Muriel Rukeyser (1913 – 1980), Φόρος τιμής στη λογοτεχνία

Όταν φαντάζεσαι μουσικούς με πρόσωπα τρομπέτας
να φυσούν ξανά αμίμητη τζαζ
καμία τέχνη δεν κατηγορεί ούτε οι κανονιοβολισμοί πληγώνουν,

ή βγαίνοντας απ’ τα όνειρά σου των αερόπλοιων
ξανά βλέπεις τον παράλογο σακάτη
να ρίχνει το δεκανίκι του με ορμή καθώς οι προβολείς των
αυτοκινήτων

κινούνται ταχύτατα στο δρόμο με τις λακκούβες, καθώς οι τρεις σφυροκόποι
μετράνε Ένα, Δύο, Τρία πάνω απ’το παλούκι, κοπανήματα από σφύρα
και ούτε ένα σημάδι νέων κόσμων να ηρεμήσει η ψυχή’

τότε ατένισε τη λίμνη του ηλιοβασιλέματος καθώς ρέει
βράζοντας, προς τη δύση ανεξέλεγκτα
κυλώντας και κατακλύζει το καρδιοχτύπι και επαναλαμβάνει
θάλασσα πέρα από τη θάλασσα έπειτα από αβάστακτους ήλιους’
σκέψου: ποιήματα όρισαν το τοπίο: Ο Μπλέηκ, ο Ντον, ο Κητε.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ / Jazz Poems” (δίγλωσση έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Επιλογή-μετάφραση Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Στρατής Πασχάλης, Τρία ποιήματα

πάει καιρός πού μ’ έπισκέφτηκαν τά πάθη
κι εγώ κουρνιάζω σέ μιά κάμαρη ολο βιβλία
λίγο πιο πάνω από τά ρεύματα πού διατρέχουνε τη γή
λίγο πιο κάτω άπ’ τά σημεία δπου οί νεκροί καταλαγιάζουν
ύπάρχουν μέρες πού διψώ τις πιο άπόκρημνες αισθήσεις
αυτές πού ξέρει νά έφευρίσκει τό μυαλό
κι έτσι αισθάνομαι σά νά μονάζω
αφού συνέχεια φυλλομετρώ κρύα κενά τετράδια
καί στις λευκές σελίδες στάζω μαύρο μελάνι καί πικρό
μοιάζοντας άνθρωπος άπόλυτος πού ξέχασε τη θλίψη

***

ή ώρα ήταν δύο καί το τριζόνι άλάλαζε

κοίταξα τότε προς τα έρείπια καί τ’ άσχημα
τά σπίτια
κι ειδα τήν έκταση του μυστικού
τέλεια φωταγωγημένη

***

άκουσα τή βροχή σάν ένα μυστήριο
να πέφτει έξω άπ’ το παράθυρο τή νύχτα
στις γυμνές άκακίες·
καί πεθύμησα τότε βαθιά ένα σπίτι χαμένο
πέρ’ άπό τα περίχωρα του πιο ξεχασμένου τόπου
να μέ δεχτεί

*Από τη συλλογή “Κωμωδία”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, Δεκέμβρης 1998.

Ειρήνη Παραδεισανού, Καθήκον ποιητού

Είναι καιρός που επιδίδομαι σ’ αυτό το παιγνίδι.
Παίρνω την άγραφη κόλλα και το πιο καλό μου μολύβι.
Και γράφω εξαρχής ολοστρόγγυλα γράμματα.
Τα καμαρώνω έτσι ως τ’ αραδιάζω στο άσπρο χαρτί.
Εγώ, ο ποιητής των λέξεων
Των στρογγυλών φωτεινών οραμάτων
Με τάξη και χάρη συνταιριασμένων
Καμαρώνω.

Μουτζούρα καμία
Αστοχία καμία
Αλήθεια καμία.

Μονάχα στρογγυλά, καθαρά, τακτοποιημένα γράμματα.
Ποιήματα καθωσπρέπει.

Ετσι ως ταιριάζει
Στους σκάρτους καιρούς μας.

*Από τη συλλογή “Τα γυάλινα μάτια των ψαριών”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2016.

