Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ

Καθώς συνθλίβονταν σιγά σιγά το τσιμεντένιο πλέγμα
κι αιμορραγούσε απ’ τους προβολείς, δε μίλησα
για ολονύχτιο όργιο αίματος μες στα θεμέλια
για κρύσταλλα κι ασημικά της αίθριας νύχτας
για μουσική καθώς αργά το γλέντι ανάβει
σ’ ένα αναπάντεχο φιλί. Δεν τα αντέχω πια
παρόμοια παραμύθια. Ίσως τριμμένα κόκαλα
μες στα νερά που βρήκε ο εκσκαφέας
λευκότητας δήθεν αγγελικής. Τέχνη πιο βρόμικη
από το ποίημα δεν ξέρω άλλη τώρα

***

ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Το φθινοπωρινό του φως λάμπει στα κρύσταλλα της πόλης
καθώς σιγά σιγά το καλοκαίρι λιώνει

Κι όμως ταξίδεψα πολύ κατά τις δυτικές ακτές
είδα τα σώματα των όψιμων κολυμβητών να φθίνουν
μέσα στο ηλιόγερμα, κάτω απ’ τις λάμπες του γκαζιού
Θε μου, τα είδα σε αμμουδιές από άσπρη πορσελάνη

Μα εγώ εκείνον θέλησα. Στην πόλη του ξαναγυρνώ
στους πολυέλαιους της νύχτας ξαναρχίζω

*Από τη συλλογή “Αργό πετρέλαιο” (1974).

Παύλος Πέζαρος, Δύο ποιήματα στο αυστραλιανό “Tirra Lirra”

Μέχρι και το γύρισμα του 20ού με τον 21ο αιώνα, κυκλοφορούσε στη Μελβούρνη, ένα καλό λογοτεχνικό περιοδικό με το όνομα “Tirra Lirra”. Στο τεύχος του καλοκαιριού (για την Αυστραλία!) 1999/2000, φιλοξενήθηκαν δύο ποιήματα από τη συλλογή “Η σταδιακή οξείδωση της Αφής”, εκδόσεις “Τα Τραμάκια, 1990, σε μετάφραση και με τη φροντίδα του αξέχαστου φίλου David E. Hutchison (1927-2017), συγγραφέα, μουσειολόγου, ιστορικού και “ερασιτέχνη Ελληνιστή” από το Fremantle της Δυτικής Αυστραλίας. Αυτή η ανάρτηση, ως αφιέρωση στη μνήμη του.

Παύλος Πέζαρος.

Νίκος Σφαμένος, Καθώς νυχτώνει…

Κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τούτο
το βροχερό απόγευμα
ένας άνδρας απέναντι καίγεται
οι κουρτίνες κουνιούνται θλιβερά
ανασηκώνω τους ώμους και αγγίζω
τα σκονισμένα βιβλία
-δεν μου έμαθαν ποτέ τίποτα-
κι εκείνος εξακολουθεί να με κοιτά
καθώς ακούμε τη βροχή
τίποτα δεν μας ταράζει στο βυθό μας
τίποτα δεν θα συμβεί
μια γαλήνη περιφέρεται

όμως να
κάποτε ξεκίνησες αλλιώς
και ο ουρανός είχε λίγο ίσως χρώμα
μα ο χειμώνας ήρθε γρήγορα
και μας βρήκε απροετοίμαστους

και έτσι θα κοιταζόμαστε όλο το βράδυ
εγώ και εκείνος ο άγνωστος άνδρας
που καίγεται
λίγο πριν η βροχή δυναμώσει

ναι
κάποιες ζωές ξοδεύτηκαν άσκοπα

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Ρωξάνη Νικολάου, Τρία ποιήματα

Άυπνα σπίτια

Πέρασα από το σπίτι σου- με είδε
ήπιε νερό και πικρογέλασε.
Στο στόμα του έλαμψαν
χρυσά δυο δόντια

ο αραμπάς με την αρτηριοσκλήρωση
και το αναπηρικό του Κρίτωνα.

Κυλούσανε σε αφράτους δρόμους
και συνέχιζαν

πέρα απ’ το τέρμα
μέσα στον ουρανό.

