Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ

Ανάμεσα στη γη και σε μένα
παρεμβάλλεται ένας κρατήρας
ο Θεός απλώς τον παρατηρεί
παίρνουν φωτιά οι προβλέψεις:
Θα επιβιώσουν οι άγγελοι
απ’ την χρήση χημικών;
Ποιος είπε πως η επανάσταση
θα σταυρώσει τα χέρια της;
Εν συντομία, τι κόσμο θέλουμε;
Εγώ βέβαια δεν είμαι σίγουρος
ακόμη και για την ηλικία μου
πόσο μάλλον για την ανατροπή
τα ίδια λέγαμε σε άλλη γλώσσα
τα τείχη δεν γκρεμίζονται άλλο
να ξεκουραστούν τα τσιμέντα
κι οι ποιητές να γίνουν στάχτη
απ’ την αποτέφρωση των λαών.

***

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Στη δευτερολογία μου θα υποστηρίξω
ότι κάθε πρωί νυχτώνει. Εδώ και αιώνες.
Ξαφνικά θα βρεθώ καρφωμένος στο χάος
κι οι λέξεις ριγμένες στο χαρτί ανάποδα.

Υπάρχουν φόνοι που επαναλαμβάνονται
με το ίδιο θύμα, στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Το φεγγάρι, ας πούμε, πάντα σφαγμένο
στην αυλή μου. Ανεξιχνίαστο το έγκλημα.
Ο φυσικός δικαστής είναι ο αναγνώστης.
Κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Εδώ τελειώνει κι αυτός ο κύκλος αίματος.
Η αλήθεια είναι πικρή, δεν εξωραΐζεται.

***

ΟΙ ΠΡΟΚΕΣ

Το ποίημα δομείται με πρόκες
πρέπει να ξέρεις να καρφώνεις
αλλιώς γεμίζει το χαρτί αίματα

Και μη νομίζεις πως τελείωσες
μετά αρχίζουν τα πιο δύσκολα
να ξεκαρφώνεις μερικές λέξεις
και να τις πετάς στα σκουπίδια
να ξαλαφρώσει λίγο το ποίημα

Στο τέλος αναρωτιέσαι πότε
θα σε σταυρώσουν οι κριτικοί.

*Από τη συλλογή ”Ωδίνες της ποίησης”, εκδόσεις “Στίξις”, 2019.

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Στις ρυτίδες του νου (Ι)

Ο άνεμος δακρύζει
Πυρόχρωμο βέλος τινάζεται
εξάφνου δίχως φασαρία

Μπορούμε ακόμη στις πόλεις που δαιδαλώνουν

Οι αυλακιές στα μέτωπα
στρέφονται στα πρόσωπα που
ατάραχα ανησυχούν

Τα βλέφαρα των φίλων βάρυναν
όπως τα βλέμματά τους

Σαν πέφτει το μαυροκύανο σύννεφο
στις ρυτίδες του νου
μια ανάσα κόβεται κι ένα φως θαμπώνει

Σπίτια και τοπία σκορπίσανε
Δεν φτάνει η καλοκαιρινή βροχή
να δροσίσει τις καρδιές μας
τεγνές απ΄ την ξηρασία

Πλαστικά χαμόγελα στα πέλματά μας

Κι άφωνοι δεσπόζουμε στη συρροή των υποταγών μας
Για τη ζωή αναθαρρούμε
Στεναχώρια,καμία..στον καθρέφτη με τις αλυσίδες

Ιούνιος 2018

***

Στις ρυτίδες του νου (ΙΙ)

Λήξις θερινού ηλιοστασίου
η μνήμη της πέτρας εμφανίζεται
ασάλευτη σε κίνηση
βαθύ καλοκαίρι με φεγγάρια και ήλιο

Αντάμα με τους “σωτήρες”,γλέντια και καημοί
Μαζί και οι “φωστήρες”
(μας σώνουνε κλωτσηδον και κατ’ορυμαγδόν)

Κι εμείς βάρδιοα βαθιά, χαζεύουμε γλυκια βραδιά
ώσπου ο Αποσπερίτης..

