Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ερημικό

Φώτο: Odd Tinghaug Ahne

Απόψε χιόνισε πολύ
στην πολιτεία

Αγάπες και κρύσταλλα
χυμούν μες τη νύχτα

Που να γείρω το κεφάλι
ν’ ατενίσω τη σιωπή των δέντρων
ν’ αγαπήσω

Που να γείρω το κεφάλι

Τόλης Νικηφόρου, Πορεία στην ομίχλη

Θα πω λοιπόν τα δυο φτωχά μου λόγια
κι εγώ πριν φύγω με τη σειρά μου
θα περπατήσω σχεδόν τυφλός στα σκοτεινά
μ’ ένα παράφωνο τραγούδι
μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες
σφίγγοντας το ένα χέρι μου με το άλλο
σα νοιώθω μόνος

*

μες στην ομίχλη θα σηκώνονται
στριγγές και κούφιες
άγνωστες ολότελα κραυγές
φωνές το ίδιο αλλότριες
είτε σημαίνουν χαρά είτε λύπη
σφυρίχτρες διαπεραστικές και σάλπιγγες
αλαλαγμοί και βογγητά
ο σκουριασμένος στεναγμός
μιας βρύσης δίχως νερό

*

σημαίες θ’ ανεμίζουνε γιορταστικά
στο περιθώριο της νύχτας
λάβαρα με παράδοξα χρώματα
αλλόκοτους συνδυασμούς

*

θα ματώσω χέρια και γόνατα
τη γλώσσα μου θα δαγκάσω χτυπώντας σε τοίχους
θα εξουθενωθεί το κορμί μου
τίποτα όμως δεν θα ‘χω να φοβηθώ
καθώς ο δρόμος θα ‘ναι πια μέσα μου
οι φλέβες και τα νεύρα
αυτή η σπονδυλική μου στήλη
αν μου μείνει μια μόνο κλωστή
απ´ αυτή θα κρατηθώ
μισό δευτερόλεπτο πριν σπάσει
αν μου μείνει μια αχτίδα φως
ας οδηγήσει ένα μονάχα βήμα.

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό «Το δέντρο».

Η τσιγγάνα ποιήτρια Μπρονισλάβα Βάις

Η Μπρονισλάβα Βάις γεννήθηκε σε ένα καραβάνι μουσικών, περιπλανώμενων τσιγγάνων το 1908 ή το 1910. Η μητέρα της την ονόμασε «παπούσα» που σημαίνει κουκλίτσα. Ήταν ένα πανέμορφο παιδί με πολύ μακριά μαλλιά τα οποία δεν έκοψε ποτέ.

Η παπούσα ήταν ίσως η μοναδική τσιγγάνα που ήξερε να γράφει και να διαβάζει. Δεν πήγε ποτέ σχολείο αλλά έκλεβε κοτόπουλα και τα αντάλλασσε με τη βοήθεια που της έδιναν τα παιδιά που πήγαιναν σχολείο ή μια Εβραία του χωριού που τη μάθαιναν να διαβάζει. Στα 16 της χρόνια αναγκάστηκε να παντρευτεί τον, κατά 25 χρόνια μεγαλύτερο, αδελφό του πατριού της, ο οποίος της απαγόρευε να διαβάζει. Το ότι ήταν εγγράμματη θεωρήθηκε πράγμα ανήθικο και βρώμικο από τους τσιγγάνους του 1920. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι διώξεις των Ναζί έστειλαν τη φυλή της Βάις στα δάση της Δυτικής Ουκρανίας όπου ζούσαν σε λαγούμια και παρότι υπέφεραν από την πείνα κατάφεραν να επιβιώσουν.

