Μπρν Σ. Μαρ (Δημήτρης Μπουρίκας 1963-1985), Τρία ποιήματα

Φωτογραφία:Takashi_Kawashima

Χωρίς ευχές
χωρίς άγριες μάσκες
η μουσική των πολυσεριανισμένων εποχών
μας γνέφει
κάτι φιγούρες
που μας μοιάζουν
διατηρούν μιαν έντονη φυγή
λεκιάζοντας με λαχανιάσματα
τα άβατα της λιμνοθάλασσας

***

Εσείς τα φώτα
προσπαθείτε ν’ αποκτήσεστε χρώματα
Εγώ ισχνός
εμμένω αναλλοίωτα στην εγγαστρίμυθη φωνή μου
Παρά τις προσταγές
τις αλλόφρονες φωνές
και τις παρακλήσσεις
τις ντροπαλές παρατηρήσεις
και τα υπονοούμενα
Καιρών αμφιβολίες μου
Αμφισβητούνται
Δεν ξέρω …
Ο χρόνος δυστυχώς θα δείξει

***

Γινόταν σύναξη και παραβρέθηκα
Αναρωτήθηκα ποιος ναναι δω
Το πλήθος κόαξε σ’ απάντηση
Οι λυράρηδες
Συγκατένευσα
Ένας τυχαίος διπλανός σιγομουρμούρισε
Όπως πάντα οι λυράρηδες
Απομακρύνθηκα
Προς άλλη κατεύθυνση έφευγε κι ο διπλανός

*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, Εκδ. “Αλκή”, Αθήνα 1988.

Γιάννης Καρπούζης, Ο χάρτινος άνθρωπος

αφού αγαπάς μία γυναίκα από χαρτί
είσαι κι εσύ ένας χάρτινος άνθρωπος

Δε πα να τρέχουνε τα αστέρια”
εδώ κάτω,
μασήσαμε πολλά σπασμένα
πιο μέσα από το στόμα
που λέγονται χρόνια ή
αναμνήσεις που βράζουν στον πυρετό:
παρανάλωμα είναι εκείνες οι μέρες που σε θυμάμαι
κουβαλάω στην τσέπη ένα χαμόγελο μάλλινο
περασμένης πρωτομαγιάς,
είναι που δεν καταλαβαίνω τίποτα
κι όλο λέω θα σε ξαναβρώ,
κι ας στήθηκαν πολλά συρματοπλέγματα
φεγγαράκια σε νησιά
-πολλοί καημοί στο μάρμαρο-
τελικά οι φωνές
αρχίζουν από το ακουστικό
και φτάνουν βαθιά μες τα συντρίμμια
πόσο βάρος είχε ο χρόνος
τώρα-δα
θα σου ’χω μια κάποια απάντηση
ένα κομμάτι χαρτί ζύγισε
ένα κομμάτι χαρτί.

*Από τη συλλογή “Ο χάρτινος χρόνιος τελείωσε”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Δεκέμβρης 2019.

Γιάννης Κοντός, Ο γέρος

Φοράει τά χρόνια του κατάσαρκα
Θυμάται τις σκάλες.
Στό βάθος τό γραφείο, τά σκόρπια χαρτιά.
Μετά ένας μεγάλος πόλεμος.
’Ιδεολογίες, βιομηχανίες, έπαναστάσεις
καί τά ψάρια άνέβηκαν στά δέντρα γιά νά σωθούν.
Γυρνάει στά προσωπικά του.
Αγάπησε μερικούς άνθρώπους,
είδε μουσικές νά ξεχνιούνται.
Κάπνισε πολλά τσιγάρα. Πρόλαβε
νά άκούσει λίγες φορές τόν ούρανό
χωρίς άεροπλάνα. καί αύτό ήτανε
τούπεσαν τά δόντια, σακκούλιασε.
Φωνάζει άνύπαρκτα ονόματα
—βουβές παρενθέσεις— Μέ βρογχοκήλη,
μέ πλατυποδία, μέ έμφυλίους πολέμους.
Τυλιγμένο σέ έπιδέσμους τό τηλέφωνο
—ούτε άκούει, ούτε τόν άκούνε—
περιστρέφεται ή ζωή δίσκος έβδομήντα όκτώ
στροφών. Ή βελόνα τόν σκάβει
τό τραγούδι άκούγεται στραπατσαρισμένο.
Δέν μπορεί νά βαδίσει πιά. Μέχρι χθες
σερνότανε μέ τά τέσσερα. Τώρα είναι
στό κρεβάτι άνάσκελα καί κοιτάει
τόν κήπο του στό ταβάνι.
Στό κομοδίνο γυαλίζει ή μασέλα του
κάτασπρη νύχτα — άγνωστο αύριο.
Καπνοί τόν ζώνουν καί βήχει
τά παλιά καί τά καινούργια.

