Αργύρης Μαρνέρος, Δύο ποιήματα

ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟΝ

Κάθισε και παράγγειλε
Τον καφέ του
Την πάστα του
Τα τσιγάρα του
Τις μπιζάμες του
Τον ύπνο του
Τον θάνατό του.

*Από τη συλλογή “Σκοτεινός θάλαμος“, 1975.
**Το πήραμε από εδώ: https://poiimata.com/2022/06/15/zaharoplasteion-marneros/

*

ΕΚΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΘΑ ΒΡΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

Στο χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα
Στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις
Εκεί ανάμεσα θα βρεις τον ποιητή
Ν’ ανθίζει εκεί να πελεκάει τις πέτρες
Τις πολύχρωμες για το ουράνιο γιοφύρι
Εκεί ανάμεσα ο θεμέλιος λίθος
Πάνω στο στήθος να πατάει τον ποιητή
Έτσι θα έχει ανθρώπινη ανάσα το γιοφύρι
Ανάμεσα στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις.

*Από τη συλλογή “Αίθουσα αναμονής”, 2003.

Μαρία Ξενουδάκη, Δύο ποιήματα

Η φυγή ερμαφρόδιτη κάθεται κι αγναντεύει
Πεταμένες “κοραλιογενέις νήσοι”
προσμένουν τη φαντασία σε πορσελάνινο τραπέζι,
στρώσαν απάνω τους χορό τα καγκουρώ.
Η φαντασία λίμνασε στη Φωκίωνος Νέγρη
και κανείς φυγόδικος δεν έρχεται να τη σώσει.
Ανθρωποφάγοι με ρούχα κανονικά,
μονόκλ, γάντια σεβρό και σκουλαρίκια,
χαριετίζονται πάνω στη σιφόν καρδιά μου.
και οι κατάδικοι στη “Νέα Γουιάνα” είναι δεμένοι.

*

Σιωπές απόμακρες γεμάτες αγωνία,
η μουσική,
η δίβουλη λήθη,
διάφορα σκόρπια αντικείμενα,
αράχνες να κεντρίζουν την περιέργεια,
ενέδρες ανανδρείας
το πιάνο ακουμπισμένο στον αγώνα του Μπετόβεν.
Ο Πόε καγχάζει η ζωή παίζει σκάκι
και τα λοιπά.
Αποτεφρώνομαι.

*Από τη συλλογή “Πέμπτη διάσταση”. εκδ. Γνώση, 1984.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ

Ήρθες τη νύχτα που καιγόταν η Πάρνηθα
Εγώ τότε δεν μπορύσα ν’ αναπνεύσω
Χρειαζόμουν το φιλί σου για να ζήσω
πέρασαν δεκατέσσερα χρόνια

Τώρα δαγκώνουμε τα χείλη μας
Βάζουμε δύναμη
-πονάνε οι αρθρώσεις-

Ζούμε το ποίημα
Που δεν έχει τέλος

*

ΤΟ ΦΙΛΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΣ ΠΟΤΕ

Ασπόνδηλος ο χρησμός
καπνός που ανεβαίνει
ακολουθώντας τους νόμους της φυσικής

Δεν υπάρχουν θεϊκοί στίχοι,
ο Θεός δεν είναι ανεμούριο να δείχνει

Αν βλέπεις κάτι
αυτό είναι το φιλί στο
μέτωπο του νεκρού πατέρα

*

“ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ ΣΑΝ ΗΜΟΥΝΑ”

αντάλλασσα διπλά χαρτάκια
συνήθως ποδοσφαιριστών
Στόχος να γεμίσει
το άλμπουμ των ομάδων

Τώρα γεμίζω το δικό μου άλμπουμ
που το συμπληρώνω με ταχύτητα
και ας μην έχω διπλά
χαρτάκια ν’ ανταλλάξω

*Από τη συλλογή “Οι ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη”, εκδ. Οδός Πανός, Φεβρουάριος 2022.

