Αγγελική Κουντουράκη, Με το θάνατό σου έμαθα

Με το θάνατό σου έμαθα
ότι οι άνθρωποι δεν είναι συνεπείς στα ραντεβού τους
Φτάνουν πάντα μισή ώρα αργότερα
Φτάνουν όταν έχει παίξει το πρώτο κομμάτι
Ενώ ήδη έχει ειπωθεί η πρώτη ατάκα

Έμαθα πως τα βράδια θέλουν τη συνήθεια του κλουβιού
μισώντας την ελευθερία του ανοιχτού παράθυρου
Για να αντέξεις ξαπλώνεις μόνος
ξεχνώντας το πρώτο ήλιο το ξημέρωμα
τα πλεγμένα σε πολεμικό χορό άκρα

Πως το σώμα συνηθίζει στα περισσεύματα της μέρας
ξεπουλώντας τις βαθιές ώρες της ελευθερίας που του έταξαν
για να μην λυπάται τις αναγούλες της πείνας
Μόνο να εκλιπαρεί την ελεημοσύνη του δυνάστη
στη πράξη αφαίρεσης των μελών του

Έμαθα πως η φυγή ορίζει τον χρόνο στο άπειρο
ενώ η λεπίδα της αλήθειας αγγίζει την καρωτίδα
Για να σταθεί ο κόσμος ανάποδα
ανώφελα να ψυχορραγεί
χωρίς περιθώρια προδοσίας

Πως η πραγματικότητα είναι χειρότερη από τους εφιάλτες
Για να παραμένει ζωντανή
ορίζεται μέδουσα με όρεξη για εκδίκηση

Χωρίς προσδοκίες
η απόγνωση ξεγελιέται

Με το θάνατο σου έμαθα
πως τα διλήμματα σκοτώνουν
και φτάνουν πάντα στην ώρα τους.

*Από τη συλλογή “Nigredo”, ΑΩ Εκδόσεις, 2023.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Νεκρή φύση

Η κουρτίνα γαλακτόχρωμη απ’ το φανάρι του δρόμου και βλέπω το
τραπέζι με τις τάβλες κατεβασμένες μπρος στο παράθυρο πότε
σταματήσαμε να λέμε τα αυγά μάτια ή οι μαργαρίτες τις αβίαστες
αρμαθιές απ’ τα λόγια μας ως τα πέρατα ήτανε αυτές συμπαιγνίες
ζέστης κατάσαρκης και τότε χρώματα τροπές ξεκαρδίζονται
τράβα τράβα το χερούλι πλατύφυλλο βασιλικό και χαρταετούς
ξαναθυμάμαι και βλέμματα υγρές μουσούδες πάνω στα γόνατά μας
τώρα ποια αδράνεια ασάλευτη πνίγει το δωμάτιό μου ολόκληρη
μια νύχτα χτυπήθηκα ΜΟΝΗ πάνω σε αντικείμενα ξοφλημένα το
τραπέζι η κουρτίνα και το φως του φαναριού σεληνιακά αντανακλούν
τα κύματα της θλίψης ο ορίζοντας αισθάνουμαι πως τορνεύει
μια υπερμεγέθη γαβάθα τα τοιχώματά της είναι λεία από αρνήσεις
άλλη από μένα λέω στο συφοριασμένο εαυτό μου θα ‘ναι το σαρκώδες
νούφαρο που για κείνην τορνεύει ο ορίζοντας τα μεγάλα
γυαλιστερά φύλλα του όλο σ’ επιφάνεια παραδίνονται στα ασάλευτα
νερά δίχως ένα λυγμό ανάμνησης

*Από την ενότητα “Τα λόγια έχουν κρόσσια”, που περιλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, εκδ. Ίκαρος 2021.

Κατερίνα Κατσίρη, Να γράψεις κάποτε

Να γράψεις κάποτε πως ονειρεύτηκα μια μικρή βροχή
να ’σπαγε τα χέρια μου, την ονειρεύτηκα πολύ σκαλίζοντας
τις λέξεις, οι λέξεις μου δυόμισι βήματα απ’ το θεό
που σύρθηκε στη σκόνη
και θάμπωσε τα λαμπερά μου μάτια
Να γράψεις και για τη σιωπή, ζεσταίνει όσο και να πεις τις λέξεις
που ’χουν μείνει, μίτρες από τη μήτρα τις αντέγραψα
δύσκολα ξεχνιούνται την ώρα του επισκεπτηρίου
Έτσι να το γράψεις στους τοίχους
Μόνο μην κλάψεις χαμηλώνοντας τα γράμματα
και χαρακώσουν θάνατο οι σκουριές
Να γράψεις κάποτε σαν χάδι, μυρίζοντας τις τσέπες μου
έτσι να γράψεις και ας ανάβει νύχτα η βροχή

*Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: http://aoratatopia.blogspot.com/search?updated-max=2012-04-07T05:14:00%2B02:00&max-results=2&start=4&by-date=false

Νίκος Σφαμένος, ακινησία


Φώτο: Vivian Maier

ήταν πράγματι
ανυπόφορος
αυτός ο καύσωνας
ο κυρ Στρατής
γύριζε μόνος
«ε, και τι να κάνω στο σπίτι»
μικροί τσιγγάνοι
κρυβόταν στους θάμνους
του κήπου
ένας αλήτης κάτι μουρμούριζε
κοιτώντας τις βιτρίνες
δύο τουρίστες ρωτούσαν για
τις καλύτερες παραλίες
έξω απ΄το ταξιδιωτικό
γραφείο
ένας γέρος
κοίταζε ώρα ακίνητος
τα δρομολόγια των πλοίων

Κωστής Τριανταφύλλου, Το κόκκινο ποίημα

Οδηγία χρήσης:
για να γραφεί
αυτό το ποίημα
είναι αναγκαία
η συνεργασία
του αναγνώστη
ο οποίος
καλείται
να κλείσει
τα μάτια του
για ένα λεπτό
σκεπτόμενος
έντονα
το κόκκινο
χρώμα.

