κάποτε
πέφτεις απ την πολυθρόνα
σε πλησιάζουν τ’ αντικείμενα
ζητούν ξανά τα χέρια σου
ζητούν τα δάχτυλά σου
μάτια κι αυτιά
το όλον σου
αιτούν
ται
πόσο
πολλά τριγύρω
αντικείμενα στρατός
ολάκερος μηχανισμός κατα
διωκτικός εν δράσει
παραδώσου ιαχούν
παραδώσου
αθόρυβα
σου ενσωματώνονται
διψούν παρασιτούν ιοτροπούν
αναρωτιέσαι για το κυκλοφορικό
αν παραδόθηκε μαζί με το αναπνευστικό
αν και οι μύες οι εκούσιοι μύες
φυγάδευσαν την ηττοπάθεια
στο παράδειγμα
το σώμα συνεργάστηκε
τύποις απόμεινε ο εγκέφαλος
που υποβιβάστηκε σε παρατηρητή
που δεν αποφασίζει πια
δεν διατάζει
μα
το γαμώτο είναι
πως πρέπει να υποκρίνεστε
ότι πως δεν καταλαβαίνει
ότι πως πίστεψες
ότι πως
ότι
*Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 22 (Χειμώνας-Άνοιξη 2020) του περιοδικού “Τεφλόν”.
Άξαφνα η πόρτα μας άνοιξε.
πρώτος κατέβαινε ο αυτοκράτορας
με καινούργια στολή
ο νέος αρχιεπίσκοπος
ο υπουργός παιδείας και θρησκευμάτων
(η εργάτρια Ντούμπιοβα παρήγαγε
δεκαπέντε χιλιάδες ποτήρια)
ο στρατάρχης ήρωας της μάχης Σαρώ
πιο πίσω οι αυλοκόλακες
οι υπάλληλοι όλοι με τας συζύγους των
ο πρόεδρος τους ανωτάτου δικαστηρίου
στο τέλος ένα παιδί που ήταν ο γελωτοποιός.
Εγώ αντιπροσώπευα τα στρατεύματα της Κορέας
των Γάλλων πατριωτών
των Ισπανών εξόριστων
την παυμένη εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη»
την άλλη που έμεινε μόνον ο τίτλος της.
Οι ποιητές κρατώντας τα λάβαρα
έγραφαν ύμνους
κρατούσαν την αναπνοή μπροστά στους
επισήμους
χειροκροτούσαν ακατάπαυστα όλους
τους ρήτορες.
Τώρα το πώς εγίνηκε το απαίσιο πλήθος
να στριμώχνεται πάλι στα κάγκελα
το πώς εγίνηκε
το συνδικάτο των οικοδόμων να στέλνει
ομόφωνα ψηφίσματα
να στρώνει χαλιά γι αυτή την παρέλαση
μην το ρωτήσετε.
Φταίει αυτός που ήτανε δίπλα μου
όπου στην κρίσιμη ώρα σʼ αυτή τη σιωπή
εψιθύρισε:
Η μύτη της κυρίας Δημάρχου θυμίζει τη γεωγραφία.
Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται.
Διαδόθηκε μέσα στο αδιάφορο πλήθος η φήμη
οι υπουργοί θορυβήθησαν
ο πυγμάχος που έγινε χωροφύλακας έλαβε θέση
στους διπλανούς διαδρόμους οι πυροσβέστες
πλησιάσαν
ο πρόεδρος χτυπούσε μέσα στην αίθουσα
τον κώδωνα
σβηστήκαν τα κεριά του ναού
και κει στη μεγάλη τους σύγχυση τα κατάφερα
μʼ ένα μικρό βηματάκι άξαφνα να βρεθώ
να θαυμάζω το θέαμα.
Όταν τα φώτα ξανάναψαν
η χάλκινη πόρτα αμίλητη έκλεισε όπως φαίνεται
και δίπλα μου οι γυναίκες ξεφώνιζαν
τραβούσαν τα μαλλιά τους τσιρίζοντας
όχι γιατί δεν πρόλαβαν την παρέλαση
όλων των επισήμων
αλλά που χάσανε μέσα στο σκότος
τους άντρες τους.
Οι πάροδοι που οδηγούσαν προς τις εξέδρες
στις πόρτες των ναών και των φυλάκων
στους διαδρόμους των εξοχών
στα δημόσια πάρκα
στα κρατικά εκπαιδευτήρια
στη δουλειά με το κομμάτι
στην ποινή του θανάτου
παντού παντού παντού
ως και σε μένα τον αδιάφορο
είχανε εισχωρήσει σα μυστικοί χωροφύλακες
οι Βησιγότθοι.
Μη σκεφτείς άσκημα για τους Βησιγότθους
είναι κάτι ακίνητα μαζεμένα υποκείμενα
που παριστάνουν τους επιδρομείς.
