Δημήτρης Γκιούλος, Προϊόν

Να μεταδίδεται ο πόλεμος σε λάηβ στρίμινγκ στο γιουτιούμπ
να συνηθίσεις τη φρίκη
αύριο θα ‘ρθει κι εδώ
πάλι σε στρίμινγκ θα κοιτάς, πόλεις, κτίρια, ανθρώπους να πέφτουν
ήδη πέφτουν κι ας μην ακούστηκε κάποιο σάλπισμα
(Τα τείχη μέσα μας είναι)
σε θάλασσες μολυβένιες
σε δρόμους χωρίς σήμανση
-πραγματικότητες σεσημασμένες-
σε αίθουσες δικαστηρίου
σ’ αεροδρόμια με φτερά εισιτήρια.
Και να είσαι σχολιαστής.
Να είσαι κυνηγός.
Θεριστής.
Αιχμηρός σαν ξυράφι
αποτελεσματικός σαν βόμβα
τα πάντα θωρών σαν drone.
Κι η φρίκη, προϊόν.
Σαν να είναι σειρά στο νετφλιξ
σαν να είναι αγώνας στο ΝΒΑ.
Μέχρι να ρθει εδώ.
Να γίνεις εσύ η πόλη
το κτίριο
ο άνθρωπος που θα πέφτει
Προπονημένος στη φρίκη
η βουτιά σου με δέκα θα βαθμολογηθεί.

Κάπως έτσι, από το 2017

Έκτωρ Κακναβάτος, Post Thermidor

Καί πού ήσουν τάχα λαίλαπα ή
το φθαρμένο μου γάντι πυγμαχίας
τι μ’ αυτό;

Νύχια της άρκούδας άνηφορίζουνε τή φλέβα μου
Ή θεωρία συρματόσχοινο πού κόπηκε
ή καυσαέριο πατημασιά κοβάλτιου ας είναι καί σφυρίχτρα
τι μ’ αυτό;

‘Όρκο παίρνω ήταν μεσάνυχτα πού ή θάλασσα
παράτησε την ολομέλεια
περνούσε σύρριζα τον τοίχο
πέταξε τα έσώρουχά της
τα κολλημένα πάνω της επίθετα 
τον οδοντογιατρό της.

Λαμπάδιαζαν οί λεωφόροι
τα κορίτσια κόβανε τις ωοθήκες τους
τις ρίχναν στη φωτιά οί φλόγες κόρωναν
τύλιγαν τον ούρανοξύστη
Μάτια μου έτούτος… άκαυτος

έ… καί τί
μ’ αυτό;
Μάτοα μου έτούτος… άκαυτος
Λευκοντυμένες άφηναν τ’ άμφιθέατρα οί πιθανότητες
ρίχνανε τα πτυχία τους στον οχετό της νύχτας
’Ιθαγενή άερόστατα ανέβαιναν
άπ’ τίς θερμοκοιτίδες

Κι έγώ
στις τσέπες μου όσο γινόταν πιο βαθιά
επώαζα φυσίγγια.
’Απόμακρη έξω άπ’ τις ράγες έπέμενε
άναντίρρητη σε ό,τι άφορά τό ούρανί
τό μπλάβο
τό πορτοκαλί
έπέμενε ότι λάμπουσα
αν καί παρηλιξ
ή γοερή διάνοια των μπολσεβίκων

’Από τό άπαρτο οδόφραγμα έπέμενε
non passaran καμένη στο ιώδιο
ή φωνή μου.

Κι αχ πώς δίχως τροχούς έπέμενε
καταμεσής στην άσφαλτο
μπαταρισμένη εκείνη ή Άνοιξη
πού τό νιογέννητο άτσάλι βάλθηκε να γερνά
μες στη γροθιά μου…

*Από τη συλλογή “Στα πρόσω ιαχής”, εκδ. Άγρα, Φεβρουάριος 2005.

Ashraf Fayadh, Cracks in the Skin

My country passed by here,

wearing the shoe of freedom….