***

Στα μετόπισθεν της όρασης

Θέλω να σας χαρίσω τον χρόνο που έζησα
σ’ έναν κόσμο που υπήρξε χάρη στη φαντασία μου
– όπως κι εγώ η ίδια άλλωστε –
συμφωνεί κι ο θάνατος μαζί μου
καθώς βαρύθυμα βαδίζει
πάνω στα μνήματα, μετράει την αχνάδα των ονομάτων
τη λιπόσαρκη αναμέτρησή τους με τον χρόνο
πώς νικιούνται –

(Τι χάσμα αβυσσαλέο
ανάμεσα σε δυο στιγμές
ενώ ακούς τη γλυκομίλητη
ανάσα του αέρα
σ’ ένα πετάρισμα βλεφάρων
πώς γίνεται ουρλιαχτό)

Αφουγκραστείτε το χοχλάκισμα του αδικημένου αίματος
στα μετόπισθεν της όρασης
τη στάχτη που πέφτει ασταμάτητα πέφτει
πάνω στο πρόσωπό του κόσμου.

Μη φοβηθείτε. Μονάχα συμπονέστε ό,τι χάνεται
με ανερμήνευτους φθόγγους.

***

Λαθραία σκιά

Από τις παλαιός γυναίκες
κλέβω
καθώς τον δρόμο τους τυλίγουν
και ξετυλίγουν
όταν νυχτώνει.

Πίσω από τα κλειστά τους
βλέφαρα
λαμπηδόνες λιγοστεύουν
το σκοτάδι

πεθαμένοι περιπατούν
αίμα φωνής
γυρεύουν.

Ο θόρυβος
της λαθραίας μου σκιάς
διασπά την αγκαλιά
του βλέμματος
στα νερά του
καθρεφτίζεται
το χέρι μου απλωμένο.

*Από τη συλλογή “Ψαλιδιστής”, εκδόσεις τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018. Σχέδιο εξωφύλλου: Νεοκλής Κυριάκου.

Anastasia N. Margeti, Four poems

Stavros Messinis, From the Abstractions Series

Zeus Dialogue

It plunged from the border
of the senses.

Gypaetus barbatos or golden eagle
I had no time to see.
Its claws
sank in my back,

I bled the antithesis.
Its beak tough,
deep in the canyons of the mind
it screeched to my feelings.

With the clasp of its feathers
it warmly composed me.
I surrendered to the synthesis.
I felt its heart-ache
which, like a lightning bolt,
everyone shuns.

Then it vanished.
Thus it is
with species
threatened by extinction.

***

Poetic Ethics

…for where we are free to act
we are also free to refrain from acting,
and where we are able to say No
we are also able to say Yes.
Aristotle, Nicomachean Ethics

It aged upon her,
the role’s
attire.

Now
she sheds it
in silence.

All of her
beholds
her naked image
in the mirror.

Shadows of night
listen secretly
to mid-life hopes,
curves of air
and sadness
hollows of anger
at the edge of touch.

Unsmiling
she again tightly dons
the same past.
And turns her gaze
on the unspoken.

***

Alterations

We can control our actions
from beginning to end,
and we are conscious of them at each stage. . . .
Aristotle Nicomachean Ethics

It aged upon her,
the role’s
attire.

Awkward her truths,
they wring her neck.
Her extremities
tear the seams.
And the hours become impassable.

Now
she is clad
in silence.

She adheres
to the present tense
of possibilities.

Into her knapsack she tosses
the bold colors
and syllables
of revolt.

Then she departs hastily
dressed as a rebel.

So that her presence
shall not remain
unjustified.

***

Urns of Concepts*

Scarlet
moments
float in darkness
when the surge of love
–illicitly you would think –
glimmers in the Erebus of the mind
and with bold synapses
breathes life,
flesh and blood,
into the pulp of clay.

All the while
silently
are aligned
continually
in legions
the white
memorial urns.

*White urns (Urns of Concepts): burial urns decorated with scenes that represent the dead, their tombs, or scenes from the underworld.

