Νικόλαος Κάλας, Δύο ποιήματα

Η ΘΥΕΛΛΑ ΤΗΝ ΑΥΓΗ

Ή καρδιά ενός παιδιού φλέγεται
Άνοίξτε του την οδό των δακρύων όταν μέσα στη νύχτα ή σκιά του άποσπάται
Χωρίς αντανάκλαση στά χέρια χωρίς καθρέφτη σίγουρο γιά τόν εαυτό του
Ξυπνάει τη λύπη του την ξεριζώνει έπειτα την τρώει

Έχοντας δραπετεύσει από ένα όνειρο τό φεγγάρι έπεσε από τά χέρια του
Τό νερό παραμένει απαθές σκοτεινιάζει ξάναπαγώνει μόλις
Ή πόλη ώχριά κυνηγάει τά οχήματα άδειάζει τά σπίτια ξεριζώνει τά δέντρα
Καί χύνει τό αίμα του στό ποτάμι
Μερικοί θά σωθούν
Οί αράχνες θά χάσουν τόν ιστό τους
Οί ήρωες τη δόξα τους
Ό ουρανός είναι μπλέ άπό τόν πόνο
Τό άγχος έχει μάτια πού δέ θά ξανακλείσουν ποτέ πιά
Στά σταυροδρόμια τά κόκκινα φώτα έμειναν άναμμένα
Μόνο τό τυχαίο προελαύνει
Ή λάμψη του έντονη καί τερατώδης καταπίνει τίς φλόγες

(Παρίσι 1938)

***

Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ

Νά πεθαίνεις άρυτίδωτος δίπλα σε μιά πνοή φωτιάς
Νά άπεχθάνεσαι τό θάνατο
Ν’ άναζητάς την τρέλα μακρύτερα άπό τό όνειρο
Τό νερό τόν αέρα κι όλες τίς έπιστημες
Ν’ άντιμιλάς σέ όλους

’Ακούστε τό θόρυβο των ανθρώπων πού οπισθοχωρούν
Οί δήμιοι οί μάγοι οί γιατροί
Δέν τούς τρομάζει τίποτα
Τό άγχος ανελέητο
Ή αύριανή σελήνη έγινε κιόλας ή πρώτη τους φροντίδα
Είναι σάν τούς τυφλούς πού τούς φυλάκισε ή άπόσταση

Στήν κορυφή τής ηρεμίας
ΕΙΜΑΙ
Παραμένω
Σάν τόν πνιγμένο μέσα στή συμφορά του

(’Αθήνα 1937 – Μαρακές 1938)

*Από το βιβλίο “Δεκαέξι Γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς”, Εκδόσεις Ύψιλον, 2020. Μετάφραση: Σπήλιος Αργυρόπουλος – Βασιλική Κολοκοτρώνη.

Guillaume Apollinaire, Δύο ποιήματα

ΠΟΛΕΜΟΣ

Κεντρικός τομέας μάχης
Επαφή μ’ ακουστικό φυλάκιο
Ή άνοιξε πυρ στην κατεύθυνση
«Ευκρινείς θόρυβοι» οι κληρωτοί
Κλάση του 1915 και αυτά τά
’Ηλεκτροφόρα σύρματα λοιπόν
Μην κλαίτε πάνω στου πολέμου
Τις ωμότητες
Πριν είχαμε την επιφάνεια μόνο
Τής ξηράς καί τής θάλασσας
Μετά θά έχουμε την άβυσσο
Τό υπέδαφος καί τό αίθερόλαμνο
Διάστημα άνθρωποι στο τιμόνι
Μετά μετά
Θά δοκιμάσουμε όλες τις χαρές
Των νικητών πού έπαναπαύονται
’Αθλήματα Γυναίκες Εργοστάσια
Βιομηχανία’Εμπόριο Γεωπονία
Μεταλλεύματα Φωτιά Κρύσταλλο
Ταχύτητα Φωνή Βλέμμα
Αφή μαζί καί χώρια κι από
Μακριά άφή καί άκόμη πιο
Μακριά μακρύτερα άπ’ αύτήν τή
Γή

