John Tomlinson, Chain Gang

Work for the dole
well “Bless my sole”
what an interesting idea.
You would have thought
that someone ought
to have thought
of that
before this year.
Didn’t they try to do it in 1929?
Wasn’t it then the susso scheme?
When men had to leave their families
to go the great out back?

It was the stamp of feet
on the dusty street,
which ensured that they would eat.
The susso was what it was called
and civilised folks were quite appalled
that men were forced from town to town,
with a swag upon their back
and an old com sack,
as they headed for the great out back.

They have a scheme just like it
for those who are born black;
they work from home,
aren’t forced to roam,
’cause they live in the great out back.
Of cause we only pay a pittance,
a charitable remittance,
but what do you expect in the country
when you live so far from town.

The one good thing I have to say
is government has promised it will pay
three dollars an hour for a twenty hour week.
Now that is the going rate.
Dole bludgers don’t be late!!!
It will only apply only to the young,
and of course the rural poor,
and run down areas of cities
where unemployment is a running sore.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

ΝΟΜΠΕΛ

Ας χαμηλώσουν τα φώτα

Μπορούμε να αρχίσουμε
παρότι εκ της κοπτοραπτικής πολλαπλώς εβασανίσθην
Να παραδοθούμε στα πριονιστήρια
έχοντας από χρόνια συλλέξει
μια καλοχτενισμένη ευτυχία,
ψαλίδια ν’ αγαπήσουμε
στο ανολοκλήρωτο και στο λειψό
να πλέξουμε τις άλλες εκδοχές
Μπορούμε να χαρίζουμε
για τις αργίες και τις Κυριακές
από μια βάρκα στον καθένα
να βγαίνει το απόβραδο ρομάντζα να γιορτάζει
Στην τελική
Μπορούμε όλοι να πάμε να πνιγούμε

Η Μαργαρίτα θα κόψει τα μαλλιά της
Αύριο θα ξαναγεννηθεί αγόρι
Κανείς δεν θα μάθει το φοβερό μυστικό του μήνα Απρίλη
Πως το φεγγάρι παραμένει τρυφερό
Ακόμη και στη χάση του.

***

ΥΔΑΤΟΣΤΕΓΗΣ

Στον Μάξιμο Οσύρο

Πρέπει, να προχωρήσεις πέρα απ’ τις γκριμάτσες του τρελού
με τα δεμένα χέρια και τ’ ολονύκτιο
βογκητό του μονοπόδαρου
Να φτάσεις στα βαθιά φυλλώματα Εκεί
όπου πλαγιάζουν
όσοι ποτέ τους δεν μας πόνεσαν
γι’ αυτό και τους ξεχάσαμε

Πουλάω το νερό των θαλασσμένων τοίχων.
Βροχή ή έρως ξαφνικός
Κάποια μέρα θα ’ρθω να σε βρω
Θα πάω γυρεύοντας δηλαδή
Μέσα από τ’ αυτί μιας ψιχάλας. Άκου τώρα ξανά:
Με λένε Ειρήνη, Γένος ανυπεράσπιστο.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2017.

Ρογήρος Δέξτερ, Στην γκιόστρα

(και πάλι)
για καμιά τιποτένια

Σου στέλνω λόγια πως δε θα γυρίσω
Ίσως με βρουν στο δρόμο χίλια σπαθιά
Και στην πλάτη βέλη χιλιάδες
Οιωνοί που θα σπαράξουν τη σάρκα
Αφού σωριαστώ
Θεριά σα βράχια που κόβουν όλα τα περάσματα
Γι’ αυτό σου στέλνω λόγο
Μ’ ένα φτερό πουλιού που κελάηδησε
Χωρίς να μπορέσω ο τυφλός ν’ακούσω το μήνυμά του
Δυο μέρες και δυο νύχτες
Δε θα γυρίσω ποτέ στη χαμένη μάχη•
Καλύτερα
Τα όρνια που με τριγυρίζουν από τα ψηλά χρόνια
Να βγάλουν όσα είδαν τα μάτια μου
Πάνω στα σύννεφα
Αν κάποτε λοιπόν γυρίσω
Ο μαθημένος στα ίδια λάθη εις τους αιώνες•
Μέχρι τότε περίμενε
Και περίμενε
Τα χρώματα που αγαπάς τής Νύμφης στα λιβάδια
Το κόκκινο τού τριαντάφυλλου
Το πράσινο τής φυλλωσιάς
Το χρυσαφί από τα μαλλιά σου
Που πλέκεις και ξεπλέκεις
Σαν από στάχυα θημωνιές όταν φυσούν
Των βουνών ο άνεμος
Και το θαλασσάκι στο ακρογιάλι•