Tόλης Νικηφόρου, ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται…

Θα ξαναγεννηθούμε σε μιαν άλλη χώρα
θ’ ανακαλύψουμε και πάλι τις πρώτες λέξεις
και θα προφέρουμε περήφανα κάθε ελάχιστο αυτονόητο
στη γνώση μάταια θ’ αναζητήσουμε τον κόσμο
θα περιπλανηθούμε στους μεγάλους δρόμους
με τις σειρήνες μέσα στην ομίχλη
και κάποτε έκθαμβοι θα συναντήσουμε
την πρώτη μας αγάπη
στα μάτια μας θ’ αστράφτει
η ίδια προαιώνια λάμψη
τίποτα δεν θα θυμηθούμε και τίποτα
δε θα ‘χουμε ξεχάσει

*«Ένα λιβάδι στην ομίχλη που ονειρεύεται» 2002.

**Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/07/15/ena-livadi-stin-omixli-pou-oneirevetai/#like-5283

Ανέστης Ευαγγέλου. Φορές-φορές συλλογίζομαι 

Φορές-φορές συλλογίζομαι τί χρειάζονται όλ’ αυτά
τί χρειάζεται η ξοδεμένη δύναμή σου,
η μετρημένη σου χαρά και η βαθιά σου οδύνη,
το πιο πολύτιμο που έκανες, η ποίησή σου.

Τί θ’ απογίνουμε, τί θ’ απογίνουν.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/07/06/φορές-φορές-συλλογίζομαι-ανέστης-ευα/

Κατερίνα Κολιοπούλου, Δύο ποιήματα

καταδύομαι

Άνεμος με δάχτυλα φυσά
Καταμεσής του Αυγούστου
δύο φουντωμένες ουρές χαϊδεύονται
τέσσερα μάτια ράβονται
Άλλη μια κόρη γεννήθηκε
Αδιάβροχη είναι -νομίζει-
Ξέρει πως δεν ξέρει αν
το φθινόπωρο θα κρατά ομπρέλα
θα βραχεί
ή θα πνιγεί
Προς το παρόν -λέει- έχει καύσωνα

*

ημερολόγιο σποράς και φυτέματος

Αφού οι κόρες των ματιών ακόμη διαστέλλονται
κι η νύχτα στο βογκητό της μέρας
ντυμένη καπνίζει
κι αφού το σώμα σου στυλώνεται
με μαγκούρα τη λέξη,
σκοτούρες
άτυπης εκεχειρίας
διαθλώνται σε φως

Σε χέρια τεχνιτών
διυλίζεται η σκόνη
φυτρώνουν ακόμη
νεραντζιές στην Πατησίων

*Από τη συλλογή “εντωμεταξύ”, εκδ. Ενύπνιο 2022.

Νίκος Πετρέλλης, Τρία ποιήματα

ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ

Πλέγμα κλαδιών και τζάμι
ήλιος και μουσική
η χαρά του χθες
η σιωπή των δύο

έξω φυσάει
το τηλέφωνο ανοιχτό

κι εσύ όλο να πέφτεις
να πέφτεις

*

ΑΓΑΠΗ

Τα βράδια μετά τη δουλειά
της διαβάζω ποιήματα
-θέλεις;- θέλω
μετά όταν ξεντύνεται λέει
σταμάτα τώρα λίγο
θέλω να ξεντυθώ

*

ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ

Πίσω ο κόκκινος ουρανός
μπροστά φοίνικες μαύροι
και κάτω η θάλασσα
σούρουπο
πάνω στο τζάμι που μας καθρεφτίζει
βλέπω τα μάτια σου
καμαριέρα από τις γειτονιές μας
καμαριέρα από την κόλαση βγαλμένη

*Από τη συλλογή “Ο ήχος της καύτρας στο σκοτάδι”, εκδ. Σμίλη, 2022.

Ελένη Ντούξη, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ

Αν είχες το μπουρίνι των χεριών σου
καρφιτσωμένο στου στήθους τη φευγάδα
θα ξερίζωνες απαλά το πέταλο του φθινοπώρου
από τον σβέρκο μου.

Κι αν είχες στόμα ανοιξιάτικο
με μια αντιστροφή σελήνη να ασθμαίνει
Θα ήξερες πως όλες οι εποχές στους ώμους μου
παγώνουν χωρίς το πανωφόρι σου.

*

ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΚΑΛΙ

Όπως ήμουν ξαπλωμένη πάνω σου
με τα ρουθούνια κάτω από το δέρμα σου
σκεφτόμουν αν έσβηνα, έτσι θα ήθελα να σβήσω
αντίθετα με όλους τους άλλους,
με μια εισπνοή.
Και αυτό για να μην εκπνεύσω
το πόσο σ’ αγαπώ
και φανεί σαν απρέπεια.

*Από τη συλλογή “Αντιδραστήρας”, εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2020.