Then off it went, leaving its shoe behind

It ran at a belabored pace… like the rhythm of my heartbeat.

my heart, which was running in a different direction… without a convincing justification.

The shoe of liberty was worn out, old and fake

like the rest of human values, at all levels.

Everything has left and abandoned me… including you.

The shoe is a disconcerting invention

it demonstrates our ineligibility to live on this planet.

it reveals our belonging to another place with no great need for walking

or a place with a floor that has cheap tiles… slippery ones!

The problem is not the slipping… but rather the water,

the heat… the broken glass… the thorns… the dry branches and the sharp rocks.

Shoes are not the perfect solution

but in some way they fulfill the intended goal

just like reason

and like passion.

My passion has become extinguished since last time you left

I can no longer reach you

since I have been detained in a cement box supported by cold metal bars,

since everyone has forgotten me… starting from my freedom…

and ending with my shoe, affected by an identity crisis.

*Translated from Arabic into Italian by Sana Darghmouni, from Italian into English by Pina Piccolo and approved by the author.

**Cracks in the skin, is a poem written by Palestinian poet Ashraf Fayadh from a Saudi Arabia jail, where he has been detained for the past four years on charges of apostasy, with a court sentence issued in February 2016 eight years imprisonment, 800 lashes and the demand that he publicly renounce his work. Since 2016 La Macchina Sognante has joined the international campaign demanding his release and has published one of his poems in translation in every issue. We will follow the same approach in The Dreaming Machine, the English language version of La Macchina Sognante. The artist’s family has called for renewed monetary support to help pay for the expenses incurred by his legal defense team as it prepares the appeal. We will provide more information as that international effort becomes more structured.

On October 20, 2017 the poet was awarded the prestigious PEN Canada One Humanity award which, in the words of the press release issued by the Canadian organization, is given “to a writer whose work transcends the boundaries of national divides and inspires connections across cultures. Valued at $5,000 CAD, the award honours PEN’s commitment to literature as a common currency between nations, and as a catalyst for mutual understanding and respect.

The 2017 winner, Ashraf Fayadh, is a Palestinian refugee living in Saudi Arabia and the author of Instructions Within (2008), a poetry collection that comments on social issues in the Arab world. He is a key member of the Edge of Arabia, a British-Saudi arts community and digital platform that promotes dialogue and cultural exchange between the Middle East and western world.

“Behind Fayadh’s poems, there are stories that show the painful loss of freedom,” said Ashraf Zaghal, editor for Arabic poetry magazine, Laghoo. “His stories about freedom do not necessarily relate to the poet’s homeland but, rather, reach out to the human public sphere and the strife for the essential right to free speech and action.”

In the summer of 2014, Fayadh stood trial in Saudi Arabia on blasphemy related charges related to his poetry collection, which has since been banned from circulation. Saudi courts sentenced him to death in 2015 for the crime of being an infidel, but after international outcry, authorities commuted his sentence to eight years and 800 lashes. Fayadh remains in prison in Abha while he appeals his sentence.

“This award reminds Fayadh, his family, his supporters, and most importantly, his jailers, that his colleagues will continue to advocate for his right to freedom of expression until he is released,” said PEN Canada president, Richard Stursberg.

PEN Canada will present the award Friday, October 20, at their annual event at the International Festival of Authors. Entitled, Glorious and Free? Canada in 2017, the panel features Jesse Wente, Rachel Giese, Desmond Cole and moderator Jesse Brown in a discussion on Canadian freedoms.

The International Festival of Authors will also feature an empty chair on each stage to honour imprisoned Azeri writer and blogger, Rashad Ramazanov.”