***

ΩΚΕΑΝΟΣ ΞΗΡΑΣ

Στον Giorgio de Chirico

’Έχτισα σπίτι στά μισά του ώκεανού
Τά παράθυρά του είναι ποτάμια πηγάζουν
’Απ’ τά μάτια σου
Χταπόδια σαλεύουν στά τοιχώματά του
Άκουσε τον τριπλό χτύπο τής καρδιάς τους
Καί του ρύγχους τους πάνω στο τζαμωτό
Σπίτι νοτερό
Σπίτι φλογερό
Εποχή τρεχάτη

’Εποχή με τραγούδια
’Αεροπλάνα άφήνουν αύγά
Πρόσεχε θά ρίξουμε άγκυρα
Πρόσεχε τό μελάνι πού άμολάνε
Καλά κι ήρθαμε άπό τον ούρανό
Άναρριχάται τ’ αγιόκλημα τ’ ούρανού
Σφαδάζουνε τά γήινα χταπόδια
’Ακόμη λίγο καί παμε νά γίνουμε
Οί νεκροθάφτες τοϋ έαυτοϋ μας
Χλωμά χταπόδια γύψινων κυμάτων
’Ώ χταπόδια μέ τά χλωμά ρύγχη
Γύρω στο σπίτι εΐναι αύτός ο
’Ωκεανός
Τον ξέρεις δεν άκινητεί ποτέ

*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, εκδόσεις “Γνώση”, 1982. Μετάφραση: Νίκος Σπάνιας.

Nicanor Parra, Δύο ποιήματα

ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς
Με ένα σωρό άλυτα προβλήματα
Με συνοφρυωμένα φρύδια
Όμοια σα να ’σουν ένας άνθρωπος κοινός
Μην ασχολείσαι πια μαζί μας.

Βλέπουμε πως πονάς
που δεν μπορείς να βάλεις τάξη.

Ξέρουμε πως το Δαιμόνιο δε σ’ αφήνει σε ησυχία
Και καταστρέφει πάντα ό,τι εσύ φτιάχνεις.

Εκείνο σε περιγελάει
Αλλά εμείς κλαίμε μαζί σου από συμπόνια.

Πάτερ ημών που είσαι εκεί που είσαι
Τριγυρισμένος από άπιστους αγγέλους
Ειλικρινά
μην υποφέρεις πια για μας
Είναι καιρός να δεις
Πως κι οι θεοί δεν είναι αλάθητοι
Και πως εμείς στο συγχωρούμε.

***

ΜΟΥΤΖΟΥΡΕΣ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Πριν πέσει εντελώς η νύχτα
θα μελετήσουμε τις μουτζούρες στον τοίχο:
Μερικές μοιάζουν με φυτά
Άλλες με ζώα της μυθολογίας.

Ιππόγριφοι
δράκοντες
σαλαμάνδρες.
Αλλά οι πιο μυστηριώδεις απ’ όλες
Είναι εκείνες που μοιάζουν με ατομικές εκρήξεις.

Στον κινηματογράφο του τοίχου
Η ψυχή βλέπει αυτό που δεν βλέπει το σώμα:
Ανθρώπους γονατιστούς
Μανάδες με μωρά στην αγκαλιά τους
Έφιππα μνημεία
Παπάδες που υψώνουν την Αγία Κοινωνία:

Γεννητικά όργανα που ενώνονται.

Αλλά οι πιο περίεργες απ’ όλες
Είναι
χωρίς καμιά αμφιβολία
Εκείνες που μοιάζουν με ατομικές εκρήξεις.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα και αντιποιήματα”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2002. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Αντώνης Μπουντούρης, Εκμαγεία ανέμων

1
Αφού καψαλίσω τις άκρες τους
Ανάβω τους ανέμους
Τρελός χορός

2
Φυσάει δεν αστειεύεται
για να σπρωχτεί το πέλαγο
σ’ ανήκουστη σφαγή.
Πάνω απ’ τις Μυκήνες τα Ψαρά
το Μοναστήρι τη Σμύρνη
και το Δίστομο.
Θα κομπιάζει η φωνή μας μιας ζωή.

