Βέρα Ι. Φραντζή, Δύο ποιήματα

FLORA MIRABILIS

Μπουκέτο λουλουδιών είναι δέκα δάχτυλα κεντημένα,
δεξιοτεχνική στραβοβελονιά που ανθίζει
σε ερωτευμένα δάχτυλα.

Μπουκέτο λουλουδιών είναι δύο κοτσίδια παιδικά,
πλημμυρίδα νηπιακού χοροπηδήματος.

Μπουκέτο λουλουδιών είναι και τέσσερες
ξέχειλες βεντάλιες που αφρίζουν σάρκα
και δοσμένο έρωτα.

Μπουκέτο λουλουδιών είναι ένας φρέσκος μικρός
άνθρωπος, τυλιγμένος με αμνιακό υγρό, να τον
περιλούζει το γήινο φως και να αποκτά έγχρωμη όραση
και φλύαρη γλώσσα.

Μπουκέτο λουλουδιών, όταν ενώνονται τα χείλη μας,
σε επάλληλα επίπεδα οικοδόμησης μιας σκάλας για την
στρατόσφαιρα

Εκεί που με έμαθες να ζω.

*

ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΑΝΙΕΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Δρεπάνη ο δείκτης σου,
το στόμα μου σκαλίζει,
το αγκίστρι της σκλαβιάς

τα δάχτυλά σου δερβίσηδες
αυτόχειρες ομόκεντροι κύκλοι
του πυρήνα μου το εγκώμιον πλέκουν

σκληρό το δέρμα, νοτισμένο
νοσταλγεί σε κάθε έξοδο
το νόστο του αγαθού μου

σκληρό δέρμα, συντομευμένο
το κενό ανάμεσα στα δύο σώματα
χασμωδία της πραγματικότητας

φτιάξαμε με αμαρτία αυτό που λέγεται κορμιά γυμνά
αποπιόματα από το λιοτρίβι της ηδονής
το νέκταρ των θεών που στάζει παιδιά
αιματοβαμμένα
παιδιά
δικά μας

*Από τη συλλογή “Γράμματα σε νεκρό εραστή“, εκδ. Bibliotheque, 2016.

Γιώργος Δάγλας, Ο αλλοπαρμένος 

Ήταν αυτός
που μάζευε τα βότανα του νησιού
και ήταν αλλοπαρμένος.
Αρχές Ιουλίου
κάθομαι στο “καφενείο της Χαράς”
δίπλα στο γραφείο του ψυχίατρου
με το παράξενο όνομα
και τους ευγενικούς του πελάτες
που με καλημερίζουν σαν παλιοί γνώριμοι.
Η γυναίκα που μου έφερε μπύρα, μου είπε
“Ω, κουρευτήκατε, είστε πιο όμορφος τώρα.”
Εγώ είπα..
“Ω, θα γράψω ένα ποίημα
για όλα αυτά τα μεγαλειώδη
που συμβαίνουν στον μικρό μας κόσμο.”
Τότε ακούστηκε στο βάθος ο μεγάλος λυγμός
και σηκωθήκαμε όλοι ευλαβικά.
Ήταν αυτός
που μάζευε τα μυστήρια βότανα της άλλης ζωής,
και ήταν αλλοπαρμένος.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ολιγόλεκτα II

Albert Edelfelt, «La laitière» (1889)

Ολιγόλεκτα/μικρά ποιήματα
(ΙΙ)

Από το στόμα σου
κρέμονται
σταγόνες πλεχτής
ομοιοκαταληξίας

*

Στα ίσαλα
του κρασοπότηρου
βούτηξα τη ντροπή
και βγήκα
απαγγέλλοντας

*

Μία μέρα από αυτές
θα απαιτήσω
την προσοχή σου
με αντάλλαγμα
ένα ποίημα
έρωτος τρόμου

*

Εμπρός μου
σκυφτή στης γης το χώμα
λυπάται ολάκερη
μια αλέα από λεύκες

*

όταν ξεστρατίζω τα λόγια
που δεν έγραψα
στο χαρτί

*

Οι παλιοί εραστές
κοιμούνται
στο μπαουλοντίβανο·
μέσα φυλάει
την προίκα της
μια γυναίκα
ελεύθερη

*

Βουτηγμένος
στη λύπη
ξεπροβάλλει
τραγουδιστός ίαμβος·
αβάπτιστο το ποίημα
δεν έχει το θεό του

