Federico Garcia Lorca, Η αυγή

Η αυγή της Νέας Υόρκης έχει

τέσσερις κίονες από λάσπη

κι έναν ανεμοστρόβιλο από μαύρα περιστέρια

που βουτούν μέσα στ’ ακάθαρτα νερά.

Η αυγή ης Νέας Υόρκης όλο θρηνεί

μες στις απέραντες σκάλες
ανα
ζητώντας ανάμεσα στ’ αγκωνάρια

νάρδους σχεδιασμένης αγωνίας.

Φθάνει η αυγή κι όμως κανένας δεν τη δέχεται στο στόμα του

γιατί εκεί κάτω δεν υπάρχει πρωί κι ελπίδα πιθανή.

Κάποτε τα νομίσματα σε μανιασμένα σμήνη

τρυπούνε και καταβροχθίζουv τα εγκαταλειμμένα παιδιά.

Κείνοι που πρώτοι βγαίνουν έξω νιώθουνε μέσα στα κόκαλά τους

πως δε θα υπάρξει ούτε παράδεισος ούτε έρωτες που φυλλοροούν

ξέρουν πως πάνε προς το βόρβορο των νόμων και των αριθμών

προς τα’ άτεχνα παιχνίδια; προς τους άκαρπους ιδρώτες.

Σαβανωμένο είναι το φως ανάμεσ’ από αλυσίδες και θορύβους

στην καταφρόνια την αδιάντροπη μιας επιστήμης δίχως ρίζες.

Άνθρωποι ανύπνωτοι τρικλίζουν στα προάστια

σα να γλίτωσαν από κάποιο ναυάγιο αίματος.

*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης>

**Περιλαμβάνονται στην δίγλωσση έκδοση (ελληνικά και ισπανικά) «Federico Garcia Lorca Ποιήματα» των εκδόσεων Κοροντζή (Αθήνα 2007) με σχέδια των Alex Morales και Χριστίνας Κοροντζή.

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες / Η μικρή ιστορία τού Στηβ & τού Μπάντυ

Με ύφος Δον Ζουάν στα πενήντα και βάλε
Λίγο πριν τη μεγάλη κατηφόρα
Έλεγε και ξανάλεγε
Πως τόσα κερδισμένα χρόνια
Η μόνη σημαία που ανέμιζε για εκείνον
Και μετρούσε
Δεν ήταν άλλη
Από τα ρούχα που έβγαζε
Η κάθε μεθυσμένη στο κρεβάτι του•
Ίσως να σήκωσε λάβαρα αρκετά
Αν και οι αριθμοί μοιάζουν καμιά φορά
Σαν κατορθώματα ηρώων σε μυθικές ανδραγαθίες•
Πάει καιρός
Που βρήκαν τον Στηβ σ’ ένα δωμάτιο
Φίσκα στα άδεια μπουκάλια από ποτά
Και στ’ αποτσίγαρα
Με το τελευταίο του γέλιο
Στραβωμένο στο πρόσωπο
Κι ένα Κάμελ ανάμεσα στα δάχτυλά του•
Έπινε vodka-tonic
Και ήξερε να φωνάζει δυνατά θυμάμαι
Τη σταθερή προσήλωση στον Cummings
Το κόλλημα τού αναγνώστη που δεν μπόρεσε
Να γίνει “poet laureate”
Και γύρω άλλοι θαμώνες να χασκογελούν
Ή να θυμώνουν με τις μεγαλοστομίες του
” her lips drink water
but her heart drinks wine
…we never we know
(so kiss me) shy sweet eagerly my…” •
Αργότερα έμαθα από ξένες γλώσσες
Ότι ο Μπάντυ ακολούθησε τη σορό τού Στηβ
Γαβγίζοντας θλιβερά πίσω απ’ τή νεκροφόρα
Μέχρι εκεί όπου λέμε πως είναι
Η στερνή κατοικία των ανθρώπων
Και ύστερα χάθηκε για πάντα• κανείς
Δεν ξαναρώτησε τί απέγιναν
Και αν πρόλαβαν -ποιος ξέρει-
Σ’ αυτή τη σύντομη ζωή να βρουν γαλήνη