Γιώργος Κοζίας, Τρία ποιήματα

ΚΗΠΟΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Υπάρχει κήπος στη θάλασσα

η Δονούσα, τα Κουφονήσια, η Κέρος
η Σχοινούσα, η Ηρακλειά, τα Αβελονήσια
ο Άγιος Ανδρέας, η Άργιλος, το Ασπρονήσι
το Βενέτικο, η Βούλγαρη, το Γλαρονήσι

κι όπου το κύμα σε φιλά
γλυκιά γοργόνα κι όπου σε παίρνει
το λίκνισμα των κοραλλιών
και της τρελής σελήνης

η Κλιδούρα, ο Λάζαρος, οι Μακάρες
οι Μελάντιοι, ο Μοσχονάς, η Οφιδούσσα
οι Πλάκες, το Πλακί, η Πρασούρα
η Σκάνδια, το Σκυλονήσι, το Τσουλούφι

Ναι, υπάρχει κήπος στη θάλασσα

το Αγκαλιασμένο είναι εδώ
κι ολόγυμνο το Γαλάζιο της Ουσίας
Πασών των Μικρών Κυκλάδων
στο Χτες, στο Σήμερα και στο Παντοτινό.

*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, εκδ. Περισπωμένη 2021.

*

ΤΟ ΠΑΛΤΟΥΔΑΚΙ ΤΗΣ ΜΟΔΟΣ

Παρακαλώ σας,
ένα πανωφόρι ψάχνω της προκοπής,
ένα παλτουδάκι της μοδός,
να μην έχει φθαρεί
από δυστυχίες εξευτελιστικές,
δοκιμασίες απαίσιες φρικτές,
να κρύψω το ταλαίπωρο κορμί μου,
να υποδεχτώ τα Επερχόμενα.

Ω επιτήδειοι, ω ευυπόληπτοι,
εσείς οι κατέχοντες,
οι συμβεβλημένα διασωθέντες,
πριν ντύσουμε τους νεκρούς, πηγαίνετε
να αναγγείλετε στους ζωντανούς
πως έζησαν ολόγυμνοι στο Απροσδόκητο

-έρμαια, αθύρματα, κουκλάκια μίας χρήσεως –
οι Αμλέτοι, οι βαρκάρηδες,
η Μπαραμπαντού, οι φτωχοδιάβολοι,

μέχρι το τελευταίο κουμπάκι στο παλτουδάκι της μοδός.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, εκδ. Περισπωμένη. 2017.

*

Η ΟΠΕΡΕΤΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ

Μυλόρδοι, σας χαρίζω τα πιστά λαγωνικά,
τους μπάσταρδους της δημοκρατίας,
της αστικής τάξης τα κοπρόσκυλα
Κανίς, Τερριέ, Παπιγιόν.

Εις τους αιώνες των αιώνων
την δική μου ράτσα χαιρετώ

τον λερωμένο σκύλο
τον προλετάριο, τον άστεγο, τον μετανάστη
τον παρανοϊκό, τον αντάρτη σκύλας γιο
τον λυσσασμένο υπερρεαλιστή
τον Ανδαλουσιανό σκύλο με το αστραφτερό ξυράφι.

Μυλόρδοι, δεν είμαι ο Καβαλιέρ
ο σύντροφος των αφεντικών.
Σκύλα Κατάνη, μαύρη βολίδα…
Είμαι ο Σείριος,
ο λαμπρός μοναδικός, το Άλφα του Μεγάλου Κυνός.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, εκδ. Περισπωμένη. 2017.

Αργυρώ Αξιώτη, Τρία ποιήματα

ΡΟΗ

για την Zackie
για τον Ζακ
για όλα

χέρια σε τάση
ακροδάχτυλα σε ρυθμό ussak
ερμηνεία γραμμένη
σε τοξωτά πέλματα

χέρια στο πλάι
έτοιμα για δερβίσικη περιστροφή
κώδικες χαραγμένοι
σημάδια στα δέρματα

σώματα παλλόμενα

γινόμαστε
ούτε άντρες
ούτε γυναίκες
και άντρες
και γυναίκες
και όλα όσα
Η λέξη δε χωράει.

*

ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ ΜΠΟΡΝΤΩ

στοίβα εφημερίδες
γυαλιστερά περιοδικά
παλιά κόμικς
προγράμματα παραστάσεων
καρτ ποστάλ
ραβασάκια
μπροσούρες
αφίσες διπλωμένες στραβά
σκόνες χρώματα
μισογραμμένες λέξεις
εφηβικά ποιήματα
υλικό για το ψαλίδι.

