Γιώργος Σαράτσης, Πρόσφορο χώμα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis

Θέλησα να βαδίσω με τα χέρια
και βρέθηκα να σέρνομαι
με το κεφάλι.
Ούτε ρούχα φορούσα
ούτε δέρμα.
Όσα είχα να πω για την Ελλάδα
τα είπα.
Μένει τώρα να συντάξω
επικήδειο
και να βρω πρόσφορο χώμα
να την κηδέψω.

Προσκαλώ φαντάσματα
κι έρχονται οσμές από χρόνια
που δεν έζησα.
Χρειαζόμουν τροφή, νερό
και στέγη
κι ας μην είχα κάτι να στεγάσω.

Τώρα, μπορώ να καταλάβω
γιατί πονούσα
κάθε που άκουγα την βροχή να πλησιάζει.
Υπήρξα έτοιμος για δάκρυ
κι αναχώρηση.
Ποτέ όμως δεν έκλαψα
ποτέ δεν αναχώρησα ―
Και ’δω που τα λέμε,
να πάω πού;

Κι ας είχα λόγους πολλούς
να κλάψω

View original post

Δημήτρης Τρωαδίτης, ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΥΦΑΣΜΑ / THE PAST IS A FABRIC

οι εξουσίες
χρόνιες φιλίες
σαν πανωφόρι

αφήνουν τα μονοπάτια
να χάσκουν πίσω μας

αποκόπτουν τις διόδους
με υπερμεγέθεις τροχαλίες
και ιμάντες απομόνωσης

εμείς πασχίζουμε
να μονιάσουμε
με τις νέες τοπολογίες

αλλάζουμε ιριδισμούς

γινόμαστε κυκλοθυμικοί

καταφεύγουμε σε νησίδες
κάθε είδους

προσπερνάμε τους εαυτούς μας
αποκτώντας σοβαρή προϊστορία

ξέρουμε ότι το παρελθόν
είναι ένα ύφασμα
που κόβεται με ψαλίδι
αλλά οι χειρουργικές μας επεμβάσεις
χάνονται σε βάθος χρόνου

THE PAST IS A FABRIC

powers
lasting friendships
as overcoat

they leave paths
a gape being us

they cut off the diodes
with oversized pulleys
and isolating belts

we are struggling
to live as one
with new topologies

we change iridescence

we become cyclothymic

resort to islets
of any kind

we overtake ourselves
acquiring severe prehistory

we know that past
is a fabric
which is cut with a pair of scissors
but our surgical procedures
are lost in the long run.

*Από το δίγλωσσο “Ποιήματα Ανεμοδαρμένα – Συλλογή Ελληνικής Ποίησης του 21ου Αιώνα” / “Poems Adrift – 21th Century Greek Poetry Collection”. Μετάφραση: Λουκάς Λιάκος, Δημήτρης Νικηφόρου, Χρήστος Αγγελακόπουλος, Νικολέττα Μ. Σίμωνος, Τσούκη McCoy. Γλωσσολογική επιμέλεια: Γιώργος Κεντρωτής. Γενική επιμέλεια: Ανδρέας Χ. Παναγόπουλος. Εν είδει επίμετρων: Νίκος Λέκκας, Αλεξάνδρα Δήμου. Εκδόσεις Provocateur, 2019. (Σελίδες 164-165).

Φιλία Κανελλοπούλου, Τρία ποιήματα

0

Κοίτα τι όμορφες,
σχεδόν αγέννητες
μικρές κι εύθραυστες
οι αδερφές μου
πολλές και λίγες
τεμαχισμένες καρδιές
μυαλά απ’ αλλού
δεν τις ξέρει κανείς
κι ας τις ξέρουν όλοι
αφού τις ξέρω εγώ
αυτό μου φτάνει
μεγάλες κι ατσάλινες
ψηλές σαν βουνά
κοντούλες πολύ μόλις πέσει σκοτάδι
χωράμε στις καταπακτές
στο χώμα στη λάσπη
στο μολυσμένο σας νερό, βουτάμε
εκεί μέσα, μεγαλώσαμε
γνωρίζοντας πως είναι
να είσαι ορφανή
από πριν
έρθεις στον κόσμο (…)