(όπως
βρίσκουμε
ένα
σύννεφο
πέρα
μακριά
στην
άκρη
των αισθήσεων

ή

ένα
πουλί
που
κράζει
μέσα
στο μπαμπάκι
του • ) έτσι λοιπόν
Τερμάτισε ο καιρός τους
Σαν τον θλιμμένο βάτραχο τού καλαμιώνα
Στο στόμα ενός νερόφιδου•

Τάσος Δενέγρης, Το προμήνυμα

Αλληγορίες μού ’ρχονται στο μυαλό
Σαν το λαμπάδιασμα το ξαφνικό
Στον ουρανό του Χιούστον
Λυσσομανούσε η θύελλα
Γεράκι που ζυγίζεται
Στον στόχο του να πέσει.

Το αεροσκάφος έτριζε
Νόμιζες πως θα σπάσει
Ο άνθρωπος γονάτισε
Κι αυτός κι η μηχανή του
Στην προαιώνια θύελλα
Στ’ αφεντικά στοιχεία.

Και ξαφνικά χαιρόμουνα
Για το κατάντημά τους
Λες και δεν ήμουν από αύτούς
Λες κι η ταπείνωσή τους
Δικός μου ήταν θρίαμβος.

Κι άλλα πολλά στην αστραπή
Είδα που δεν ξεχνιούνται
Και που δεν είχαν σύνδεση
Με τις μιζέριες της ζωής
Τις κούφιες προσδοκίες.

Είδα λοιπόν τον άνεμο
Σε παντοδυναμία
Κι άλογα που χανόντουσαν
Μόλις δημιουργούσες
Το είδωλο στό μάτι σου
Τα νέφη παίρναν σχήματα
Στοιχειών αλληγορίες.

Μάρτιος θαρρώ πως ήτανε
Το μήνυμα μού εδόθη
Μπορούσα την εικόνα του 

Στη μνήμη μου να φέρω
Να ζωντανέψει στη στιγμή
Το φάσμα της ελπίδας
Και να νικήσω τους καιρούς
Ν’ αντέξω τα σκοτάδια.

Κι όδμως εγώ το ξέχασα
Κι ο πανικός του πλήθους
Ήτανε τώρα επάνω μου
Κλεισμένο με είχαν τα βουνά
Κι ο δρόμος μου εχάθη
Μέσα στους ξένους οιωνούς
Στις κούφιες προσδοκίες.

3 Απριλίου 1974
*Από τη συλλογή “Θειάφι και αποθέωση”.

Λίνα Βαταντζή, Τελετουργία της Συμφωνίας

Artwork: Sarah Javier Jimenez‎

Στον πυρήνα σου καταδύομαι

με σμίλη μολυβένια

ελευθερώνω την κρήνη

να ξεχυθεί νερό
και μια ακτίνα λάμπει

σε όλα τα γράμματα που σφράγισες

ξεπηδούν

κύματα αυγής

ρότες σε σώμα ερωτικό.


Τα χνάρι ακολουθώ

για το κάστρο που υποσχέθηκες.

Έχεις προσέξει
πόσο τρυφερά λάμπουν τα μάτια
όταν αγκαλιάζονται στον κήπο μας;

Κατόπιν, γεμίζω τη χούφτα σου 

φιλιά

να πλημμυρίσει μελωδίες ο αέρας

είναι ιερή η στιγμή

καθώς ο ήλιος 

θερμαίνει τον κενό χώρο

ανάμεσά μας.