3
Αχτένιστη περνά από πάνω μας η Ιστορία
και φυσά.
Τεντώνω την ηχώ
Συνάζω σιωπές.
Κι όλο φυσά.

4
Τρεκλίζει απόψε ο βοριάς
Σκορπά το ξεραμένο αίμα
από τότε.
Ατλάζι που λερώθηκε
και δεν θυμάμαι πότε.

5
Ψιχαλίζει στα γυμνά μας πόδια
κι ακούω πως
ο καιρός θα χαλάσει κι άλλο.

*Από τη συλλογή “Εκμαγεία ανέμων”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2019.

Lawrence Ferlinghetti, Δύο ποιήματα

ΣΤΟΝ ΥΠΕΡΣΙΒΗΡΙΚΟ

Γκαπ – γκουπ στην ξύλινη Ρωσία!
Είμαι ένα άσπρο πουλί
ανοίγοντας τρύπες
στ’ άσπρο ξύλο του χιονιού σου
Για τις άσπρες σημίδες
που απλώνονται
στη Σιβηρία
έναν χτύπο ακόμη
Ποιος ρωτάει τέτοιαν ώρα;
Είσαι ακόμη εδω ποιητη
Είσαι ακόμη εδω σύντροφε
αναρχικέ
Είστε ακόμη εδω
κάτου απ’ τα
χωράφια;
Πάνε πια οι αγαπημένες κερασιές
του Τσέχωφ έγειραν πριν απο χρόνια
Έμειναν μόνο τα αιώνια Taiga
να στέκονται
στους τέσσαρους ανέμους
με μαύρα χάσματα
στους κορμούς των
Γκαπ – γκουπ!
Ανοίχτε τις γραμμές των
Τραίνων

***

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ, BOLINAS

Αυτη η μικρή καρδια που συγκρατεί
τα πιο μικρά κι ασήμαντα
αρχίζει την ημέρα της
τις πιο πολλές φορές
επιχειρώντας να τραγουδήσει
έναν χαρούμενο σκοπο
Τέτοιο θράσος τέτοια αναίδια
στο πρόσωπο των πάντων!
Έτσι κι εγώ θα κάνω αρχή
τραγουδώντας
στον ήλιο
τέτοια έπαρση τέτοια διαστροφή
να πάρω για τραγούδι
τις απελπισμένες
κραυγές των πουλιών
Σαν να μην ήτανε η ζωη μας
όπως κάθε ζωη
μια τραγωδία
αν κι όλα μοιάζουν λογικά
Σαν να μην ήτανε τόσο πολύχρωμη
η ζωή μας
σαν λειτανία
Ω Μαγεμένε Αυλέ
Ω Χρυσό Στόμα
παίξτε ένα τρελό τραγούδι
να σωθούμε

*Από τη συλλογή “Ατέλειωτη ζωή”, Εκδόσεις “¨Ελεύθερος Τύπος”, Απρίλιος 2010. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Βασίλης Νικολόπουλος, Τρία ποιήματα

Εμείς

Απατημένοι από μιαν εποχή
και από τα φώτα των δρόμων
αφανίζοντας ύπουλα τη νύχτα
να περιπαίζουν τον ίσκιο μας
για μια χαμένη συγκίνηση
πως ταξιδέψαμε
και πως ακόμη γυρνάμε,
μα δεν αλητεύουμε μακριά
και μέχρι τα μάτια να κάψουν ρωτάμε.

Εμείς
Κανόνας κι εξαίρεση.
Ποιος να ‘ναι πιο τρομερός;

Κάθε μια ώρα μπροστά
οι μηχανές θα εφευρίσκουν ένα καινούργιο τέλος.
Οι μέρες θα μοιράζονται σε καλές και κακές.
Οι νύχτες θα ξεριζώνονται καρφώνοντας κάποιο χέρι.
Οι έρωτες θα ζυγίζονται μυστικά με ακρίβεια.
Η ασφάλεια πάντα θα πέφτει.
Οι πτέρυγες όλων των υπέροχων κτιρίων
θα συνεχίσουν να είναι γεμάτες.
Το φως θα παίρνει σχήμα.
Κάθε μια ώρα μπροστά
οι μηχανές θα εφευρίσκουν μια καινούρια αρχή.