Καθοριστικής σημασίας γεγονός για τη ζωή της Παπούσα ήταν η συνάντησή της με τον ποιητή Γιέρζι Φιτσόφσκι, ο οποίος το 1949, κυνηγημένος από τη μυστική αστυνομία, ζήτησε κρησφύγετο στον καταυλισμό της φυλής της Παπούσα. Ο Φιτσόφσκι γοητεύτηκε από τη ζωή των τσιγγάνων, κυρίως όμως από τη Βάις που έφτιαχνε αυτοσχέδιους στίχους για τα τσιγγανικά τραγούδια. Γι΄ αυτή της την ενασχόληση αντιμετωπιζόταν με επιφύλαξη από τους υπόλοιπους τσιγγάνους του καταυλισμού και γι΄αυτό ποτέ δε δέχθηκε τον τίτλο της ποιήτριας. Ποιήτρια και στείρα. Καταραμένη για τους τσιγγάνους. (τον γιo της τον βρήκε βρέφος ανάμεσα στα πτώματα μιας οικογένειας που αφάνισαν οι Ναζί και τον μεγάλωσε σα δικό της παιδί).

Πολύ γρήγορα ο Φιτσόφσκι αναγνώρισε τη λογοτεχνική αξία των στίχων της που μιλούσαν για τα δάση, για την περίοδο των διώξεων από τους Ναζί και τη χαμένη ελευθερία των τσιγγάνων όταν μετά τον πόλεμο τους απαγορεύτηκε η νομαδική ζωή. Ήταν στίχοι ανομοιοκατάληκτοι, χωρίς ρυθμό, γεμάτοι από τον ονειρικό κόσμο του μυαλού της αλλά και των δραματικών γεγονότων που έζησε.

Όταν ο Φιτσόφσκι επέστρεψε στη Βαρσοβία έγραψε ένα βιβλίο για τη ζωή και τους ηθικούς κώδικες των τσιγγάνων μαζί με ένα γλωσσάρι με τις βασικές φράσεις της γλώσσας τους. Σε αυτό το βιβλίο συμπεριέλαβε και τα 30 ποιήματα της Βάις, αφού τα μετέφρασε και τα επιμελήθηκε. Αυτό στάθηκε αφορμή να την εξορίσουν γιατί θεώρησαν ότι πρόδωσε τα μυστικά της φυλής της.

Η Παπούσα περιφρονημένη, ντροπιασμένη και κυρίως τρομοκρατημένη επειδή απείλησαν να την σκοτώσουν, αφού πέρασε ένα διάστημα σε ψυχιατρείο, έζησε την υπόλοιπη ζωή της σε ένα μικρό χωριό, μέσα στη φτώχεια, καθώς δε δέχτηκε ποτέ τα χρήματα που της εξασφάλισαν τα πνευματικά δικαιώματα για τα ποιήματά της.

Το πρώτο της ποίημα δημοσιεύτηκε το 1951 στο περιοδικό Nowa Kultura.
Η ζωή της και το έργο της στάθηκαν αφορμή για την ταινία των Joanna Kos Krauze και Krzysztof Krauze με τον ομώνυμο τίτλο, αλλά και το βιβλίο ποιημάτων της Βίκυς Κατσαρού που και αυτό ονομάζεται «Παπούσα» και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ενύπνιο.

Το ποίημα της Βάις που θεωρείται αριστούργημα είναι το «Γύφτικο τραγούδι βγαλμένο απ’ το κεφάλι της Παπούσα» (Gypsy Song Taken From Papusza’s Head
Gili romani Papuszakre szerestyr utchody, 1950/1951):

Σε ένα δάσος μεγάλωσα
σαν θάμνος από χρυσάφι
γεννημένη σε μια σκηνή
όμοια με βωλίτη.

Αγαπάω τη φωτιά με όλη μου την καρδιά.
Οι άνεμοι, μικροί και μεγάλοι
πήραν στην αγκαλιά τους την μικρή γύφτισσα
και την φύσηξαν μακριά μέσα στον κόσμο.