*

Πεθαμένο περιστέρι
στην ακτή
σαλεύει απ’ τον αέρα
κι ο φόβος τρέχει
ξοπίσω μου
καθώς κατεβαίνω
το λόφο·

*

απέναντι
τα φωτάκια που τρεμοπαίζουν
υπόσχονται
γερή ψαριά

*Πρώτη δημοσίευση: https://ppirinas.blogspot.com/2022/01/ii.html?fbclid=IwAR2jm-v6oUrD85fakcv_6sRiYZAweJ6OpwD3oEUsJononXG0QZoky7fW6V4

Τάσος Σκορδάκης, Ποιήματα

Τα ζώα που βγαίνουν
έξω στο “σώου” φοβούνται
και πάλι κοιτάν στο σκοτάδι

*

Το διακινδυνεύουμε και σείς δεν αδικείσθε;
Το καλύτερο μέρος της συμφωνίας

*

Περνάει ο mister αρχηγός
Γκαρίστε γάιδαροι
Γκάαα οι γάιδαροι
Και είναι το πιο άγριο γκάρισμα της ιστορίας
(Το γκάρισμα είναι αναντικατάστατο)

*

βλαμμένος στο μυαλό
ο ουσιαστικός άρχοντας
αυτός δεν αγοράζεται με λεφτά
αλλά με εξουσία
είναι αυτός το προσκύνημα

*

Έμαθαν να μιλούν
όταν εμαθαν ν’ αρνούνται.
Μόνο ένα μέλλον υπάρχει

*

Είναι τυφλή εκλογή
μα μπορείς ν’ αλλάξεις λωριδες

*

τρελλάθηκαν από ελευθερία οι δραπέτες
και ειρωνεύονται τα πάντα
και δίνουν το άρωμά τους στο παιχνίδι.

*Από το βιβλίο “Τα ποιήματα Τάσου Σκορδάκη – Άπαντα Τόμος Α’” Αθήνα, Δεκέμβριος 1981.

Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ

Αλλάζουν οι εποχές
όταν ήμασταν παιδιά
φοβόμασταν τα τέρατα
που κρύβονταν κάτω απ’ το κρεβάτι μας.
Σήμερα τα ίδια πάντα τέρατα
βολεύτηκαν στις τηλεοράσεις
στις εφημερίδες
στον υπολογιστή μας
στα κοινοβουλευτικά γραφεία
και τις μεγάλες επιχειρήσεις,
συμβουλές δίνοντας
για το πώς θα προστατευτούμε
από τα τέρατα
που τα ίδια κατασκεύασαν
για να μας τρομάζουν.

*

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Θέλω το ξημέρωμα να με βρει
Καρούζο να διαβάζω στο μπαλκόνι
ενώ από μακριά θα ακούγονται
οι ήχοι της νύχτας
σειρήνες περιπολικών
εξομολογήσεις ερωτευμένων
λαϊκά της παρακμής.

Θέλω το ξημέρωμα να με βρει
Καρούζο να διαβάζω στο μπαλκόνι
το τσιγάρο να ‘χει σβήσει στο τασάκι
ενώ μέσα από το δωμάτιό μας
που θα φωτίζει το φεγγάρι
εσύ να με καλείς
σε νέες περιπέτειες.

*

ΕΛΠΙΔΑ

Σχολεία χωρίς μαθητές
τετράδια με σημειώσεις
ανοιχτά βιβλία, κίτρινες σελίδες
με το μάθημα της ιστορίας
Σελ. 26, Κεφάλαιο Β’, ο Μιλτιάδης
κι η μάχη του Μαραθώνα.
Πέφτουν οι σοβάδες
από τους υγρούς τοίχους
μ’ ένα βουβό χτύπημα
σαν αυτοκρατορίες που λένε
το ύστατο χαίρε,
μόνο ο γερο-δάσκαλος επιμένει
να κρατά ζωντανή την ελπίδα
ποτίζοντας το μικρό γεράνι
στο παράθυρο
που κάποτε του χάρισαν
οι μαθητές του.

*Από τη συλλογή “Όλα είναι όπλα”, εκδ. Ατέχνως, 2021.