***

Κάδρο

Η κούφια απεικόνιση
μιας αυστηρής επιθυμίας για ζωή
διακοσμεί τον ένα και μοναδικό τοίχο
Πίνουμε στο αύριο και αποδεχόμαστε την ήττα
Η πληροφορία κατέλυσε τα πάθη
Μα το νέο θεριό δεν υπερβάλει όταν λέει πως σε θέλει εκεί
Ύπνωση και προσταγή
Σημάδια σε πρόσωπο και σώμα, χωρίς αρχή
Ίσως να φταίει που κάποτε δεν υπήρξαμε
και τώρα όλα συνδέονται
Οι πόλεις μεγαλώνουν
Ο κόσμος μικραίνει
Ο ήλιος δύει
Το δωμάτιο περιστρέφεται

***

Θέλω απόψε να φύγω και πάλι

Θέλω απόψε να φύγω και πάλι
Να φτύσω τις μπίρες και τις τεκίλες
στα μούτρα της απεραντοσύνης που με αιχμαλώτισε,
και να φύγω
Βαρέθηκα να θυμάμαι
Βαρέθηκα να μου λείπεις
Βαρέθηκα αυτή την εποχή,
της υπομονής, της αφθονίας και της εξαθλίωσης
Πόσο ακόμη θα γρυλίζουμε προσμένοντας μέλλον;
Πόσο θα σκάβουμε την πέτρα
που δεν κρύβει παρά μόνο το σκοινί;
Πόσα ανούσια ποιήματα θα γρατζουνίσουν ακόμη
το ξελιγωμένο μας έντερο;
Τα σωθικά μου γεμίζω με φόβο
και ξεπουλάω σε πάγκους
από γρανίτη και ξύλο
Φτιαγμένους
από σκοτάδι και φως
Δεν μπόρεσα
Μένω
Με ένα βρόχινο φεγγάρι αργομπαίνω στο αύριο
Ήθελα και πάλι να φύγω χθες

*Από τη συλλογή “Αφανιζοντας ύπουλα τη νύχτα”, Έκδόσεις “αγαύη”, Αγρίνιο 2020.

Ευτυχία Παναγιώτου, όταν το ποίημα ανοίγεται σε προσωπικά δεδομένα

στη ζωή δεν έγινες τίποτα, εδώ γίνεσαι κάτι.
μπορεί να μην τ’ ονειρεύτηκες,
τέτοιος θάνατος δεν σε ικανοποιεί,
κι όμως θυμάμαι’ λάτρευες λέξεις.
για κείνες τις άφυχες θα πέθαινες

σε βλέπω στο ποίημα να υπογραμμίζεις’
με λευκό την αλήθεια, με κόκκινο το ψέμα.
για μια έκρηξη της φαντασίας
θα ‘ταν απρεπές να τη μαλώσεις

ποντάρω στ’ ότι θα χαμογελάσεις,
με κάποιον τρόπο πρέπει να σ’ ευχαριστήσω.
για τούτο δω το μελιστάλαχτο θηρίο,
γι’ αυτή μου τη γύμνια

που για μένα ήσουν μουσική.
θέλω να πω Μαέστρος, όποιος εναρμονίζει τη φυγή

μα στάσου λίγο. κανείς ειδήμων δεν θα καταλάβει.
σκοτώνω ένα ποίημα για να φυχώσω εσένα
φιλοπερίεργοι δεξιά κι αριστερά
ζητούν να μάθουν τι είχαμε να μοιράσουμε.
η ουτοπία δυο σωμάτων να γίνονται ένα

εκείνος αθέτησε την αρμονία, το βασίλειο, τα φθογγόσημα
καθώς το σώμα καιγόταν και, μόνο ακόμη,
έκανε να τραγουδήσει.
στο μεταξύ πληθαίναν οι εγγράμματοι κανίβαλοι.
έμπαινε στη μέση το ολόφρεσκο κρέας.
κάθε κοριτσιού η σάρκα ωραίο κρεσέντο ατονάλ

είμαι ένα φωνήεν ακαριαία σφαγμένο.
όταν «οί χοίροι υΐζουσιν, τα χοιρίδια κόίζουσιν,
οί όφεις ίΰζουσιν»*
πολλά εγκλήματα διαφεύγουν απ’ το λάρυγγα.
εγώ σκοτώνω ένα ποίημα, εμφυχώνω εσένα

κείνη που γράφει έχει ήδη υποκλιθεί.
κανονικός μαέστρος.

