Νάντια
άρχισε να
ξεθωριάζει
και όταν τα
βράδια της
έβλεπε το
φως να
σκουραίνει
κάτι υποψιαζόταν 
 
***

Ζαν Ντυβάλ
 
Οι πόλεις
εκρήγνυνται
τα άνθη
τινάζουν στο
σώμα μου
πολύχρωμο
νερό
και αυτή η
νύχτα
θα σημάνει
άλλον έναν
αγώνα
 
το φεγγάρι
γέρνει πάνω
μου
χαμογελώντας
πέρα στα
βουνά να
κυματίζει η
σημαία του
καλοκαιριού
και στα νυχτοπούλια
που θα
φτερουγίσουν
μικρές εκρήξεις
θα στιγματίσουν
ατελείωτες ώρες σιωπής

***

Ένας άνδρας
 
Βάδιζε ανήσυχα στη
κάμαρά του ένα
βράδυ του Ιούλη
πίνοντας κρασί
ήταν πολλοί εκείνοι
που
δεν τον γνώριζαν
μυστήριες μέρες
λίγες παράξενες
λέξεις
έβραζαν στο
κεφάλι του
και τώρα
κοιτούσε
κοιτούσε τα
άδεια χέρια του
 
θυμήθηκε
την ερημιά του Καρυωτάκη
τα δάκρυα του Ουράνη
τις οπτασίες του Λαπαθιώτη
τις στιγμές θανάτου της Γώγου
τις κραυγές ζώου του Χαλεπά
 
ήτανε περασμένα μεσάνυχτα
και ένας
άνδρας
κοιτούσε
κοιτούσε τα
άδεια χέρια του

***

Η Νύχτα που συνάντησα τον Τζιμ Μόρισον
 
Παραπάτησα σε μια
γωνιά
και στεκόταν σκυμμένος
μ’ ένα μισοάδειο
μπουκάλι
βρώμικη ανάσα
 
«Απέτυχα φίλε
κοίτα τους όλους
τα φώτα
τα ποιήματα
τα ζόρικα κορίτσια
και τα καινούργια τους αμάξια .
Ουρλιάζουν.
Δεν υπάρχει λύση φίλε
δώσε μια γροθιά και
γκρέμισε τους σάπιους
τοίχους αυτού του
γελοίου ονείρου».
 
Άδειασε το μπουκάλι του
το φεγγάρι άλλη μια νύχτα
στεκόταν εκεί
φωτίζοντας
βρώμικα στενά .
 
Ακολούθησα
τα ίχνη του
τραγουδώντας

*”Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών”, 2007.

Ζωή Καραπατάκη, Τρία ποιήματα

Άλαδε, Μύσται

Ανησυχούσα για τον ύπνο σου
Περισσότερο από σένα
Τον είχα δει να σε φωτογραφίζει
Ενώ εσύ δεν ήθελες
Παρά τις κραυγές σου
Τις συσπάσεις του σώματος
Και τις βίαιες εκτινάξεις
Η φωτογράφιση γινόταν

Στον σκοτεινό θάλαμο
Ήμουν και εγώ
Βοηθούσα έφερνα τα απαραίτητα
Και συχνά σε κρατούσα ακίνητο
Για να βγεί καλύτερη
Η φωτογραφία

Ο ύπνος δούλευε όλη τη νύχτα
Αυτή άλλωστε ήταν η δουλειά του
Να προσηλώνεται στην εστίαση
Έπρεπε να χαρτογραφήσει περιοχές
Που κανένας άλλος δεν θα μπορούσε
Παρά μόνον αυτός

Υπήρχε τόσο σκοτάδι

Άλλωστε την ημέρα καθαρμοί
Δεν γίνονται πια

***

Λάμπα θυέλλης

Καμμιά φορά
Το ποίημα έρχεται
Όταν είναι αργά για πράξεις ή για μετάνοια
Έρχεται σαν επανόρθωση
Έρχεται για να καλύψει
Το χώρο του βιωμένου κενού
Να εισχωρήσει τοποθετώντας

Στη θέση του μια μικρή σοφία

Και μια πικρή επιτελεστικότητα
Ύστερη βέβαια

Ανάβει το φως μιας
Λάμπας θυέλλης ο ποιητής
Που τρεμοπαίζει
Και βαδίζει ενώ
Το γεννηθήτω φως
Παραμένει κυρίαρχο