Τυφλοπόντικες στίχοι σκάβουν λαγούμια.
Βγάζουν γιά λίγο τό ρόγχος έξω.
Κοιτάνε.
Τρομάζουν καί ξαναχώνονται στό χώμα.

Ό γέρος όμως ζεί καί ξέρει
πώς γίνεται τό σίδερο μπαμπάκι.

*Δημοσιεύτηκε στο ”Τραμ” Δεύτερη Διαδρομή, Τέταρτο τεύχος, Θεσσαλονίκη 1977.

Monique Monika, Τα κορμιά μας

Τα κορμιά μας γίναν χαλάσματα
από κατεδαφισμένα κτίρια
σε πολέμους χαλεπούς.

Τα κορμιά μας κατακρεουργήθηκαν
σε φράκτες ασφάλειας και
εθνικής υπερηφάνειας.

Τα κορμιά μας γίναν ψάρια
κολυμπούν σε θάλασσα κόκκινη
κόκκινη από το αίμα μας.

Τα κορμιά μας σάπισαν
στα νερά του Έβρου
και στη λάσπη της Μόριας.

Τα κορμιά μας γίναν βόμβες
στα χέρια του κτήνους
με ρυθμούς ρατσιστικής προπαγάνδας.

Τα κορμιά μας δολοφονήθηκαν
από σφαίρες φασισμού
υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Τα κορμιά μας ξοδεύτηκαν
σε απάνθρωπες σχέσεις
και ανέντιμες συνωμοσίες.

Τα κορμιά μας κάποια μέρα
κρίνα θα γίνουν και θ’ ανθίσουν σε όλη τη γη
με τη σπορά της ελευθερίας.

5/3/2020

Sriharan Ganeshan, Look at us

Please stop walking, and look at us
Raise your head and look at us
Raise your hands and look at us
Look at the life lost in our abode
Look at the tears our eyes have lost

We lost a year, when we lost the dream we wept
We lost two years, then we lost how to understand time
We lost three years, then we lost our appetite
We lost four years, then we lost sleep

After five years lost, we became addicted to medical drugs
After six years lost, we became addicted to the disease
After the seventh year lost, we became addicted to
the thought of hating our bodies
Lost in our eighth year, we were addicted to oblivion

Lost in our ninth year, we were addicted to the question
of “What is living?”
After ten years away we are slaves to a shadow
of an idea of “life”

*Note: This is a 150-word poem reflecting on the tenth anniversary of the detention of three Tamil Asylum seekers in Australia. It was written by a Tamil asylum seeker who was detained with them for 6.5 years. The poem published at “Overland”, a not-for-profit magazine with a proud history of supporting writers, and publishing ideas and voices often excluded from other places.

**Sriharan Ganeshan was a film photographer and journalist in Sri Lanka before fleeing the war. He documented many of the atrocities that occurred in the north, and was forced to flee his homeland 15 years ago. Sri arrived in Australia by boat and spent six years in detention before his release in 2015. Sri lives in Melbourne, has been involved with MAFA since it started in MITA detention centre in 2013, and has participated in the BriefCase exhibition at The Immigration Museum, The Whirling at NGV and had works in a recent show at No Vacancy. His main field is writing and he is working on his volume of poetry and stories called I See The Moon and The Moon Sees Me. Sri’s writing has been published in Overland, Peril, Writing Through Fences, the Key of Sea Journal and Writing From Below. He has also produced recordings of his poetry in Tamil which have been broadcast in France.

