Ευάγγελος Ρουσσάκης, Dolore

αύριο θα είμαστε άλλοι.
θα μιλάμε λιγότερο.
θα λέμε πιο πολλά.
θα κοιμόμαστε σε φυσιολογικές ώρες.
θα αγαπάμε με λογική και σύνεση.
με το μέτρο των πολλών ανθρώπων.
δεν θα μας στοιχειώνει,
που τις νύχτες τα χέρια μας είναι άδεια.
δεν θα περιμένουμε.
δεν θα υπάρχει καμία αναμονή
για το μαβί και το γαλάζιο.
όλα θα είναι μονόχρωμα, και πολύχρωμα.
μα όχι σαπφειριά.
θα ξενυχτάμε μόνο τις ημέρες αργίας.
θα πίνουμε ποτά για να ταιριάξουμε με τον κόσμο.
δεν θα μας τρελαίνει τίποτα.
δεν θα πονάμε.
θα κινούμαστε στους δρόμους,
σε νορμάλ τέμπο
και δίχως τη μουσική στ’ αυτιά μας.
δεν θα παρατηρούμε
τις μικρές αλλαγές της άνοιξης.
η θάλασσα θα είναι μόνο ένας τρόπος χαλάρωσης
μετά από μια μέρα στη δουλειά.
δεν θα ονειρευόμαστε ξύπνιοι.
δεν θα βλέπουμε ταινίες
και δεν θα κλαίμε επειδή η Αλίκη
δεν πήγε ποτέ πραγματικά στην ονειροχώρα.
θα ακούμε αδιάφορα τραγούδια,
μόνο για να μην μιλήσουμε με τον διπλανό μας.
θα δυσκολευόμαστε πολύ να κλάψουμε.
οι μέρες θα είναι μέρες συνείδησης.
μια ευθεία.
και πάλι ευθεία.
μόνο ευθεία.
ένα φορτίο ανείπωτα γραμμικό.
δεν θα αγαπάμε τις ελλείψεις μας,
δεν θα μισούμε που είμαστε μόνοι.
τα βιβλία μας δεν θα μας φέρνουν δάκρυα στα μάτια.
θα γράφουμε αδιάφορα και υλικά.
όλη η μαγεία θα είναι μόνο ένα πρωί ονειροπόλησης.
αύριο θα είμαστε κάποιοι άλλοι.
αλλά θεέ μου,
επειδή δεν θα ξημερώσει εκείνο το αύριο,
παρακαλώ: γίνεται να μην πονάει τόσο;

*Από την άρτι κυκλοφορήσασα συλλογή “Νυχτερινές προσευχές”. Εκδόσεις “Πηγή”.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Η ποιητοπαγίδα

Στον Τάσο Πορφύρη

Υπάρχει μια παγίδα
αριστοτεχνικά στημένη
Μέσα πέφτουν ποιητές
Ένας λάκκος στρωμένος
έναν γαλάζιο ουρανό
και λίγο κόκκινο:
«δε μου χαρίστηκε ποτέ τίποτα»
σαν παραλλαγή αιμόπτυσης

Ξεγελιέται ο ανύποπτος ποιητής
πατάει στο γαλάζιο και πέφτει
Από πάνω τον ραίνουν λουλούδια
πριν τον φωτογραφήσουν καρφωμένο
πάνω στις λόγχες της καθημερινότητας

Οι κυνηγοί δεν επιτίθενται στην αγέλη
ξεδιαλέγουν τους ποιητές
τους παραμονεύουν και
τους αποκεφαλίζουν

***

Αργά το βράδυ στη μεζονέτα του Μινώταυρου

Τα σκαλοπάτια της εσωτερικής
μπετονένιας σκάλας, με την
ξύλινη επένδυση

Ανεβαίνει κάθε βράδυ
ο Μινώταυρος αγκομαχώντας

Σέρνει τα βαριά του βήματα
κουβαλάει στην πλάτη τα σφάγια
Στο πλατύσκαλο κοντοστέκεται
Χαμογελάει με ανακούφιση
ο ψυχαναλυτής τού το είπε ξεκάθαρα
είναι αθώος. Ακολουθεί τη φύση του
Άλλοι στέλνουν τα παιδιά στη σφαγή