Στο επόμενο κολλάζ
ίσως καταφέρω
να φτιάξω ένα σώμα
για μένα.

*

ΑΠΩΛΕΙΑ

Χθες τη νύχτα
γέννησα ένα νησί.

Σήμερα έρημη
δίχως εικόνες
δίχως ήχους.

Μόνο σχήματα κίτρινα ωχρά
όγκοι καμπυλωτοί
από άμμο πηχτή
σε ήλιο μεσημεριάτικο
που πονάει τα μάτια
ακίνητοι
χωρίς υπόνοια σεναρίου.

Δε γίνεται συνήθεια.
μαθαίνεις μόνο
ν’ αντέχεις.

*Από τη συλλογή “Τρύπα στο πάτωμα”, εκδόσεις των άλλων.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΤΟΞΟ ΤΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΟΥ

Ένα άλλο σώμα δίπλα σου τη νύχτα
Αγάλματα στολίζουν το κρεβάτι σου
Και ρόδα που μυρίζουν γιασεμί.
Λάμπουν στο σκοτάδι τα σκεπάσματα
Το δέρμα κρύσταλλο που στάζει.
Η γραμμή του στόματος στο τόξο του χαμόγελου
Τα μέλη απαλά μέσα στο μέλι
Τα μάτια σου σφιχτά και στο δωμάτιο
Φτερά αγγέλων και πουλιών που σε ζαλίζουνε
Με το φτερούγισμά τους

*

Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΝΥΧΤΩΝΕΙ

Η ψυχή βλέπει τη λίμνη
Στο είδωλό της
Στου χρόνου το βλέμμα που διστάζει
Κι η προσμονή καλπάζει
Προς τα βουνά.

Αυτός που περιμένω
Έχει για πρόσωπο
Σμάρι από πουλιά.
Χαϊδεύει όμορφα όσο κανείς
Πετά πάνω από πόλεις
Ξαπλώνει σε αγρούς
Τρυπώνει σε σπηλιές
Η ανάσα του βελούδινη πνοή
Κι η αγκαλιά του ανθισμένη.

Μούσκεψα μες στη βροχή
Τα δάκρυα κυλούν και τον καλούν.
Τόση επιθυμία
Κι αυτός ν΄ αργεί! …

*

ΟΡΦΕΑΣ

Φόρεσα κατάσαρκα τη θάλασσα
Ώσπου ήρθε το Μέγα Μάτι
Πίσω από τις κουρτίνες
Και το μυαλό διάφανο σαν ζελατίνα.

Φρέσκα τα μάγουλα του Έρωτα
Με πλοίο φάντασμα
Κάναμε το γύρο του νησιού
Θρηνώντας για το ναυάγιο.
Ο Ορφέας έμεινε στο ποτάμι
Να τραγουδάει ανένδοτος μέσα στη νύχτα.
Γύψινα τα μαλλιά του
Τα χείλη του γλυκά σαν μούρα
Κι από τη μια τρύπα στο κεφάλι
Να τρέχει μαύρο αίμα.

*Από το βιβλίο “Θα επιστρέψω φωτεινός – Ποιήματα 1993-1999”, εκδ. Άγρα, 2000.

Grzegorz Kwiatowski, Τρία ποιήματα

ΘΕΡΙΣΜΑ

η πραγματική μας δουλειά είναι να καλλιεργούμε τη γη
όχι να δολοφονούμε
αν και το παραδέχομαι:
οι σφαγές στους βάλτους ακολουθούσαν τους ρυθμούς
της εποχιακής δουλειάς στα χωράφια
κι όταν η βροχή δυνάμωνε, δεν βγαίναμε για θέρισμα

*

ΤΑΦΟΙ

είχαν πετάξει τα πτώματα στο πηγάδι
τα ‘χαν θάψει σε λάκκους
σε χαντάκια
σε τάφους αλόγων
κι έπειτα τα ανέσυραν τα παιδιά
απ’ το πηγάδι
απ΄τους λάκκους
απ΄ τα χαντάκια
κι απ’ τους τάφους των αλόγων

*

ΚΟΣΜΟ

πήγα με το παιδί μου στο δάσος κι έκλαιγα με αναφιλητά
στο πλάι του
τα δάκρυα έτρεχαν απ’ τα μάτια μου και το παιδί τα σκούπιζε
με το χέρι του
και μετάνιωσα τόσο πολύ που το ‘χα φέρει στον κόσμο.

