Περσέας Ρίζος, Δύο ποιήματα

Σχέδιο: Περσέας Ρίζος

ΕΝΕΧΥΡΟ

μέσα στον καθρέφτη αναβλύζουν πεταλούδες
στα φτερά τους ραγίζει η πανσέληνος
ένα κομμάτι για εμένα
ένα για εσένα
και ένα για όλους τους ονειροπόλους των
αόρατων εμπροσθοφυλακών
στα θέατρα του ανθρωπίνου νου
που εν ώρα της παράστασης
παίζανε τη μακριά γαϊδούρα
στις άγριες
οροσειρες
ενός διάφανου
ορίζοντα

*

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Αυτή η πέτρα, μιλάει με γρίφους
Αυτός ο δρόμος, με δύο πόδια και ένα φανάρι
Αυτό το τιμόνι, στροβιλίζουν οι Εκατόγχειρες
Αυτός ο άνθρωπος, που μυρίζει τα αγκάθια
Αυτά τα αγκάθια, είναι οι επίσημοι δακτυλογράφοι
Αυτός ο ύπνος, ο γεμάτος δάφνες
Αυτός ο ήχος, που περνάει απ’ τις κουμπότρυπες
Αυτός ο κήπος, μεγαλωμένος στη σπηλιά μου
Αυτά τα άνθη, που σαν εντεταλμένοι οδοστρωτήρες
Αυτή η νύχτα, που βήχουμε συνθηματικά
Μπροστά από τη θηριόμορφη αυλόπορτα
Ό,τι κανένα πρόσωπο δεν ξεκλειδώνει

*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Οκτώβριος 2021.

Γρηγόρης Σακαλής, Θεοί

Artwork: Vasil Woodland

Ο άνθρωπος αλλοτριώνεται
απ΄ τη δουλειά του
κι ύστερα αλλοτριώνεται
μέσα στις σχέσεις του
ο άνθρωπος σκοτώνει
τους ομοίους του
τις προεκτάσεις του
και συνεχίζει να ζει.
Τα ζώα τρώνε
το ένα το άλλο
όμως αυτά δεν έχουν λογική
έχουν απλά το ένστικτο
της αυτοσυντήρησης
όμως ο άνθρωπος
αυτό το ανώτερο ον
εξοντώνει επιστημονικά
τους συνανθρώπους του
για τη γη, την ενέργεια
τα διαμάντια
οι άνθρωποι μπορούν
και γίνονται φρικτοί
ενώ θα μπορούσαν να γίνουν
επίγειοι θεοί.

Carol Berge, [ΓΑΤΟΣ]

για τον Frank Murphy

Κάθεται.
Ένα ζώο
ένα ζώο αρσενικό
ζωντανό πάνω στη γη,
είναι ζωντανό.
Είναι ζωντανό
εμφανώς ακίνητο
τα άτομα μέσα του κινούνται
πίσω προς τη γη.
Μια γάτα που κάθεται
ξεκάθαρα χωρίς να κάνει τίποτα.
Ο θώρακας κινείται
το διάφραγμα κινεί ελαφρά
τους πνεύμονες
το πεπτικό σύστημα.
Τα μάτια κοιτάζουν ευθεία μπροστά
στο άπειρο
Καθώς στέκεται ακίνητος
Κινείται κινείται κινείται…

*Από το βιβλίο “Ποιήτριες της γενιάς των beat”, εκδ. Opportuna, Πάτρα 2021. Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Χρίστος Κασσιανής, Τα τρίστιχα

«Ιδού

το τρίστιχο σου»,

του λέει

«μου γράφεις για λιμάνια∙

σε θέλω θάλασσα και κύμα

να με ταξιδεύεις στα βαθιά ανοιχτά»

Την κοιτάζει ακίνητος∙

λεπτός σφυγμός

«το τρίστιχό σου» της λέει

«στο κύμα μας που απλώνεται, στον άνεμο που χορεύουμε,

χαράξαμε χαμόγελο

στα χτεσινά μας χείλη»

Μόνο οι ανάσες τους

μες στη βαθιά σιωπή∙

Κι ένα φιλί ακούστηκε

Αλέξανδρος ‘Ισαρης (1941-2022), Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.

Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.
Με ήλιο στον Αιγόκερω
Και με σελήνη Κρόνου στον Κριό
Ο πατέρας Μακεδόνας
Κι η μάνα μου απο τη Μαύρη Θάλασσα.
Έγινα χτίστης κι απόκτησα πολλά παιδιά.
Αργότερα θεόρβη έπαιζα δίπλα στον Λοκ.
Αντιγραφέας έγινα το 1701 στη Μαδρίτη
Και εραστής μιας δούκισσας
Που κάηκε σε πυρκαγιά.
Με σκότωσαν σε όργιο κάπου στο Περού
Μα εγώ εμφανίστηκα ξανά
Στη Σαρλεβίλ των Αρδεννών με τ’ όνομα Ρεμπώ.
Πέθανα τριάντα επτά ετών κι όταν ξαναγεννήθηκα
Ήμουν γυναίκα ζωηρή
Που έγινε διάσημη
Σε ρόλους κωμικούς
Μέχρι που γνώρισα στη Ρώμη κάποιον Σάντρο Λίππι.
Πόρνη κατέληξα που πήγε από χολέρα
Μα τώρα φτιάχνω πιάνα στη Λειψία.
Άλλαξα σχήματα, καρδιές, μυαλό
Μίλησα τόσες γλώσσες.
Τυφλός εκ γενετής έχω τρία παιδιά
Γυναίκα από τη Σάμο.
Την τέχνη έμαθα στο σπίτι των γονιών μου
Και μες στη μουσική ζω τη ζωή μου.
Λέγομαι Γιούλιους, είμαι εβδομήντα δύο χρονών
Και θέλω να πεθάνω στην Ελλάδα.

Dinah Roma, Consuming sorrow / Καταναλωτική λύπη

Why waste the rites
of lament when they can be
on show? Inside the pantry,
sorted out in cans, labeled
with fancy fonts. Each name,
a use. Or beside a vase of blooms,
magnificent in minutiae,
an exotic figure hand-picked
from a bazaar of all lost
and transported. Or let it
hang from your neck, the sheen
of gems guarding an order
of value, their shores and hills
polished after the silhouette of bone.
Or let a ring grasp the full
diameter of eternity in vows
engraved in indelible depth.

Its nature is solid. Its measure
is mass and volume. So let it stand
among your prized possessions.
Let it say: here, touch me,
don’t be afraid. This is not what
you’d bought into. This is simply
the foretold depreciation
of what possessed you.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΛΥΠΗ

Γιατί να σπαταλάτε τις ιεροτελεστίες
του θρήνου όταν μπορούν να
επιδεικνύονται; Μέσα στο ντουλάπι,
ταξινομημένες σε κουτάκια, με ετικέτες
με φανταχτερές γραμματοσειρές. Κάθε όνομα,
μια χρήση. Ή δίπλα σε ένα βάζο με λουλούδια,
υπέροχο σε μικρολεπτομέρειες,
μια εξωτική φιγούρα επιλεγμένη με το χέρι
από ένα παζάρι όλων των χαμένων
και μεταφερόμενων. Ή αφήστε το
κρεμασμένο από το λαιμό σας, η γυαλάδα
των πολύτιμων λίθων θα φρουρεί μια τάξη
αξίας, οι ακτές και οι λόφοι τους
γυαλισμένοι μετά τη σιλουέτα του οστού.
ή αφήστε ένα δαχτυλίδι να καταλάβει όλη
τη διάμετρο της αιωνιότητας στους όρκους
Χαραγμένους σε ανεξίτηλο βάθος.

Η φύση του είναι συμπαγής. Το μέτρο του
είναι μαζικό και ογκώδες. Αφήστε το λοιπόν να σταθεί
ανάμεσα στα πολύτιμα υπάρχοντά σας.
Αφήστε το να πει: ορίστε, αγγίξτε με,
μη φοβάστε. Αυτό δεν είναι εκείνο το κάτι
που αγοράσατε. Αυτό είναι απλά
η προβλεπόμενη απόσβεση
αυτού που σε έχει κυριεύσει.