Έχεις προσέξει

πόσο ευαίσθητα κινούνται τα δάχτυλα

όταν γράφουν τα ποιήματά μας;

Αναδύομαι μέσα από φωτόνια

στην επιφάνεια που χάραξες

όταν χρώμα αυγής

ξεπροβάλλει από τη θάλασσα
είμαστε λουσμένοι με
αρώματα βουνού
βαπτισμένοι σε ποτάμια
δακρύων
κάθαρσης.

Έχεις προσέξει
πόσο γλυκός ακούγεται ο ήχος
όταν συγκλίνουν τα βήματά μας;

Βήματα –
Ποιήματα –
ο πυρήνας της συμφωνίας μας.

Λουκάς Αξελός, Μπορεί να είχαν μεταμφιεστεί

ΜΗΝ ΚΡΥΒΕΣΑΙ στο σκοτάδι.
Αυτό που χάθηκε δεν ξαναγυρίζει.
Τα λόγια που πίστεψες μπορεί
να είχαν μεταμφιεστεί.
Οι έλατοι [δεν] είναι χάλκινοι
την αυγή.

Έτσι, απλώς, τους είδε ο φτωχός Μπ. Μπ.,
όπως — άλλωστε — και εσύ
με τα μάτια της νιότης.

Από τότε πέρασε πολύς καιρός,
το δύο έγινε ένα
και μόνη σου πίκρα
είναι ο χαμένος χρόνος.

Ν. Μάκρη, Ιανουάριος 1991

*Από τη συλλογή “Σκοτεινό πέρασμα”, εκδ. Στοχαστής, 2000.

Miroslav Holub, The Door

Go and open the door.
Maybe outside there’s
a tree, or a wood,
a garden,
or a magic city.

Go and open the door.
Maybe a dog’s rummaging.
Maybe you’ll see a face,
or an eye,
or the picture
of a picture.

Go and open the door.
If there’s a fog
it will clear.

Go and open the door.
Even if there’s only
the darkness ticking,
even if there’s only
the hollow wind,
even if
nothing
is there,
go and open the door.
At least
there’ll be
a draught.

Η πόρτα

Πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Ίσως εκεί έξω υπάρχει
ένα δέντρο ή ένα δάσος,
ένας κήπος,
ή μια μαγική πόλη.

Πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Ίσως υπάρχει το ανασκάλεμα ενός σκύλου.
Ίσως θα δεις ένα πρόσωπο,
ή ένα μάτι,
ή την όψη
μιας εικόνας.

Πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Αν υπάρχει ομίχλη
θα καθαρίσει.

Πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Ακόμα κι αν υπάρχει μόνο
το σκοτάδι ηχώντας,
ακόμη και αν υπάρχει μόνο
ο κούφιος άνεμος,
ακόμα κι αν
τίποτα
δεν υπάρχει εκεί,
πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Τουλάχιστον
θα υπάρχει
μια έλξη.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αλέξης Αντωνόπουλος, O λυγμός του Squonk

Αν μπορούσατε να δείτε πόσο όμορφος είμαι
κάποιες φορές όταν είμαι μόνος

πόσο ψηλός γίνομαι
πόσο δυνατός
πόσο αληθινά μεγαλειώδης.

Γίνομαι πανέμορφος κάποιες φορές
σάς τ’ ορκίζομαι.

Αρκεί
εσείς
να μη με κοιτάτε.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Γιάννης Καρατζόγλου, από τη συλλογή «Δ.Ξ.Θ.»