Με μια βαθιά αναπνοή
με τεντωμένες της χορδές της καρδιάς
κι άσπαστους εγκεφαλικούς νευρώνες

Αγία Νοσταλγία κι αγία τρομάρα μας μαζί
σε μια παλαιότητα που σφύζει από νεότητα

Ιούλιος 2018

***

Αυτοσχέδιο με 3 λέξεις

(στον φίλο μου Μωβ και τ’αερικό Αντιγόνη)

Μην ζητάς τίποτε αναζητείς ωστόσο,

Σε μια αδιάρπαστη στιγμή
να ονομάζεις τη φυγή φαλκόνι
ύστερα και λίγο πριν
τινάζεσαι σε μια στεριά, μαζί με το ψαρόνι,
αθήριτος, σαν ασπίθα απ’ τ’ αμόνι

Φεβρουάριος 2019

Ποιήματα για την Εργατική Πρωτομαγιά

Νίκος Γκάτσος
(Από 
την ποιητική συλλογή του “Ξένα” 2001) 


Παράξενη πρωτομαγιά

μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια

ήρθ’ ο καιρός του «έχε γεια»

τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά

σκοτάδι πέφτει και συννεφιά

ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές

σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
 

Παράξενη πρωτομαγιά

ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση

μα της καρδιάς την πυρκαγιά

πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει.

Πρωτομαγιά

με το σουγιά

χαράξαν το φεγγίτη
και μια βραδιά 

σαν τα θεριά 

σε πήραν απ’ το σπίτι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά

είδα τον μπόγια να περνά και το φονιά

γύρευα χρόνια μες στον κόσμο να τον βρω

μα περπατούσε με το χάρο στο πλευρό.

Νυν και αεί

μες στη ζωή

σε είχα αραξοβόλι

μα μιαν αυγή 

στη μαύρη γη

σε σώριασε το βόλι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά

είδα τον μπόγια το ληστή και το φονιά

του `χανε δέσει στο λαιμό του μια τριχιά

και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά.

***

Τόλης  Νικηφόρου

Ωραία που ήταν η συγκέντρωση

στην πιο μεγάλη μας πλατεία

ωραία τα μάρμαρα

ωραία τα μέγαρα

ωραίο και το παλιό εργατικό μας κέντρο

οι εργάτες είχαν ήδη φύγει

να κάνουν την πρωτομαγιά στις γύρω εξοχές

με τις γυναίκες, τα παιδιά και τα γεμάτα τους καλάθια

απόμεινες εσύ

απόμεινα εγώ

να κρατάμε ένα απορημένο λάβαρο

και τα στολισμένα μπαλκόνια

με τους βραχνούς ομιλητές

***

Γιάννης Ποταμιάνος

Η Πρωτομαγιά 
    
Βγήκες αιμοστάλακτη
στην όψη

με υψωμένη τη γροθιά
ανεμίζοντας αυταπάρνηση

στο φως του Μάη

Στεφανωμένη λουλουδιασμένα
όνειρα

κι αστείρευτη αγάπη για ζωή

Να μυρίζει ο ιδρώτας σου

έρωτα

και η δουλειά σου ελπίδα
Κι όμως σε θέρισαν οι ριπές
σαν στάχυ

τα κόκκινα τριαντάφυλλα

έγιναν παράσημα στα στήθη σου

επίμονα να αιμορραγούν

της λεβεντιάς το νάμα

Αχ Πρωτομαγιά άδολη παρθένα

εμπνέεις και εμπνέεσαι

απ’ τις κεραύνιες ομοβροντίες

της ανοιξιάτικης βροχής

και περιφρονώντας το χαλάζι

βλέπεις μόνο καλοκαίρι

Αχ εργατική Πρωτομαγιά, θυσία
σε κάδρο κρεμασμένη

Οι εικόνες των μαρτύρων σου 
μας οδηγούν

***

Α. Κ.

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Στους δρόμους με τις πλαστικές σημαίες 

ενδοσκόπηση. 

Τ’ αγάλματα της πόλης 

σαν να ξεχύνονται στις διαδηλώσεις.