Κωστής Ανθάς, Δύο ποιήματα

ΔΙΑΤΡΗΤΟ φύλλο,
επουλωμένο με αίγλη και υμνωδία,
οπλίζω τον καρπό μου στα ιοστέφανα των καιρών.
Κατάντικρυ βόσκει η ίδια θυμηδία.
Πριν δοθούμε στο μέλημα
της υπέρτατης χλοερής παύσης,
το αδιαπέραστο ενώνει με κάτι το άπειρο.
Έχει το χρώμα της Άνοιξης,
ακράτητο γυρίζει πίσω, μα είναι πάντα εδώ,
σε όψεις που ρίγησαν πρώτες
απ’ το άντρο ενός σκύμνου
στις διαφορές, που χορεύουν όμοια,
σα νηστικές μπαλαρίνες.
Στα αλλοπρόσαλλα ζώπυρά πάθη δοξασίες γητευτών παραμέρισαν τις εσοχές.
Να λογιστούμε δε θέλουν τους ελεητικούς χτυπους του Εσπερινού.
Ν’ αμοληθούμε με λαφυρένιους χρυσόσταυρους απ’ της γιάμπολης την εκατόμβη, να ζώσουμε την πυρολάτρισσα ύπαρξή μας στην αγαπημένη του νοτιά πνοή.
Διάτρητο φύλλο, πόσο σε γνωρίζω!… Πές μου
να μάθω, σε ποιον θ’ ανήκει ο σταυρός.

ΞΕΚΟΥΡΑΣΟΥ σ’ αυτό το πρόχειρο ύψωμα,
μεγάλη ζυγωμένη πέτρα.
Αυτό το ξέχωρο άκουσμα,
που σφίγγει το σώμα σου,
έρχεται απ’ το αχολόγημα
του αποσπερίτικου μικρού δειλινού.
Μη φοβάσαι:
Αυτό είναι το δικό μου ατέλειωτο μεγαλείο,
το υπέργειο όραμα της εύφορης κοιλάδας μου,
με το απέραγο της αφθονίας έλπισμα,
ανάγερτο του λόγγου το στιμμένο βράδυ.
Ένα γλυκολέμονο
νοσταλγώ στο δουλικό της φωτιάς μου πανηγύρι,
ένα τσιγγάνικο καραβάνι,
άντεγμα του βροχερού φθινόπωρου,
να μεθάει με βιολιά κορίτσια μπροστάρικα
στα πετρωμένα ανεμοτράγουδα του όμορφου πολεμιστή.
Ξεκουράσου, γέφυρα των εύκαιρων ποταμών,
πέρασμα ευωδιαστό εύμοιρου καιρού.
Μιας άλλης καταιγίδας θά ‘σαι σύννεφο.
Τήραγε την παιδεμένη μέρα, ψυχή της νεκρής κοιλάδας.
Ξεκουράσου!…

*Από τη συλλογή ‘Επι γης ειρήνη”, Εκδ. “Δίπτυχο”, Αθήνα, 1983.

Νανά Ήσαΐα, Έγώ Είμαι

Δέν φαίνομαι καλά είπες;
Καί όμως είμαι ή ίδια.
Ή ψυχρή ήρωίδα ένός παράδεισου που δεν επαρκεί.
Μέ τά αντικείμενα
πού έχουν όλα μεταχειριστεί άπό μένα.
Έγώ είμαι.
Μεταλλικά μάτια.
Μεταλλικά μαλλιά.
“Αν καί δέν έχω τά υπόλοιπα είμαι έγώ.
Γι’ αύτό κάθισε νά μοϋ μιλήσεις.
Δώσε μου τις φράουλες.
Δώσε μου τή ζάχαρη.
Ο ήλιος ένηλικιώθηκε στό φώς.
Βλέπω μέλη πολλά άνάγλυφα.
Σάν άπό τόν πηλό μιάς εύπλαστης πλήξης.
Κάθισε λοιπόν νά μού μιλήσεις.
Τίποτα πιά δέν ειδοποιεί μεσα
μου
Πές ό,τι θέλεις.
“Οτι πήγες στή Ρώμη.
“Οτι έρωτεύτηκες.
Έγώ έχω τελειώσει νά τρώω.
Αλλά κάθισε.
Μή μέ κυττάς σάν νά μή φαίνομαι καλά.
Γιατί έγώ είμαι.