Η εφημερίδα αύριο τύλιγε ψάρια ή κυμά- όσο για σήμερα
το ίδιο θέμα πάλι, πρωτοσέλιδο και τρίστηλο, θέμα ρουτίνας
τα κλισέ της διαδικασίας, οι ανώνυμες πληροφορίες δια το ποιόν των,
από τι ο καθείς εμφορείτο, πως θα ανέτρεπε τα βάθρα του εθνικού μας
πολιτισμού,
σε ποιο οινομαγειρείο έτρωγε τα μεσημέρια, πόσες εκτρώσεις έκανε
με τη Μαιρούλα,
έπειτα δημοσιογραφικές συνήθειες κι η αγόρευση του συνηγόρου
κι η θαρραλέα απολογία, συνήθειες τα σχόλια ωραία μωρέ
τους τάπαν…
Όμως Αυτοί, την ίδια ώρα έπαιρναν βουβά την άγουσα για το Γεντί
το Κορωπί, την Αίγινα, τον Κορυδαλλό δυνάμει του δελταξιθήτα
ψηφίσματος
όταν εμείς πουλούσαμε, γελάγαμε, κάναμε βόλτα στην παραλία
πειράζαμε κορίτσια
βλέπαμε στην τηλεόραση ένα ψωριάρικο λιοντάρι να αλυχτάει
ότι προέχει η έννομος τάξις και όχι αι αναμοχλεύσεις των παθών,
βγάζαμε δόντια, τρώγαμε σουβλάκια, αγοράζαμε προικιά
σεντόνια- μαξιλάρια,
ήταν μακριά από μας το διξιθήτα, αν και γνωρίζαμε καλά
πως μεταφράζονταν η υποχρέωσις πατάξεως των ολίγων αρνητών
του θαύματος
που αποτελεί το σύγχονό μας κράτος….
Τώρα, τι μας είρθε και τα θυμόμαστε αυτά πρωί -πρωί
στο μαγαζί μας,
ή βράδυ, όταν ρωτάει η γυναικούλα μας τρυφερά πού πάμε πάλι
απόψε,
ανάμεσα σε σαββατιανές πληρωμές και εισπράξεις- αραιά και που,
και καμιά Ρόζα Λούξεμπουργκ για προσωρινή αυταπάτη-
τί τ’ αναφέρουμε όλα αυτά, αφού γνωστοί είναι οι ρόλοι που
υποδυθήκαμε
όλα αυτά τα χρόνια, κι έτσι τουλάχιστον δεν αμφιβάλλουμε ποιοί
είμαστε
εγώ ας πούμε, ο hypocrite poète κι εσύ ο hypocrite lecteur,
μικροί ασήμαντοι, χυδαίοι figurantes στη μέση της πιο μεγάλης
τραγωδίας.

*Από το συλλογικό «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης». Εμείς το πήραμε από εδώ: https://theshadesmag.wordpress.com/2019/08/03/poihtes-thess/

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Καντίνα

1.

Κάθε πρωί
το ίδιο λατομείο
βαθειά την ευτυχία σκάβοντας
ν’ αναληφθεί η λάσπη

2.

Πιες
ακόμα
λίγο κρασί
να κατεβεί ο δράκος

3.

Νύχτα ο ευκάλυπτος αναρρώνει
από την χρόνια εμμονή σου
για μεταφυσική

4.

Στο στέκι αυτό μας ξόδεψαν οι Κυριακές
ψιλά εμείς στην τσέπη του χρόνου

5.

Βάζει παγάκια στο κρασί
σαν κάποιο απόκρυφο συμβιβασμό
να μοντερνίζει

6.

Οι φαντάροι κάνουν γόπινγκ
κι οι μοναχοί ενθυμείν

7.

«Μετά την ανηφόρα, αριστερά»
πάντα να λες στους οδηγούς
σαν σε ρωτούν στο δρόμο

8.

Νυν και αεί ναυαγοί
εις τους αιώνες των ημιόνων

9.

Στα όρθια πίνεις το κρασί
στο γόνατο τον χρόνο
απελπίσου μποέμικη ψυχή
απελπίσου

10.

Πιότερο επιθυμώ να πιω παρά να πω
και μες στην μπύρα πάλι, ξεκουράζομαι απ’ το ουίσκι

11.