Αυτός μπορεί επιτέλους
να κοιμηθεί ήσυχος

*Από τη συλλογή “Οδηγίες χρήσης ιπτάμενης ραπτομηχανής”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Φεβρουάριος 2020.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τα γυάλινα μάτια των ψαριών

Ήταν στιγμές
που περπατούσα ανάποδα στην όψη μου.
Χέρια χαράζαν το δέρμα από μέσα.
Νύχια γαμψά
απ’ τη λαχτάρα μου να δω.
Χαράδρες σκάβαν βαθιά τα δυο μου μάτια.

Εσείς
ανυποψίαστοι
κομψοί
σχοινοβάτες του ύπνου.

Κι εγώ
μια λέαινα
δίχως δέρμα
με το αίμα πηχτό ποτάμι στα μετέωρα μάτια
και τα χέρια ξέπλεκα δίχτυα
σε θάλασσα δίχως ψάρια.
Τα σκότωσε όλα το αλάτι που δεν ήταν αλάτι
μα σκόνη.
Τα έστειλε στα βουνά να γυρεύουν ανάσα.

Ψάρια δίχως βράγχια
εκλιπαρούσαν γι’ αέρα απ’ τα μάτια.

Έχεις δει ψάρια με μάτια ανθρώπου;
Εγώ τα είδα
στην απόκρημνη πλαγιά.

Ήταν εκεί.
Μου μίλησαν με ανθρώπινη λαλιά.
Μου λέγανε πως στέρεψε η αρμύρα από τις θάλασσες
το νερό τους στυφό
κι ο αέρας φαρμάκι.

Με κοιτάζαν με μάτια ανθρώπου
κι εγώ
ένιωσα ξαφνικά τον αέρα να εισβάλλει μέσα μου με πόνο
και δε βαστούσα να κοιτάξω στα μάτια σας.

Άνθρωποι
Συνεπιβάτες μου
Δίχως ντροπή κλέψατε τα γυάλινα μάτια των ψαριών
Τα φοράτε με καμάρι
Κι αυτάρεσκα υψώνετε το δάχτυλο
Να με δικάσει.

*Από την ομώνυμη συλλογή, σε εκδόσεις Βακχικόν, 2016.

Ένα έτσι, Η απουσία είναι πιο περίπλοκη από την παρουσία

Η απουσία είναι πιο περίπλοκη από την παρουσία.
Η σιωπή είναι πιο μπερδεμένη από τον ήχο.
Η μοναξιά είναι πιο γρήγορη από τον χρόνο
πιο έξυπνη κι απ’ τους δυο μας, πιο εθιστική απ’ την νύχτα
πιο χαοτική απ’ τον κόσμο και πιο μπροστά από μένα.
Πιώ, δεν πιώ, πρέπει να μου θυμίζεις συνέχεια
το ονομά μου και γιατί αυτό το όνομα σου ανήκει.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2020/09/11/4882/ Η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχεται από το ίδιο ιστολόγιο.

Γιάννης Κόντος, Χρόνος…

Όπως χαλάει ένα ρολόι
και το κάνεις βίδες
για να βρεις το μυστικό του.
Την ψίχα του χρόνου.
Βλέπεις το τίποτα
να αναδύεται καπνός.

Tout comme une montre s’arrête
et tu la démontes
pour trouver son secret.
La mie du temps.
Tu vois le néant
s’élever en fumée.

*Το ποίημα και η φωτογραφία που το συνοδεύει αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2020/09/08/χρόνος-2/

Herbert Huncke (1915-1996), Δύο ποιήματα

PETER
για τον Peter Orlovsky

Μόλις τέλειωσα να τρώω τον Peter, τον συνοδέυσα με μπύρα—
μπύρα ξανθιά. Ήταν τρυφερός και ζουμερός—γευστικός—γεμάτος
γλύκα και άπαχος.