* Τίτλος βιβλίου του δημοτικιστή Δημήτρη Γληνού, στο πλαίσιο της διαμάχης για το γλωσσικό ζήτμα. Δημήτρης Γληνός, Οι χοίροι υΐζουσιν, Τα χοιρίδια κοΐζουσιν, Οι όφεις υΐζουσιν (Αλβαητάριον Παπαμάρκου), εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1995.

**Από τη συλλογή «Μαύρη Μωραλίνα», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015.

Αντώνης Στασινόπουλος, Δύο ποιήματα

Ο Θερισμός

ΣΑΝ ΤΑ ΧΡΥΣΑΦΕΝΙΑ ΣΤΑΧΥΑ
κύματα στους αγρούς
του απομεσήμερου πνοή.
Ο θερισμός αργεί να έρθει.
Καινούριοι θεριστές θα μαζέψουν τον καρπό
και θα φτάνει το ψωμί
για όλο και περισσότερους ανθρώπους.
Εμείς σπείραμε και θα φύγουμε
αλλά ο σπόρος μένει.

***

Μια Αγκαλιά

ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ
για το μπλε της θάλασσας,
για τα γαλάζιο του ουρανού
με τα αστέρια να φεγγοβολούν τις μακριές νύχτες.
Μια αγκαλιά για το δάσος με τα πλάσματά του,
που καταπράσινο στέκει αιώνες στα ψηλά βουνά.
Μια αγκαλιά καταφύγιο για τους φίλους μου,
για πουλιά κυνηγημένα.
Μια αγκαλιά για τους ξεριζωμένους οδοιπόρους.
Μια αγκαλιά για σένα,
αγαπημένη νεράιδα,
σήμερα και αύριο.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι Ολόγιομο”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2010.

Σοφία Κουφού, Αναζητώντας λαχανόκηπους

Ο αέρας απόψε είναι ατµός.
Πώς να βάλεις το νέο σου φούτερ µπλουζάκι
όταν ακόµα δεν έχουν βγει τα λάχανα;
Μη στέλνεις άλλα γράµµατα,
δεν θ’ απαντήσω.
Η επανάσταση έχει αρχίσει.
Να την απολαύσεις.
Μπες πιο βαθιά
‒χρειάζεται αρκετό βάθος‒
και µη βγεις πριν να τελειώσει.
Θέλει πειθαρχία.
Όµως ξέρω καλά
πως θα βγεις νικητής
ακόµα κι αν έχεις ηττηθεί.
Ανταπόδοση εκ των έσω.

*Από τη συλλογή “Περί θέσεως και ευρύτητας”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2020.

Κομπάγιασι Ίσσα, Χάικου

Ασάκουσα –
Πίσω απ΄ το σπίτι
ο κούκος, το Φούτζι.

Τραγούδα σου λέω!
Σιωπηλό
ορφανό σπουργίτι

Παλιό συνήθειο
τα κρύα πόδια μου
τις νύχτες στο Κίσο.

Η δροσερή αύρα
ανάξια λόγου σαν βγει
στην πύλη το φεγγάρι.

Ο παπάς τραγουδά
όταν μαζεύουν το τσάι
στο Σιγκαράκι.

Η δροσιά πάνω
στα φύλλα αρκετή
για να βράσω τσάι.

Επιστρέφει στους
οικογενειακούς
τάφους υπηρέτης.

Κούκε, πότε
πρέπει να βιαστώ
εσύ το ξέρεις.

Η πεταλούδα
καθαρίζει τα μάτια της
πάνω στο χέρι μου.

*Από το βιβλίο ¨Διακόσια εξήντα επτά χάικου”, Εκδόσεις Κουκούτσι, Αθήνα 2017. Μετάφραση: Γιάνης Λειβαδάς.