***

1

Πέφτουν κομμάτια απ’ το σπίτι μας
επάνω μας
Την ώρα που κοιμόμαστε
Σοβάδες στα σώματα μας
από την υγρασία
Στα κεφάλια
Και στα πόδια μας
άσπροι γινόμαστε
Τα ταβάνια και τα άνω πατώματα
τρίζουν, μας πλακώνουν
Γκαπ γκουπ οι ήχοι τη νύχτα στο σπίτι μας
Γκαπ γκουπ πέφτουν επάνω μας τα δοκάρια και τα τσιμέντα
τα τούβλα κι οι γυψοσανίδες μας
Γκαπ γκουπ πεθαίνουμε στον ύπνο μας
Αλλά κοιμόμαστε -τόσο βαθιά
Που όταν ξυπνάμε
δεν το θυμόμαστε

***

2

Στο τρόλεϊ κάθονται
σε καρέκλα ενός,
δύο
Αγκαζέ
σαν να πηγαίνουν περίπατο
Ίδιες:
Μια μικρή, μια μεγάλη
Φορούν γυαλιά,
σγουρά μαλλιά η μία
ολόισια η άλλη
Γκρι η νέα
Άσπρη η γριά
Σκουλαρίκια στα αυτιά
και οι δύο
Η κόρη μιλάει στο τηλέφωνο
Η μάνα, απ’ το παράθυρο κοιτάει
Δεν είναι μαζί
Μα ούτε και χώρια
Πηγαίνουν παντού έτσι
Στο μετρό
Στο σουπερμάρκετ
Στο κρεβάτι
Στην τουαλέτα
Στον θάνατο
-ούτε μαζί, ούτε χώρια
Αγκαζέ
σαν να πηγαίνουν περίπατο

*Από τη συλλογή “Τα μέσα μου”, Εκδόσεις Οροπέδιο, Απρίλη 2019. (Στο βιβλίο περιλαμβάνονται και εικαστικά της Σίλβιας Τσομπανάκη).

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Προς τα πίσω

9η Νοεμβρίου 1938

Τους άκουσα την νύχτα ν’ ακονίζουν τα ξυράφια τους
επίδοξοι μνηστήρες
μ’ ένα σταυρό στρατόπεδο στο στήθος
των ολυμπίων ομοιώματα ευτελή
φυλακισμένοι στη μορφή τους

Κι ο μέλας λεληθώς πιο σκοτεινός
βαθιά μες στο λαγούμι του ήλιου
μώλωπες οροθετικές κραυγές
λάθρες πληγές ο βρόχος

είν’ ο καρκίνος που πλαγιοδρομεί
ίσια
στην επικράτεια του κτήνους

κι είναι το σκούρο κυανό γενόσημο του τρόμου
(πάνω σε βόλια δίκυκλα)
βάρβαροι λαιστρυγόνες μ’ ολοπρόσωπες
εντολοδόχοι διαταγές βιασμοί κατ’ οίκον

Μα στην προστακτική
αγέρωχο το ι της ψυχής σου

Ότι
δια νόμου τώρα διώκεται
η διαζευκτική
ζωή χωρίς διαστάσεις

Κι ο υπερθετικός λαός στις παρυφές
εκεί όπου γερνά το δράμα

Μα δεν αιρείται δίχως γδικιωμό το πλαστικό της ύλης
και η φωνή ολόρθη
ακέραια
στον οφθαλμό της μνήμης

Στο εκ διαμέσου
μην ξεχνάς

το ειλητάρι της ψυχής
δεμένο!

3η Σεπτεμβρίου 1843

Γερνάνε γρήγορα οι μέρες στην Ελλάδα
σβήνει απότομα το φως
τρώνε σκυλιά τα δάκτυλα του ήλιου
παίζουν αδέσποτα παιδιά στα περιθώρια του δρόμου
έρχονται νύχτα μητρικές φωνές κραυγές
για να μαντρώσουν

Κι έπειτα τίποτα
σιωπή
οι μπάτσοι έφιπποι σφυρίζουν
λακέδες με λιβρέα τσακίζονται
φερέφωνα
κυρίες με κρινολίνα κι άμαξες
Νυδραίοι εφοπλιστές κι ευνούχοι Φαναριώτες
καλαμαράδες φραγκοφόρετοι και πένες πληρωμένες
στο Φόρο πένητες μασάνε το σκοτάδι

