Kenneth Rexroth, Ένα ξίφος σ’ ένα φωτεινό σύννεφο

Πιασμένοι χέρι-χέρι, πάμε να χαζέψουμε
Την Παραμονή των Χριστουγέννων τα πλήθη
Στην οδό Φίλμορ, στη Νέγρικη Συνοικία.
Η βραδιά είναι γεμάτη πάγο. Ο κόσμος
Βιαστικός, τυλιγμένος μες στις ανάσες τους
ου αχνίζουν. Μπροστά στις βιτρίνες
Τα παιδιά αναπηδούν με λαμπερά μάτια.
Ο Αη-Βασίλης χτυπά τα κουδούνια του.
Αμάξια κάνουν ουρές και κορνάρουν.
Τα τρόλεϊ χτυπούν το καμπανάκι τους.
Δυνατά μεγάφωνα στους στύλους των φώτων
Παίζουν κάλαντα, στα τζουκ μποξ των μπαρ
Ο Λούις Άρμστρονγκ παίζει το «Γουάιτ Κρίστμας».
Στα καταγώγια τα κορίτσια
Γδύνονται, χαμογελούν και λικνίζονται
Με τη μουσική του «Τζινγκλ Μπελς».
Στις προσόψεις οι.επιγραφές νέον αναβοσβήνουν
Μηνύματα χαράς, φιλαργυρίας, φόβου, υγιεινής,
Και τα περήφανα μικροαστικά ονόματα.
Το φεγγάρι λάμπει σαν πουτίγκα.
Σταματάμε στην κεντρική γωνία και κοιτάζουμε
Ψηλά, διαγώνια απέναντι, το φεγγάρι που
Υψώνεται και τους σεμνούς, παραταγμένους
Άπειρους χειμερινούς αστερισμούς.
Εσύ λες, «Νά, ο Ωρίωνας!»
Το πιο ωραίο πράγμα που θα γνωρίσουμε ποτέ
Στον κόσμο ή στη ζωή μας, στέκει στον κενό
Φεγγαρόλουστο ουρανό, πάνω από τα πλήθη
Των ανδρών των γυναικών και των παιδιών,
Των λευκών και των μαύρων, των χαρούμενων
Και των άπληστων, των καλών και των κακών,
Των πωλητών και των αγοραστών,
Των ισχυρών και των θυμάτων, σαν ένα
Αχανές θεώρημα που αν κάποια στιγμή
Λυνόταν, θα έλυνε για πάντα το μυστήριο
Και τον πόνο κάτω από τα στολίδια και
Τις καμπάνες. Νά ’τος, ο άνθρωπος
Της Παραμονής των Χριστουγέννων,
Απλωμένος στον ουρανό σαν αληθινός θεός
Που θα τον έφτανε να πίστευες λίγο
Σ’ αυτόν. Είμαι 50 χρόνων και είσαι 5.
Δεν θα ’ταν σωστό να το πω αυτό
Κι ίσως ούτε σωστό να το γράψω.
Πίστευε στον Ωρίωνα. Πίστευε στην νύχτα,
Στο φεγγάρι, στην πολυάνθρωπη γη.
Πίστευε στα Χριστούγεννα, στα Γενέθλια,
Και στα Πασχαλινά κουνέλια.
Πίστευε σ’ όλους αυτούς τους φευγάτους
Συνδυασμούς της φύσης, που είναι όλοι τους
Καταδικασμένοι να χαθούν και να εκλείψουν.
Να είσαι πάντα αληθινός με τούτα.
Μην παρατήσεις ποτέ τούτη την άγρια
Θρησκεία για τις ματωβαμένες, αφηρημένες του πολιτισμού
Έννοιες των καθαρμάτων που ζουν
Σκοτώνοντας εμένα κι εσένα.

* Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.
** Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ ποιήματα”, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2014.
*** Η Φωτογραφία του Kenneth Rexroth δημοσιεύεται στο ίδιο βιβλίο (σελ. 20).

Αντώνης Μπουντούρης, Εβδομάδα των Παθών

Στην πλατεία σύντοιχα
σέρνεται και πάλι μιά Σκιά.

Ψηλή
με πετρωμένη χούφτα.