***

Τόσκα

Θα ζητήσω απ’ το θείο Βάνια
Ένα μικρό χώρο κοντά του
Να δουλέψουμε μαζί
Αυτός τους λογαριασμούς του
Για τα χωράφια κι εγώ τα δικά μου
Διάβασμα και ίσως γράψιμο
Αφού ταιριάζουμε….
Το λοιπόν καλύτερα
Να ‘μαστε παρέα
Έχοντας τη θαλπωρή της συντροφιάς
Και τα συνήθεια της μέρας

Τσάϊ το πρωί
Στη μία φαγητό όπως όλοι οι άνθρωποι
Το βράδυ δείπνο

Κάπου κάπου θα μπαίνει
Και η Σόνια

“Θ’ αναπαυτούμε, θ’ αναπαυτούμε
θ’ ακούσουμε τους αγγέλους
Θα δούμε ολόκληρο τον ουρανό
Σπαρμένο με διαμάντια
Το πιστεύω”

*Τόσκα: λέξη ρώσικη ουσιαστικά αμετάφραστη, ίσως νοσταλγία, βαρυθυμία, ερημιά.

**Από τη συλλογή “Ο παίκτης και το παίγνιο”, εκδ. Νησίδες.

Kadya Molodowsky, Τρία ποιήματα

Επιλογή-Μετάφραση-Επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος

Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΗΡΘΑ


Σ’ αυτόν τον κόσμο ήρθα για ν’ αγαπώ και να προσεύχομαι,
Σ’ έναν τέτοιο κόσμο,
Σ’ έναν τέτοιο καιρό,
Όταν, κάτω από τα ανοιχτά παράθυρα
Τίμιων ανθρώπων,
Χτυπούν δεκαεξάχρονα παιδιά με ατσάλινους λοστούς –
Πόσο γελοία έγινα
Με τις αγάπες και τις προσευχές μου.
Και πολύ αργότερα, ίσως
Πολύ αργότερα απ’ ό,τι να δεχθεί θα μπορούσε το μυαλό μου,
Παντού
Στα σπίτια πλάι,
Θα στηθούν γκιλοτίνες.
Το βλέμμα στρέφω προς τη γη, το φιλέσπλαχνο τούτο πλάσμα
Που αναβλύζει και ταΐζει
Και, για να ζεσταίνω το στρώμα μου, κουβαλώ
Μια κοκκαλιάρα γάτα, να κλαίει γοερά
Μες στο παγερό ψύχος του χειμώνα

1935

ΕΛΕΗΜΩΝ ΘΕΟΣ


Ελεήμων Θεέ,
Διάλεξε άλλο λαό,
Εξέλεξε άλλο για εκλεκτό σου.
Έχουμε σιχαθεί το θάνατο, τον πεθαμό,
Έχουν στερέψει οι προσευχές μας.
Διάλεξε άλλο λαό,
Εξέλεξε άλλο για εκλεκτό σου.
Άλλο αίμα δεν έχουμε
Για να θυσιαστούμε.
Ερήμωσε το σπίτι μας.
Δε φτάνει πια η γη για τα μνήματά μας,
Κανένας θρήνος για εμάς,
Κανένα μοιρολόι
Στα παλιά, ιερά βιβλία.

Ελεήμων Θεέ,
Άλλη καθάγιασε χώρα.
Ένα όρος άλλο.
Έχουμε γιομίσει όλους τους αγρούς, την κάθε πέτρα
Με στάχτη, με στάχτη ιερή.
Με τους γέρους,
Με τους νέους,
Με τα μωρά, πληρώσαμε
Για κάθε γράμμα των Δέκα Εντολών σου.

Ελεήμων Θεέ,
Το πύρινο ανασήκωσε φρύδι σου,
Και δες τους λαούς του κόσμου–
Τις προφητείες αποκάλυψέ τους και τις Ημέρες του Δέους.
Ο λόγος σου ψελλίζεται σε κάθε γλώσσα–
Τις θαυμαστές δίδαξέ τους πράξεις,
Τους τρόπους του πειρασμού.