Κρίμα και κύμα του καημού
παρηγοριά δε βρήκαμε
από τις παρηχήσεις

Θωμάς Δ. Τυπάλδος, Κώστας Ρεούσης: Υπερρεαλισμός ή ρεουσισμός!

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης, στη Λέσχη Φίλων Μουσικής «Γιουσουρούμ», του φίλου του Πραξιτέλη Δασκαλάκη, στην παλιά πόλη της Χώρας Νήσου Κύπρου, στην οδό Άρεως … βαθιά μέσα στη νύχτα … πίνοντας μπίρες με τους ποιητές-μεταφραστές Μιχάλη Παπαντωνόπουλο και Γιάννη Ζελιαναίο (δεν διακρίνονται εδώ), στις 3 Σεπτεμβρίου 2015. Φωτογραφία: Γιώτα Παναγιώτου

Η γνωστή υπερρεαλιστική ρήση «πρέπει ν’ αλλάξει το παιχνίδι, όχι οι κανόνες του παιχνιδιού», αν βρίσκει εκφραστή στο μοντέρνο ελληνόφωνο υπερρεαλισμό, τότε τον βρίσκει με τον καλύτερο τρόπο στο πρόσωπο του Κώστα Ρεούση. Ο ποιητής των κατακλυσμιαίων εικόνων, των κοφτερών λέξεων και των φράσεων που ματώνουν πρώτα τον αμφιβληστροειδή του ματιού κι εν συνεχεία, τ’ αυλάκια του μυαλού. Ο Ρεούσης, είναι από εκείνους τους ποιητές που γνωρίζουν στο μέγιστο βαθμό τους κανόνες τόσο της ποίησης όσο και της γλώσσας, μα έχουν συνάμα ως πρό(σ)ταγμα, την ανατροπή -όχι την καταστροφή- του παιχνιδιού.

Η ποίηση του Ρεούση δεν γνωρίζει τι θα πει κομφορμισμός, τι θα πει στερεότυπα και εφησυχασμός. Τρέχουν οι λέξεις ουρλιάζοντας και κραδαίνοντας τσεκούρια. Κεφάλια παίρνουν ανέμελων και απαίδευτων αναγνωστών οι οποίοι θεωρούν πως η ποίηση είναι ματσάκια από μαδημένες μαργαρίτες και ερωτοχτυπημένες πεταλουδίτσες. Οι στιχοπλοκίες του Ρεούση είναι ένας πόλεμος, όχι αναίτιος και δίχως στόχο. Αιτία έχει το απόλυτο μηδέν που κοκορεύεται αυνανιζόμενο, κι αυτοπερνιέται για ένα, και στόχος του είναι σαπισμένα -από μια αδόκιμη ανήθικη ηθική που όλους μάς περιβάλει- μυαλά.

Όπως προείπα, ο Ρεούσης, γνωρίζει πολύ καλά τους κανόνες και το παιχνίδι στο οποίο λαμβάνει μέρος. Όσον αφορά στο «παιχνίδι» του υπερρεαλισμού, σ’ ένα και μόνο στίχο του κατάφερε ν’ αποδείξει πως το ξέρει με τον πιο περίτρανο και αδιαμφισβήτητο τρόπο: «ο υπερπραγματικός στιχοπλόκος πλοηγεί την τρέλα στην ανάσα!». Η τρέλα είναι η ελευθερία, η επανάσταση του καταπιεσμένου υπερεγώ απέναντι σε μια ρομποτοποίηση του ατομικοσυνειδησιακού παράγοντα, ενώ η ανάσα, δεν είναι παρά η αντιστεκόμενη στην «αλήθεια», αλήθεια του. Είναι αυτή η στιγμή της μεθυσμένης νηφαλιότητας που σε ξεσηκώνει την πιο περίεργη ώρα, γνωρίζοντας πως ίσως αύριο δεν θα ζεις (τουλάχιστον, όχι όπως ζούσες πριν). Αυτή η στιγμή είναι που έχεις αφεθεί να σε κατακλύσει η υπερπραγματικότητα, να σε ρουφήξει η δίνη της κι αν δεν έχεις το φόβο του άγνωστου μες στη καρδιά σου, οφείλεις ν’ αφεθείς, να μετουσιωθείς ο ίδιος σε υπερπραγματικότητα κι αν κι εφόσον δεν νιώθεις και τόσο καλός πλοηγός, μπορείς ν’ αφεθείς στα έμπειρα χέρια του Ρεούση που αυτός δεν φοβάται τις φουρτούνες, γιατί πολύ απλά, -κι αυτό να το θυμάσαι-, είναι ο ίδιος μια φουρτούνα.