Zdena Holubova-Tominova (1941-2020), Χείλη

Για τον Πετρ

όστρακο
στ’ ανεμώδη φύκια
μι’ ανοιχτό μια κλειστό
βλέπει εκεί
τους σφραγισμένους ποταμούς
που με μαχαίρι δε σβήνουνε

φέρε μου
τα πουλιά στο περβάζι
του δικού σου παράθυρου
ύστερ’ από μια νύχτα πάνω στο πορθμείο
ύστερ’ από μια νύχτα
στους κύκνους της αχρείας χροιάς σου
μα να σε πνίξω όχι ποτέ μου δεν θα το μπορέσω

*Από το βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, εκδ. Ρώμη 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κώστας Κουκούλης, Ποιήματα

ΠΟΡΕΙΑ
(αποσπάσματα)

Νυχτώνει.
Η πολιτεία στην ίδια θέση πάντα. Αμετακίνητη.
Στις φλέβες τού πληθυσμού γαλήνη.
Αργόσυρτα ένας ψίθυρος την έννοιά του αποκτάει ―
Το να υποδαυλίζεις, λέει,
μιαν επανάσταση ενάντια στη μοναξιά
ενώ δεν έχεις σπίρτα ν’ ανάψεις το τσιγάρο σου,
μοιάζει επίλογος αντί προλόγου.
(Ήσουν εσύ; Είσαι εσύ;
Πού έλειψες; Και τώρα, πώς να δείχνεις;)
Μυριάδες υποκείμενα δωροδοκούν τον ΄Υπνο.
Τα οδόσημα αχνοφαίνονται και χάνονται αμέσως.
Ανοίγω χαραμάδες. Ανοίγω χαραμάδες
στο σκοτάδι. Να περάσω.
……………………………………………….
Η Ποίηση, είπα,
δεν είναι όνειρο μέσα στον ύπνο
είναι ένα τεράστιο φορτηγό βαπόρι
που μανουβράρει μες στην αχλύ τής ανοιχτής θάλασσας
και, είναι να πάμε μακριά τόσο,
όσο μπορεί να φτάσει ένα ταξίδι.
Έπειτα καημούς κατέβασα στους δρόμους ― μα
το σκοτάδι με ξεγέλασε. Στον έρανο που έκανα
τ’ αστέρια με γέμισαν δαχτυλικά αποτυπώματα.
Απέτυχε η γιορτή.
…Είπα, μόνος και πάλι θα διαβώ τον Εύριπο των αισθημάτων.
Άλλα δυο βήματα στον χώρο. Ακόμη μια προσπάθεια.
Ποιος δρόμος;
Και τα δέντρα, ισχνά ― σύμβολα στίχων.
Στη σκοτεινή γωνία εκεί
στον εαυτό του κλεισμένος ένας μύθος
από αιώνες φώτιζε θαμπά το καφενείο.
Στους τοίχους του επάνω και στις καρέκλες του άλλοι καιροί, έδιναν
στίγμα, οστά και πρόσωπο αποκτούσαν, ρούχο ― απόμακροι καιροί,
σαν κοιμητήρια υγρά, που ’ναι βαθιά στη λήθη χωνεμένα.
Στα χνώτα των τζαμιών του σχεδίαζε το νυν η εφηβεία
και άναβε με του δικού της πόνου το κερί ένα τσιγάρο
ενώ στην άπνοια της νύχτας αργά αργά ο καπνός
ταξίδευε κατά το μέλλον το μήνυμα.
… Στην ησυχία κάποτε
θόρυβοι από γυαλιά που έσπαζαν
τη νύχτα κομματιάζοντας –δεν ξεχώριζες το σκοτάδι
απ’ το αίμα– ή και φωνές, ζητωκραυγές που έρχονταν
και έφευγαν, που ξανάρχονταν και αναιρούνταν.
Ρώτησα, ποιος είν’ εκείνος που δωροδοκεί;
Και η μνήμη, Κυνέγειρος, πάσχιζε να συγκρατήσει
κάποιες στιγμές και λάμψεις.
……………………………………………….
Σε λίγο, μια νέα θα ανθίσει μέρα
η πρωινή κυκλοφορία θα βουΐσει
θα βάλει τα καλά της η καθημερινότητα.
Εγώ, με μισόσβηστα τ’ άυπνα μάτια μου
θα εξακολουθώ να ωθούμαι προς μια νέα διέξοδο.
Η καρδιά μου στο σώμα μου θα πάλλει
ποίημα επίμονο
μέσα σ’ ένα κλονιζόμενο, παλιό λεωφορείο.