Κατάπια ολόκληρη την καρδιά του. Ξεψάχνισα τα κόκκαλά του
εντελώς—αφήνοντάς τα σ’ έναν σωρό—όμορφα στοιβαγμένα—
χωρίς μεδούλι.

Απ’ τα μαλλιά του θα υφάνω ένα μεταξένιο σακάκι—
ένα φουλάρι—να τυλίγω το λαιμό μου, κι ένα ζωνάρι.

Από τα κόκκαλά του θα φτιάξω ένα κρεβάτι—να περνώ ώρες
ξαπλωμένος πάνω του—κάνοντας όνειρα—το κρανίο του
μαξιλάρι για το κεφάλι μου—πουλιά θα έρθουν και θα με βρουν
εκεί νεκρό.

Θα με τσιμπήσουν κόβοντας μικρά κομματάκια σάρκας.
Κάποια απ’ αυτά θα πετάξουν μακριά—ρίχνοντάς με στη
θάλασσα—για τα ψάρια. Ο ήλιος θα με ξεράνει κι ο άνεμος
θα σκορπά νιφάδες τέφρας πάνω απο τη γη.

Αργά αργά τα κόκκαλά μας θα κονιορτοποιούνται, καθώς θα
γινόμαστε σταδιακά σκόνη -η βροχή θα μας ανακατεύει μαζί-
θα ρέουμε στη γη σε μικροσκοπικά ποταμάκια -διαποτίζοντας τις
ρίζες των δέντρων – των χόρτων- των λουλουδιών.

Θα βρουν τα κρανία μας – τελευταία που μένουν-
αγκαλιασμένα σαγόνι με σαγόνι – σε μια καρικατούρα φιλιού.

***

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Έχω κάνει φυλακή
δεν χορεύουν στη φυλακή
-κανένας δεν χορεύει στη φυλακή, μόνο ίσως στο κελί κάποιος
μόνος του
χτυπώντας τα δάχτυλα και φορώντας ακουστικά,
και φυσικά στα όνειρα.
Υπάρχουν καλά ακούσματα
στη φυλακή που ήμουν εγώ
γιατί είναι κοντά στοv Καναδά, στο Μόντρεαλ,
και τους αρέσει η φίνα μουσική
και πολλά από τα προγράμματά τους είναι αφιερωμένα σε
νέους μουσικούς της τζαζ
και δεν είναι όλο εμπορικά
και κάποιοι απ’ αυτούς τους τζαζίστες εμφανίζονται στη σκηνή.
Έπειτα υπάρχει και κάμποσο τρελό πράμα εδώ
που περιστασιακά φτάνει κι εκεί.
και στην αυλή παρέες με κόρνες, κιθάρες και κάτι να
βαράνε, ξεσπάν και χτυπούν παλαμακια και δίνουν
ρυθμό, και μένα μου ‘χει αρέσει πολύ.
Εδώ που τα λέμε, ήταν ένας ασυνήθιστος τύπος μ’ ένα σαξόφωνο
που συνέχεια έπαιζε μόνος του ή με άλλους
-μόνος στο κελί του ή κάποιες φορές μ’ έναν άλλον
δυο κελιά μακρύτερα
που θα βαρούσε μια κιθάρα και θα άκουγες τζαζ-
κι ο τύπος πραγματικά θα αφηνόταν μέχρι τις 7 η ώρα
όταν θα χτυπούσε το κουδούνι για να σταματήσουν οι ομιλίες.
Κάποιες φορές μιλάνε για χορό,
θυμούνται περασμένες εμπειρίες με γκόμενες που
συναναστρέφονταν
-«που τον κουνούσαν καλά, μάγκα»-
ή όταν πήγαιναν στο Παλάντιουμ, ακόμα ακόμα και στο
παλιό Σαβόυ κι αμέτρητα άλλα μέρη,
ειδικά όταν έρχονταν στη σκηνή ονόματα όπως
ο Basie, ο Ellington, ο Kenton (1), όλοι τους.
Φυσικά ακούγονταν κι άλλοι όπως
ο Miles Davis, ο Yardbird Parker και
ο Shearing, η Sarah Vaughan,
η Anita O’Day, η Keely Smith, η Dakota Staton,
και θα μπορούσα να συνεχίσω αναφέροντας πολλούς ακόμα
αλλά οι περισσότεροι από αυτούς είναι κυρίως να τους ακούς
-αν και δεν νομίζω ότι στην πραγματικότητα αυτό αληθεύει
μιας και με κάθε μουσική μπορεί κάποιος να χορέψει.
Εν πάση περιπτώσει, εγώ χόρεψα τη νύχτα που πέρασε
κι αυτό μ’ έκανε πολύ χαρούμενο.
Δεν είμαι κάνας χορευταράς, πράγμα που σημαίνει ότι
δεν ξέρω πάντα τι να κάνω, ειδικά με τα πόδια μου,
αλλά πάντοτε με κάποιον τρόπο τα καταφέρνω
και ναι, κερδίζω κάποιες μεγάλες συγκινήσεις.
Και το ’κανα τη νύχτα που πέρασε.