Featured image by Ashraf Fayadh courtesy of the artist, from his in-progress project “Spiderscarf” (Shashaboon)

http://www.thedreamingmachine.com/the-poet-in-prison-cracks-in-the-skin-ashraf-fayadh/?fbclid=IwAR3SdjvTBmEoRS0cRhzCL1z6xKPhgX3ENv5-7b8MseIJBZtQQ6LnkhDkciI

Λουκάς Αξελός, Καμία δεν είναι

ΚΑΜΙΑ νίκη δεν είναι απόλυτη.
Η εισβολή του Απόλλωνα
κάμπτει την αντίσταση της νύχτας
που δείχνει, προσωρινά, να υποχωρεί
στην επέλαση των ακτίνων.
Οι επιθέσεις τους
κατατροπώνουν τις στρατιές της
που βρίσκουν καταφύγιο
στα σύννεφα ή τις σπηλιές.
Άλλος στη θέση της θα υποχωρούσε
θα υπέγραφε συνθήκη ή ανακωχή.
Αυτή όμως έχει την υπομονή
να κρύβεται’
να ανασυντάσσεται και να περιμένει.

Η μελέτη των κινήσεων του αντιπάλου’
ο αυστηρός προσδιορισμός του χρόνου αντεπιθέσεως
αποτελούν γι’ αυτήν στόχο ζωής.
Γι’ αυτό και έχει την ατέλειωτη ευχαρίστηση
καθημερινά να βλέπει
τον πολέμιο να γκρεμίζεται
πίσω από κάποιο βουνό
ή να βυθίζεται στη θάλασσα
κατακόκκινος από τα ποτάμια αίματος
που λούζουν τις πληγές του.

Καμιά ήττα δεν είναι οριστική.

Λευκάδα – Παρνασσός, Αύγουστος 1998

*Από τη συλλογή “Σκοτεινό πέρασμα”, εκδ. Στοχαστής, 2000.

Σοφία Κουφού, Δύο ποιήματα

Διαί

Έπειτα
φώτα τρώνε
παράθυρα αγάλματα.
Βιρτουόζος – λευκό.
Με αρμούς αέρινους.
Λευκό.
Αγαπημένα.
Τοιουτοτρόπως.
Βιρτουόζος.
Ελεύθερη περισυλλογή.
Λευκό.

Ρεση

Βεντάλιες.
Περιθώριο.
Βιρτουόζος – μαύρο.
Λοιδωρούν.
Μαύρο.
Ψεύτικα.
Βιρτουόζος.
Όμορφο μένος ύστερα.
Μαύρο.

*Από τη συλλογή «Έβδομη μεγάλη», 2018.

Γιώργος Δάγλας, Durruti

Foto David Chim Seymour, Extremadura, Spain 1936

Όπως το μισάνοιχτο τραγούδι στον αέρα.
στα σύνορα
στις έδρες των δικαστηρίων και των καμπαρέ.
Θʼ άνοιγαν το πουκάμισο στις τρυφερές παράνομες συχνότητες.
Θα συναντούσαν το όραμα στη μέση του κόσμου.
Αυτοί, που η ερωμένη του πάπα τους οδηγούσε
σαν υπνοβάτης στην αιώνια έξαρση των κοσμικών.
Θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι τα Πυρηναία.
Ντυμένοι στα μαύρα.
Ζητώντας τους διεθνείς συντρόφους στα επιτελεία
των καπηλειών.
Στο σίδερο και την πέτρα.
Αυτοί, ποπουλάροι και ρέμπελοι
στο διαρκή έρωτα
στη διαρκή επανάσταση
θʼ άνοιγαν και θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι
το Γράμμο και την Κροστάνδη,
αφήνοντας πίσω
ανθισμένες φυλακές
πυρπολημένα νομοσχέδια
ανθρώπους με μικρά ονόματα
και μεγάλη καρδιά.
Γιατί ήξεραν νʼ αγκαλιάζονται σφιχτά.
Να πεθαίνουν και να σκοτώνουν μʼ ένα γέλιο.
Αυτοί, που δεν τους λύγισαν παρά τα μάτια των
παιδιών
περιφέρουν ακόμα το προαιώνιο γιατί
περιφέρουν τρεις χιλιάδες συναπτά έτη τη
φωτογραφία
του Buenaventura, ρωτώντας:
-Είδατε πουθενά τον φίλο μας;