Πάντως θα καταλάβατε τον αρχαίο ναό
τι αντιπροσώπευε ο γελωτοποιός
τι αντιπροσώπευα εγώ ο γελοίος
ποιοι οι Βησιγότθοι οι αρχιεπίσκοποι
κι ο ένδοξος αυτοκράτορας.
S’indovinava la stagione occulta
dall’ansia delle piogge notturne.
S. QUASIMODO
Κάποτε γνώριζα πως αργά
όνειρα λυγισμένα των Θεών οργώσανε τη γη
κι ο νους επήγε τότε ολωνών
σε μια γόνιμη τεράστια αφθονία.
Και ναι, υπάρχουν μέγαρα αφθονίας,
καλέστε τη νύχτα ή τη δύση, χείλη ενός πρίγκιπα
απ’όπου βλάστησην πετράδια.
Εντούτοις σκεφτείτε, σκεφτείτε πολύ σοβαρά
πως είχαμε ήδη χιτώνες όλων των ειδών,
άχρηστους με κεντήματα, ναι, όπως αυτή η σκέψη
που κάνεις τώρα για τους Κόπτες, τα μοναστήρια τους.
Κι όμως ακόμη δεν γίναμε προσκυνητές
που φτάνουν καινοτόμοι σε μια πυρπολημένη πόλη.
Πίσω από μένα η θάλασσα με χρώματά δοντιών
που γεννιούνται ανάμεσα στα ήπια θυμιάματα
που κάθε μέρα χαιρετούμε.
Όχι, τα όνειρά μας δεν καρποφορήσαν.
Εκείνοι οι θεοί ήταν ωραίοι αλόγιστα
και παραήταν τέλειοι,
σκεφτείτε, φίλοι, πως ανθρώπους σαν εμάς
που γεννηθήκαμε στο μισοσκόταδο
απ’όπου λείπει μια θήκη αρχαία κοσμημάτων
καθόλου δεν μας ενδιαφέρει μέση ή κορμός αρμονικός
σύμφωνα με τους δύσκολους κανόνες της συμμετρίας.
Ταπεινοί, πάντοτε δείξαμε προτίμηση
στις βλοσυρές θεές της Φοινίκης
με τους σκουρόχρωμους και λιπαρούς μηρούς.
Είμαστε στο 410 κι ο Αλάριχος όπου και να’ναι
τη Ρώμη θα λεηλατήσει.
*Μετάφραση: Τάσος Δενέγρης.
**Από το βιβλίο “Με τον τρόπο του καβάφη – 20 ξένα ποιήματα”, εκδ. κεγ, Θεσσαλονίκη 1999.
On lonely poet corners of low lying leaves and moistprophet eyes.
— Bob Kaufman, “On”
when the delicate accidents of this town
rise from the ground like steam
with each breath
in, and fall back down
with each breath out,
as each footstep kisses the concrete
my life
sheds its ugliness —
it flares and unfolds
like a sun as I walk into it, and it swims
around me
as an ocean swims around a fish
almost half my life had to pass
for me to see
I am no more or less than a
note in this song I know I will never hear
sung the same way twice,
listen to with eyes upcast
to a streaming dusk sky,
and keep the beat
with my footsteps and the click of
a child’s fingers weaving the clouds and
smokestack billows
into a cloak
of invisibility,
but he sees me, and did so long ago…
come on, you are nowhere near
the misfit or the monster
that you used to think
you were here,
just another lump of carbon
that radiates impatiendy
as though it’s already a diamond
and pulsates brighdy
under the cloudy waters’ weight
like an anemone
which is
the star that you see
in the heart of every apple
whenever you cut it
the other way
*From the collection “Angle Frankestein”, Soul Bay Press, 2018.
**O George Mouratidis είναι Ελληνοαυστραλός ποιητής που ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη.
Πολλοί μιλάνε για μυστήρια
μα πρόκειται για πλάνες
αυτά που δεν μπορεί ακόμα
ο άνθρωπος να εξηγήσει
ή καλές σκηνοθεσίες
για να ζαλίζουν τους αφελείς
μυστήριο για μένα είναι
πως πιστεύουν σε αυτά
οι άνθρωποι
γιατί το κάνουν
ποιές ψυχολογικές ανάγκες τους
καλύπτουν
και βρίσκουν καταφύγιο σ΄αυτά
κάθε χρόνο
κάποια μυστήρια εξηγούνται
αλλά πολλοί εξακολουθούν
να πιστεύουν
στα παλιά παραμύθια
δεμένοι στο άρμα
της άγνοιας
και στην εύκολη ασφάλεια
που προσφέρουν τα μυστήρια.