**From the collection “Third from Truth”. Translated by Robert Crist and Despina Lala Crist.

Χριστόφορος Τριάντης, Οι μπουρζουάδες ποιητές

Α μπράβο, μπουρζουάδες ποιητές
(και ποιήτριες)
αλληλολιβανιστείτε.
Η σιελική γλώσσα
έχει την πρωτοκαθεδρία σε μπιστρό
και χοροστάσια.  
Συνεχίστε τα λογύδρια
και τις αναφορές στα εσώψυχα (σας).
Πετάξτε
και εικόνες από ενυδρεία και
παλουκώματα,
πάντα υπάρχουν βρόμικα μάτια κι αφτιά.  
Πλήττετε
μπουρζουάδες ποιητές (και ποιήτριες),
βάψτε νύχια και μαλλιά
(προσεκτικά),
υπάρχει πάντα κοινό  (φιλοθεάμον)
και σας θαυμάζει.
Τον ταχυδρόμο με το όνομα Κάρολος
στα κρεβάτια ανεβάστε τον,
μήπως κι έρθουνε περισσότερες εμπνεύσεις,
κοντά στα ακροφύσια (πάσης φύσεως).
Τρέξτε μπουρζουάδες ποιητές.
Εντοιχιστείτε στα πνευματικά  ιδρύματα
και τις ανθολογίες.
Χαϊδολογήστε τους αξιολάτρευτους λογοεπιθεωρητές
και τις αντίστοιχες κυρίες.
Πάρτε και ύφος στοχαστικό,  
είναι πιασάρικο στις αγοραπωλησίες (από παλιά),
δείχνει βάθος και μυστήριο.
Να κι η ευκαιρία σας :
ρίξτε σωρηδόν τσιτάτα κι ατάκες
σε κύματα και πανηγύρια.
Εκεί παρευρίσκονται (τακτικά και ευάριθμα)
συλφίδες και γονδολιέρηδες (για τις ποιήτριες),
προς τέρψη γενική.
Ε, μαζί με τη βόλεψη,
έρχεται στο τέλος και η αναγνώριση
μπουρζουάδες μου: μηδέν
(αποκλειστικά και ολίγον απολίτιστα).
 

Η ποίηση της «πιο λαμπρής αναρχικής που γέννησε ποτέ η Αμερική»

Μετάφραση στα ελληνικά πέντε ποιημάτων της Voltairine de Cleyre

Δημήτρης Καφετζής*

H VOLTAIRINE DE CLEYRE υπήρξε ποιήτρια και συγγραφέας, πάνω απ’ όλα αναρχική χωρίς ταμπέλες και επίθετα, μείζων πρώιμη φεμινίστρια και αγωνίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών. Γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1866 στην πόλη Leslie του Michigan. H de Cleyre μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια. Για τέσσερα χρόνια μέσα στην εφηβεία της βρέθηκε εσώκλειστη στο Καθολικό γυναικείο μοναστήρι στο Sarnia του Ontario μετά από πρωτοβουλία του πατέρα της, που πίστευε πως εκεί η Voltairine θα λάβει καλύτερη παιδεία. Τα ψυχικά τραύματα που απέκτησε αυτά τα τέσσερα χρόνια θα καθορίσουν την μετέπειτα πορεία της ζωής της. Χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η προσπάθειά της να δραπετεύσει κολυμπώντας μέσω του ποταμού St Clair και μετά από πεζοπορία 27 χιλιομέτρων την εντόπισαν φίλοι των γονιών της και την επέστρεψαν πίσω. Καθοριστικής επίσης σημασίας για τη διαμόρφωση των ιδεών της και της μετέπειτα δράσης της ήταν η σφαγή στο Haymarket του Chicago το 1887.