(1) Αναφορά στους Count Basie, Duke Ellington και Stan Kenton, σπουδαίους επικεφαλής των μεγάλων τζαζ ορχηστρών στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα.

*Από την Ανθολογία “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβρης 2013. Μετάφραση-Επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Ανθή Τσεκρέκου, Δύο ποιήματα

Άνοιξη

Τα χελιδόνια έφταναν φαρμακωμένα
πίσω από σύρματα
μες σε στρατόπεδα
κάτω στη γη
στο μέσο κάθε απόστασης εμπόδια.
Περίμεναν μιαν άνοιξη
Απλωμένες παλάμες
Να κουρνιάσουν τα κεφάλια τους
Να ζεστάνουν στα πόδια
τα χιλιόμετρα και την ακινησία.
Και αυτή η άνοιξη που ήρθε
πιο κλειστοφοβική από ποτέ.

Απρίλης 2020

***

Ξηρασία

(στη μνήμη του ποιητή Μιχάλη Κατσαρού)

Κουβάλαγαν νερό στο μέλλον
για να μην έρθει ξηρασία.
Στιγμή δε στάθηκαν να δροσιστούν.
Τους βρήκαν σε προχωρημένη αφυδάτωση
Στη λίμνη που ‘φτιαξαν
-Τάφο υγρό-
Τους έθαψαν.
Στη μνήμη τους
κουβάλαγαν νερό στο μέλλον.

Ιούνιος 2020

*Η Ανθή Τσεκρέκου γεννήθηκε το 1973, κατάγεται από το Άργος και έζησε εκεί τα σχολικά της χρόνια. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στη Νομική Αθήνας. Στην Αθήνα έζησε είκοσι χρόνια και τέσσερα χρόνια στη Γερμανία όπου μετανάστευσε για εύρεση εργασίας. Είναι μητέρα ενός παιδιού. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο “Ικανές και αναγκαίες συνθήκες” που κυκλοφόρησε τον Γενάρη του 2019 από τις εκδόσεις Όστρια. Μετέφρασε το βιβλίο “Arditi del Popolo – Η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι” του Tom Behan που κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο.