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης στιγμιότυπο από την ταινία “Πρωινή περίπολος” του Ν. Νικολαΐδη.

Ειρήνη Παραδεισανού, Με τα χέρια σε όρθιο καημό

Την πέτρα που κουβαλώ στο βραχνό στήθος
μου δίνουν μαντζούνια να σπάσω.
Με συμβουλεύουν με λόγια γεμάτα αγάπη.
Να τη βαστώ πιο χαμηλά
να τη χωνέψω ευχάριστα
με χάπια.
Σχοινιά να ράψουν το χαμόγελο στις άκριες των χειλιών μου.
Σχοινιά να με κρατήσουν όρθια
σε λάσπη που κινείται.

Σχοινιά να στήσουνε το χέρι μου
σε μακαρία στάση
χαιρετισμού στην τύφλα μου
και στο ραμμένο στόμα.

(2)
Τώρα στέκω στην ακμή του κύματος.
Ακροβατώ στο πονεμένο πόδι.
Και παλεύω να φτύσω το χώμα
που μου στόμωσε τα σπλάχνα.

(3)
Σας κοιτώ
μικρά μου χωνεμένα κάρβουνα
και δεν το θέλω να σας σβήσω.

Να γίνω πέτρα θέλω πυρωμένη
ν’ αντέχω τα χτυπήματα του πλάστη

και να σας δώσω τη φωτιά
ν’ αναστηθείτε.

(4)
Αυτός που είπε Προμηθέα το μυρμήγκι
κι ακούμπησε τραχιά την όψη του στο χώμα
στέκει αντίκρυ και με δείχνει
με τα χέρια διπλωμένα στο στέρνο
και τη φωνή
χαλίκι μπερδεμένο στα σχοινιά.

Λέει πως είναι φύλακας
της άγριας πεθυμιάς για μέρες άσπρες
που θα λικνίζουν το κορμί
στο ντέφι του καιρού
θα σιγοκαίνε σαν λαμπάδες από αλάτι
και σιγανά θα λιώνουν
στο στήθος του ασημιού.

Κι αν σου’ παν πως απόθανε
σε μιας στροφής το γέρμα

μην τους πιστέψεις.

Είναι στητός στο χώμα
με τα χέρια σε όρθιο καημό
και τα πόδια του δέντρα.

*Πρώτη δημοσίευση: http://artinews.gr/%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B1-%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CE%B5-%CF%8C%CF%81%CE%B8%CE%B9%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B7%CE%BC%CF%8C.html

**Εμείς το πήραμε από εδώ: http://wwwpareisakth.blogspot.com/2020/05/blog-post_29.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28παρείσακτη%29

Σ.Β. Σκοπελίτης, Δύο ποιήματα

Ο ΚΟΥΡΕΛΗΣ

Στην προκυμαία τα παιδιά Πήγασοι πετούσαν
και οι πατέρες στη θάλασσα Ποσειδώνες
Τα κορίτσια Γοργόνες στους βράχους και η μάνα:
— Καιρός να θυσιάσω
καιρός να βάλω τα μαύρα