*From ”Naming the ruins”, Vagabond Press, Sydney 2014. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

ΕΡΩΤΙΚΟ

οι πόλεις συντρίβονται λίγο πριν εκτοξευθούμε
στο φως
μη με κοιτάζεις έτσι μόνο δώσε μου
ένα μενεξέ του απρίλη
-μα είναι χειμώνας
-μια σταγόνα της αυγής
-μα εδώ είναι έρημος
-κοίταξε από το παράθυρό σου
βλέπεις ό,τι βλέπεις
δεν έχω τίποτα να σου πω
μόνο δώσε μου
μια ηλιαχτίδα του δεκέμβρη
-μα εδώ έχει χρόνια σκοτάδι
-μια αμυγδαλιά
-μα έχει μόνο πέτρες-
κι όμως δώσε μου
δώσε μου
έλα ένα βράδυ μ ένα άσπρο φόρεμα και άνθη στα μαλλιά
έλα αυτό το βράδυ με τη σιωπή
έλα
πριν να είναι αργά

*

ΠΕΣ ΟΧΙ

στους εκδότες
στις λογοτεχνικές συγκεντρώσεις
στη σύγχρονη μόδα
στα μεγάλα πρόσωπα
πες όχι
στα ολονύκτια πάρτι
στην άνεση
στους ποιητές
στις κολακευτικές επιστολές
στη τηλεόραση
τα καταναλωτικά προγράμματα
άνοιξε την αυλή σου
φύτεψε ένα χρυσάνθεμο
μόνος τα μεσάνυχτα
η μουσική ηχεί στ’αυτιά μου
και μια πολιτεία ξυπνά στα χείλη μου
απέναντι ο Ντοστογιέφσκι
μου χαμογελά

*Από τη συλλογή «Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως»

**Πηγή: https://www.openbook.gr/ayta-poy-graftikan-kato-apo-vromiko-fos/

Μίλτος Σαχτούρης, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη
θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού
ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντήλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δεν μπόρεσαν να
τα διαβάσουν
έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
κρανίου με ξεγέλασες
γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα

Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ DANTE GABRIEL ROSSETI ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

‘Άκου!
Σου έλεγα τότε την αλήθεια
την ήξερα τότε την αλήθεια

Όχι, μου έλεγες
τα πουλιά φυτρώνουν
τα γουρούνια πετάνε
τα λουλούδια περπατάνε
οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σου έδειχνα ένα πουλί
έλεγες Είναι λουλούδι
σου έδειχνα ένα λουλούδι
όχι, έλεγες Είναι πουλί

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σπασμένο σπαστικό
παιδί
που ο Ιούλιος Βερν
έλεγε κάποτε:
Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να τ’ ονομάζουν

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΙΤΡΙΝΑ

Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό
άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα
κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια
και ουρλιάζαν
όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες
πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που
κρέμονταν
μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν
και τα μισούσαν

από τη γη κοίταζαν κίτρινοι
οι αστροναύτες

δεν το περίμεναν

Κωστής Τριανταφύλλου, Η επόμενη μέρα

Στην πρωτομάντη Γαία.
Εκχωμάτωση από το μαντείο της Δωδώνης όπου και βρέθηκε ο κεραυνός αυτός. Hλεκτρονικός κεραυνός, αέρας, αγωγιμοποιημένο χώμα, πάνω σε ξύλινη κατασκευή.  Το έργο αυτό του Costis Triandaphyllou μπορείτε να δείτε στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου.

μετά την
πριν από την
έχοντας χάσει το
διατηρώντας τις σχέσεις με
μετά λοιπόν άρχισα να σκάβω την σκιά μου
ανοίγω αργά το τοπίο λόγω ανωτέρας βίας
τραβάω απ’ το κλειστό συρτάρι μικρές κραυγές κι αναστεναγμούς
για να ζήσω την ανοιξιάτικη ανάσα με μέλλον
τόσο μακρυά ακόμη
μετά την ρωγμή
μετά το σκίσιμο στα δυό τσακισμένος
τραγούδι του τρελού αδερφού
μετά τον προηγούμενο στίχο
μου είπες τί να κάνουμε πες μου σε παρακαλώ!
πως να σε αποχωριστώ
άφησέ μου την σκιά σου να σε βρω