Νάνος Βαλαωρίτης, Τόνα μέσα στ΄άλλο

Τά πάντα αλλάζουνε γίνονται τόνα τ’ άλλο
Τά ξύλα γίνονται πέτρες τά δέντρα σύννεφα
Ο’ι γυναίκες άντρες τά φύλλα θάλασσες
Τά φτερά πηγάδια τά μάτια άέρας
Τά σερτάρια μέταλλα τά λουλούδια νοϋς
Τά γράμματα καί οι γραφές γίνονται
Αναλφάβητα τ’ ώραϊο γίνεται κτήνος
Τ’ άρσενικό ούδέτερο τά μυστήριο φανερώνεται
Ή έλπίδα τυφλώνεται όπως ό πλούτος
Τά πάντα είναι τηλεσκόπια καί τίποτα δέν είναι
Σίγουρα ότι θά γίνει ή δέ θά γίνει
Όλα είναι τά ένα μέσα στ’ άλλο πέτρες
Ποτάμια τρέχουνε άπό τά δάχτυλά του
Οί λέξεις τους είναι τουλίπες
Ή άγάπη του είναι στέρνα είναι τραπέζι
Μιά πολυθρόνα κάθεται μέσ’ τά δεξί του μάτι
Τό περιβόλι τού παραθυριού είναι ένα
Κοιμητήριο φύλλων ή άγορά είναι παρθένα
Καί ή δροσιά τού δειλινού μιά στραβοτιμονιά
Μιά βελόνα τεντώνει τήν κλωστή της ώσπου νά σπάσει
Ενα πόδι μασάει τήν άλυσσίδα του ένας χαρταετός
Γίνεται σκύλος καί δαγκώνει όποιον έτυχε νά περάσει
“Ενα παιδί ορφανό γίνεται ή μητέρα ένός άλλου
“Ενας τίτλος γίνεται άπορος καί παντρεύεται
Ο,τι ύπάρχει ζεϊ τά μέταλλα μέσα στή γή
Οί πέτρες μές ατό χώμα άπόδειξη πώς μαραίνονται
“Αμα τά ξεριζώσεις ό κόσμος είναι τρομερός
Δανείζει καί δανείζεται άλλάζει χρώμα
Δέ λέγεται πιά όπως λέγεται είναι
Τέρας χελώνα ντιβάνι καναπές μπούτι γκαζιέρα
Καί μαλλί ξανθό γύρω άπό ένα γυναικείο φύλλο.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τραμ”, Δεύτερη Διαδρομή, Δεύτερο Τεύχος, Θεσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1976, σελ. 127.

Μπίλη Βέμη (1954-2012), Δύο ποιήματα

Clair de Lune

ΣΥΡΜΟΣ

Κάτω άπ’ τό φεγγάρι ξεπλένει τή βρωμιά της ή πολιτεία
μετράμε τά θύματα τής μέρας
τά κουμπιά πού λείπουν άπ’ τό μυαλό μας
τις σάπιες κουβέντες πού μάς θρέψανε
Κάτω άπ’ τό φεγγάρι οι άλήτες
κυνηγούν τά σημάδια τής μοίρας τους πού ξεφεύγει

Προσπάθησαν καί σήμερα νά κινήσουν
τό μηχάνημα πού τρέκλιζε
γύριζαν τις ράγες άνάποδα
στερέωναν τις ρόδες μέ τά μάτια τους

Λαχανιάζουν οί δείχτες
χτυπώντας τις κορφές τής ώρας μ’ ένα ρυθμό χαλασμένο
ποτισμένο ύγρά άπό τό σώμα τού νεκρού
πού τώρα παίζει μές στις καλαμιές
μ’ ένα άπ’ τά κόκαλά του γιά φλογέρα
έλεύτερος νά χρησιμοποιεί τά μέλη του όπως θέλει
Τί τραγούδια πάλι
γύρισαν τά μέσα τους έξω όλες οί φλούδες των δέντρων
ό χυμός τους κυλάει τραγουδώντας
ραντίζει τις ρίζες καί τά πιστά ζωύφια
πού τελειώνουν τόν κύκλο τους πνιγμένα στό μέλι
Κι ή φιλολογία μελετιέται σ’ έργαστήρια άνατομίας
Όλα τά μυστικά βγαίνουν έξω μέ τό ψαλίδι
στις λαβίδες τών καθηγητών
ξεραίνονται κομάτια άπ’ τούς ήρωες
περιμένουν τή διάγνωση
καί τό ραδιόφωνο συνοδεύει τή νεκροψία