Οι μυροφόρες χωνεμένες στους αιώνες
χαμογελούν πικρά.

Αγκαλιασμένες με καρφιά
κι ερωτευμένες μ΄ ένα ξόδι που γλυστρά
στο ψύχος της συνήθειας.

Γυμνές από εγκώμια
μ΄ αυθεντικές στον πόνο.

Εκεί στο τέλος της πομπής
η Μάνα.

Στον κόρφο της βαθιά θρηνεί
ζεστός κι απορημένος

ο αληθινά Εσταυρωμένος εαυτός μας.

Νίκος Σφαμένος, Αυτοί

Ανάψανε τις έγχρωμες οθόνες
νεκρά χαμόγελα
κρύα πανηγύρια
αναλώθηκαν σε καταστήματα
με πολύχρωμα λαμπιόνια
τα βράδια όλοι τους γράφανε
καθημερινές
αργίες
μεγάλοι έρωτες
ξακουστές εταιρείες
δείπνα
διακοπές

…μα να θυμάσαι εκείνους
που ονειρευόταν στα χέρια
της τρέλας
που αγωνιούσαν
σε μικρές κάμαρες
που ναυάγησαν παρέα με
ζεστές οπτασίες
παραμιλώντας
χαμογελώντας
γράφοντας
εκείνους να θυμάσαι.

*Από τη συλλογή “Ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι”.

Κατερίνα Λιάτζουρα, Μεγάλη Εβδομάδα

Στα πάθη της εβδομάδας δεν θέλω να συμπαρασταθώ.
Τα πάθη Του να μετρώ μέρα με την μέρα, χρόνο με τον χρόνο.
Με τρομάζει ο πόνος του Ανθρώπου
με τρομάζει η απονιά του Θεανθρώπου.
Με αηδιάζουν τα αγκαθωτά στεφάνια που τρυπάνε τα κρανία σμιλεύοντας
σμαραγδάκια αναμνήσεων στο μέτωπο.
Δεν θέλω πληγές αγάπης σε παλάμες, πατούσες και καρδιές να μου θυμίζουνε τον
χρόνο.
Τον θνητό προσπελάσιμο εκείνο χρόνο, που γερνά τα ξωτικά
και τις ονειροπαρμένες Μαγδαληνές.
Θέλω μέσα σε επτά μέρες θρήνου ή και χρόνια να προλάβω να χαρώ τον Θάνατο μου.
Τόσο σύντομα.
Και μέχρι ξάφνου να καταφτάσει του χρόνου αυτή η ίδια μέρα να ξαναπενθήσω
περίχαρα,
θα κουβαλώ αγκομαχώντας, κληρονομιά Άγιας κατάρας, έναν περίτεχνο χρυσό
σταυρό στον ανήφορο του λαιμού μου.
Στο Μυστικό Δείπνο δεν ήμουνα παρών.
Μα πρόφτασα κόντρα στο γλυκόπιοτο και το ψωμί το αυγό το κόκκινο να
τσουγκρίσω.
Και μέσα σε λίμνες αίματος, ή σε ποτάμια, ή σε χείμαρρους
να ψαρέψω τα τσόφλια της Ανάστασης μου.
Ένα ένα.

Κροάζοντας Ευαγγέλια βυζαντινά
κατόρθωσα να φιλήσω τελικά το πόδι,
πλυμένο και ευωδιαστό
και να τραβήξω κατά νου την βαριά βελούδινη κουρτίνα,
καθώς και να εισακούσω του ντελάλη Ιούδα την κραυγή,
την προειδοποίηση που ξημερώματα Κυριακής εκλιπαρούσε τρίπτυχο συγνώμης.
Από μένα.
Από σένα.
Από Αυτόν.

Την Αποκαθήλωση δεν θα αδειάσω φέτος να την δω
έχω να γαλακτίσω το ρημάδι αυτό το σάβανο
που αιώνες τώρα πια άρχισε να σαπίζει.

*Από την ποιητική συλλογή «Σκέψεις» εκδ. manifesto, 2013.

Αναστασία Πελεκάνου, Δύο ποιήματα

Eίδα τα πεζοδρόμια άδεια

τα τραπέζια όλα μαζεμένα

και σκέφτηκα μήπως επειδή χαλάει ο καιρός/

μα ήσασταν μέσα όλοι-

δε μιλούσατε, μόνο με κοιτάγατε.