*Από τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ραγισμένο Ταμποῦρλο ΙΙΙ

Ἀνάσαινα τὸ δέρμα σου εὐλύγιστο ποτάμι
κυμάτισε στὰ βλέφαρα ὁ ἥσυχος λυγμὸς
ὅταν κουράστηκε ἡ φωνὴ καὶ βρῆκε μαξιλάρι
ὅταν ἡ μέρα ἐράγισε καὶ βούλιαξε τὸ φῶς

Ἔχασα τοὺς συντρόφους μου μὲ πῆρε ἡ λησμονιὰ
μὲ πῆρε ἡ γλυκιὰ βροχὴ τὸ μαλακὸ σκοτάδι
ἔχασα τοὺς συντρόφους μου χιονίζει λησμονιὰ
σβησμένες οἱ σημαῖες μου κι ἡ νιότη μου σαλπάρει

Τὰ ὁράματά μου ἀράζουνε ἀργὰ στὰ γόνατά σου
μικρὰ ναυάγια ποὺ διψοῦν τῆς ἄμμου τὸ φιλὶ
προσπάθειες ποὺ τέλειωσαν λιωμένη μουσικὴ
λιωμένα δάχτυλα κρυμμένα στὰ μαλλιά σου…

*Από τη συλλογή «Ραγισμένο Ταμποῦρλο», 1991.

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ

Τό πλήθος έχει τή στάση τών ευκαλύπτων
Καί την άκινησία τών άγαλμάτων.

‘Ανθρωποι μέ στολή
Καί προβολείς οκτώ αυτοκινήτων
Άνιχνεύουν τό βάθος τής λεωφόρου
’Εκεί πού διαγράφουν τροχιές πελώριοι ίσκιοι
Καί τά κυπαρίσσια έγγίζουν τό δέρμα τού φεγγαριού
Προκαλώντας ρίγος στούς έξώστες τού στερεώματος.

Κανείς δέν κατάλαβε πώς έγινε τό κακό
Διέφυγαν όλοι
Καί τό κρεουργημένο θύμα διέφυγε, άγνωστον πώς,
’Αφήνοντας μόνον τρία ή τέσσερα δάκτυλα
Καί τό καμένο κτίριο έφυγε πρός άγνωστον κατεύθυνσιν

Εμεινε μόνον ή μπανιέρα
Κι έκείνα τά χρυσόχαρτα
Πού μάζευεν ή κυρία του τετάρτου γιά τούς τυφλούς
Ή καλύτερα γιά τό σκύλο πού οδηγεί τούς τυφλούς.

Κανείς δέν ξέρει πώς έγινε τό κακό
ΙΙολλοί διερωτώνται άν έγινε τό κακό
Κι έξακολουθοΰν νά έχουν τή στάση τών άγαλμάτων..

1959

***

ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

1
’Απ’ όλες τίς γυναίκες πού ήταν στό νησί
Εκείνη πού άπουσίαζε ήταν κι ή πιό ωραία.

2
Κι αν σού κρατούσα τό κεφάλι μέσα στό νερό
Κι αν προσπαθούσα νά σέ σβήσω
Σέ ξένο κρεβάτι καί νέες συνήθειες
Ήταν γιατί σ’ άγάπησα πολύ
Κι έτρόμαξα πολύ
Νά μή μού φύγεις.

3
Κι ό πίθηκος σκυφτός πίσω άπό τό πόμολο τής πόρτας
Σέ μιά βδομάδα κάτου απ’ τή λάμπα
Στό δρόμο τού νοσοκομείου
Σιωπή, σανίδες καί άσετιλίνες έργατών
Στά πληγωμένα πεζοδρόμια
Σ’ αυτόν τό δρόμο μέ τή λάμπα
Ένα ξένο δαιμονικό βλέμμα
Στά μάτια σου
Κράτησα σφιχτά τή σάρκα τής Ελένης
Μέ τό ξένο βλέμμα
Νά μέ πανικοβάλλει.