H de Cleyre υπέφερε από κάποια νόσο του νευρικού συστήματος. Ως αποτέλεσμα των χρόνιων προβλημάτων της εμφάνισε κατάθλιψη και επιχείρησε δύο φορές στη ζωή της να αυτοκτονήσει. Το 1902 ένας παράφρων άντρας θα προσπαθήσει να τη σκοτώσει. Η de Cleyre παρά τον σοβαρό τραυματισμό που της προκάλεσε και που της άφησε εφ’ όρου ζωής προβλήματα υγείας που την δυσκόλευαν στην ομιλία και τη συγκέντρωση, θα προσπαθήσει να τον σώσει από το να μπει φυλακή, λέγοντας ότι το να μπει φυλακή για μία πράξη σαν κι αυτή ένας ψυχικά ασθενής είναι πράξη ενάντια στον πολιτισμό. Η Emma Goldman θα την αναγνωρίσει ως την πιο προικισμένη και λαμπρή αναρχική που γέννησε ποτέ η Αμερική. Για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής της έζησε στη Philadelphia, όπου δίδαξε σε Εβραίους μετανάστες αγγλικά, και βοήθησε να δημιουργηθεί το Ladies’ Liberty League, ένα φόρουμ ελευθεριακών ριζοσπαστικών και φεμινιστικών ιδεών. Χαρακτηριστική περίπτωση των αγώνων της για τα δικαιώματα των γυναικών είναι η διάλεξή της με τίτλο «Sex Slavery» το 1895 όπου βάλλει κατά των τότε νόμων περί του γάμου, οι οποίοι νομιμοποιούσαν τον βιασμό των γυναικών εντός γάμου χωρίς καμία επίπτωση για τον θύτη, κι όπου συγκεκριμένα αναφέρει: «Τι είναι κάθε παντρεμένη γυναίκα; μια δεμένη σκλάβα, που παίρνει το όνομα του κυρίου της, το ψωμί του κυρίου της, τις εντολές του κυρίου της και υπηρετεί τις ορέξεις του κυρίου της». Σε ένα από τα τελευταία της κείμενα του 1912, το οποίο αναφέρεται έκτοτε και σε διάφορες άλλες πηγές, υπεραμύνεται της Ευθείας Πράξης, τακτική που θα ακολουθήσουν αργότερα πολλοί κοινωνικοί αγωνιστές όπως ο Mahatma Gandhi και o Martin Luther King υπό τη μορφή της μη βίαιης ευθείας πράξης. Επίσης βοήθησε στη δημιουργία της Ριζοσπαστικής Βιβλιοθήκης. Η Voltairine de Cleyre θα φύγει από μηνιγγίτιδα, μόλις στα 45 της χρόνια. το 1912.

Θα ταφεί δίπλα σε άλλους κοινωνικούς αγωνιστές και ανθρώπους που αμύνθηκαν στο Haymarket. O τάφος της είναι στο κοιμητήριο του Waldheim στο Chicago.

Σημείωμα-Μετάφραση: Δημήτρης Καφετζής

1
Ό,τι σπείρεις θα θερίσεις

Πόσες σταγόνες πρέπει στους ουρανούς ακόμα να συγκεντρωθούν
Πριν ξεσπάσει η καταιγίδα, μάλλον ποτέ δεν θα το μάθουμε
Πόσο πρέπει οι καυτές φλόγες κάτω στις κολάσεις να λάμψουνε
Πριν οι ζεματιστές πύρινες λάβες του ηφαιστείου πεταχτούν,
Κανένας δεν μπορεί να πει· αλλά σίγουρα θα έρθει η ώρα!
Όποιος όνειρο ‘χει εκδίκηση να ξέρει, έχει ανηφόρα!
Δεν μπορεί να λέει πόσα χτυπήματα πρέπει να παν χαμένα,
Πόσες ζωές ανθρώπων ακόμα επάνω στον τροχό να σπάσουν,
Πόσα ακόμα άκαμπτα πτώματα μες στα σάβανα χωμένα,
Πόσοι μάρτυρες τ’ άλικο αιμάτινο σφράγισμα θα χαράξουν·
Σίγουρα όμως αυτός είναι ο καιρός συγκομιδής του μίσους!
Και όταν το ισχνό παράπονο του αγανακτισμένου κόσμου
Ακουστεί ξανά απ’τον θρόνο, θα στραφεί προς την πλευρά του θρόνου.
Αυτός που είναι προσεκτικός, ακούει της μοίρας τους ψιθύρους!

Φιλαδέλφεια 1890
.
UT SEMENTEM FECERIS, ITA METES

How many drops must gather to the skies
Before the cloud-burst comes. we may Dot bow
How hot the fires in under hells must glow
Ere the volcano’s scalding lavas rise,
Can none say; but all wot the hour is sure!
Who dreams of vengeance has but to endure!
He may not say how many blows must fall,
How many lives be broken on the wheel,
How many corpses stiffen ‘neath the pall,
How many martyrs fix the blood-red seal
But certain is the harvest time of Hate!
And when weak moans. by an indignant world
Re-echoed, to a throne are backward hurled.
Who listens, hears the mutterings of Fate!
.
2
Εις μνήμην