Μπροστά οι σαρισσοφόροι και πίσω το ιππικό
ανάμεσα οι εργατοπατέρες
Με το αεροπλάνο της γραμμής φτάσανε οι τραγοπόδαροι
με τους αγίους και η μάνα:
— Ακούς εκεί να μας κλείσουν στα σπίτια θυσιαστήριες
μέρες μόνο και μόνο για να καταθέσουν στέφανο
στο άγαλμα της ελευθερίας και πότε θα δείξω το αίμα
του παιδιού – μου στον κόσμο;
και έσφαξε στην κλειστή αυλή το μικρότερο παιδί – της

Νάτος και ο κοντός Κουρελής να μου πει πως όλα αυτά
δεν έγιναν και είναι ψέμματα εκτός απο εκείνον
— Όχι δεν είναι ψέμματα και θα σε βγάλω απο τη μέση
— Δεν θα με βγάλης και αν το κάνεις πάλι θα με βάλεις
ό,τι και να κάνεις σε έχω στον ντορβά – μου

Η μάνα εξαντλημένη απο το σφάξιμο
ακουμπούσε το κεφάλι στο σώμα του γιού – της
Μια γειτόνισσα της έφερνε χόρτα του βουνού να καθαρίσει

— Κρυώνω έκανε ο Κουρελής πατέρας
καί τον σκέπασα παρατηρώντας τα χείλια – του ν’ αργοσαλεύουν.

***

ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ

Σταθήκαμε έξω από το σπίτι
Αναμνήσεις και τα βάθη και τα ύψη
Πήγαινε να βραδιάσεί’ το σύννεφο μαβί μετά γκρίζο
Η στιγμή φανερώθηκε’ δειλός ήλιος
Το σπίτι φωτίστηκε απαλά ρόζ στην αρχή
Τα ίχνη έσβηναν μόλις πριν απο την πόρτα
Το βάζο και το φώς και το παράθυρο και το ρούχο
Θα μείνω ώς να ρημάξει
Στάθηκα μακρυά πήγαινε να βραδιάσει
Να μήν έρχονται όχι να μήν έρχονται οι στιγμές
που επιθυμούμε
Γερνάμε γερνάμε μές στις πολυπόθητες στιγμές – μας.

* Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Τράμ”, Δεύτερη Διαδρομή, τεύχος 1, Θεσσαλονίκη 1976. (σελ. 33).

Ειρηναίος Μαράκης, I can’t breathe

I can’t breathe

Δεν μπορώ να αναπνεύσω,
δεν μπορώ να ζήσω!
Στο Χάρλεμ,
στο Σάρλοτσβιλ,
στη Μινεάπολη,
στη Συρία,
στην Παλαιστίνη.
Δεν μπορώ να αναπνεύσω!
Το στήθος μου είναι βαρύ,
και σακατεμένος ο λαιμός μου
από τη σιδερένια φτέρνα σας.

Δεν μπορώ να αναπνεύσω,
δεν μπορώ να ερωτευτώ!
Στη Μόρια,
στις Σκουριές,
στον Αμαζόνιο,
στην Καταλωνία,
στο Κουρδιστάν.
Δεν μπορώ να αναπνεύσω!
Το στήθος μου είναι χτυπημένο,
κι έχω χάσει το ένα μάτι
από τις πλαστικές σφαίρες σας.

Δεν μπορώ να αναπνεύσω!
Και όμως, αγωνίζομαι.
Με το μαύρο χρώμα μου,
μ’ ένα κίτρινο γιλέκο
και μια κόκκινη σημαία,
το φόβο και την ταραχή
σκορπίζω στα επιτελεία σας.

2/6/2020

Prattler, Underwater

You can barely see·
Your eyes get blurry
And pain begins to state its presence,
Signalling it is time to shut them tight
Resurface and let them «breathe».

~

Underwater,
You can barely hear·
And as you dive deeper and deeper
The more it hurts, the more it craves
To weaken the pressure,
To resurface and let them «breathe».

~

Underwater,
You can not breathe·
You can only hold your precious air
Enslaved within your lungs, just as you are, in the watery grave
Letting it out,out of need, until there is nothing,
while the nature herself invervenes,
pushing you-forcing you- up
To resurface and let you live.