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Ασάλευτο θάρρος

Καμιά στιγμή δεν πρόφτασε για να σαρώσει εκείνα
που στέκονται σιωπηλά στης νύχτας την αχτίδα

Μ’ ένα χορό, χωρίς φωνή εξέπεσε το βλέμμα
τα μάτια του ξεχάστηκαν στου κόσμου την λατέρνα

δεν φτάνει ούτε χόρτασε ακόμη η λεπίδα
αχόρταγη δαγκωματιά, στην αχυρένια ασπίδα

“καθάρια πράγματα να λεν”, κι άλλα να εννοούνε
κι ούτε στιγμή, μήτε χρονιά
να μην βαριολογούνε

Να στέκονται ανήμποροι
αυτό δα και μέχρι εκεί
ναι, εκείνο το μπορούνε
το θάρρος που δεν έχουνε,
εκείνο ξεγελούνε

Ιούνιος 2019

***

Πύρινος ανεμοστρόβιλος

Ο πύρινος ανεμοστρόβιλος στο κέντρο της θαλάσσης
σαρώνει ασταμάτητα το κέντρο της ηπείρου

Στον μικρό μας κήπο ανθίζουν οι μανταρινιές
στη δίνη του πολέμου
Αντίμαχοι κι ουδέτεροι, μπλεχτήκαν μεταξύ τους
με λόγους άλαλους
λόγους σφυριχτούς
λόγους βλεμμάτων

Σφυρίζει ο παλιογέρακας σμιλεύεται η φτέρνα
του Αχιλλέα η ατρομησιά δεν έχει πλέον βλέννα
Τα βέλη που μαζεύτηκαν στο μοναχό σημείο
μας βρήκανε ανέτοιμους
μας στείλαν στο πορθμείο

Δεκέμβρης 2019

Sandro Sussuarana, Εκδιδόμενη!

Sandro Sussuarana

Η Ζουάνα ήταν όμορφο κορίτσι
με καλή ανατροφή
Η ζωή ποτέ δεν της χαρίστηκε
έκανε πράγματα από μικρή
που εγώ ενήλικας κι ακόμη δεν τα κάνω
Η ζωή της χάθηκε πριν να την απολαύσει
κρυφτό ούτε που πρόλαβε να μάθει
Τη λέξη «μάνα» δεν γνώρισε κι ας έκανε παιδιά
Δεν είχε την πολυτέλεια
να μη τάίσει τα «σκυλιά»
Ασκώντας το επάγγελμα, δούλευε σκληρά
αφού όποιος δεν δουλέψει ψωμί δεν τρώει τελικά
Δούλευε λοιπόν την ώρα που κοιμούνται οι άλλοι
Ήταν γυναίκα, είχε θέληση κι από άνδρα πιο μεγάλη
Κι αν πάντα ήθελε ζωή ν’ αλλάξει
διέξοδο δεν έβρισκε όσο κι αν είχε ψάξει
Στο τέλος αποφάσισε έτσι να συνεχίσει
αφού ποτέ δεν μπόρεσε τη μοίρα να γυρίσει
Παρότι ήταν γυναίκα
η Ζουάνα πέθανε για πάντα μένοντας κορίτσι

*Μετάφραση: Δήμητρα Γλεντή.

**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Βόρεια Βορειοανατολικά”, τεύχος 3, Σεπτέμβρης 2019.

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Η δική τους δημοκρατία

Από την πρώτη Μαΐου απειλούνται με έξωση
300.000 οικογένειες.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Τα νοσοκομεία κλείνουν.
Τα σχολεία κλείνουν.
Τα πανεπιστήμια φιμώνονται.
Νέες φυλακές ανοίγουν
Ελλείψει νεκροταφείων.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Η καταγγελία της οικολογικής καταστροφής
συνιστά ποινικό αδίκημα.
Η αμφισβήτηση των νόμων είναι τρομοκρατία.
Το ανθρώπινο στοιχείο έχει καταστεί μη κεφαλαιοποιήσιμο.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Η πρόοδος είναι αυτοσκοπός.
Η πρόοδος είναι ο στόχος.
Η πρόοδος κινητοποιεί τα πάντα.
Η πρόοδος δεν αφορά εσένα ηλίθιε.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Η αλήθεια κατοικεί στα κανάλια.
Εσύ είσαι ένας απλός δεσμώτης της
Ή έστω ένας λαθραίος ηδονοβλεψίας.
Η αλήθεια σου επιβάλλεται
Δεν σου αποκαλύπτεται.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Οι αμαρτίες σου είναι εξαγοράσιμες.
Οι αμαρτίες σου υπολογίζονται
Με βάση το ηλεκτρονικό σου προφίλ
Στο ταμείο ανεργίας.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Τα όνειρα δεν είναι παραγωγικά.
Ο μη αφομοιώσιμος είναι παρίας.
Ο παρίας είναι σκουπίδι.
Τα σκουπίδια θέτουν σε κίνδυνο
Το κράτος.
Η καταστολή είναι μονόδρομος.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Αυτή –φίλε- είναι η δική τους δημοκρατία.
Αυτοί είναι οι ισχυροί.
Αυτοί θέτουν τους όρους.