Ω Μάνα γύρε το παιδί σου επάνω στο στήθος,
Το παιδί που έντυσες με ατσάλι πραγματικότητας
Και έστειλες μπροστά, δυνατό στην καρδιά της νεότητας
Να ξυπνήσει με τραγούδι το πλανημένο πλήθος
Από τυράννων και κολάκων υποσχέσεις και μειδιάματα
Που έψαξαν τα μάτια του, δεν βρήκαν απειλές ή τεχνάσματα
Μπορεί να ταράξει τα ατάραχτα αστέρια στον ουρανό τους
Όχι όμως μια λέξη φορτισμένη απ’τα χείλη να κερδίσει
Όχι για τον πλούτο τους, ούτε για τον έπαινό τους,
Αλλά τον ήλιο της Τιμής να κρύψει εν εκλείψει
Ω Μάνα Ελευθερία τα μάτια τα κατηφή,
Και τα γενναία χείλη εικόνες λευκές, ψυχρές και βουβές,
Τη δικαιοσύνη ο χρόνος θα οδηγήσει μέσα στις ψυχές,
Απ’την αναπνοή σου πνέει Αθάνατη Σπίθα λαμπρή.

Φιλαδέλφεια 1894
.

IN MEMORIAM

Back to thy breast, O Mother, turns thy child,
He whom thou garmentedst in steel of truth,
And sent forth, strong in the glad heart of youth,
To sing the wakening song in ears beguiled
By tyrants’ promises and flatterers’ smiles;
These searched his eyes, and knew nor threats nor wiles
Might shake the steady stars within their blue,
Nor win one truckling word from off those lips,-
No-not for gold nor praise, nor aught men do
To dash the Sun of Honor with eclipse,
O Mother Liberty, those eyes are dark,
And the brave lips are white and cold and dumb;
But fair in other souls, through time to come,
Fanned by thy breath glows the Immortal Spark.
.

3
Φως πάνω απ’ το Γουολντχάιμ

Φως πάνω απ’τo Γουολντχάιμ! Και η γη είναι σκοτεινή
Πικρός άνεμος βαρύς πάλι οδηγείται απ’τον Βορρά
Κάνει κρύο και ακούγονται παράξενοι ψιθυρισμοί
«Τι κάνουν εδώ μέσα στο Θάνατο; Βγείτε! Βγείτε μπροστά!»
Αυτό έχεις να πεις με τα επαχθή σου μάτια, Ω Μάνα
Στεφάνωμα της απώλειάς σου με φροντίδα απαλή
για τον ψευδομάρτυρα δεν θα ακουστεί κανένα κλάμα
Ντροπή του ονόματός μας γι’αυτό μας αγάπησες πολύ;
Μέχρι να μεγαλώσει η μέρα καμιά στιγμή στο κενό
Τίποτα δεν σαλεύει μες σ’ αυτή τη ζοφερή αυγή μου
Μόνο άνθρωποι για λύπηση που δεν κραυγάζουν στο Θεό
Πού είσαι χρήσιμος, Ω εσύ που στέκεις απέναντί μου;
«Βγείτε έξω βγείτε! Δώστε ένα τέλος στ’ αναφιλητά
Μέχρι ν’ απόδυναμωθείτε σαν το χιόνι απ’το λυγμό
και λιώσετε διαλυμένοι σε μια ειρήνη που ζει δειλά»
Φως πάνω απ’το Γουολντχάιμ! Αδελφέ μου, πάμε λοιπόν.

Λονδίνο 1897
.
LIGHT UPON WALDHEIM

Light upon Waldheim! And the earth is gray;
A bitter wind is driving from the north;
The stone is cold, and strange cold whispers say:
«What do ye here with Death? Go forth! Go forth!»

Is this thy word, Ο Mother, with stem eyes.
Crowning thy dead with stone-caressing touch?
May we not weep o’er him that martyred lies.
Slain in our name, for that he loved us much?
May we not linger till the day is broad?
Nay, none are stirring in this stinging dawn
None but poor wretches that make no moan to God:
What use are these, O thou with dagger drawn?

«Go forth, go forth! Stand not to weep for these,
Till, weakened with your weeping, like the snow
Ye melt, dissolving in a coward peace!»
Light upon Waldheim! Brother, let us go!