*”Θέρισμα”, εκδ. Τεφλόν, Φεβρoυάριος 2022. Δίγλωσση (πολωνικά και ελληνικά) έκδοση. Μετάφραση: Peter Constantine.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Εκεί που γεννιούνται οι κορυφογραμμές

Είμαι η ιστορία
στην παλάμη του προφήτη
αρχίζω αστρογέννητη
πως ο ήλιος
πως ο ουρανός
μ’ ένα στεφάνι
από άνθη αναπάντητα
γιατί
τελειώνω σβήνοντας
όπως το κερί
όπως το φως
με τ’ αγκάθια πληρώνοντας τον βαρκάρη
στην κεφαλή του ξύλου
που τίμησαν κάτι άνθρωποι
νεκροί ή άγιοι
πριν το τέλος
γελάστηκα
πως μπορώ να ξεκουράσω τα μάτια μου
στα χέρια του μέσα
μα με κάνει
σκόνη που πέφτει στο χώμα
και ποτέ
δεν έμαθα
τα λόγια μου

*Από τη συλλογή “Μαρμαρογλυφείο [Shine], εκδ. στίξις, 2022.

Σπύρος Αραβανής, Γενεαλογικό

Το χέρι που σκότωσε
το πεντάχρονο παιδί
στη Γάζα, το 2018,
ήταν το χέρι του πατέρα του
στο Βιετνάμ, το 1967,
και του παππού του
στην Ισπανία, το 1936.
Το παιδί που σκοτώθηκε
στη Γάζα
στο Βιετνάμ
και στην Ισπανία
εξέπνευσε την ώρα
που δείχνει το ρολόι
της βομβαρδισμένης εκκλησίας
στην Κροατία, το 1991.
Ο αυριανός βιογράφος του 21ου αιώνα
χωρίς αμφιβολία
θα κοπιάσει λιγότερο.

*Από τη συλλογή “Φιλοθεάμων”, Εκδ. Κουκούτσι, 2020.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Ο Νατ Τέρνερ μαύρος σαν τη νύχτα

Ήταν σκλάβος ταλαιπωρημένος και μαύρος σαν τη νύχτα
Στο πρόσωπό του ξεφλούδιζε ένα κομμάτι Αφρικής
Το βράδυ το πεπρωμένο του δενόταν με αλυσίδα
Εκείνος βάθαινε στο χρώμα που ανέδιδε το γιασεμί
Προσάραξε τη νύκτα μ’ ένα πλεούμενο γεμάτο αμαρτία
Τα άστρα ασήμιζαν σαν παραμορφωμένες σφαίρες
Ο αφέντης στα καλαμποκοχώραφα τον μαχαίρωνε ραβδιές
Μαστίγια στις πλάτες και τανάλια για τις λέξεις οίκτου.
Συνέθλιβαν το μυαλό σαν κέλυφος αυγού από κότσυφα.
Ναι, ήταν σκλάβος μαύρος σαν τη νύχτα. Να καταλάβει, δε μπορούσε,
ο επιστάτης της φυτείας με το τακτοποιημένο αραποσίτι
Πως η νύχτα πλήθαινε με δούλους στο πνιγμένο ποτάμι.
Θα ερχόταν ένα βράδυ που οι ουρανοί θα επαναστατούσαν άγρια
Δισεκατομμύρια έτη φωτός θα φωτοβολούσαν σε άναρχες ριπές
Τα άστρα επιτίθεντο σχηματίζοντας μυριάδες ασημένιες ακρίδες.
Θα έτρωγαν το γλυκό αραποσίτι απ’το χέρι του σκοτωμένου σκλάβου…
Ξεφεύγουμε ακόμα και όταν όλα γύρω μας έχουν γίνει χάλια

*Νατ Τέρνερ επικεφαλής της μεγαλύτερης εξέγερσης σκλάβων στη Βιρτζίνια το 1831. Το όνομά του δόθηκε από τον αφέντη του και το επώνυμο ήταν πάλι αυτό του αφέντη του: Ο σκλάβος Νατ του εφέντη Τέρνερ.