Πιάνεται η καρδιά μου κάθε Πρωτομαγιά  

Μεγάλη Παρασκευή 

αποκαθήλωση…

Ως η ζωή εν τάφω… 

Τόσος καημός

Τόσες ήττες

Τόσο αίμα…

Μα το κόκκινο πέταλο της παπαρούνας 

σαν κάνω πουκάμισο 

θα είμαι του κόσμου της καταφρόνιας 

όχι το σύμβολο μιας χαμένης άνοιξης 

μα ένα τραγούδι σαν μυρωδιά του κάρβουνου

να βάψω όλα τα όνειρα…

Κι έτσι αγνός μέσα στα κουρέλια μιας ύπαρξης 

να αναδυθώ σαν πρωινή δροσιά 

σαν το άρωμα γαρίφαλου…

Πάλι προστάζω όραμα…
     

Λίνα Βαταντζή, Ελπίδα


Ελπίζω να επιχειρηματολογήσω με χάρη

για την εμμονή μου να ελπίζω

ότι θα βρεθεί η αγάπη

κάτω από πεταλίδες θαλασσόβραχων

σύμβολο ευαισθησίας

και αντοχής.


Ελπίζω ότι θα ανακαλύψουμε

το δρόμο που οδηγεί σε θαύματα,

το μονοπάτι που ξεκλειδώνει

η θολή ματιά μας.


Ελπίζω ότι θα ακολουθήσουμε
το φως της αλήθειας

θα κατεδαφίσουμε
τον τοίχο της παραπλάνησης

που έχει καλυφθεί από πυκνό κισσό

και κρύβει βρύα ομιχλώδους προσέγγισης.


Ελπίζω ότι θα κορφολογήσω

το κλήμα της γνώσης

που φορτώθηκε αλήθειες

βαριές,

τα τσαμπιά τους κρεμούν

περήφανα στους κήπους.


Ελπίζω ότι θα αντιμετωπίσουμε

τις αντιπαραθέσεις μας

με σωφροσύνη αντήχησης

στις ποταμίσιες όχθες

καθώς στροβιλίζεται
ορμητικό το νερό.


Ελπίζω ότι θα βιώσουμε

την αναγέννηση της χαράς μας

όπως το περιβόλι απολαμβάνει

την ετήσια ανθοφορία 

της κερασιάς.


Ελπίζω ότι θα εμπλουτίσουμε
την υπομονή μας

όπως η ροδιά ωριμάζει

τον καρπό της
σε τρεις εποχές.


Ελπίζω ότι θα ανακτήσουμε
την εμπιστοσύνη μας

όπως τα φανάρια αλλάζουν χρώμα 

σε σταθερό χρόνο

ώστε τα οχήματα γλιστρούν 

στο οδόστρωμα.


Ελπίζω ότι οι λέξεις μου

θα αποκτήσουν φιλοσοφία

αυτή που δημιουργήθηκε

από την ένωση των πυξίδων μας

όταν οι διελκυστίνδες

χόρευαν.


Ελπίζω ότι ο έρωτα
θα χρωματίσει το ουράνιο τόξο
μετά από μπόρες

σε αστροποβολημένους ορίζοντες

όταν οι λάμψεις θα καταγράφουν

καρδιακές εκρήξεις.


Ελπίζω ότι η εικόνα μας θα ασπαστεί

το μπουμπούκι της παιώνιας 
στο λιβάδι της ζωής

και θα αποδείξει

ότι το στρείδι

που έχουμε κλειδώσει
θα ελευθερώσει

το αισιόδοξο ποίημα.

Τη χάρη που απλόχερα 

αρμάτωσε

το θαύμα του νου μας.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Η μάχη της Μαγνησίας

Έχασε την παληά του ορμή, το θάρρος του.
Του κουρασμένου σώματός του, του άρρωστου

σχεδόν, θάχει κυρίως την φροντίδα. Κι’ ο επίλοιπος
βίος του θα διέλθει αμέριμνος. Αυτά ο Φίλιππος

τουλάχιστον διατείνεται. Απόψe κύβους παίζει
έχει όρεξι να διασκεδάσει. Στο τραπέζι

βάλτε πολλά τριαντάφυλλα. Τί άν στην Μαγνησία
ο Αντίοχος κατεστράφηκε. Λένε πανωλεθρία

έπεσ’ επάνω στου λαμπρού στρατεύματος τα πλήθια.
Μπορεί να τα μεγαλώσαν όλα δεν θάναι αλήθεια.

