Nanja Noterdaeme, Spring 2022, Not yet there in the rubble 

There is a new wall piling up yet not there
Not closed yet, there is still hope
Cows lay there nonchalantly between buttercups under the sky
The concrete blocks are laying in the fields,
And old shops made of any possible rubble stand dangling
Just behind.
Inside the cloture, people, and their shoes everywhere on trays on steps on ways, wherever
their feet bring them multicoloured and diverse, men and women and kids’ flip flops, plastic more then
anything else, sponges hanging in a net, lullaby of the wind
The camps are slowly awakening amidst piled up bikes, wires, stones, clothes.
A kid peeps behind a curtain, eyes are mirrors in a mirador country
The world is uncertain
If not for the smiles you receive warming up the giver and the taker
If not for two long and longer handshakes from small and airy
skinny boys playing with sticks
The world is uncertain if not for love.

Han-shan, a poem / ένα ποίημα

If I hide out at Cold Mountain*
Living off mountain plants and berries –
All my lifetime, why worry?
One follows his karma through.
Days and months slip by like water,
Time is like sparks knocked off flint.
Go ahead and let the world change –
I’m happy to sit among these cliffs.

Αν κρυφτώ στο Cold Mountain
Ζώντας από φυτά και μούρα του βουνού –
Όλη μου τη ζωή, γιατί να ανησυχώ;
Καθείς κολουθεί το κάρμα του.
Οι μέρες και οι μήνες κυλούν σαν νερό,
Ο χρόνος είναι σαν τους σπινθήρες που βγαίνουν από τον πυριτόλιθο.
Προχώρα και άφησε τον κόσμο να αλλάξει –
Είμαι χαρούμενος που κάθομαι ανάμεσα σε αυτούς τους βράχους.

*Από το βιβλίο “Cold Mountain Poems – Twenty – Four Poems by Han -shan”, σε αγγλική μετάφραση Gary Snyder, Counterpoint Press. Ελληνική μετάφραση-απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Ο Han-shan, ήταν ο κύριος των Cold Mountain, και μαζί με τον φίλο του Shi-te, έζησαν στα τέλη του 8ου με αρχές του 9ου αιώνα στα ιερά Όρη Tíien-tíai στην επαρχία Chekiang, νότια του κόλπου Hangchow στην Κίνα.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Οι μουλόσποροι τοῦ Πετρόμπεη

Βγαίνουν τη νύχτα ἀπό τά παλιοκόνακα,
οἱ μουλόσποροι τοῦ Πετρόμπεη.

Διψοῦν γιά αἷμα!

Πουλᾶνε πατρίδα.
Κομματάκια τίμιο Αἰγαῖο, ψίχουλα Μακρυγιάννη
Παπαδιαμάντη, θαυματουργά ’γκωνάρια
σμύρνα καί λίβανον!

Καλοῦν τόν κόσμο να γεννήσει ἥρωες,
πολλούς ἥρωες γιά τα νεκροταφεῖα.
Ἀνοίγουν Κερκόπορτες καί κορδώνονται
γιά κατορθώματα ἄλλων
μάχονται τήν Ἐταιρεία ὡς εἰδικοί τά μολέματα
οἱ βρωμιαρέοι ζητιάνοι κατηχτητές,
χαλκιάδες, δοῦλοι ἀπαίσιοι!

Ἡ πείνα τους γεννάει κράτος κι ὕστερα
ἐφορμοῦν καί τό καταλαμβάνουν
γι’ αὐτούς καί τά παιδιά τους·
οἱ μισεροί τρωγλοδύτες καί κατόπι
ζητοῦν ἀπό τούς ἄλλους προσκυνοχάρτι.

Μέ τή χλωρίνη στό χέρι
ξεκινοῦν ἀπ’ τήν Βέρβιτσα,
φτάνουν στήν πρωτεύουσα πλύστρες·
προκόβουν μέ τά χρόνια
οἱ μισθοσυντήρητοι τῆς πατρίδος
κι ἔρχεται ἡ ὥρα ὅπου, οἱ ρυπαροί χωροφύλακες
σαρώνουν τά κρατικά βραβεῖα καί κάτι ἄλλα
–βραβεῖο νά ’ναι κι ἂς εἶναι τῆς Βιβλιοδεσίας!–
καί μέ τό κλέος τοῦ πατριώτη καί τό νεῖκος τοῦ ἀδικημένου
ἀγωνίζονται γιά τό δίκαιο τῆς φυλῆς.