*Republished from here: https://losinnuendos.com/2020/06/03/underwater/

Λευτέρης Πούλιος, Δυό ποιήματα

ΣΥΧΝΑ ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Συχνά όταν τό σκοτάδι μού έπιτίθεται
κι ό δύστροπος άνεμος τακτοποιεί τή σκέψη μου
παγιδευμένος σέ κύκλο λέξεων περπατώ
σέ σκυθρωπιασμένο παρόν κάτω άπό
άδιάφορους ουρανούς

Τ’ άστρα ρίχνουν σκιά στή σκιά
ή άγρια πολιτεία νά μέ παρατηρεί
καί μ’ άφορά σχεδόν τόσο λίγο.
Ή καρδιά μου μιλά τινάζοντας τόν στίχο
τόν άκριβή ματώνοντας τά λόγια της

Κατάδικος καί γώ σέ τούτη τή φυλακή
βλέπω ολοφάνερα τό πρόσωπο τού καιρού
άν καί κανένα φώς δέν τό φωτίζει.
Μορφές γυναικών καί σχήματα άντρών
μέσα ατό σκοτεινό δάσος τού πολιτισμού
παιδιά μέ άστέρινα μάτια

Τό σπασμωδικό λυσσασμένο νόημα πάνω
στούς δείχτες ένός ρολογιού κι ένα ριγηλό
φόρεμα έγκαταλειμένης νύφης στόν άέρα

Συχνά όταν τό σκοτάδι μού έπιτίθεται
νοιώθω καλλίτερα τόν συνάνθρωπο
πού είναι κι αύτός σάν κι έμένα
καρφωμένος στήν καθημερινότητα όπως
ό Χριστός στό σταυρό του. Ένας σταυρός.
Πού δέν είναι μπηγμένος πουθενά μά κυματίζει
στό βρώμικο άέρα

Καθώς
οι άνεμοι τής καρδιάς
ξεσπάνε ατούς τυφώνες τους
καί τό σκορπισμένο αίμα μιάς νιότης
γλιστράει έξαγνίζοντας
τό ρούχο τής νύχτας.

***

ΑΠΟ ΤΟ ΒΡΑΧΟ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ

Οι τελευταίοι ψίθυροι τής αθωότητας
κι οί τελευταίες κραυγές τής δειλίας
Δέν πρόκειται νά φέρω στόν κόσμο τή χλεύη μου
καί τήν αχαριστία μου, ας τού δίνουμε.
Τί ανώριμοι καιροί τής καρδιάς.

Δάση άπό γλόμπς λουλούδια μ’ άλυσίδες
αλλά τ’ είναι αύτό πού κάνει ένα λαό κουβάρι;
Τό κροτάλισμα τού πολυβόλου
κι οί μελωδίες άπ’ τις έρπύστριες
των τάνκς;

Τό χειρότερο άπ’ όλα είναι τό βρωμερό φιλί
τού καπιταλισμού στό μάγουλο
τών άγανακτισμένων μαζών.

“Εχω ένα λουλούδι
όμως δέν έχω μάτια μονάχα πληγές
πού τά βλέπουν όλα. Τί συμβαίνει λοιπόν;
Δέν ρωτώ γιά ένα χαρακτηρισμό
μυρίζομαι μιά άπέραντη τρελή συνωμοσία
Μέσα στό στρόβιλο τού άέρα όσοι πλανήθηκαν
χρόνια καί χρόνια δέν θά τσακίσουν
σάν τά άνθη. Ξυλοδαρμένοι στ’ άστυνομικά
τμήματα μέ νύχια βγαλμένα δέν θά λυγίσουν
τό πιστεύω τους θά γίνει άστρο στό χέρι τους
καί τά γκλόμπς θά πέσουν άλλη μιά φορά
στό κεφάλι τους.

* Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Τράμ”, Δεύτερη Διαδρομή, τεύχος 1, Θεσσαλονίκη 1976. (σελ. 14-15).