4
‘Αδειος όσο κι ή στέπα
’Απαλλαγμένη άπό καμπάνες καί βλάστηση.

Μάρτης 1961

*Από τη συλλογή “Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Μιλάει ο αγριόχοιρος Ποιήματα 1952-2008”, εκδ, ύψιλον/βιβλία, Νοέμβρης 2008.

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Άτιτλο

Στην πρώτη αχτίδα τραβάς την κουρτίνα
αποτρέποντας το φως
να σ’ αλλάξει

***

Σκόρπιες στιγμές

Σκόρπιες στιγμές
στ’ ουρανού το άπλωμα
Βαριά, πορεύεσαι ανάμεσα στο πλήθος
οι άνθρωποι που προσπερνούν
φουντώσανε το ψύχος

Καπνίζεις το τσιγάρο σου
κι ανάβουνε μολύβια
βαδίζεις με τους λογισμούς
τα πόδια σου μιλάνε
πέφτει μπροστά σου ο γνωστός
κι αυτά τον προσπερνάνε

Μαγιάπριλο του κόσμου
στα χείλη σου σ’ αγγίζει
ποτάμια σε γεμίζουνε, ξανά η νύχτα απλώνει
Γκρίζο φεγγάρι να κερνά
μαύρο κρασί να πιούμε

Οκτώβριος 1998

***

ένα ανεμοσκόρπισμα

Ν’ απορείς, να ζητάς
ν’ αποφασίζεις
ν’ ανεμοσκορπίζονται όλα αυτά
στο έμπα καταιγίδας

Κι ο κεραυνός σε χτύπησε
μάτωσε η ζωή σου
ψηλαφιστά πας στον καιρό
που κόπηκε ο χρόνος
μιαν άλλη μέρα έρχεται κι εσύ απουσιάζεις
Αναρωτιέσαι, μάταια γυρεύεις απαντήσεις
κι όλο αυτές δεν έρχονται
για να τις αντικρύσεις

Спускается солнце за степи (Колодники) / Ο ήλιος δύει πάνω από τη στέπα (κατάδικοι)

Του Αλεξέι Τολστόι

Κατεβαίνει ο ήλιος πίσω από τις στέπες,
στο βάθος χρυσίζει το γρασίδι,
των κατάδικων οι ηχηρές αλυσίδες
σηκώνουν τη σκόνη του δρόμου.

Ding – bong, Ding – Bong –
Άκουσα τον ήχο των αλυσίδων,
Ding – bong, Ding – bong,
Ένα μακρινός δρόμος στην Σιβηρία.
Ding – bong, Ding – bong,
Μπορείτε να ακούσετε εδώ και εκεί:
Οι σύντροφοί μας
Βρίσκονται στη φυλακή.

Περπατούν με ξυρισμένα τα κεφάλια,
προχωράνε μπροστά με βαριά βήματα
συνοφρυωμένοι,στην καρδιά τους
ο διαλογισμός έγειρε.

Πηγαίνουν μαζί τους οι μακριές σκιές,
δυο άλογα την άμαξα τραβάνε νωχελικά
λυγίζουν τα γόνατα,η συνοδεία αλόγων
μαζί τους προχωράει.

«Ελάτε, αδέλφια μου, ας μακρύνουμε το τραγούδι,
ας ξεχάσουμε αυτό το τρομερό κακοπάθημα!
Είναι φανερό τέτοια αντιξοότητα
είναι γραμμένη για μας!”

Και τους οδήγησαν, τους κρέμασαν και αυτοί τραγουδούσανε,
πέφτοντας στου Βόλγα τη μεγάλη έκταση,
για το δώρο των ημερών του παρελθόντος.

Τραγουδάνε για τις ελεύθερες στέπες,
για την ανήμερη ελευθερία.
Η μέρα θα απαλύνει τον πόνο,
και οι αλυσίδες όλο σκουπίζουνε τους δρόμους.