*

ΗΤΑΝΕ ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΗ

ΗΤΑΝΕ ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΗ τής Θλίψης ― κάτι σαν
απόηχος εμφύλιας ιαχής βγαλμένης
από τα σωθικά τού γαλάζιου
μια Στιγμή-ενοχή
κι έπεφτε (φύλλο ή λαιμητόμος)
ενώ το ρολόι τής πλατείας γινόταν πάλι
το ματωμένο μάτι ενός κύκλωπα
και καρφωνόταν επίμονα στο χτες.
Γρανάζια που καρατομούσαν
γρίλιες που σφάλιζαν έντρομα
και μόλις που προλάβαινες ν’ αφουγκραστείς
στο σβήσιμό της
του τραγουδιστή μια τελευταία ευχή.
Παράμερα, μία γριά,
που λες αποξεχάστηκε ’κει στο κατώφλι της σκυφτή,
τ’ ασύνταχτα γεωγραφικά πλάτη ερευνώντας
στου φλιτζανιού της τα τοιχώματα.
Βολιδοσκοπούσε το άπειρο. Τα μάτια της κατακόκκινα
απ’ την αφαίμαξη των άστρων
και του μέλλοντος.
Πού και πού ενόμιζε άκουγε ψιθύρους:
― Το άλλο βράδυ θα ’ρθουνε ξανά με τα σιδερικά τους.
― Εμείς, θα καρτεράμε στη γωνία.
― Θα μας συνδράμουν, ο κουλός συνταγματάρχης
ανιχνεύοντας το χάρτη, ο τυφλός επαίτης
παίζοντας ακορντεόν. Και τούτο το βεγγαλικό.
……………………………………………………………………………………..
― Αν μας χτυπήσουνε την πόρτα…
― Πιάνεις τα δυτικά. Τ’ ανατολικά εσύ, κι εγώ το μέλλον.

*”Δύο κύκλοι ποιημάτων (1972-1984), 1984”.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Αληθόστρωτο

Τέσσερα μέτρα σκοτάδι έχτισε η αυλή
Τρακλ, αδερφέ μου, πού βρίσκεσαι;
Σφοδρή ξενιτιά το ανείπωτο
κι ούτε ψυχή στα γλωσσάδικα –
δυο – τρία μηδενικά μονάχα
μοιάζουν με φώτα τα λεξικάγκελα
βηματίζει λένε ο χρόνος το εμβατήριο.
Μην τ’ ακούς.
Θυμάσαι που η ανάσα μας την έκανε
για τ’ άρρητο να ξεπλυθεί;
Ε, λοιπόν, αν δεν πετρώσουμε θα κατασκευάσουμε
στην αποθήκη σου με Veronal και μορφασμούς
μια ατσαλόγλωσσα για το ακροατήριο
δηλαδή τα ξερά δαφνόφυλλα.

Lawrence Ferlinghetti, Ποιητής σε πλύση εγκεφάλου

Παράτησε το μολύβι του
Και σήκωσε μία βόμβα
Και το μολύβι που έγραφε προς τα ‘πίσω
Έφτασε σε μια αιχμή
Και εξερράγη σαν να ήταν φορτωμένο
Με κάτι χειρότερο από στίχους
Και ήταν ο πρώτος ποιητής
Που άκουσε τις ριπές του μολυβιού του
Να αντηχούν μέσα στη νύχτα
Και τέτοια επιτυχία είχε
Που τον βαφτίσαν
Εθνικό Ποιητή της Πλουτοκρατίας
Εκμηδενίζοντας τη δική μας δημοκρατία.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός”, τχ. 128, Απρίλιος-Ιούνιος 2005. Μετάφραση: Άμυ Μιμς-Σιλβερίδη.

Χρίστος Κασσιανής, Ανύπνιο

Μαργωμένα σύννεφα σκεπάζουν τον ουρανό.
Χτες, είχε ένα λειψό φεγγάρι
που τραγουδούσε μαζί με τα πουλιά.

Ανυπομονούσα ξυπνητός να ξυπνήσω
και το πρωί με βρήκε ν’ ατενίζω
γλάρους, αλκυόνες και σμήνη αναμνήσεων.

Ένας βράχος μου’ γνεψε
και στρώθηκα στην παραλία
ν’ αγναντέψω την τρικυμιστή θάλασσα
Δεν σάλεψα καθόλου,
στο σφύριγμα της Σειρήνας.