Νικόλας Λεβέντης, Δύο ποιήματα

ΣΥΡΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Περνούσες ανάμεσά μας,
ικέτευες για λίγα λεπτά του ευρώ.
Δήλωσες πως είχες οικογένεια,
έμενες στο δρόμο, ανησυχούσες
για το μέλλον των θυγατέρων σου.

Οι επιβάτες του συρμού είχαν συνηθίσει
το θέαμα. Ψιθύριζαν
ότι εσύ φταις για την κατάντια σου.
Με αδιάφορα βλέμματα σε πλήρωναν.

Τα λίγα χρήματα που συγκέντρωσες
τα κρατούσες σφιχτά στο χέρι,
να αγοράσεις λίγο ψωμί, λίγο νερό,
λίγο δρόμο ακόμη.

Όλοι τους ανησυχούσαν
μην τυχόν οδηγηθούν στη ζωή αυτή,
μην τυχόν κάποιο χαρτόκουτο-στέγη
στερήσει τη σημαντικότητά τους.

***

ΙΚΕΣΙΑ

Υπάρχουν μέρες που δεν θέλω συμβουλές
αλλά απλά να ακουστώ

να νιώσω ένα βλέμμα πάνω μου συμπονετικό
να αισθανθώ ένα άγγιγμα παρηγορητικό
να δω κάποιον να ξεφυσά μαζί μου

κι ύστερα σαν να έχει σωπάσει ο κόσμος
να κλείσουμε τα μάτια να ακούσουμε
την καρδιά να κλαίει

να αφουγκραστούμε τον νου να νεκρώνει
χωρίς να αναζητά ψέματα
να θρέψουν τον εγωισμό της επιτυχίας.

Οι μέρες αυτές κρατούν λίγο,
μα, εντός μου πάντα μένουν
για να μην ξεχάσω την αίσθησή τους.

Φοβάμαι το σκοτάδι που περικλείουν
και τον συλλογισμό που επισύρουν·
πως ίσως η μοναξιά να είναι γραφτή.

Θέλω για μια στιγμή μονάχα
να νοηθώ ένα τίποτα
και κανείς να μην με κρίνει.

που επέλεξα να ταπεινωθώ,
που φορώ προσωπείο την υπομονή,

που έχω για πατρικό μου τον πόνο.

Θέλω για μια στιγμή μονάχα
Να ακούσει κάποιος τους λυγμούς της σιωπής μου.

*Από τη συλλογή “Κυνισμός”, Εκδόσεις Στοχαστής, Φθινόπωρο 2019.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Χωρίς ανάσα

Δεν μπορώ να αναπνεύσω.
Μια μπότα μου πατάει το λαιμό.
Η μύτη μου αιμορραγεί.
Ο τύπος με το χέρι στην τσέπη
μου προκαλεί ασφυξία.
Δεν μπορώ να αναπνεύσω.
Μια μπότα ποδοπατάει τα δικαιώματά μου.
Είμαι ένας από τους πολλούς,
που ποδοπατήθηκαν
γιατί διαφέρουν στο χρώμα.
Το όνομά μου δεν έχει σημασία.
Ίσως με ‘λεγαν Γκάρνερ,*
ίσως με ‘λεγαν Φλόιντ.
Είμαι ένας από τους χιλιάδες,
που κάποτε θα τρυπήσουν την μπότα,
που τώρα τους πατάει
Και σαν την γάγγραινα
θα απλωθούν και θα νικήσουν
όλο το σάπιο σώμα,
που τους δολοφονεί.
Δεν μπορώ να αναπνεύσω.
Ο αέρας τελείωσε, πεθαίνω.
Ποιο είναι, αλήθεια, τ’ όνομά μου;
Κάποτε με έλεγαν Γκάρνερ,
τώρα με λένε Φλόιντ.

*Ο Έρικ Γκάρνερ, ο μαύρος που έχασε τη ζωή του από ασφυξία το 2014 στη Νέα Υόρκη, επίσης κατά τη διάρκεια σύλληψης από λευκούς αστυνομικούς, είχε πει ακριβώς την φράση: I can’ t breathe (Δεν μπορώ να αναπνεύσω) πριν ξεψυχήσει.