Και το παιχνίδι ασταμάτητα συνεχίζεται…

Ο Ρεούσης δεν μένει στάσιμος σ’ ένα σημείο, ελίσσεται. Τον φαντάζομαι τη στιγμή που γράφει να είναι εκεί ενώ δεν είναι. Είμαι σίγουρος πως έχει ανακαλύψει μυστικές θύρες, οι οποίες τον οδηγούν σε προσωπικές, πολυεπίπεδες διαστάσεις. Εκεί, η ιδιαίτερη, ολοδική του, πρακτική χρήση της ελληνικής γλώσσας… γίνεται μία ΤΑΦΡΟΣ! Δεν χρησιμοποιώ καθόλου μα καθόλου τυχαία αυτή τη λέξη. Σε μια από τις πολλές μας αλληλογραφίες μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και λίγο πριν με τιμήσει με το να είμαι ο πρώτος αναγνώστης του ποιήματός του «ΤΑΦΡΟΣ», μου επισήμανε με τον δικό του απαράμιλλο κι εύστοχο πάντα τρόπο, ό,τι η ελληνική γλώσσα, προϋπήρχε κατά πολύ του υπερρεαλισμού. Απόδειξη για τα λεγόμενα πως έφερε τη λέξη τάφρος, λέγοντάς μου ότι εντός της εμπεριέχει άλλες δύο λέξεις, τη λέξη φάρος και τη λέξη τάφος.

Η τάφρος, ως γνωστόν, είναι μια παγίδα η οποία φέρει εντός της νερό, άρα ροή, άρα ζωή. Αν βρεθείς κάποτε παγιδευμένος -εγκλωβισμένος, μέσα σε μια τάφρο, να θυμάσαι πως έχεις τη δυνατότητα τού να μη σε σκοτώσει αρκεί να είσαι έτοιμος να γίνεις ένα με το νερό -με τη ροή- με τη ζωή… βρες την εσώτερη δύναμή σου, έτσι που να μετουσιωθείς σε αναπόσπαστο μέλος της ζωντανής αυτής ροής. Θα χτυπήσεις απεγνωσμένα τα χέρια σου πάνω στο υδάτινο στρώμα που στη καρδιά του μέσα θα βρεθείς; Θα φοβηθείς; Θα ζητήσεις βοήθεια από απόντες σωτήρες; Η τάφρος, εύκολα μετατρέπεται στον υγρό σου τάφο και το ίδιο εύκολα μετατρέπεται σε ολόφωτο φάρο. Η ροή να θυμάσαι, είναι -αν το θες- δίπλα σου, σύντροφός σου. Θα είναι πιο φίλος από τους φίλους σου και περισσότερο συγγενής από τους συγγενείς σου. Αν δεν είσαι ένα πληγωμένο και παγιδευμένο αγρίμι, αν σπρώξεις το ασυνείδητο εγώ σου προς την κατεύθυνση της ροής, αν γίνεις μες στο γλυκό νερό, ένας διψασμένος για αίμα καρχαρίας, θα έχεις βρει το νόημα και την κρυμμένη αλήθεια στης τάφρου το βυθό. Αυτή η τάφρος είναι η ποίηση του Ρεούση και όχι μόνο: είναι και εκρηκτικές εκφάνσεις βομβών νετρονίου κι όχι πυροτεχνήματα σε πανηγύρι της εσχάτης υποστάθμης.