Εμείς απλά τους ανατρέπουμε.

Joseph Woods, Σώζοντας τη γλυκιά γεύση

Σούρουπο
κι επιστροφή
στο δωμάτιο,
τ’ απομεινάρια
του πρωινού
στο λευκό
τραπεζομάντηλο
όπως τ’ αφήσαμε
στη βιασύνη
για το τρένο.
Μισοάδειες
μισογεμάτες
κούπες καφέ
λεπτές
φέτες ψωμί,
δύσμορφες
και ξερές
σαν μπισκότα
στο ολοήμερο
βλέμμα
του κενού.
Δαγκώνω
ένα κομμάτι
καθώς o ήλιος
χαμηλώνει,
η γλώσσα μου
περισώζει
τη γλύκα,
ένα ίχνος
μελιού
και το φως
που αφήνεις
στο δωμάτιο.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Οροπέδιο», Τεύχος 22 – Χειμώνας 2019. Μετάφραση: Σωκράτης Καμπουρόπουλος.

Orhan Veli Kanik, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΡΑΦΤΗ

Ονειρεύεται έναν γαμπρό γερό σαν ταύρο,
με αποδοχές της τάξεως των 100 λιρών.
Παντρεύονται και φεύγουν για την πόλη.
Τα γράμματα έρχονται στη διεύθυνσή της:
Συνοικισμός «Το Όνειρο», ισόγειο.
Το διαμέρισμα είναι σαν κουτί.
Δεν ξενοπλένει πια ούτε καθαρίζει τζάμια.
Όσο για τα πιάτα, αυτά, βέβαια, της ανήκουν.

Τα παιδιά τους ανθίζουν σαν λουλούδια.
Πήραν κι ένα μεταχειρισμένο αμάξι.
Τα πηγαίνει στο Kizilay Park κάθε πρωί
κι ο μικρός Yilmaz παίζει στην άμμο
όπως όλου του κόσμου τα παιδιά.

Το καλύτερο όνειρο του ράφτη είναι ένα λουτρό.
Βρίσκεται ξαπλωμένος στις μαρμάρινες πλάκες.
Οι υπάλληλοι στέκονται στη σειρά.
Ο ένας του ρίχνει νερό κι ο άλλος τον σαπουνίζει.
Ο τρίτος περιμένει κρατώντας το σφουγγάρι.
Καθώς μπαίνουν μέσα οι επόμενοι πελάτες,
ο ράφτης αποχωρεί,
σαν αγνό παρθένο μπαμπάκι.

[Μετάφραση: Γιώγος Μπλάνας]

***

Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΓΑΛΑΤΑ

Γέρνω στην κουπαστή
της γέφυρας και σας απολαμβάνω.
Άλλοι τραβάτε κουπί μουρμουρίζοντας,
κι άλλοι μαζεύετε όστρακα στις σημαδούρες.
Κάποιοι κρατάτε το τιμόνι στις μαούνες
και κάποιοι μαϊνάρετε τα παλαμάρια.
Μερικοί πετάτε σαν πουλιά —και ποιητές—
και μερικοί αχνοφέγγετε σαν ψάρια στο νερό.
Αυτοί λικνίζεστε σαν βάρκες κι εκείνοι σαν φελλοί.
Άλλοι είστε σύννεφα και άλλοι
ατμόπλοια που τρυπώνουν, με σβησμένες μηχανές,
κάτω απ’ τη γέφυρα, σαν κωλοπαίδια.
Κάποιοι φυσάτε και ξεφυσάτε σαν μπουρούδες
και κάποιοι απλώνεστε σαν την καπνιά.
Όμως όλοι ανεξαιρέτως, δίνετε τη μάχη της ζωής.
Μα, είμαι ο μόνος ηδονιστής ανάμεσά σας;
Δεν πειράζει. Κάποια μέρα
θα γράψω ένα ποίημα για σας,
θα πιάσω μερικά λεφτά
και θα κερδίσω επιτέλους το ψωμί μου.

[Μετάφραση: Γιώγος Μπλάνας]

*Από το βιβλίο “Ορχάν Βελί Κανίκ, ο δρόμος μου είναι πλατεία”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα και Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017.