Γιά μένα τώρα είναι ή ώραία ώρα του καφέ.
Γιά σένα ένας άστακός στό πιάτο σου ώτακουστεί.
Πώς δέν ήμαστε πιά
μαζί.
Συγχρονισμένοι.

Πιο πέρα εί αι ηοαραλία.
Στην τυχαία μας αύτή συνάντηση λάμπει με μια μεγάλη ευκολία στο καλοκαίρι.
Μή μέ κυττάς σάν μιά φωτογραφίο που πήρε φώς στό φως
Άν και δεν φαίνομαι καλά εγώ είμαι.

Τά νέα μου;
“Ω πάντα τό μυστήριο μιας κρυστάλλινης ‘ιστορίας.
Πολύ μακρινής.
Τά μαλλιά μου υστερικά μαλλιά.
Τά μάτια μου υστερικά μάτια.
“Αν καί στό δωμάτιό μου ύπάρχει πάντα ή στιγμή πού έπιστρέφω.
Γράφω ξέρεις.
Αλλά μή
δοκιμάζεις αύτήν τήν πληγή.
Δέν είναι καλή έδώ πέρα.
“Αν ήξερες.
Μέσα άπό τί βγαίνω.
Όχι.
Όχι μέσα άπό ένα κουτί.
Πιό πολύ μέσα άπό μιά κουτή σκέψη.
Σάν νά βγαίνω μέσα άπό όλη μου τή ζωή.
Ελαττωμένη.
Βλέπεις ήταν ψέμματα όλα.
Τά χείλια καί τά φιλιά.
Γι’ αυτό δέν έχω πιά.
Τό σώμα θύμα.
Σάν ένα θέμα γιά τρομακτική σκηνή.
Αύτήν πού δέν θά έχεις ξεχάσει.
Μέ θυμάσαι γυμνή;
Σέ χρώμα φράουλας:
Καί δακρυσμένη;
Μέ θυμάσαι μικρή;
Καί σκοτωμένη;
Πριν άπό λίγο χτένισα τά ώραία μου μαλλιά.
Τά τεράστια μάτια μου τά έτόνισα.
Μέ αύτά τά τελευταία
σκέφτομαι ότι σέ κυττώ.
Έγώ.
Κανείς άλλος.
Δέν αισθάνομαι πιά όμως.
Δοκίμασα βλέπεις τήν άγάπη νά άγαπάς στό άπειρο ένα γαλάζιο.
Στό όνειρο ένα άλλο κόκκινο.
Στό έρωτικό πάρκο τό πράσινο.
Καί στό άγαλμα τό αρχαίο άσπρο.
Αισθήματα τού σώματος όλα
Χρώματα παλιρροιών
Όπως όταν ξεκινάει κανείς και μετά κάνει
πίσω
πάλι.
Μέ τό συναίσθημα πώς υπάρχει.
Κουραστικό κι αυτό.
Αλλά: ένα λεπτό — δέν θέλεις φράουλες είπες:
Προτιμάς ένα πορτοκάλι:
Θά είναι άπό πέρυσι ξέρεις.
Φέτος στό φώς οί κήποι έχουν χάσει τό φώς
Τά φρούτα φώτα τού φθινοπώρου.
Τούς άνεμους στά κλαδιά αάν μουσικά όντα.
Αλλά: δέν θέλεις ούτε φέτα:
Τίποτα άλλο δέν θά φάς:
Δίπλωσες στά τέσσερα καί τήν πετσέτα:
Τί σιωπηλά πού μιλάς.
Καί πάς τό άλάτι λίγο πιό κεί.
Κι έγώ πού θέλω νά σού πώ γιά ότι έγινε τότε —
Μήπως είσαι νεκρός:
Μικρά κρύσταλλα
άνάβουν τόν καθρέφτη στό φώς.
Σάν ένα φέρετρο φωτός καί προσώπου.
Καί αυστηρό τό είδωλο του εαυτού σου.
Σάν ό θάνατος.
νά τό έχει σκεφτεϊ κι αύτό.
Σέ μιά αντανάκλαση σκέψη.
Ώρες.
Ώρες πού περνάν.
Ώρες πού πέρασαν σάν μεταμορφώσεις.
Νύφη του λευκού άπλωσα τό πέπλο μου στο φως.
Τό απλοποίησα.
Σ’ ένα μεταξωτό κενό χωρίς έμένα.
Σέ ώρες γιά σένα χωρίς άποχρώσεις.
Καί τώρα έρχομαι μέσα άπό όλο αύτό τό όνειρο.
Μέ έκτός άπό σένα καί άλλους συσσωρευμένους έραστές.
Άπειρους καί γαλάζιους.
Ονειρικούς καί κόκκινους.
Πράσινους καί περιπατητικούς.
Αρχαίους καί άσπρους.
Ερωτεύομαι άκόμα τό κενό πού μού άφησαν γιά σώμα.
“Ενα άόρατο.
Παλίρροιας