αμίλητοι.

η φωτιά στο βάθος θρασύτατη
κι εσείς σιωπηλοί με ένα στόχο μόνο..

εμένα.
κι εγώ εσάς.
είχα χαθεί στα σοκάκια σας είπα–
κανείς σας δεν με πίστεψε.

κι όμως είδα αέρα δυνατό και γιορτές διαφορετικές

που δεν μπορώ να ξεχάσω
τσάμπα έβαλα τα λάθη μου για πανωφόρι

μη με κοιτάτε δεν θα μάθετε 

***

Θες να αρχίσω με το

“μια φορά κι έναν καιρό” 

ή να γθυδώ με μιας;

Πως βολεύει μόνο πες.. 

λίγο πιο γρήγορα όμως

γιατί απόψε είπαν θα πέσουν οι στέγες

σε κάποια κεφάλια _

όχι σ’ όλα.

Τι περιμένεις σα μωρό;

Πες δεξιά.. αριστερά

πως ακριβώς σε βολεύει;

Παπαρούνα ή βλίτο;

Παπαρούνα απόψε;

να μας ακούσει η Γειτονιά; 

Τι σου ‘μάθε η μαμά τόσα χρόνια;

Μόνο να μετράς λεφτά ~
και να πασαλείβεσαι με κόκκινα κραγιόν;
Κοίτα

μη χάνω το χρόνο μου

θα περάσουν να με πάρουν _φεύγω.
Μη σηκωθείς

ντροπή _

Και ο καφές σου δίπλα στο πιάνο

έτοιμος να καταρρεύσει κι αυτός

μαζί σου.

Μη σηκώνεσαι

είμαι τσουνάμι

θα σε πνίξω

θα διαμελιστείς 
και μετά

εσύ που;
πως θα ακούγεται η γνώμη σου

απ’ τα μεγάφωνα του Φαλήρου

σε όλη την πρωτεύουσα;

Λευτέρης Πούλιος, Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή

Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή και
να βλαστήσω μες στον καθένα.
Από κλαρί σε κλαρί σαν πυγολαμπίδα
μετέφερα το φωτεινό μου φορτίο
νικώντας τη βαρύτητα, διασχίζοντας τις εποχές
άγιος, βασιλιάς, τρελός σε μια χωρά
πράσινης προέλευσης πέρα απ’ τον ορίζοντα
της νόησης.

Ο άλλος που είμαι φιλάει το στόμα μου
μ’ ερεθιστική πνοή
απαγγέλλει στίχους με οργή
και μια πριονισμένη σελήνη έρχεται σύντομα
σαν ένα στόμα
γονατίζει προσπαθώντας να πιει
τη φοβερή μου κραυγή.

*Από τη συλλογή “Το αλληγορικό σχολείο”, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1978, σελ. 35.

**Το πήραμε από το Αλωνάκι της Ποίησης alonakitispoiisis.blogspot.com/

ε.ε.κάμμινγκς, ένα ποίημα

Φώτο: Esther Claramonte Mtez

Ναι είναι μια ωραία εξοχή:
αν χειμώνας είναι
(που μ’ αρέσει)
ας προχωρήσουμε

και οι δύο μαζί είναι ο καλύτερος καιρός
(όχι ο καθένας χώρια)
ο θησαυρός μου,
όταν βγαίνουν οι βιολέτες

η αγάπη είναι μια πιο βαθιά εποχή
από τη λογική
η αγαπημένη μου
(και ο απρίλης είναι εκεί που είμαστε ‘μεις)

*Το ποίημα είναι του ε.ε.κάμμινγκς, από τα “Ποιήματα” των εκδ. Ηριδανός, σε μετάφραση Γιάννη Λειβαδά. Εμείς το βρήκαμε στη σελίδα της Γεωργίας Κανελλοπούλου στο facebook.