Οι βροχές ξέπλυναν τα δάκρυά μου,
Ο ήλιος, ο χρυσός μου, γύφτος πατέρας,
με κράτησε ζεστή και έδωσε όμορφο χρώμα στην καρδιά μου.
Από το γαλάζιο ρυάκι δεν πήρα δύναμη,
έπλυνα μόνο τα μάτια μου…

Η αρκούδα περιπλανιέται στο δάσος
σαν το ασημένιο φεγγάρι,
Ο λύκος φοβάται τη φωτιά,
δεν θα δαγκώσει έναν γύφτο.

Ω, πόσο όμορφα δίπλα στην σκηνή τραγουδάει το κορίτσι,
η φωτιά καίει!

Ω, πόσο όμορφα οι άνθρωποι από μακριά
ακούνε τα πασχαλιάτικα τραγούδια των πουλιών,
το κλαψούρισμα των παιδιών και τα τραγούδια
και τους χορούς των αγοριών και των κοριτσιών.

Ω, πόσο όμορφα το δάσος θροΐζει για μας,
-μάς τραγουδάει τραγούδια
Πόσο όμορφα κυλάει το ποτάμι,
μέχρι που γεμίζει την καρδιά μου με χαρά.

Πόσο μεγάλη απόλαυση είναι να αντικρίζεις το βαθύ νερό,
και να του λες τα πάντα.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να με καταλάβει,
μόνο τα δάση και τα ρυάκια.

Αυτά που λέω εδώ έχουν περάσει
εδώ και πολύ καιρό
κι έχουν πάρει μαζί τους τα πάντα
-μαζί και τα νεανικά μου χρόνια.

*Από τη σελίδα της Άννας Φλώρου Φλωράνς στο Facebook.

Χαρά Χρηστάρα, Ποιήματα

ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

Ελαφροκίνησε την άκρη
των δάχτυλων του ποδιού
κι έχυσε μέσα μου τον έρωτα
επάνω που κοιμόταν

το ανάκτορο του στήθους της
ανέμισε απ’ την αναπνοή της

ανοίγοντας τα βλέφαρα γίναν λουλούδια

έγινα δύτης στον ωκεανό της ομορφιάς
κι ο αφρός της επιφάνειας
τραγούδησε το όνομα
Αφροδίτη

αγγίζοντας το βάθος του κορμιού της
υψώθηκα
ως το μελάνι της γραφής

το τίναγμα του κεφαλιού της
μου υποσχέθηκε
μολύβι από τα βλέφαρά της

σταλαγματιές από τα μάτια της
στεριώσανε ένα σταλακτίτη

ανηφορίζοντας την απορία μου
την έσφιξα στην αγκαλιά μου

κι απ’ την ανάσα της
απελευθέρωσα φιλιά

*

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Λυγμός ανασηκώθηκε μέσα μου το άγγιγμά της
Στα μακριά της δάχτυλα χαμογελώντας τότε
κυλίστηκα στα πόδια της γεμάτη αναμονή

Ανάσες απ’ το βλέμμα της με φίλησαν στα μάτια
Ανυποψίαστα όνειρα τύλιξαν το κορμί της
Ο έρωτας ξεχύθηκε με ορμή στα βλέφαρά της

Κι ανηφορίσαμε μαζί

*

ΑΝΑΦΥΛΛΗΤΟ

Το φύλο της αναδεύτηκε
σαν αναφυλλητό
υψώθηκε ως τα μάτια μου
με φίλησε στο στόμα

η ηχηρή του αναπνοή
ξεπήδησε σαν δύτης
προβάλλοντας απ’ το νερό

ημερωμένη ύστερα
πέταξε ως τ’ αστέρια

*

ΜΕΣΗ ΛΥΣΗ

Σαν έπιασα στο χέρι το μολύβι
τα τιτιβίσματα καλοκαιριάτικων πουλιών
έψαλαν τη χαρά μου