Τα άνθη μού συστήνονται συχνά ως πριγκιπόπουλα, ως έξοχες προσθήκες στη ζοφερή πραγματικότητα των χιονιών, των τοπίων που ονειρεύομαι. Μαζί μας θα πορευτείς! λένε. Μαζί μας μοναχά υψώνεται κανείς! Κι ίσως, αλήθεια, να είναι έτσι ίσως και όχι. Η έπαρσή τους πάντως με εκνευρίζει. Εξακολουθώ να βαδίζω σκυφτός στα άνυδρα κι απόμερα του ονείρου μου σημεία -όπου πάντοτε βρέχει- γιατί ανέκαθεν πίστευα πως το θαύμα
βλασταίνει
μονάχα
εκεί.
***
Η ΕΙΡΩΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
Έρημε, έλα έρημε
αφού όλα τα είπαμε καλά και τα αναλύσαμε
έλα εσύ.
Έλα έρημε, φωτογράφισε κι εμένα
μετά των φεγγαριών τη σάρκα
μετά των ουρανών την καταρράκωση.
Έρημε, ξέρουμε καλά
ως ειρωνεία υπάρχεις.
Μια ειρωνεία που σπάει κόκαλα
μα τα περιέχει κιόλας.
Δεν σαρώνεις, ευγενής είσαι
στις προθέσεις σου ίσως όχι
αλλά στους τρόπους σίγουρα.
Έρημε ατέρμονη, ακέραιη έρημε
έρημε που μόνο ερήμους ονειρεύεσαι
περιφρονητική προς πρόσωπα και πράγματα και κήπους
έλα, σαν λαϊκός τραγουδιστής θε να στο πω: Στην αγκαλιά σου ρίξε με.
Λήξε με.
*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 22 (Χειμώνας-Άνοιξη 2020) του περιοδικού “Τεφλόν”.
Ο ιερέας μιας εκκλησίας στη Σικελία
δίνει ευκολότερα άφεση αμαρτιών
τις ηλιόλουστες μέρες του χειμώνα
διότι τότε οι ακτίνες του ήλιου
περνώντας από τα όμορφα βιτρό των ψηλών παραθύρων
μπαίνουν υπέρλαμπρες λοξά στο εξομολογητήριο
ζέσταινοντάς του πολύ ευχάριστα την πλάτη.
*
Όταν δεν είμαι μαζί σου, εκστρατεύω.
*
Κάποιος μιλάει γι’ αυτόν που είναι μόνος. Ο μόνος ακούει μες στ’ αυτί του ένα τούνελ να σκάβεται στην άλλη πλευρά του κόσμου.
*
Τριγυρίζουν αχάιδευτοι
σε σεμινάρια, μπαρ, εμπορικά μαγαζιά
με μια μνήμη εκ βάθους ανατολής
ότι είναι δυνατή η αγάπη.
Όταν πέφτουμε να κοιμηθούμε
το σώμα γέρνει πάνω σ’ αυτή τη μνήμη.
*
Ο οδηγός του αστικού άνοιξε το μικρόφωνο και είπε: «Θα κάνουμε μια παράκαμψη. Για όσο διαρκέσει, κλείστε τα κινητά ώστε να μην μπορεί κανείς να σας βρει και κανείς να μην ξέρει πού βρίσκεστε. Θ’ ανοίξω τις πόρτες σε μια τυχαία στάση που δεν ανήκει σ’ αυτή τη γραμμή: μπορείτε, αν θέλετε, να κατεβείτε εκεί και -ένα παράδειγμα λέω- να κλάψετε για μια παλιά αγαπημένη».
*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 22 (Χειμώνας-Άνοιξη 2020) του περιοδικού “Τεφλόν”.
με δυο στιχάκια
τις προάλλες
φάνηκε ξέφωτο
έχει άσπρα και χιονίζει
κάθομαι δεξιά
να βλέπω
[παραγνωρισμένα]
έχω κάτι φίλους ποιητές
εύθραστους
μοσχαναθρεμμένους
μου λένε
το τάδε ποιήμά μου
πολύ καλό
μπήκε εδώ
μπήκε εκεί
και με κοιτούν κατάματα
[κόκαλα]
έτσι που συρρικνώθηκα
να μην ενοχλώ
λέπτυναν τα χέρια μου
ούτε μολύβι να πιάσω
πέρασε χρόνος
έγινα λιγότερη
[ευγονική]
απ’ ό,τι φαίνεται τελικά σε κατάπια
βρίσκεσαι πια στην κοιλιά μου
σ’ εννιά μήνες
θα γεννήσω τους κλώνους σου
μωρά με γκρίζα μαλλιά
κόκκινα γυαλιά
και δυσανεξία στην αγάπη
[με σχετική υγρασία]
χρειάζομαι τα σύννεφα
με το πλατύ στέρνο
ακούμπησα κάποτε εκεί
αν λείψουν
μόνο με τη θάλασσα
δεν θα τα καταφέρω
*Από τη συλλογή “η μαύρη ανάμεσα”, Εκδόσεις Κύμα, 2018.