ένα φεγγάρι θάνατος
κόσα στο σβέρκο καρφωμένο

γενιά παρά γενιά εμφύλιος, γενιά παρά γενιά εκκαθάριση
και όλο απ’ το μηδέν ν’ αρχίζω

Παίζουν ακόμα, τραγουδάν, γελάν στους δρόμους τα παιδιά μας;

Μαζεύονται τώρ’ από παντού φωνές κραυγές
συρρέουν μπρος στ’ ανάκτορα αλαλάζουν
βάζουν φωτιά περιδεείς και δέονται
ελπίζουν
σβήνουν απότομα οι φωτιές
διαλύονται
γερνάνε γρήγορα οι μέρες στην Ελλάδα

23η Σεπτεμβρίου 1821

Σαράντα παλλικάρια από τη Λεβαδιά
πάνε για να πατήσουνε την Τριπολιτζά.
Τους άκουσα που σφάζανε στο γύρισμα της νύχτας
μια ημισέληνο αίμα.
Γυαλίζανε σαν κέρατα στο σεληνόφωτο τα κόκκαλα
σπασμένα σε παράξενες γωνίες
λικνίζονταν σαν πυροφάνια τα κεφάλια
μια θάλασσα αίμα
άντρες, γυναίκες και παιδιά,
τρία μερόνυχτα έσφαζαν, οβραίους και τουρκιά.

Κι ήρθανε τώρα αυτοί ακριβώς οι ανθρώποι
να στήσουνε κράτος νέο, γραικικό, λαμπρό μες στους αιώνες…
Κράτος βουρκόλακα, μοβόρικο σφαγέων κατσαπλιάδων
-και να καραδοκούν στα σκοτεινά Κωλέττηδες, Γκουράδες, λογοπάτες
κοιτώντας τον χαλασμό από ψηλά
να τρίβουνε τα χέρια των μηχανορράφοι Φαναριώτες-
άγος και νιτερέσα.
Με τέτοια αρχή, τέτοιο θεμέλιο λίθο, τέτοιες περγαμηνές
πώς άλλως θα ‘βγαινε το κράτος που στεριώσαν;

Κι έπειτα,

ο δε θεός ηγείτο αυτών…

«Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη…Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες».

Τριανταδυό χιλιάδες πτώματα μουσκεύουνε το χώμα,
τριανταδυό χιλιάδες πτώματα σαπίζουν τον αέρα,
τριανταδυό χιλιάδες πτώματα ματώνουν τα ποτάμια,
γέροι γυναίκες αθώα παιδιά
τροφή για τα σκυλιά –
αυτό το χώμα, αυτόν τον αέρα, αυτά τα ποτάμια,
αυτού του τόπου
στοιχειώνουν τις σάρκες αυτού του λαού,
του γαμημένου περιούσιου λαού σου, Χριστέ μου!

«Ακόμα και τώρα έρχεται στο νού μου το λιάνισμα και το τρίξιμο των κοκκάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρακάλεσα να παύσουν την σφαγή αλλά δεν εκατόρθωσα τίποτα, μάλιστα εφοβήθηκα μη μου δώσουν και εμένα καμία πληγήν. Τόσην ήτο η μέθη των δια να σκοτώνουν Τούρκους…»

Τριανταδυό χιλιάδες πτώματα; Αυτό δεν είναι μέθη, στρατηγέ!
Αυτό είναι Διαφωτισμός με την ουρά!

Κι έτσι απλά εσώπασες, λοιπόν;
Και άφηκες τα πράματα να πάρουνε τον δρόμον των;
Φοβήθηκες λέει μη σου δώσουν και εσένα καμιά πληγή;
Φοβήθηκες; Έτσι απλά;

Τώρα σε λίγο θ’ αρχινήσουνε έναν-έναν να τους χαλνούνε τους συντρόφους σου
(τον Δυσσέα τον ερίξανε ήδη απ’ την Ακρόπολη αφού του στρίψανε τ’ αρχίδια,
το ξέρεις;
Και τον Γιωργάκη τον εφάγανε στο Φάληρο)
και σένα θα σ’ αφήκουνε μέσα στο Μπούρτζι σα το σκουλήκι να μουχλιάζεις
κι έπειτα θα σε βγάλουνε και θα σε περιφέρουν σα τζουτζέ
να γλύφεις τις ποδιές του εξ Εσπερίας άνακτος και της κυράς του.