Στο τέλος όμως μια απορία γεννάται: είναι ο ποιητής ή το ποίημα; Ο Ρεούσης είναι και τα δύο μαζί. Ο Ρεούσης γνωρίζει-αγαπά-σέβεται. Αντίθετα, δεν κολακεύει-δεν προσκυνά-δεν δέχεται ν’ ασπαστεί κανένα σύμβολο απ’ όπου κι αν αυτό προέρχεται. Μα την αλήθεια! Μου μοιάζει λες κι είχε αυτόν κατά νου ο Ρενέ Κρεβέλ, όταν σε μια στιγμή αυτόματης ειλικρίνειας, έγραφε: «Ο ποιητής δεν κολακεύει μήτε και καταφεύγει σε τεχνάσματα. Δεν αποκοιμίζει τα θηρία του για να παραστήσει το θηριοδαμαστή, αλλά, με όλα τα κλουβιά ορθάνοιχτα, με τα κλειδιά πεταμένα στον άνεμο, φεύγει, ταξειδιώτης που δεν σκέπτεται τον εαυτό του αλλά το ταξείδι, τις αμμουδιές των ονείρων, τα δάση των χεριών, τα ζώα της ψυχής, όλη την αδιαμφισβήτητη υπερπραγματικότητα», (μτφρ.: Νίκος Σταμπάκης). Το ότι ο Ρεούσης αγαπά τον υπερρεαλισμό, δεν χωρά αμφιβολία, μα χωρίς η αγάπη του αυτή, να παίρνει ποτέ κάποιες θρησκευτικές διαστάσεις. Στα ποιήματα -και τα πεζά- του Ρεούση, θα βρεις όλα αυτά τα οποία εμπεριέχει ο υπερρεαλισμός, -ασύδοτοι συνειρμοί, μαύρο χιούμορ, το θαυμαστό κ.ο.κ.-, και παρότι θα βρεις αυτά τα στοιχεία, δεν θα τα βρεις ως μια ακόμα κοινοτυπία ή ως το όποιο στερεότυπο υπερρεαλιστικού χαρακτήρα. Θα τα βρεις με την ιδιότυπη χρήση της γλώσσας από τον δημιουργό, σε ιδιάζοντα φρενήρη ρυθμό, που στην κυριολεξία, σου κόβει την ανάσα, με ηχοχρώματα τόσο πρωτόγνωρα. Εκεί που οι συλλαβές επαναδιαγράφουν την πορεία μιας αιωνιότητας καθώς χωρά σε μια σελίδα. Όπως προείπα, ο Ρεούσης δεν μένει ποτέ στάσιμος. Ο Ρεούσης είναι τάφρος, δεν είναι βάλτος.

Κλείνοντας, θα αναφερθώ στον Ν.Γ. Λυκομήτρο, ο οποίος με τον πλέον εύστοχο τρόπο, ονόμασε σε σχόλιό του σε ανάρτηση στον ιστότοπο «ΠΟΙΕΙΝ», την τεχνοτροπία του Ρεούση «ρεουσ(ε)ισμό». Και γιατί όχι; Όταν μπορεί να είναι μόνος του μια υπερρεαλιστική ομάδα, (βλπ. Υπερπραγματική Φράξια Λευκωσίας), ποιός τον εμποδίζει να ’ναι μόνος του ένα κίνημα;

Πάτρα, Αύγουστος 2016

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό, «Στάχτες» (www.staxtes.com), το Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016. Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο του Κώστα Ρεούση στο https://reousis.blogspot.com/2016/08/10_23.html?spref=fb&fbclid=IwAR0W4EJvzfhSUei3eT6sj6K_Gh81Ayqmwz2m855jFRH3bx7SpP1l0Y_GuF4