Όμως η αποξένωση
από κρυφά κομμάτια του εαυτού μου
όρθωσε τείχος από θόρυβο
σαν πόλη πού γκρεμίζει ανελέητος σεισμός

Δεν μένει πια παρά να
πετάξω
στην τελική ευθεία του κινδύνου

αναζητώντας
τα στερνά μου απομεινάρια

αναχαιτίζοντας
την ιερή μανία τους
πού διαλύει τούς αρμούς
κάθε συνθετικής προσπάθειας
κάθε προσπάθειας μέσης λύσης

*

ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Στην αδελφή μου Χριστίνα

Ταξίδεψα σέ
λιβυκή χώρα ηβική
με πρόδωσαν
οι γερανοί του Ιβύκου

Τί απομένει;

Τις πύλες τού Άδη να περάσω
την Ευρυδίκη για να βρω
κρατώντας λύρα
με λυρικά τραγούδια
να ξορκίσω
τον Κέρβερο, τούς φύλακες και τούς θεούς
του Κάτω Κόσμου
μα στην επιστροφή να μην κοιτάξω πίσω

Δικιά μου η Ευρυδίκη
για να μείνει

*

ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ

Στην Κασσιανή Φελέκη

Μοναχικοί περίπατοι
στην παραλία των λέξεων

οι γλάροι πάνω από τη θάλασσα
κρωγμοί
λόγια ανείπωτα
πού έχουν έτσι μετεμψυχωθεί

κι άλλα πού έχουνε μεταναστεύσει
σέ κλίματα θερμά
σέ ξένους τόπους
απ’ οπού ο γυρισμός
είναι σαν χάντρα πού ακτινοβολεί
σαν δάκρυ
σαν διαμάντι

σαν πυρσός που σιγοκαίει
μα κινδυνεύει να φουντώσει
σαν χάδι
σα σιωπή

*Από το βιβλίο “Στον ύπνο της Αφροδίτης (1986-1990)”.

Nicanor Parra, Σόλο πιάνου

Μια κι η ζωή δεν είναι άλλο από μια μακρινή πράξη,
Λίγος αφρός που γυαλίζει μέσα σ’ ένα ποτήρι·
Μια καν τα δέντρα δεν είναι άλλο από έπιπλα που κουνιούνται:
Δεν είναι άλλο από καρέκλες και τραπέζια σε συνεχή κίνηση·
Μια κι εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε άλλο από όντα
(Όπως ο ίδιος ο θεός δεν είναι άλλο παρά θεός)
Μια και δε μιλάμε για να μας ακούσουν
Παρά για να μιλήσουν κι οι άλλοι
Κι ο ήχος έρχεται πριν από τις φωνές που τον παράγουν
Μια κι ούτε καν έχουμε την παρηγοριά ενός χάους
Στον κήπο που χασμουριέται και πλημμυρίζει αγέρα,
Ένα αίνιγμα που πρέπει να ξεδιαλύνουμε πριν πεθάνουμε
Για να μπορέσουμε να αναστηθούμε ήσυχα μετά
Όταν έχουμε χορτάσει τη γυναίκα·
Μια που υπάρχει και στην κόλαση ουρανός,
Επιτρέψτε μου να κάνω κι εγώ μερικά πράγματα:

Θέλω να κάνω φασαρία με τα πόδια μου
Θέλω η ψυχή μου να βρει το σώμα της.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα και αντιποιήματα”, εκδ. Εκάτη, 2002.

**Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Κατερίνα Φλωρά, Από μακριά

Αναζητώντας τις διαφορές
διαβαίνουμε εδώ και κει
με την προσμονή κάτι να αντικρύσουμε
που εντύπωση θα κάνει
Μοναδικό σπάνιο συναρπαστικό

Όμοιες οι ανάγκες των ανθρώπων
Απ’ άκρη σ’ άκρη
όσο μακριά κι αν φτάσουμε
Οι αποστάσεις τους ανθρώπους δεν αφορούν
μα τις συνθήκες· καταστάσεις που απομακρύνουν
και αποχρωματίζουν τον βαθύ πυρήνα της ύπαρξης

Charles Bukowski, Δύο ποιήματα

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ Ν’ ΑΝΤΕΞΩ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ

μαζεύτηκαν μερικές εκατοντάδες χαζών
γύρω απ’ τη χήνα που ‘σπασε το πόδι της
προσπαθώντας ν΄ αποφασίσουν
τι να κάνουν
όταν έφτασε ο φύλακας
και τράβηξε το κανόνι του
και το ζήτημα τέλειωσε
εκτός για μια γυναίκα
που βγήκε τρέχοντας από μια καλύβα
φωνάζοντας πως θα σκότωσε το ζωάκι της
όμως ο φύλακας χάιδεψε τον τελαμώνα του
και τής είπε
φίλα τον πισινό μου,
Πήγαινέ την στον πρόεδρο·
το πουλί έκλαιγε
κι εγώ δεν μπορώ ν’ αντέξω τα δάκρυα.
δίπλωσα τον καμβά μου
και προχώρησα παρακάτω:
Οι μπάσταρδοι είχαν καταστρέψει
το τοπίο μου,

*

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΦΗΜΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Κάθεται έξω απ΄ το παράθυρό μου τώρα
σαν μια γριά που πάει για ψώνια·
κάθεται και με κοιτά,
ιδρώνει νευρικά
μέσ’ από καλώδιο και καταχνιά και σκύλου γαύγισμα
ώσπου ξαφνικά
βροντώ την οθόνη με μια εφημερίδα
όπως χαστουκίζεις μια μύγα
και θα μπορούσες ν’ ακούσεις την κραυγή
πάνω από τούτη την άχαρη πόλη,
κι έπειτα έφυγε.

Ο τρόπος για να τελειώσεις ένα ποίημα
σαν κι αυτό
είναι να γίνεις άξαφνα ήσυχος.

*Από το βιβλίο “Μπουκόφσκι Επιλογή από το έργο του”, Εκδόσεις Μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1980.

**Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός.

Κώστας Κουκούλης (1955-2021), Ποιήματα

ΜΟΥ ΑΡΕΣΟΥΝ τα βουνά επειδή διαρκούν
αγαπώ τις θάλασσες γιατί μου μιλάνε»
και αν λατρεύω τον ουρανό
είναι που κάνει τη γη αισθητότερη.

*

α΄
Τόσες ιδέες
κι ούτε ένα όραμα
τόσοι στίχοι
κι ούτ’ ένα ποίημα.
και ν’ απομένεις
τόσες νύχτες
μες στη βαθύκολπη μοναξιά
μιλώντας πάντα
με ένα φεγγάρι παραπανίσιο.

*

στ΄
Την ώρα που τα περίπτερα αλαφρώνουν
από τις ειδήσεις της μέρας
στους δρόμους της πόλη καλπάζει
μια καθαρόαιμη νύχτα.
Μόνο τα αγάλματα την ακούν.

*

Α, ΠΟΛΙΤΕΙΑ
νόμιζα
όλα του ύπνου σου τα μυστικά
τα έχω μες στην τσέπη
και να που τώρα εδώ
αμήχανος στέκομαι
μια σκιά στην κλίση των κτιρίων
μία φωνή που πνίγεται
μέσα σε τρόπους δοκιμασμένους.
(Αν και υπάρχει πάντα δυνατότητα
για ένα νέο ποίημα
που θα αναπτύσσεται εντελώς και πρωτότυπα
σε chamois mat των εκατό γραμμαρίων)