Γι’ αυτά αγωνίστηκες;

Πες την αλήθεια τώρα.

Τώρα που η Ιστορία ξαναγράφεται με βία.
11η Σεπτεμβρίου 1185

«Κάψου καργιόλη»
φωνάζουν τ’ αυτοκράτορος με μια φωνή οι βουργησέοι
να ξεχειλίζει η αγανάκτηση στο Φόρο.
Πιάσαν τον κυρ-Ανδρόνικο,
του δέσανε τα χέρια, του δέσανε τα πόδια, του πήραν και το ξίφος.
Άρχισε να θρηνεί ο Κομνηνός και να οδύρεται και να παρακαλεί
σαν επιδέξιος θεατρίνος
το πλήθος ναν τόνε σπλαχνιστεί.
Μα ό,τι και να μηχανεύοταν το πολυμήχανο μυαλό του
τα έργα του τ’ ανόσια χώρο δεν άφηναν στο πόπολο για οίκτο.
Τον δέσανε μ’ άλυσο παχιά
του την περάσανε στον τράχηλο σφιχτά
και τον εσύρανε μπροστά στον δήμο δέσμιο.
Ο Άγγελος -μόνο στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;– μες στην Αγιά Σοφιά
του ‘κοψε με πέλεκυ το χέρι
βορρά στο δήμο της Βασιλίδος Πόλης
χιλιάδες χέρια δόντια λυσσάρικα σκυλιά να σκίζουν τον αέρα.
Του βγάλανε τα μάτια του, του ξεριζώσανε τα δόντια του,
τις τρίχες απ’ το μούσι του, του ξύρισαν στο τέλος το κεφάλι.
Κι έτσι μαγαρισμένο και γυμνό και κασιδιάρη
τον κάθισαν σε γάιδαρο ψωριάρη
να τόνε περιφέρουνε στην αγορά, μέσα στο μέγα πλήθος,
να τόνε διαπομπεύουνε για μέρες.
(Και να κουρνιάζουν οι Βαράγγοι στις Βλαχέρνες
και να καλύπτουνε τ’ αυτιά των).

Όσους μέχρι τη μέρα κείνη ο Κομνηνός καταδυνάστευε
– φουσκαρίους και χασάπηδες και βυρσοδέψες και μικροπωλητές και σιτοπώλες και φουρναραίους και ταβερνιάρηδες, βουργησέοι, εργάται και κολώνοι αντάμα, ολάκερος ο λαός της Βασιλεύουσας –
παίρνανε τώρα την εκδίκηση των με τον πήχυ.
Απ’ όπου και να περνούσε η πομπή
κάποιο καινούργιο όνειδος, κάποια καινούργια τιμωρία
ο δήμος μηχανεύοταν
τον βρίζανε, τον φτύνανε τον κυρ-Ανδρόνικο
πετούσαν αντικείμενα στο μέχρι πρότινος περήφανο κεφάλι
σκύλο τον λέγανε και τον λιθοβολούσαν
πουτάνας γιο και του πετάγανε στο πρόσωπο βρωμιές ανθρώπινες
και κοπριές βοδιών
και κάψανε πίσσα και του την πέταξαν στη μούρη
«Κάψου καργιόλη»!
τσίκνισ’ η σάρκα μύρισε τρίχα καμένη η πόλη
και σαν απόκαμ’ ο κυρ-Ανδρόνικος κι έπεσε απ’ το γαϊδούρι
άρπαξε κάποιος μάχαιρα διπλή και τρισακονισμένη
και του ‘κοψε ως τη ρίζα τον πούτσο και τ’ αρχίδια
και τα κράδαινε σαν τρόπαιο ψηλά μπροστά στον αλαλάζοντα λαό
παράφρονα μες στην παραφορά του.
Και κάποιος τρίτος πήρε σπαθί και το ‘χωσε βαθιά μες στο λαιμό
αλικοβάφοντας το στήθος
σπέρνοντας άγριες κραυγές οργασμικής χαράς στο πλήθος.