Αύτός ό ποιητής είχε τόσες φλέβες στούς στίχους του
ό Δημοσθένης σκληρό κόκαλο καί πέτρα στό νεφρό
ό Όμηρος γεμάτος πόρους γιά ν’ άνασαίνουν τά έπίθετα

Είναι ώρα
θά κόψω τή γλώσσα στά εύαίσθητα σημεία της
μπροστά μου ξεδιπλώνονται σάρκες νωπές
κι άλλες ξεραμένες άπ’ τό χρόνο
κι οί φωνές τους φτάνουν γυμνές
μές άπ’ τά γράμματα
Καθηγητές μέ τό γενάκι τους νά τρέμει
δίνουν στά βιβλία τή δική τους μυρουδιά
άπό κλεισούρα κι έγκράτεια
Ξεραινόμαστε
μείναμε πήλινες πινακίδες μέ ταπωμένα χναρια
ανθρώπινης κίνησης

Καί χιονίζει πάνω σέ γυρμένα πτώματα
άλογα σκυλιά κι άνθωποι
πετρωμένα απ’ τό θάνατο
χιόνι
χιόνι
κι όλα τά χνάρια μας σβήνουν χιόνι παγοποιός ταριχευτής φωτογράφος
ό μεγαλύτερος γλύπτης γι’ άποψε
όλα τά κορμιά στεγασμένα άπ’ τό χέρι του

***

ΤΟ ΣΚΥΛΙ

Ι
Τό σκυλί γύρισε πάλι μέ τά δόντια του γεμάτα κόκαλα
ένα ήλεκτρικό λαμπιόνι κάτω άπ’ τή γλωσσά του
κάνει τόν εγκέφαλο διάφανη μεμβράνη
καί σφυρίζουν στό φώς τά σαρκοβόρα όνειρα

ΙΙ
Κανείς δέν είδε τό σκυλί νά φεύγει
τά κόκαλα όμως ποΰχε κρύψει στις ρίζες των τοίχων
τρίζαν τις νύχτες
κι άς τούς δίναμε διάφορά ονόματα να ησυχάζουν
Βγαίναν κάθε βράδι
παρακινώντας τό ένα τ’ άλλο μέ φωνές πνιχτές
βγαίναν καί δείχναν κατά τό νοτιά
νά μήν ξεχνάμε πώς τό σκυλί
τροχάει άλλοϋ τά δόντια του

*Δημοσιεύτηκαν στο ”Τραμ” Δεύτερη Διαδρομή, Τέταρτο τεύχος, Θεσσαλονίκη 1977.

Αγγελική Σιδηρά, Δύο ποιήματα

Μετά χίλια έτη

Όταν είχα πεθάνει τότε
δέν ήξερα πώς
να διατηρήσω τίς μνήμες μου
γιά ν’ αμυνθώ στά πάθη μου
όταν ξανά υπάρξω.

’Έτσι άρχισα καί πάλι νά πονώ
μέ την πανσέληνο
την άρμυράδα τού φυκιού
καί τής φωνής σου την αβεβαιότητα.

Προτοΰ πεθάνω τώρα
θά φροντίσω νά μπολιαστώ μέ τό δάκρυ
γιά νά μπορέσω νά σέ αντιμετωπίσω
όταν μαζί αποδημήσουμε ξανά
στον πλανήτη τοϋ ανθρώπου.

***

Απομυθοποίηση

Τό τελευταίο πρόσχημα
ήτανε ό καιρός
Ύστερα καλωσύνεψε κι αυτός
αφήνοντας σε έκθετο
χωρίς προφάσεις
Μην έχοντας κι άλλο νά κάνεις τοτε
άρχισες νά ξεκουμπώνεις
μία μία τίς αλήθειες σου
ώσπου άπόμεινες γυμνός
Κι όταν ο σκελετός σου φάνηκε
τότε κατάλαβα
πώς τά μάτια μου φταίγανε
πού σέ είχανε ντύσει Θεό.

*Από τη συλλογή “Η όγδοη νότα”, Β’ Έκδοση, Εκδ. Ερμείας, 1995.