Ελεήμων Θεέ,
Σ’ εμάς δώσε ενδύματα απλοϊκά,
Σαν των ποιμένων στη βοσκή,
Των σιδεράδων στο σφυρί,
Των πλυστρών, των βυρσοδεψών,
Aκόμα και των κατώτερων αυτών.
Και κάνε μας μια χάρη ακόμα:
Ελεήμων Θεέ,
Απάλλαξέ μας από τη Θεϊκή Παρουσία της διανοίας.

1945

ΟΤΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΜΕ ΦΩΝΑΖΕΙ

Η μάνα μου δε με φωνάζει με τ’ όνομά μου –
Γιατί η μάνα μου είναι πεθαμένη.
Ο πατέρας μου δε με φωνάζει με τ’ όνομά μου –
Γιατί ο πατέρας μου είναι νεκρός.
Μήτε ο Θεός με φωνάζει με τ’ όνομά μου –
Γιατί ο Θεός διασκεδάζει στο καρναβάλι του Πουρίμ,
Μεταμφιέστηκε σε σκύλο
Και θρηνεί φωναχτά μες στη νύχτα.
Τον διώχνω μ’ ένα κλαδί
Ήσυχη να μ’ αφήσει.

Αναπαύσου, καρδιά μου –
Αναπαύσου μια στιγμή τώρα που ο Θεός λείπει.
Αναπαύσου μια στιγμή
Τώρα που του κορμιού μου η υπομονή έχει εξαντληθεί.
Αναπαύσου μια στιγμή
Ωσότου μια καμπάνα χτυπήσει,
Ωσότου με καλέσει ο θρήνος που
στη ράχη μου κρέμεται σα σακί.
Μια στιγμή αναπαύσου –
Μια στιγμή δίχως Θεό.

*Μετάφραση από τα γίντις στα αγγλικά: Kathryn Hellerstein
**Μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνκά: Νικολέττα Σίμωνος.

Επίμετρο

Η Κάτια Μολοντόβσκυ [Kadya (ή Kadia) Molodowsky, 1894-1975] ήταν Αμερικανοεβραία ποιήτρια, συγγραφέας και εκδότρια στη γλώσσα γίντις. Γεννήθηκε στη σημερινή Λευκορωσία, όπου τελείωσε το σχολείο και σπούδασε παιδαγωγικά. Συνέχισε τις σπουδές της στη Βαρσοβία, όχι για πολύ, ωστόσο, καθώς οι εν λόγω σπουδές στην Πολωνία εντέλει την οδήγησαν στην Ουκρανία, και συγκεκριμένα στην Οδησσό. Μετά από απανωτές και ανεπιτυχείς προσπάθειες να επιστρέψει στην πατρίδα της, αναγκάστηκε να ζήσει, για πολλά χρόνια, πρώτα στο Κίεβο (όπου είχε εγκλωβιστεί κατά τη διάρκεια των πογκρόμ του 1919) και έπειτα στη Βαρσοβία (όπου, ομοίως, βίωσε την εκεί βία που είχε ήδη ξεσπάσει εναντίον των Εβραίων). Το 1935, ήδη παντρεμένη, μεταναστεύει στις ΗΠΑ. Ωστόσο, το 1949, επιχειρεί να ζήσει στο Τελ Αβίβ, στο νεοϊδρυθέν τότε κράτος του Ισραήλ, όπου και διαμένει μέχρι το 1952, οπότε και επιστρέφει οριστικά πια στις ΗΠΑ. Το 1974, χάνει το σύζυγό της, στη Νέα Υόρκη όπου και διέμεναν από της άφιξής τους στην Αμερική, και έναν χρόνο αργότερα καταλήγει και η ίδια, στη Φιλαδέλφεια κοντά σε συγγενείς της.


Κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Μολοντόβσκυ εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές, ενώ καταπιάστηκε και με τη συγγραφή ποιημάτων και ιστοριών για παιδιά, μυθιστορημάτων, διηγημάτων, καθώς και θεατρικών και αυτοβιογραφικών έργων. Αφιέρωσε τη ζωή της στη διδασκαλία των γίντις και των εβραϊκών σε παιδιά κατά κύριο λόγο, μεταδίδοντας, πρωτίστως, την αγάπη και την έγνοια της για τη μητρική της γλώσσα. Το 1971, τιμήθηκε, στο Τελ Αβίβ, με το Itzik Manger, το σημαντικότερο βραβείο των εβραϊκών γραμμάτων. Υπήρξε μία από τις πλέον διακεκριμένες ποιήτριες της σύγχρονης εβραϊκής λογοτεχνίας· πολυδιαβασμένη από τους αναγνώστες της λογοτεχνίας στα γίντις, αλλά σχεδόν άγνωστη στο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό, αφού έλαχιστο μέρος του έργου της έχει μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα. Σύμφωνα, μάλιστα, με την ακαδημαϊκό Kathryn Hellerstein, η οποία έχει μεταφράσει μεγάλο μέρος του ποιητικού της έργου και αποτελεί τη σημαντικότερη, ίσως, μελετήτρια του συνόλου του έργου της, «η ποίηση της δυναμικής και ανεξάρτητης αυτής γυναίκας αξίζει να γίνει ευρύτερα γνωστή και προσβάσιμη». Η Μολοντόβσκυ δέχτηκε επιρροές από το ρωσικό συμβολισμό, τον εβραϊκό μοντερνισμό (και, μέσω αυτού, από τον αμερικανικό και τον ευρωπαϊκό), την εβραϊκή Βίβλο, τη ραββινική φιλολογία, την εβραϊκή παράδοση, τον εβραϊκό λαό και τις δοκιμασίες του, τους κοινωνικούς αγώνες, κλπ. Στο έργο της, καταπιάνεται, επίσης, με θέματα όπως η θέση της γυναίκας, η πολιτική ευθύνη του ποιητή, η εθνική ταυτότητα, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, ο αισθητικισμός και η ατομικότητα. 

Το πρώτο ποίημα από τα ανωτέρω πραγματεύεται τις εμπειρίες της από τη βία που είχε διαδοθεί σε όλη την Πολωνία ενάντια στον εβραϊκό πληθυσμό μεταξύ 1935-1937, με το περίφημο πογκρόμ του Przytyk, η οποία και την ανάγκασε να εγκαταλείψει τη χώρα για την Αμερική. Μέσα από τα εν λόγω γεγονότα γεννήθηκε, την ίδια περίοδο, και το τρίτο ποίημα. Το ποιητικό υποκείμενο θρηνεί την εγκατάλειψη από τους γονείς του, αλλά και από τον ίδιο το Θεό ο οποίος έχει αφήσει τον εβραϊκό λαό στην τύχη του. Ενώ θρηνεί, λοιπόν, επωμίζεται και το βάρος της ευθύνης για τη σωτηρία του, προσπαθώντας να διαχειριστεί το διπλό τούτο ψυχικό φορτίο. Τέλος, το δεύτερο ποίημα, γραμμένο το 1945, θεωρείται ως ένα εκ των σπουδαιοτέρων της. Αξίζει δέ να σημειωθεί πως γράφτηκε από μια ποιήτρια που ενώ μεγάλωσε στην Ανατολική Ευρώπη και είχε πλήρη επίγνωση των γεγονότων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος, εντούτοις βίωσε τη φρίκη τους από «απόσταση ασφαλείας».

Κατερίνα Ζησάκη, Δύο ποιήματα

Ποίημα για το τέλος του κόσμου

και δε μου λες: γιατί είναι χάρτινα τα μάτια σου;

είπε εκείνος

δε βρίσκω πια κανένα νόημα στους ποιητές
εκείνη

τυλίχτηκαν ύστερα κόκκινο
ύστερα τυλίχτηκαν
κόκκινο μελάνι
κάθισαν ήσυχα
και τους κατάπιε η νύχτα

το σώμα της δε βρέθηκε ποτέ
της νύχτας λέω
δε βρέθηκε ποτέ το σώμα

***

και να σκεφτείς πως μόνο
θελήσαμε τη ζωή

υπάρχει
ο κόσμος των ποιητών
ο κόσμος των μουσικών
ο κόσμος των ζωγράφων
των χορευτών
των ηθοποιών
των σκηνοθετών

και υπάρχει
κι ο κόσμος

*Από τη συλλογή “μισέρημος”, εκδ. Μανδραγόρας, 2018.