Πόπη Αρωνιάδα, Δύο ποιήματα

ΜΕΘΥΣΤΙΚΗ ΑΜΥΝΑ

Άσε τραγούδι δυνατό, αβίαστο
να βγει και να περάσει
μέσα από ελεύθερα πλευρά,
να κατακτήσει την καρδιά
εικόνες που γυρεύει
στης λήθης την ομίχλη.

Κι αυτή η φραγή, η αυτοσυντήρηση,
απροσδιόριστη στον χρόνο,
παγωμένες σταγόνες του νερού
από μυστικές συνταγές βγαλμένες.

Τ’ αντίδοτο του πόνου πιες,
μες απ’ τις κούφιες ελαφρόπετρες
του εγωισμού,
ν’ ανάψουν τα αίματα οι μεγάλες
τρωικές πυρκαγιές της νιότης,
και κοίτα πρόσωπο με πρόσωπο τα όνειρα
κερνώντας, πίνοντας, μεθώντας μόνος.
Δεν έχεις άλλη επιλογή
τραγούδα δυνατά,
να σταματήσει ο φόβος.

Ξεσπούν ορμές μες στην ψυχή,
αδερφοσμίγουν σκέψεις,
γεννοβολάει ασύστολα ο νους
και κελαηδάει η πένα.-

***

ΥΠΝΩΣΗ

Μες τον ξεθωριασμένο αέρα
εκκενώνεται ο κόσμος της φαντασίας
κι απομένει το εκκρεμές του υπνωτιστή
να πάλλεται σ’ αποχαυνωμένα μάτια.

Οι λέξεις κινούνται, η μουσική χορεύει
όσο διαρκεί ο ήχος του βιολιού,
επαναλαμβάνω τις άλιωτες
αοριστίες και προσμονές
σαν ένα ρεφρέν τραγουδιού,
γίνομαι χορδή που τεντώθηκε πολύ
και πρέπει να σπάσει, να ξεκουραστεί.

Όλα είναι το τώρα,
το τέλος προηγείται της αρχής,
οι λέξεις κατρακυλούν σαν πέτρες
με πηδήματα ευθύγραμμα,
σκερτσώζικα, τρελά,
από γκρεμό σε γκρεμό
φτάνοντας στον χορό των μεταμφιεσμένων,
φορώντας προσωπεία
που εξιδανικεύουν το πρόσωπο.

Στις φλέβες ρέουν μνήμες
χορεύοντας με τη σπαραχτική
γλυκιά μελωδία, που φτάνει στ’ αυτιά
τεμαχισμένη απ’ τον άνεμο
κι αρπάζω μια ξέφρενη βεντάλια χαράς
να εμποδίσω το κλείσιμο της αυλαίας.

*Από τη συλλογή “Ιστοί βαθιάς αλήθειας”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Ξύπνα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος πήρε φωτιά

«Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ.»
…είπε ο Μωάμεθ στο Σεβάχ

Κοίτα πάνω Κεμάλ
το τσακισμένο στόμα της μέρας
φτύνει κομμάτια τσιμέντο ανθισμένο
Πολύ κάθισες
τώρα σήκω και τρέχα
Κοίτα τ’ άδειο πεδίο της μάχης
δυναμίτη κι αίμα ζωσμένο

Ξύπνα Κεμάλ
Αυτός ο κόσμος τώρα έπιασε φωτιά
Οι βάρβαροί του
στον παραδίνουν σκυλί ξεδοντιασμένο
Που ‘χες κρυφτεί;
Δε μπορεί να φοβάσαι ακόμα και τώρα
με το χέρι του τρόμου σπασμένο

Οξειδώθηκες Κεμάλ
Σταυρωμένος στα σκουριασμένα όπλα
του τάφου σου
σκουριασμένα απ’ το αίμα της
σκιάς σου
Δεν ήξερες Κεμάλ
πως δεν αλλάζει με φτηνές προσευχές
τ’ αγορασμένο μεδούλι
στην ψυχή της γενιάς σου;

Ξύπνα Κεμάλ
Έτρεχες πίσω απ’ το μπόι των αρχόντων σου
τις υποθήκες της παλιάς κοινωνίας
να τους μετράς με το κεφάλι σκυμμένο

Κάνε πίσω τώρα και δες
την επίπονη γέννα των καιρών
που αλλάζουν
ή πώς με λίγο μπαρούτι και σπίρτα
ένα πατημένο λουλούδι κατατροπώνει
το ανίκητο σύμπαν
ντυμένο
με πλαστικό πολυμερές κορεσμένο

*Από εδώ: blaumachen.gr