καί άμμου ρευστής.
Καί άχρωμης νύχτας.
Δέν αισθάνομαι πιά Γλαύκο.
Είμαι μιά έρημος.
Θρίαμβος ένας Σιμούν μαλλιών
Δύο οάσεις ματιών.
Καί άπό κεί καί πέρα τό τίποτα.
Τό ποίημα.
Τό τέρας.
Τέλειωνε μέ τό πορτοκάλι σου λοιπόν.
Ώρες.
Ώρες πολλές πέρασαν
Καί είναι δύο καί δέκα
ή ώρα.
Πώς νά σού έξηγήσω άπό πού έρχομαι.
Φτάνει ίσως νά σού πώ γίά τό χαμόγελο τής κόλασης.
Άπό έλκη μεταλλικά.
Ατέλειωτα μαλλιά ως κάτω.
Μάτια τεράστια σάν κι αύτά πού έχω τώρα.
*
Σέ κυττάζω.
Ναί σέ κυττάζω.
Καί βάζω στό πιάτο μου λίγο κενό.
Σέ θαυμάζω.
Πού δέν έπαθες τίποτα άπό όσα έπαθα
έγώ.
“Ομως Γλαύκο δέν έκανες καί τίποτα.
Καί γι’ αύτό μιλάω μόνο έγώ.
Πού έγώ είμαι.
Θυμάσαι όμως; … .
’Εκείνη τήν άπειροελάχιστη άπόφαση πού δέν πάρθηκε σε καμία στιγμή. Καί πριν άπό τά δευτερόλεπτα είχαμε ύπάρξει κι έγώ κι έσύ ήδη στό τέλος.
Τι νά κάνομε τώρα;
Καθώς τό ποίημα γράφεται;
Τίποτα: τό τέρας τίποτα μάς κάθισε έδώ μόνο γιά νά σού μιλω.
Δέν ύπάρχει τίποτα νά κάνομε.
Ούτε έσύ.
Ούτε έγώ.
Μόνο θά παίζουμε μέ τη μορφή αύτού τού ποιήματος.
Δές πώς ό άστακός γράφτηκε
κι αύτός.
Καί οι φράουλες σάν φράσεις άπό ρόζ φώς.
Τό πορτοκάλι πού τρώς.
Καί ή παραλία —
Καί ή παραλία είναι μία άπό τις ιστορίες της θαλασσας
πού σού τή λέω καί πάλι.
Μέ είχες απαλλάξει άπό τις λέξεις κάποτε.
Είναι καιρός άπό τότε.
Από τό έρωτικό δωμάτιο μέ τό θάνατο καί τό σώμα.
Τώρα στό τεράστιο αύτό έστιατόριο μ’ ένα παγωτό δανύομε τήν άπόσταση άπό έδώ μέ λόγια ως
τήν άλλη άκρη τού κόσμου.
Οί πάγοι είναι άμετάλλακτοι
Κρυσταλλικά τά μάτια μου σοϋ στέλνουν τό πολικό τους φως.
Σέ κυττοϋν μέ διαθλάσεις.
Μέ διαθέσεις οδυνηρών άναμνήσεων.
Δέν έχω ξεχάσει Γλαύκο.
Δέν θά ξεχάσω ποτέ.
“Οτι έχω ξεχάσει.
Τό ρολόι τώρα λέει τρεϊς.
Τί λέμε έμεϊς;
Πώς πέρασε ή ώρα.
Μή μέ άμφισβητείς ώς καί σ’ αυτήν τήν τελευταία στιγμή.
Ο τρόπος μέ τόν όποιο ή θαλασσα κάνει γαλαξία
τά τραπεζομάντιλα
ό ήλιος πού πάει ώς τήν τελευταία τους πτυχή όλα όσα λάμπουν άμετάκλητα σάν τά πιάτα σάν τά ποτήρια
καί σάν τά έτερόκλητα άντικείμενα ένός άντίο
άπαιτοϋν άπό τις σκέψεις μας έναν έλάχιστο ειρμό.
Πλήρωσε τόν λογαρισμό.
‘ Φεύγουμε.
Είναι σχεδόν άπλό.
Εμένα άποχαιρετάς.
Ή μεταφυσική μας αύτή συνάντηση έγινε.
“Εστω καί χωρίς σάρκα καί χωρίς όστά μέ τά τεράστια μάτια μου
καί μέ τά υστερικά μου μαλλιά ……
σέ άποχαιρετώ μαζί μέ τήν παραλία και με ολο αυτο
τό φώς έγώ
κανείς άλλος.
Μήν άμφιβάλεις λοιπόν
Δέν έχω νά πάω πιό μακριά άπ’ ότι πήγαμε μαζί πριν άπό λίγο
Μόνο ως τήν πόλη
Όπου θά σέ σκέφτομαι Μέ αυτό έδώ τό έπίμονο έγώ
Πού πές του άντίο έπιτέλους γιά νά τελειώνομε γιατί έγώ
είναι