«Κάψου καργιόλη! Κάψου στην Κόλαση και ψήσου!»

http://www.thraca.gr/2017/09/blog-post_11.html?fbclid=IwAR1N4Fm3S46RfPTZQnqaIX_Gr3H-ENQvsxRKk1stUictQMUo80tvdxwcoQk

Άρης Αλεξάνδρου, Τέσσερα ποιήματα

1
Επιταγές και δέματα
τα κανονίζεις όπως όπως.
Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό
μα ποιος θα πάρει τη μισή μου ξενητειά
ποιος θα δεχτεί να πάρει
τριάντα τα εκατό απ’ τη μισή μου ξενητειά.

Πλάι στη θάλασσα μαζί σου
είχα μπορέσει να πετάξω
δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού
και μας πιτσίλισαν λιακάδα.

2
Δεν ξέρω αν διαβάζεις ανάμεσα στις δέκα μου αράδες
πόσο πολύ μου λείπει το βορεινό παράθυρο κλειστό
μην τύχει και κρυώσει
ένα φλιτζάνι τσάι που αχνίζει
τα περιστέρια των χεριών σου.

Λέω να κλείσω τα παντζούρια
μήπως και μείνει τίποτα απ’ το σούρσιμο της χτένας στα μαλλιά σου
λέω ν’ ανεβάσω το φυτίλι
μη μου χαθεί η φωνή σου.

10
Στα σπίτια των φτωχών
μαζεύουνε νερό σταλιά τη στάλα
για να μη γράψουν τα ρολόγια.
Αν είταν να μη γράφονταν ο χρόνος
την τελευταία μέρα που είμασταν μαζί
θα τον άφηνα να στάζει
σαν το αίμα
απ΄την κομμένη φλέβα του χεριού μου.

11
[Έκανε το γράμμα της χωνάκι
ρίχνει μέσα τη στάχτη
μη λερωθεί ο θάλαμος
ρίχνει τη σιωπή.]

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτα γράμματα” (1952) που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ποιήματα 1941-1974”, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Η κάτω βόλτα

Ξάφνου
σκίζεται στά δυο ό ουρανός
πέφτει μια μεγάλη καρπαζιά
μεγάλη
χάνεις τον κόσμο
γύρω σου πετάνε πουλάκια άκοΰς
Πουλάκια

Παρά ταΰτα
νά εννοήσεις δεν εννοείς

Τον πάπα
τί κι άν είχες πιάσει άπό τ’ άρχίδια
κορόϊδο, φάε άρχίδια τώρα

Κόρη
σινάμενη κουνάμενη
έρχεται μέ την ποδιά μήλα γεμάτη
μήλα μοιράζει καί φιλιά
σ’ δλους άδιακρίτως
(επαναλαμβάνω:)
σ’ δλα τά μπατίρια
κορόϊδο, εσένα όμως τίποτα

Τά ρέστα σου
κορόϊδο, φτάνουν δε φτάνουν
νά σού φυτέψω τώρα δά μια σφαίρα στο δοξαπατρί

άλλα καί πάλι, τίποτα νά εννοήσεις δέν.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οροπέδιο” Τόμος 1 – Τεύχος 4 – Χειμώνας 2007-2008, (σελ. 501).

Γιάννης Δάλλας, Τα αετώματα

Κρυσταλλοπαγή τ’ αετώματα
από κεί κατέβηκε ο δήμιος
έπιασε την οροφή τ’ ουρανού
κι έτριξε ο βαρύς πολυέλεος
μιαν ανωφερή ιδέα και ρίγησε
η σπονδυλική στήλη της νιότης μου
έπιασε απ’ την οσφύ τα βουνά
και τα χόρεψε σεισμικά
τα ουράνια κάτεργα κι έβγαλε
από μέσα τον σιδερίτη τους
όλους τους σιδηροδέσμιους του φεγγαριού

Οσφυοκάμπτης των ψυχών
και των σωμάτων

*Από τα “Ποιήματα (1988-2013)”, Εκδόσεις “Νεφέλη”.