4
Οι οικοδόμοι των δρόμων

Τους είδα να μοχθούν κάτω από τον πελώριο ήλιο
Τα θαμπά, σκούρα πρόσωπά τους ακουμπούν πάνω στην πέτρα
Τα πλεγμένα τους δάχτυλα αρπάζουν τα βρώμικα εργαλεία,
Οι στρογγυλεμένοι τους ώμοι στενεύουν το στήθος τους
Οι σταγόνες τού ιδρώτα στάζουν σαν μεγάλες οδυνηρές χάντρες
Είδα την κατάρρευση, το μέτωπό του πάνω στον βράχο
Το αβοήθητο χέρι εξακολουθεί να κρατιέται στο φτυάρι
Το μουδιασμένο του στόμα μέσα στα χώματα

Και ήταν νεκρός
Οι σύντροφοί του έστρεψαν απαλά το πρόσωπό του, μέχρι που
Ο αδυσώπητος ήλιος έλαμψε σκληρά στα μάτια του,
Ορθάνοιχτα, κοιτάζουν τον άσπλαχνο ουρανό.
Το αίμα ακόμα έτρεχε πάνω στην κοφτερή πέτρα
Τετέλεσται. Ήταν ήσυχα, ήσυχα νεκρός:
Οδηγούμενος στο θάνατο κάτω από τον καυτό ήλιο,
Οδηγούμενος στο θάνατο πάνω στον δρόμο που έχτισε.

Δεν ήταν «ήρωας», ήταν ένας φτωχός μαύρος άνδρας
Ακολουθώντας «τη θέληση του Θεού» μη ρωτώντας τίποτα
Μνημονεύστε τον, την επόμενη φορά που τα πόδια του αλόγου σας
Βγάλουν σπινθήρες πάνω στον λαμπερό δρόμο
Σκεφτείτε ότι γι’ αυτό, αυτό το κοινό αγαθό, τον Δρόμο,
Ένας άνθρωπος έδωσε τη ζωή του, αυτό είναι το ματωμένο δώρο του
Σε έναν κόσμο που τον υπερβαίνει και δεν του είπε ένα «ευχαριστώ»
Ένας αγράμματος, μέσος και άψυχος ήταν; Ωραία, –
Ακόμα άνθρωπος, και εσύ βαδίζεις πάνω στο πτώμα του.

Φιλαδέλφεια 1894
.
THE ROAD BUILDERS

I saw them toiling in the blistering sun,
Their dull, dark faces leaning toward the stone,
Their knotted fingers grasping the rude tools,
Their rounded shoulders narrowing in their chest,
The sweat drops dripping in great painful beads.
I saw one fall, his forehead on the rock,
The helpless hand still clutching at the spade.
The alack mouth full of earth,

And he was dead.
His comrades gently turned his face, until
The fierce sun glittered hard upon his eyes.
Wide open, staring at the cruel sky.
The blood yet ran upon the jagged stone;
But it was ended. He was quite, quite dead:
Driven to death beneath the burning sun,
Driven to death upon the road he built.

He was no «hero,» he; a poor, black man,
Taking «the will of God» and asking naught;
Think of him thus, when next your horse’s feet
Strike out the flint spark from the gleaming road;
Think that for this, this common thing, The Road,
A human creature died; ’tis a blood gift,
To an o’erreaching world that does not thank.
Ignorant, mean and soulless was he? Well,-
Still human; and you drive upon his corpse.
.
5
Γραμμένα με κόκκινο

Γραμμένες εις το κόκκινο οι στάσεις τους για τη διαμαρτυρία
Για τον Θεό του Κόσμου να δει
Στον δογματικό τοίχο του εαυτού τους εν ασωμάτω χειρία
Oικόσημο έβαλαν το «Διαίρει», και φλεγόμενοι πυρσοί
Φωτίζουν το μήνυμα: «Αρπάξτε τη γη!
Ανοίξτε τις φυλακές και αφήστε τους ανθρώπους εν πλήρη ελευθερία»
Πυρπόλησαν τις ζωντανές λέξεις των νεκρών
Γραμμένες με κόκκινο
Θεοί του Κόσμου! Το στόμα σας είναι κλειδωμένο!
Τα όπλα σας μίλησαν και πλέον είναι σκόνη.
Αλλά η Ζωή μες στα σάβανα, που η καρδιά της ον παραλυμένο,
του τυμπάνου της αφύπνισης τον κτύπο ξανανιώνει
Μέσα τους -η φωνή των Νεκρών- ακούγεται και υψώνει
Καθώς λέει: «Διώξτε μακρυά ό,τι παλιό και σκουριασμένο!»
Το είχαν δει «Επανορθώσου», η λέξη των Νεκρών,
Γραμμένη με κόκκινο
Φέρτε τη ψηλά, Ω φλόγα πυρωμένη!
Προς τον ουρανό ψηλά, ο καθένας να μπορεί να σε δει.
Ο λόγος μας είναι ο ίδιος, όλοι του Κόσμου οι σκλαβωμένοι!
Μία είναι η αλησμόνητη ντροπή
Με Ένα όνομα, μία είναι η πάλη, μία η πληγή-
Manhood – παλέψαμε για να είναι οι άνθρωποι λευτερωμένοι.
To «Απελευθερώστε τη Γη απ’ την κατάρα!» καίει τις λέξεις των Νεκρών,
Γραμμένο με κόκκινο.