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τραμ – Ένα Όχημα”, Δεύτερη Διαδρομή, Τρίτο Τεύχος, Θεσσαλονίκη, Νοέμβρης 1976. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο του ποιητή Λουκά Λιάκου στον σύνδεσμο http://loukasliakos.blogspot.com/p/blog-page_90.html

Ηλίας Πετρόπουλος, Τρία ποιήματα

(Ι)

Πιθανότατα, βρισκόμαστε μπρος σε μια νέα Αναγέννηση.
Το sex shop αποβαίνει πιο αναγκαίο και πιο απαραίτητο
από το μανάβικο της γειτονιάς.
Οι ερωτικές αφίσες στους τοίχους του Παρισιού
είναι- κι αναστενάζουν.
Κόβουμε το ψωμί σε μικρά κομματάκια,
για να γαμήσουμε όλοι.
Μα, κανενός είδους Κομουνισμός δεν θα καταφέρει
να μειώσει την ερωτική ανισότητα:
ο καμπούρης του χωριού δεν θα απολαύσει την ωραία γυναίκα.
Γλιστράμε, κι όλο γλιστράμε απαλά,
προς μια νέα ερωτική θρησκεία.
Όταν είσαι μες στον λαβύρινθο δεν βλέπεις τον λαβύρινθο.
Ω, Σατανά Τρισμέγιστε,
γύρνα πάλι να βοηθήσεις τους ανθρώπους!

(ΙΙ)

Είμαι πια βέβαιος: το Βερολίνο είναι
η πιο ενδιαφέρουσα πόλη της Ευρώπης∙
ή μάλλον, η καρδιά της Ευρώπης.
Ο Μέγας Ναπολέων ήταν κοντοστούπης∙
αυτό το ξέρουν όλοι.
Ο Μέγας Ναπολέων είχε μικρή τσουτσού∙
αυτό το γράφει η έκθεση αυτοψίας,
που του έκαναν οι φαρμακεροί Εγγλέζοι.
Οι κωλόγαλλοι αποφεύγουν να μιλάνε γι’ αυτά.
Προτιμούν να λένε με κρυφή περηφάνια ότι
ο Βοναπάρτης, μόλις ξεμονάχιαζε μια γυναίκα,
της ξεφούρνιζε το περίφημο: deshabillez- vous!
Απεχθάνομαι την ψυχανάλυση, αλλά θα ήθελα
να μάθω γιατί, εξαιτίας αυτού του ανίκανου κοπρίτη,
γέμισε η Ευρώπη κουφάρια.
Να ’τανε τουλάχιστον, ικανός στρατηλάτης…
8 Φεβρουαρίου και ψιλοχιονίζει.
Απ’ το παράθυρο βλέπω την πλατεία
και θα μείνω μέσα.