Χρίστος Κασσιανής, του αγγελιοφόρου

Μα πριν, στην αρχαία αγορά
τα μαστιχόδεντρα τινάζουνε κίτρινα άνθη
κι η τσικουδιά συναντά την κουμαριά
του άγγελου εξάγγελου τα σείστρα
γυρίζουνε ως σβούρα
δίπλα στην καστανιά
κι η Κασσάνδρα βαστάει τον λάβδανο
γύρω από τον γεροπλάτανο

[τσικουδιά=θάμνος]

Μάρτης 2020

Παναγιώτης Μηλιώτης, Τότε βγήκε το φεγγάρι

Οι ρίζες μου δεν ήρθαν από ‘κει,
το αίμα μου σε τέτοιες περιττέτειες
ποτέ δε στράφηκε- τι με ξελόγιασε
κι έτσι χωρίς πολλά πολλά ξεκίνησα
κι έφτασα ως εκεί που εσύ γεννήθηκες.

Να σου φέρω φως περίμενες,
επαρκώς να τροφοδοτήσω
την κυβική απαίτησή σου, μα πες μου,
πόσο φως να φανέρωνε ένα φακουδάκι
— κι όταν δεν είχα συντροφιά
εκεί να δεις στα σταυροδρόμια,
δεξιά κι αριστερά κουνούσα το φακό
με τον αχάριστο ξιφομαχούσα κόσμο
κι ας μ’ έβλεπες άστατο κι ανάερο
-άγουρος να παραμένω στον ίδιο τόπο.

Εσύ κρέμαγες την πρόσοψή σου
πάση θυσία την κρατούσες λαμπερή
αν και θαύμαζες — ακριβώς δεν εννόησα ποτέ τι
κοίταζες προσεχτικά
να μην ανέβει από πολύ βαθιά
η αλήθεια στο πρόσωπο να μη φανερωθεί.

Και στα γρήγορα δίχως καν να καταλάβω
βρήκες άλλον, ήρθε ντούρος, εργολάβος
τα λόγια του, η κορμοστασιά του,
το αστραφτερό μειδίαμά του —

Τότε βγήκε το φεγγάρι το παρήγορο,
έσβησα το φακουδάκι κι είδα τη σκιά μου
να μεγεθύνεται, σκαρφάλωνε τους τοίχους
ως τη σφαλισμένη πόρτα,
δίχως άλλο ένα σώμα εισαι ένα τίποτα
το τίποτα κοιτουσα οικείο κι απέραντο,
σπούσανε κύματα και χτύπαγαν στα πόδοαμου

τούβλα, πλακάκια, κεραμίδια,
σπούσανε κι έφτανε το πεπρωένο
πορφυρό κι αναλυτό.

Με του φεγγαριού την έλξη
λεύτερο κι ανώδυνο το αίμα μου περνούσε
μέσα στην αόρατη φλέβα του κόσμου.
Το σχήμα του, οι γύρες του
με ξανάρχιζαν αρτιμελή –
μπορούσα να χάνομαι και να ξανάρχομαι
μπορούσα και πέρασα
την πόρτα την κατάκλειστη αλλιώς.

*Από τη συλλογή “Το σκίτσο στην ντουλάπα”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2020.

Μαρία Κυρτζάκη, Ο Κύκλος

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΩΝΑ

Μπαλόνια που διαλύεστε στο άγγιγμα της καρφίτσας
Ουρανοξύστες που παιδεύετε την ψυχή – μου
Τα σύννεφα σε υπερπολυτελή διαμερίσματα διατάζουν
Τη συμπίεσή – μου.
Να χαμηλώσω κι άλλο να χα-
μηλώσω μια κουκίδα να γίνω
ένα στίγμα.
Εβόησα εν θλίψει – μου προς Κύριον
Ωραίο που είναι το αυγουστιάτικο φεγγάρι
Ματώνει κάθε χρόνο στον πνιγμό – μου

ΤΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ

«… και είναι τάχα απλό πράγμα
να πεις νερό ή οτενά παπούτσια…»

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Ο απλός ο λόγος και ο τίμιος
Και οι κόλακες να γυροφέρνουν το βασίλειο
Η πουτάνα με το σκυλάκι καί το βλέφαρο.
Σε πόσα μέρη χωρισμένος ο αυλόγυρος
Πόσες τάξεις πραγμάτων
Πόσα χρονοδιαγράμματα.

Μας μπέρδεψαν
Μας έκαναν ανωκάτω
Μας ρήμαξαν
Ψελλίσματα τώρα και αινίγματα
Ακατονόμαστα.