*

ΔΕΝ ΘΑ ΓΕΡΑΣΕΙΣ ποτέ, σου έλεγα,
γιατί μετράς τα χρόνια σου μ’ αστέρια
και πως θα επιμένω να χαϊδεύω τα μαλλιά σου
που πάντα κάτι έχουνε να πουν του ανέμου.
Πού σε είδα τελευταία φορά;
Ήταν γκρίζα εποχή, ασπρόμαυρη μέρα
τα σύννεφα είχαν αποθέσει τη βροχή
ζεστή στις όψεις των κτιρίων – κι εγώ
μέσα στην μοναξιά την πολυώροφη
σε κοιτούσα σα να ‘χ’ απέναντι μου περιστέρια.
Τι ήταν που άκουσες και αυτά ταράχτηκαν
τι είδες
και μες στους ατμούς που ανάδιναν τα σώματα
τα λίγα φώτα σώπασαν
τι ευχήθηκες και τα οδόσημα άλλαξαν
για να σε ψάχνω
διαβαίνοντας από το σήμερα στο χτες
να ανεμίζεις των ηλικιών σου τα λάβαρα;
Τι; κι εγώ, εντός μου
διπλωνόμουν
χανόμουν
βυθιζόμουν
σαν σ’ ένα λογοπαίγνιο
με έλικες και κάλυκες –

*Από τη συλλογή, “Ειδωλοσκόπιο”, 1999.

Wole Soyinka, Εποχή

Η σκουριά είναι ωριμότητα, η σκουριά
Και το φθαρμένο φτερό του καλαμποκιού·
Η γύρη είναι ο πλεγμένος καιρός όταν τα χελιδόνια
Υφαίνουν κάποιο χορό
Φτερωμένων βελών
Νήμα από κοτσάνια καλαμποκιού στις φτερωτές
Λουρίδες του φωτός. Και μεις αρέσαμε να ακούμε
Τις κολλημένες φράσεις τ’ ανέμου, ν΄ ακούμε
Τις λίμες στο χωράφι, όπου τα φύλλα του καλαμποκιού
Τρυπούν σα φέτες του μπαμπού.

Τώρα είμαστε αποθηκάριοι,
Προσμένοντας σκουριά στους θήσσανους, τραβούμε
Λιγνές σκιές απ΄το σούρουπο, πλέκουμε
Ξερές αχυρένιες στέγες στον καπνό του ξύλου. Φορτωμένα κοτσάνια
Ιππεύουν την παρακμή του σπέρματος – περιμένουμε
Την υπόσχεση της σκουριάς.

*Ο Wole Soyinka (γεν. 1935) είναι ποιητής από τη Νιγηρία. Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανθολογία νέγρων ποιητών”, Εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969.
**Μετάφραση Αλέξης Τραϊανός.

Philip Lamantia, Ζώο παγιδευμένο στη δική του ονειροπόληση

Αναπνέει μέσα από τις πληγές του.
Τα βότανα που θα το γιάτρευαν σαπίζουν στον λαβύρινθο της φοβερής του πατούσας.
Ο ήλιος στέλνει ιαματικά ρεύματα στο ασταθές νησί κάτω από το βυθισμένο του δόντι.
Με αχάτες βροχής, ο σιβυλλικός κήπος (από τα λουλούδια ξεστομίζονται χρησμοί) συλλαμβάνει δηλητηριώδη αεριούχα ύδατα
που ταξιδεύουν στις φλέβες της γης.
Το ζώο, σαν σκοτεινιάζει το φως με μια σφαίρα του δικού αίματος,
διαβάζει στα τηλεοπτικά φύλλα:
-ΠΑΡΟΞΥΣΜΟΙ ΤΡΟΜΩΝ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ-
-ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ-
…και το χλοερό στόμα σχίζεται και ανοίγει υπογείως.

*Από το βιβλίο “Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς – Στοιχεία για την beat generation”, Εκδίσεις Κέδρος, 2010.
**Επιλογή, μετάφραση, εισαγωγή, κείμενα: Γιάννης Λειβαδάς.