Νύχτα βγαίνουν οἱ μουλόσποροι τοῦ Πετρόμπεη
Καί σπέρνουν θάνατο κι ἐπετείους καί Κόκκινες Μηλιὲς
Κομματάκια τίμιο Αἰγαῖο καί ψίχουλα Μακρυγιάννη…

*Από την ποιητική συλλογή “Το φράγμα της μνήμης”, Εκδόσεις “Οροπέδιο), Αθήνα 2017.

Gregory Corso (1930-2001), Για τον Μάιλς

Ο Gregory Corso στο “The Seven Arts Coffee Gallery”, New York City, 1959

Ο ήχος σου αψεγάδιαστος
αγνός και ολοκληρωμένος
ιερός
σχεδόν βαθυστόχαστος

Ο ήχος είναι ο ήχος σου
αληθινός και από μέσα σου
μια ομολογία
αισθαντική και όμορφη

Ποιητή που ο ήχος σου παίχτηκε
χάθηκε ή ηχογραφήθηκε
μα ακούστηκε
θυμάμαι εκείνη τη νύχτα το ’54 στο Open Door
όταν εσύ και το πουλί
εκτελούσατε στις πέντε το πρωί κάποια εκπληκτική
ωστόσο αδιανόητη παρτιτούρα.

*Από το βιβλίο «Ποιήματα για την τζαζ» (δίγλωσση -ελληνικά και αγγλική- έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Μετάφραση: Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Πάνος Κυπαρίσσης, Οκτώ μικρά ποιήματα

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΟΛΗΣ

Μια σταγόνα φως
ανοίγει μες στη νύχτα

Κι αυτό δεν είναι απειλή

*

ΤΕΤΟΙΑ ΚΟΙΤΗ ΚΟΙΤΩ

Οι φωλιές
δένονται με χορτάρια μεταξωτά

Τι να ξέρουν άραγε τα πουλιά
Και μαλακώνουν το μαξιλάρι;

*

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Κάποτε η γλώσσα
είναι επινόηση φυγής κάποτε εξουσίας

Τη γλώσσα του θανάτου δεν έμαθες
ποτέ να στρατηγείς

*

ΓΕΝΙΑ ΜΟΥ ΒΙΑΣΤΙΚΗ

Βλάστησε πλάι στ’ άροτρο και στο ζυγό
και φεύγει μ’ ό,τι πήρε κι έφερε
σε φέρετρο ψηφιακό

*

Η ΕΥΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ

Όσο κι αν στην τεθλασμένης επιμένεις
όση ζωή στα γόνατα να ζητιανεύεις
στο ίδιο σημείο θα βρεθείς

*

ΑΥΤΟΥΡΓΟΙ

Οι νεκροί έχουν στέρεες απαντήσεις

Τη σκανδάλη
την πτώση
το μέσα σκοτάδι
την αδιαφορία επούλωσης
των αποσιωπητικών

*

ΘΑΝΑΤΟΣ

Λάμπει αυτός όσο το φως
κι αθέατος σε συντροφεύει

Αθέατος και σε θηρεύει

*

ΜΙΚΡΗ ΕΚΡΗΚΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ

Θα μου χυθεί η ψυχή μέσα στη νύχτα
φωσφορίζοντας σιωπές και φωνούλες
που μάζευα

*Από τη συλλογή “Μαύρο βαμβάκι”, Εκδόσεις Μελάνι, Δεκέμβριος 2009.

Στράτος Κοσσιώρης, Τέσσερα ποιήματα

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΥΡΩ ΜΟΥ

Οι άνθρωποι γύρω μου
κλειστά παραθυρόφυλλα
ερειπωμένων σπιτιών
Κάποτε τρίζουν
στο άξαφνο πέρασμα του ανέμου
κι έπειτα, για πάντα, σιωπούν.

*Από τη συλλογή “Ύστατος Καπνός”

*

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’60

Θαρρείς πως ανήκε σε μιαν άλλη εποχή
κυκλοφορούσε ατημέλητος
-εκτοπισμένος από την ίδια τη ζωή-
μ’ ένα τσιγάρο μόνιμα στο χέρι.
Είχε μακριά μαύρα λιγδωμένα μαλλιά
φόραγε γυαλιά μυωπίας και μόλις που έσερνε
σκυφτός
τα λιωμένα του σανδάλια.
Τον λυπόμουν μα τον απέφευγα
όποτε τύχαινε να τον συναντήσω στον δρόμο.
Μικρός τότε
τον παρακολουθούσα πίσω από το τζάμι
να περιφέρεται στη γειτονιά
ώσπου μια μέρα χάθηκε εντελώς.
Τα χρόνια πέρασαν
όμως συχνά διαισθάνομαι
πως και για μένα ένα κρυφό ναυάγιο
-που στοίχειωσε τα παιδικά μου μάτια-
αρχίζει ν’ αχνοφέγγει στον ορίζοντα
και κατακλύζει τη σκέψη μου ξανά
ο χαμένος της δεκαετίας του ’60.
Θα του χάριζα τώρα
απλόχερα τη φιλία μου
αν τον έβλεπα να ξεπροβάλλει από μια γωνιά.