Ο ΜΟΝΟΣΑΡΙ0ΜΟΣ

Το κέντρο του εγκεφάλου – μου κατεδαφίζεται
Πέτρες μεγάλες και πέτρες μικρές
Βουλιάζεις στη μέση ως σεισμοπαθής.
Με τρία μάτια
Ακολουθώντας το μονό αριθμό του κύκλωπα.

Πεταλούδες σχηματίζουν οράματα
Πεταλούδες πολύχρωμες και δηλητηριώδεις
Κατά τα άλλα ακίνδυνες.
Τί θα σε βλάψει το απλό φτερούγισμα
του ίσκιου – σου που οδεύει στην τρέλα Μόνον οι άλλοι γνωρίζουν.
Εσύ να σωπαίνεις.
Και να φχαριστάς το θεό για τον επιούσιο
Μέλανα ζωμό και τους προγόνους.
Εσύ να βυθίζεις το κεφάλι στα σκέλια
Σκύλος πιστός των αγαλμάτων.

ΘΑΝΑΤΟΣ

Ήχος θανάτου.
Και ο δρόμος
Ένα πηγάδι
Ρουφήχτρα της θάλασσας.
Σε καταπίνει.
Μην κολυμπήσεις.
Κι όμως
Ευθυτενής.
Δρόμος χιλίων μέτρων μετ’ εμποδίων,
και συ
προέκταση τώρα του δρόμου η μέση του
δρόμου η τετράγωνη πλάκα στο κέντρο του
δρόμου στο στήθος του δρόμου στην κοιλιά του
δρόμου

Ανεμοστρόβιλος.
Βαθύ πηγάδι. Ρουφήχτρα της θάλασσας.
Το αίμα λούζει τον εγκέφαλο.
Θάνατος.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΙΩΝΑ

«Περιεχύθη μοι ύδωρ έως ψυχής άβυσσος
εκύκλωσέ με εσχάτη έδυ η κεφαλή – μου
εις σχισμάς ορέων».

Σου γράφω πάλι για την αρώστια – μου
Τις σήραγγες που διανύω ακαταπαύστως
Το ζεστό αέρα που διατρέχει το σώμα – μου
Κι ύστερα είναι οι μεγάλες διαφημίσεις που καθορίζουν
τα πρόσωπα
Η φωνή που δέ θα φτάσει στα χέρια – σου
Σωστά ναρκωμένη στο αεροστεγές – της περίβλημα.
Μέ αίμα καί ιδρώτα πληρωμένο
Οι τοίχοι τύμπανα διαφανή
Μεμβράνες και κόκαλα διαλύονται στην ατμόσφαιρα.
Θέλω να πω για τους δρόμους που καθεμερινά
με καταπίνουν

Τις μεγάλες αφίσες του φοίνικα που μας καταβρόχθισε.
Δέν είναι ώρα να φοβηθείς τις απειλές Ιωνά
Ποιά απειλή και ποιός βιασμός να σε εκμηδενίσει
Στην κοιλιά του πουλιού χρωματίζεις τα χέρια – σου
Ανασκαλεύεις τη μάζα που σε μπουκώνει
Ποιό θαύμα τώρα μπορεί να σε σώσει
Τους κανόνες του παιγνιδιού τους μαθαίνεις
Με αφομοιωμένα τα κύταρα θα πεταχτείς
Σε κάποιο εργατικό οικοδόμημα θα λουφάξεις
Ξέρεις εσύ τώρα Ιωνά τί γίνεται με τα θαύματα.

γραφή θ’
Τώρα είναι που πρέπει να ψάξεις τον Οδυσσέα
Όχι για να σου φτιάξει κάποιον δούρειο ίππο
Που θα σε κάνει θριαμβευτή στό Ιλιον
Μα να σε φέρει στην αίθουσα με τους παραμορφωτικούς
καθρέφτες
Να δεις πόσο εύκολα χάνεται το πρόσωπο
Να σου μάθει όλα τα τερτίπια της φάρας – του.
Πώς κρατήθηκε ανέπαφος στο ραβδί της Κίρκης
Όταν το ραδιόφωνο ούρλιαζε
ουδέν έγκλημα διεπράχθη.
Η χώρα τελεί εν ασφαλεία.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τράμ”, δεύτερη διαδρομή – δεύτερο τεύχος, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1976. Σελ. 148-150.