Είθε. Γιατί αγκαλά κ’ εχθρός, ήσανε μια φυλή.
Όμως ένα «είθε» είν’ αρκετό. Ίσως κιόλας πολύ.

Ο Φίλιππος την εορτή βέβαια δεν θ’ αναβάλει.
Όσο κι άν στάθηκε του βίου του η κόπωσις μεγάλη

ένα καλό διατήρησεν, η μνήμη διόλου δεν του λείπει.
Θυμάται πόσο στην Συρία θρήνησαν τί είδος λύπη

είχαν, σαν έγινε σκουπίδι η μάνα των Μακεδονία.—
Ν’ αρχίσει το τραπέζι. Δούλοι τους αυλούς, τη φωταψία.

THE BATTLE OF MAGNESIA

He’s lost his old ardor, his courage.
His body, nearly ill with fatigue,

will be his only concern now. And the rest
of his life will go by without any worry. This

at least is what Philip contends. Tonight he plays
at dice to amuse himself, loads the table

with roses. What if Antiochos was destroyed
at Magnesia? They say complete carnage

crushed the ranks of his brilliant army. Perhaps
those claims were stretched a bit. Perhaps they are not all true.

Let us hope. Because, although enemies, they belong to our race.
However, one “perhaps” is enough. Maybe too much.

But of course Philip will not postpone the feast.
No matter how great the weariness of his life,

one good thing remains: his memory has not left him.
He remembers how much they mourned in Syria, that charade

of sorrow, when their Mother Macedonia fell to dust.—
Let the feast begin. Servants: the flutes, the lights!

*CONSTANTINE CAVAFY — SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions., Victoria, BC, 2014

**http://www.ekstasiseditions.com

Μαρία Πανούτσου, Ύμνος

Α
Πως ενώνονται όλα τα σπλάχνα σε ένα, 
μια τεράστια ζεστή πορτοκαλιά, μπάλα, 
ένα υπέρογκο κερί,
όταν σε σκέπτομαι.

Λαμπάδα μιας Μεγάλης Τετάρτης 
μια εμπιστοσύνη που τρεμοπαίζει
αυτό είμαστε.

Ναι. Είμαστε, πολύ κοντά,
πιο κοντά, δεν γίνεται,
σε αυτήν την γη.

Φτηνό κρασί πίνω,
στην υγειά σου,
και σου λέω:
Με το ίδιο σώμα πάμε σε ένα είδωλο,
με το ίδιο σώμα πάμε στη αγάπη. 
Μου λες μη μιλάς για την αγάπη
και εγώ ανοίγω το πώμα από το μπουκάλι.

Β

Εκεί πέρα στο βουνό
μια κορυφή που δεν επισκέφτηκα ποτέ
θα πάω και εκεί θα ζήσω την σιωπή 

Εκεί η ψυχή παίρνει μορφή
κατρακυλά στους κάμπους/
στα βουνά/
στις λαγκαδιές/
στην ακροποταμιά/
λούζεται με το άγιο ιμάτιο
και αναπολεί /
τις ασώματες στιγμές/
ας είναι ατόπημα κάθε σκέψη/
πράξη/
που δεν σε περιέχει θεάνθρωπε.

Σε ευχαριστώ Κύριε
για τις αμφιβολίες που μου φύτευσες.

Είναι το μόνο που με έσωσε,
από τον τέλειο χαμό.
Εδώ ο αέρας μιλάει,
με ό, τι βρίσκει μπροστά του,
με ό, τι του αντιστέκεται.

Τόσοι κι τόσων χρόνων, δεν έφτασαν για να σε υμνήσω,
μόνο έφτασαν, για να δοξάσω την απώλεια της αθωότητας.

Λυπήσου με κύριε και δώσε φως,
σε κάθε λέξη,
σε κάθε βήμα,
σε κάθε κίνηση, της κόρης του ματιού μου.