(ΙΙΙ)

Το ξέρω∙ η θέση μου είναι στο νεκροταφείο.
Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι.
Δεν είμαι δικός μου.
Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω,
γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν.
Θλιβερά βλέμματα τέκνα της σιωπής μου.
Ο θάνατος απόψε διώχνει το καθετί από την ψυχή μου.
Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.

*Από το βιβλίο Ηλίας Πετρόπουλος, «Ποιήματα», Εκδόσεις: Νεφέλη, Αθήνα 1993. Επιλογή-Επιμέλεια: Λάμπρος Αναγνωστόπουλος
**https://exitirion.wordpress.com/2019/06/26/ilias-petropoulos/?fbclid=IwAR1Dyy4Bv6E7V1FKwzXloAdBt467zblTaVryF6Ad4nMnA9bB7WLu2L2L514

Elderdiry M. Fadul (Didi), Δύο ποιήματα / Two poems

Resolved

From the fabric,
of thin air
this minute, this hour
the clouds opened
to heavenly tower
come, come, rejoice
the merry Solomon air.

7. March 1990

Ξεκαθαρισμένο

Από το ύφασμα
λεπτού αέρα
αυτή τη στιγμή, τούτην την ώρα
τα σύννεφα άνοιξαν
στον ουράνιο πύργο
έλα, πλησίασε, ευφραίνου
απ’ τον χαρμόσυνο Σολωμόντιο αέρα.

7 Μαρτίου 1990

***

Some

Holes on the walls approaching
glancing eyes at you.
A shadow of a woman a cloud
a shadow of a man
An evil wondering spirit. Resist.
A devil. Resist.
Push it far
till it languish or die
or some…

June 1990

Κάτι

Τρύπες στους τοίχους πλησιάζουν
μάτια που σε κοιτάζουν κλεφτά.
Η σκιά μιας γυναίκας ένα σύννεφο
η σκιά ενός άντρα.
Ενα διαβολικό περιπλανώμενο πνεύμα. Αντιστάσου
Ενας δαίμονας. Αντιστάσου
Σπρώχτον μακριά
μέχρι να εξασθενίσει ή να πεθάνει
ή κάτι…

Ιούνιος 1990

*Από το βιβλίο “Ποιήματα / Poems”, Εναλλακτικές Εκδόσεις 1993.

Kenneth Rexroth, Χογιόκι


(άνοιξη)

Ωραία ζεστή βροχή πέφτει μέσ’ από τα φύλλα
Της δάφνης και του σφενταμιού και γεμίζει
Το στενό φαράγγι μ’ έναν παλμό ίδιο με της ζωής.
Ο ήχος του καταρράκτη σβήνει
Κι η μικρή μου καλύβα
Βρίσκεται μέσα στην άβυσσο μιας θάλασσας
Συριστικής σιωπής.
(καλοκαίρι)
Για χρόνια άγνωστο πράγμα,
Να πέφτει δυνατή βροχή μες στον Ιούνη,
Πάνω στα ώριμα κεράσια,
Και στο μισοκομμένο άχυρο.
Πάνω στα λαμπερά
Γκρίζα νερά του όρμου,
Μες στη γοργή φωτεινή ομίχλη,
Ένας γαλάζιος ερωδιός
Πιάνει ποντίκια μέσα στα πράσινα,
Χαλκόχρωμα και κίτρινα χορτάρια.
Περπατώ στους λόφους μες στη βροχή.
Αυτό είναι αρκετό.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.