WRITTEN-IN-RED

Written in red their protest stands,
For the Gods of the World to see;
On the dooming wall their bodiless hands
Have blazoned «Upharsin,» and flaring brands
Illumine the message: «Seize the lands!
Open the prisons and make men free!»
Flame out the living words of the dead
Written-in-red.

Gods of the World! Their mouths are dumb!
Your guns have spoken and they are dust.
But the shrouded Living, whose hearts were numb,
Have felt the beat of a wakening drum
Within them sounding-the Dead Men’s tongue
Calling: «Smite off the ancient rust!»
Have beheld «Resurrexit,» the word of the Dead,
Written-in-red.

Bear it aloft, O roaring flame!
Skyward aloft, where all may see.
Slaves of the World! Our cause is the same;
One is the immemorial shame;
One is the struggle, and in One name –
Manhood – we battle to set men free.
«Uncurse us the Land!” burn the words of the Dead,
Written-in-red.

*Ο Δημήτρης Καφετζής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1990 και μεγάλωσε στη Νέα Ιωνία Αττικής. Είναι ηλεκτρολόγος-ηλεκτρονικός μηχανικός του Πανεπιστημίου του Leeds και υποψήφιος διδάκτορας μηχανικής, έχει εργαστεί στη βιομηχανία και σε ερευνητικά κέντρα Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου. Γράφει από το 2005. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές του συλλογές «Ροές» από τις εκδόσεις Ιωλκός το 2015 και «Χαραμάδες» από τις εκδόσεις Ηριδανός το 2018. Ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί σε διάφορες ιστοσελίδες.

**Από εδώ: http://1-2.gr/2019/01/15/h-poihsh-ths-pio-lamprhs-anarhikhs-poy-gennhse-pote-h-amerikh/?fbclid=IwAR3rTNQOwt-_6lC8R_k-Sa4KhRkwOUk1Ur65IuQqeidOtMcIfQC7Po1T9Uw

Γρηγόρης Σακαλής, Ένωση

Στους χαμένους Μπιτ

Σε μια καρέκλα
σ΄ένα τραπεζάκι
κάτω στην παραλία
βγάζω το μπλοκάκι μου
και γράφω
έχω μέρες στο νησί
μα τώρα με επισκέφθηκε
η θεία έμπνευση
λίγο πιο πέρα
κάθεται σ΄ένα βράχο
δίπλα στη θάλασσα
ο Νίκος Σφαμένος
κι αντικρύζει βαθιά
το πέλαγος σκεφτικός
δίπλα μου
στην άλλη καρέκλα
κάθεται και γρατσουνάει
μια ξεκούρντιστη κιθάρα
ο Θοδωρής Μπασιάκος
είμαστε μαζί
αλλά και χώρια
ώσπου στο τέλος
μας ενώνει
ένα μπουκάλι τσίπουρο
και λίγο χταποδάκι.

Ιάσωνας Σταυράκης, Το μουρμουρητό του αιχμάλωτου

Αρνούμαι τον πόλεμο…
Θέλω να βλέπω
γυμνά τα πόδια σου
με μυστικές γραμμές
να σχηματίζουν
το σήμα της ειρήνης…

Έτσι θα παραμείνω αιχμάλωτος
στο γέλιο σου
και θα σου δίνω
λευκή την σημαία
της ψυχής μου…

*Από τη συλλογή “Μηδέν γραμμάρια…”