Αγγελής Μαριανός, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΑΣΠΡΑΔΙΑ

Ωσάν τ’ ασπράδια μεταμορφώνονται οι λέξεις.
Διάφανες ρευστές και δροσερές σαν τις διαλέξεις.
Θολές, πηκτές και ατελείς αλλάζουν στην πορεία,
ώσπου επιτέλους κλειδώνουν στο δόκιμο καυτό χαρτί
κι αμέσως σφίγγουν οι γαλακτερές σε νέο ποίημα.

***

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Μικρές σιωπές.
Αυτές που δίνουν,
το πλήρες νόημα
στις αποστάσεις.
Από το κεφάλι
έως τα χέρια ρέουν,
αργές και σπάταλες
Φύσει και θέσει.

***

ΚΟΚΚΙΝΗ

Άρπαξε το χωράφι πρασινάδες
Πολλές ανταύγειες πράσινες χλωρές
Ανάμεσά τους στο κέντρο του κλήρου
Μια κατακόκκινη αφημένη πινελιά
Γεμάτη θράσος ξεπετάχθηκε ψηλά
Μια ευκαιρία βρήκε ανάμεσά τους
Να μεγαλώσει σαν την παπαρούνα.

*Από τη συλλογή “Πεζολίβαδα”, εκδ. Θράκα.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

Οι τελευταίοι

Χωρίς παράσημα ή άλλα διακριτικά
χωρίς στολή
χωρίς καν όπλο
μείναμε να υπερασπιζόμαστε
τούτον τον πύργο
τον γεμάτο σκορπιούς και σαύρες.

Αυστηροί γωνιόλιθοι
νερό ελάχιστο
ξόβεργες για τον επιούσιο
χωρίς αντικαταστάτες.

Απ’ τις πολεμίστρες το σούρουπο
η ατέλειωτη θάλασσα του κάμπου
κυματίζει πέρα βαθειά
κάτι που μοιάζει με δικαίωση.

***

Τα μεσημέρια

Πόσο πιο απλά ήταν τα πράματα
σαν καβάλαγες το ποδήλατό σου
τα μεσημέρια -όταν όλοι κοιμόντουσαν,
χωρίς να υπολογίζεις το κάμα
που ζάλιζε τις κότες κι άφηνε ανάπηρη
τη θάλασσα.

Σε κατέβαζε μέχρι τα ηλεκτρονικά
ή, άλλοτε, πίσω απ’ τον λόφο
ως της αλάνας τ΄ αναχώματα,
κι από εκεί ίσια-καρφί για το σπίτι της…
απλά και μόνο για να την πετύχεις
στο μπαλκόνι.

***

Τα απογεύματα βροχή

Τα πρωινά σκλαβωμένα με ήλιο.
Τα απογεύματα βροχή-
όλο αναβάλλεις τη βόλτα.
Αλλά το σπίτι βγάζει νερό.

Στο τέλος τ’ αποφασίζεις
να μη σταθούν εμπόδιο λίγες ψιχάλες.
Στο κάτω κάτω, απ’ το να πνιγείς
προτιμότερο το ‘χεις να βραχείς.

*Από τη συλλογή Της μοναξιάς καλή συνέχεια”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.

Γιώτα Αργυροπούλου, Δύο ποιήματα


ΤΟΠΙΟ

Ι

Υγροί πράσινοι λόφοι
και οι σταγόνες της βροχής
μικρές εγκυμονούσες.

Άπλωνα τα χέρια μου
έδινα την καρδιά μου,
δέκα χρονών μέσα στο θαύμα.

ΙΙ

Μόλις ξεδιάλυνε η ομίχλη
φάνηκαν οι αμυγδαλιές
ίδιο ανάερο άσπρο.

Πιο κάτω σπίτια νοτισμένα
αραιός καπνός στις καμινάδες
τα κεραμίδια υγρά.

***

Η ΠΗΓΗ

Το χώμα νοτισμένο
γύρω μικρές πατημασιές
– αγρίμια κι αγριμάκια μου
γεράκια και τρυγόνια που πετάτε.

Κρυμμένο μες στα βάτα
αναβλύζει το νερό με φυσαλίδες
ανασηκώνει τα χαλίκια
μαθαίνω το νερό
νεράκι.

Νερό στον ουρανίσκο μου
λαλιά νερού στα σπλάχνα.

*Από τη συλλογή “Νερά απαρηγόρητα”, εκδ. Πλανόδιον, 2004.