Απρίλιος 2019

Ρογήρος Δέξτερ, Από τις “Σχεδίες” – Το Σύνδρομο τού Σκαντζόχοιρου

Κάποτε θα έδινα
Τουλάχιστον μια πεντάρα τσακιστή
Για όλα αυτά που συμβαίνουν
Πίσω απ’ τήν πλάτη μου
Και αρκετοί αποκαλούν γεγονότα
Μιας μέρας και μιας νύχτας
Ικανά ν’ αλλάξουν
Τη ροή τής ιστορίας δυο ανθρώπων
Αλλά εγώ τα ονομάζω πιο ψύχραιμα
Πανέρι γεμάτο συνωμοσίες τυφλών
Που δε νομίζω ότι βλέπουν να έρχεται
Ακάθεκτο από μπροστά το μέλλον
Που θα γίνει σε λίγο παρόν
Και κατόπιν παρελθόν•
Γι’ αυτό δε χολοσκάω πια αν όλα πάνε στράφι
Απ’ όσα ονειρεύτηκα ποτέ να μην κάνω
Στήνοντας αφτί στις Σειρήνες
Και σάρκα στις Άρπυιες
Αν διανύοντας τους παρασάγγες
Οι άγγαροι μιλήσουν φαρσί τα περσικά
Για ν’ αναγγείλλουν
Πως οι βάρβαροι που φτάνουν κατέφθασαν
Αφού τους κουβαλάμε χρόνια στο μυαλό μας
Ενώ πιο κάτω όπως το συνηθίζουν
Από παλιά τα Σάββατα
Νεκροί θάβουν τους νεκρούς τους με οδυρμούς
Στο κοιμητήριο μιας γαλήνης δέντρων
Κι εγώ επαναλαμβάνω μάταια μέσα μου
Πώς τάχα δε σκοτίζομαι για τίποτα
Ούτε γι’ αυτές εδώ τις σκέψεις που τρυπώνουν
Σαν προαιώνιοι εχθροί μες στο κεφάλι μου.

Βασίλης Βασιλειάδης, naif ποίηση

Έβλεπα
μία μία τις λέξεις
μειωμένες σε Σιωπή
να χάνουν το νόημά τους
έβλεπα
έναν έναν τους ανθρώπους
μειωμένους σε Σιωπή
να χάνουν την ομορφιά της ζωής τους
τα έβλεπα όλα αυτά
μειωμένος σε Σιωπή
και ξέρωντας να μιλάω μόνο τη γλώσσα της Σιωπής
ακύρωσα την αιτία της ύπαρξής μου
αφού δεν μπόρεσα να συνενοηθώ
ούτε με τη ζωή
ούτε με τον έρωτα.

(Βιέννη 1993)

Τάκης Κουφόπουλος, Επιστροφή

Και ήρθε η στιγμή
όπως πάντα.

Η μέρα τράβηξε τα στήθια της
μια γκρίζα γραμμή στον ορίζοντα
και γύρισα.

Γρήγορο ράβδισμα της μνήμης
-άσαρκα ομίχλινα ερπετά-
γρήγορη θέση
γρήγορη ώθηση
κι είδα
τ’ αρχαία μονοπάτια
τ’ αρχαία πτώματα.

Είμαι μπροστά δυό χρόνια πίσω.

Τό πόμολο ήρθε στό χέρι μου
η πόρτα με κατάπιε
και νάμαι
πρώτος του χορού
αναστενάρης άγιαστος
στην κρύα στάχτη
πιασμένος στο φτερό μιας νυχτερίδας
που σκούζει.

Ο κισσός είναι στή θέση του
το σκυλί αγέραστο
κι ο σκοπός στ’ οργανέτο του.
Μιά ακρίδα κάθισε στήν άκρη του ματιού
έξυσε την κοιλιά της
κι απολιθώθηκε.
Ακίνητες γραμμές
ακίνητη σιωπή κι
οσμή κοπριάς.

Όπως πάντα
Όπως πάντα

Κομμάτι πάγος στήν πυρωμένη άσφαλτο
που λιώνει
κι εξατμίζεται.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα 1942-1946”.