η μέρα μετά όπως και πριν
η νύχτα μετά την μέρα μετά
με εθνικούς νικητές για το αύριο
με εθνικούς νεκρούς της παράνοιας
βιασμένους, ποδοπατημένους, χτυπημένους στην ανάσα απάνω
όλοι ντυμένοι με άγνωστα χρώματα
πάνω σε ερείπια πολιτισμών σκιές
πια σκάλα να ανέβω στο σκοτάδι που δε βγάζει στο θεό;
για να μου δείξει τον δρόμο
να μου ανοίξει δρόμο στο κενό γύρω μου γεμάτο λέξεις
από την μια μέρα στην άλλη τελείωσε η μέρα πριν
χωρίς τελετουργία αποχαιρετισμού
ξεριζωμένη γενιά σε άγριο φευγιό για τη Δύση χωρίς σκιές

και πάλι ξεκινάω για να καταλάβω τί διάολο δουλειά έχω εγώ εδώ
τί να κάνω πριν όπως και μετά αύριο γιατί χτες
όταν τα αγάλματα δεν τα πίστευε πια κανείς
δολιοφθορά μέχρις εσχάτων
κι ήρθε ο ένας και σπουδαίος λυτρωτής μέσα απ’ το δάσος
κι έκανε την απρόοπτη εμφάνισή του μέσα από την μαύρη θάλασσα γυμνός
τόσο μικρός και κωμικός από την φύση του
που δεν αντέξαμε
και τον αγαπήσαμε μέσα από τα σκορπισμένα και νεκρά
μια τέτοια μελωδία!
ας το σκεφτούμε αν θα υπάρχει αύριο
όταν έτσι ξαφνικά αυτό που ακούσαμε
που ανήκε σε όλους
έγινε τέρας που κυνηγάει στην γκρεμισμένη πόλη εφιάλτης
αν θα υπάρχει αύριο για μας την επόμενη στιγμή σήμερα
μουδιασμένος σε ένα άγνωστο τοπίο χωρίς συνέχεια ισόπεδο άναρθρο
μπερδεμένος σε ισορροπία τρόμου απορημένος
σε μια καινούρια μέρα με ξεχασμένες συνήθειες
άγνωστες φωνές κυριαρχούν στον ορίζοντα
ακούω μια μελωδία γνωστή κι αγαπημένη πίσω απ’ τα οδοφράγματα
πότε θα την κάνει το θεριό;
άντε για να δω!
τέτοιο καημό;

έχω γύρω μου δικούς μου
μάλλον με αναγνωρίζουν και μου μιλούν
τί λένε; τί μου λένε;
πώς γίνεται να βλέπω μόνον τις σκιές τους;
οι ήχοι δεν τραγουδάνε
είμαι εδώ αλλά και εκεί
σκοτεινιασμένη η γλώσσα μου
σε μια άγνωστη στιγμή που δεν είμαι εγώ
μέσα σε σκοτεινά οπλισμένα αδιέξοδα χαρακώματα
σε περιμένω άφωνος
νιώθω να μη με ακούνε
να μη καταλαβαίνουν μια τέτοια μελωδία
κάτι μου λείπει
είμαι στο πριν και το μετά μαζί
μετά την αστραπή καβάλα στην βροντή
όλα ανάποδα στρωμένα σιωπή
για να μου δώσεις λίγη αγάπη να φροντίσεις αυτή τη στιγμή
να μοιραστώ την επόμενη μέρα
να είμαι σίγουρος εδώ

  1. 3 . 2022

Robert Creeley (1926-2005), Κυνηγώντας το πουλί

Ο ήλιος δύει ακανόνιστα και οι άνθρωποι
πηγαίνουνε για ύπνο

Η νύχτα φέρει χίλια μάτια.
Τα σύννεφα χαμηλά, πάνω απ’ το κεφάλι μας.

Κάθε νύχτα λίγο
δυσκολότερο, λίγο

σκληρότερο. Ο νους μου
με συνθλίβει.

*Από το βιβλίο «Ποιήματα για την τζαζ» (δίγλωσση -ελληνικά και αγγλικά- έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Μετάφραση: Χρήστος Αγγελακόπουλος.