*Από τη συλλογή “τα κάρβουνα”

*

ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ

Μεταξουργείο,
με τα παρηκμασμένα πορνεία
τους Ασιάτες μετανάστες
και τις άξεστες κωλόγριες.
Αμετανόητος
ακολουθώ τα μονοπάτια σου
που όλα οδηγούν
στο αδιέξοδο.
Καθώς με ξεπλένει
με τις λιγοστές σταγόνες
πού τις απόμειναν
η τελευταία νεροποντή.

*Από τη συλλογή “Ακόμα λίγα κάρβουνα”

*

ΕΡΜΙΟΝΗ ΜΟΥΣΕΛΙΜΗ

Ένα μεγάλο όστρακο που κλείνει ανεπαίσθητα…
Παλεύω με την κατάθλιψη για χρόνια.
Μην απορείς πώς βρέθηκες εδώ
Κάτω απ’ τον ήλιο του καλοκαιριού
Απεγνωσμένα ψάχνοντας κοχύλια και κροκάλες.
Πάνω στην καυτή κίτρινη άμμο
Σπειροειδείς έλικες, σχήματα γεωμετρικά περίτεχνα
Σαν μικρά κενοτάφια διάσπαρτα ριγμένα.
Κι η γεύση της αρμύρας.
Μην απορείς πώς βρέθηκες εδώ.
Το μαύρο λιθάρι θυμήσου
Στην ακροθαλασσιά
Που έσυρες με όλη σου τη δύναμη
Κι ένιωσες τα νοήματα να μυρμηγκιάζουν το κορμί σου.
Όπως όταν ανακαλύπτεις ξαφνικά ζωή
που κρύβεται κάτω απ’ τον βράχο.
Εμείς οι ξεγραμμένοι
το άλας είμαστε
της γης.

*Από τη συλλογή “Η μόνη αθανασία”

**Τα ποιήματα αυτά συμπεριλαμβάνονται στη συγκεντρωτική έκδοση “Η μόνη αθανασία, Ποιήματα 2006-2021”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2021.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Δύο ποιήματα

ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

… Φυσάει κάποτε η νιότη τους κατά δω
σαλεύοντας τις φυλλωσιές της ερημιάς μας
κόβει στα δυο το σύγχρονο λιοπύρι
η μακρινή τους νιότη μουσική που δεν τελειώνει
παλικαριά που κυματίζει τώρα στα καινούργια στήθη

*Από τη συλλογή “Στοιχεία βιογραφίας” (1962).

ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ ’89

Οικολογική αποτέφρωση
φρονημάτων

-έστω λοιπόν
ας ολοκληρωθεί το μάταιο

να επιστρέψει το λευκό στο χαρτί
να επιστρέψει το χαρτί στο δέντρο
να ανεβεί ψηλά
καπνός
η ψυχή

*Από την ενότητα “Εγγενής μεροληψία”.

**Από το συγκεντρωτικό τόμο “Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ποιήματα (1962-2018)”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2020.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Η Οδύσσεια του Αμίρ 

Με λένε Αμίρ.
Ανέμελος ζούσα
σε μια μικρή γειτονιά.
Είχα μια όμορφη οικογένεια
και φίλους καλούς.
Μέχρι που ήχησαν
πολέμου τύμπανα.
Με λένε Αμίρ.
Είδα το σπίτι μου σε ερείπια
κι έφυγα μακριά.
Το πλοίο της νέας μου ζωής
δεν είχε όνομα.
Με λένε Αμίρ
και ψάχνω λίγα ψίχουλα ζωής,
μα θέλουν πίσω να με στείλουν
με μια σπρωξιά να μπω ξανά
στην φρίκη του πολέμου.
Με λένε Αμίρ.
Η μητέρα μου χάθηκε στον πόλεμο
κι η αδερφή μου πνίγηκε στο Αιγαίο.