Jorge Luis Borges, Ποίημα στους φίλους

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.
Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.
Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.

*Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.

Σαλώμη, Άστολοι 

Εμένα δε τολμώ να αγαπήσω
σφίγγω τα δόντια μέχρι να ματώσω
κι όταν αφήνομαι, ξεχνάω
ξεχνάω να χαμογελάω
ξεχνώ πως μ΄αγαπάς
όχι ακόμα, αλλά παντοτινά
όχι παράπλευρα, αλλά συνειδητά
ούτε με προϋποθέσεις και δεσμά

Η φωνή δεν τρέμει πια
τα δάκρυα έπαψαν να τρέχουν
μετράω 25 χρόνια πια
και σε κοιτώ κατάματα

Δεν υπάρχει σάλτσα και ντροπή
το τραπέζι μας ενώνει,
μαζί και το όνομα, τα μάτια, το μυαλό
σα να μοιάζουμε εν τέλει …

Η γλώσσα δεν πικραίνει όπως παλιά
δε σε φοβάμαι πια
υπάρχει σιγουριά στα λόγια μου,
μα δε φωνάζω, δε χρειάζεται
γιατί πλέον ακούς
είσαι εδώ, απέναντί μου
όχι στους εφιάλτες μου

Δε φλέγεται η καρδιά μου
δεν περιμένω χάδια και θαύματα, τα έχω ήδη
δεύτερη ευκαιρία; κερδισμένη
δεύτερη ζωή; ανανεωμένη

*Από εδώ: https://losinnuendos.com/2023/09/19/άστολοι-της-σαλώμης/#like-6433

Jack Micheline, Δύο ποιήματα

Δήλωση για την ποίηση


Ποίηση
είναι
οι βλέψεις
της απίστευτης
πραγματικότητας

Θα κάψουμε τις γέφυρες
και θα φτιάξουμε τις δικές μας

Ποίηση
είναι το συναίσθημα
ένα κονσέρτο
για τα αυτιά
για των τυφλών τα μάτια
δεν είναι των σημασιών οι άχρηστοι στίχοι
βρες την αλήθεια στην ψυχή σου
και φρόντισε τα λουλούδια


*


Έτσι γράφονται, φίλε μου, τα σπάνια ποιήματα


Τα βήματα συγκινούν την καρδιά
Η καρδιά φουντώνει τη φωτιά
Του νου τον καθρέφτη
Άκου τους ρυθμούς της ανάσας σου
Έτσι γράφονται τα σπάνια ποιήματα
Όχι με λέξeις μα με νότες περίεργες
Που κινούν την πένα πάνω στο χαρτί
Αυτό είναι το μάτι του κυκλώνα
Ο σεισμός
Το δώρο του θεού στη φύση
Αθανασία.

*Τα ποιήματα περιέχονται στο βιβλίο του Γιάννη Λειβαδά «Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς – Στοιχεία για την beat generation», εκδ. Κέδρος, 2010. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Karen Van Dyck, Two Poems

Karaghiozis

How heavy is my tiredness?
How much does it weigh?
Can the umbrella of my shadow puppet
keep me up tonight, hold me halfway
between the water and the Brooklyn bridge,
unfurl my manly skirts flapping in the wind –
foustanella, foustanella, can you keep me safe tonight?

E.L.I.A Collection

*

Compensation

for Katerina Anghelaki-Rooke

The rhyme of an uneven gait
is the measure of her poetry,
words that come from here and there
whose balance and proportion
owe everything to chance,
a wobbly joyousness that gasps for air
and comes up empty-handed,
only to dive down again for more.

If certain streets have traffic
and others less
this is not a condemnation of the whole.

The wildly loping hobble of the poet
does not mean she won’t arrive
in time for dinner.

*Karen Van Dyck has published an anthology of translations “Austerity Measures: New Greek Poetry” which won the London Hellenic Prize (2016). Her poetry has appeared in Tender, Locomotive and Poiitiki.

**Taken from https://ergon.scienzine.com/article/poetry/two-poems?fbclid=IwAR1bIIs6ZYeiX28b6VgytFd-WNah-56k6zgQj65PjDOjpmEB8juCZ9CdpY8

Γιώργος Αναγνώστου, Diasporic Anxiety [Διασπορική Ανησυχία]

Το γνωρίζουμε, και βέβαια το γνωρίζουμε
Μας στοιχειώνουν στοιχεία
Αποδείξεις τρανές
Της αλήθειας ο λέων εξαγριωμένος
βρυχάται πλέον.
Τα κλεμμένα εδώ, τα κλεμμένα εκεί
Τα τριπλά κλεμμένα παραπέρα
Κλαμένοι δημόσιοι πόροι
Δρόμοι κλανιά ασφάλτου χυμένη
Βρωμάει το κόλπο φακελάκια δυσωδίας
Εργολάβοι, ελεγκτές, πολυμήχανοι
μηχανικοί, περιφερόμενοι περιφερειακοί
εποχιακοί επαρχιακοί
Διπλής μόνωσης μεζονέτες
επ-ενδύσεις μπετόν αρμέ εν Αθήναις.
Mug-yeah, me, me!
(μαγκιά μου, ελληνιστί)
Τα κλεμμένα εδώ, τα κλεμμένα εκεί
Το κλασμένο δημόσιο χρήμα
Πράι-βετ Ριάλια Eστέιτ
Βίλλες plush, διαμερίσματα τώρα Airbnb plus
Κολασμένα.

*

Τους γνωρίζουμε, κάπως τους γνωρίζουμε
Μπορεί, ίσως, ίσως όχι
Μα να, σκάνε μύτη στην σκηνή
κάτι τύποι Ελληνοαμερικανοί
Jet lagged, ζαλισμένοι
Πarea ωραία, αστειάκια, θυμηδία
καλοκαιρινή, mojo αλχημιστές
το καλεί η επιστροφή. Υπερφορτωμένοι
ως επί το πλείστον––Didn’t look up
minded the gap––
ροδάκια τους δρομολογούν
εκεί που έχουν φυσήξει στο περίπου
του Airbnb το ζάρι
η έρμα νέα ξενιτιά
κατάλυμα
να βρει.

Σύννεφα λοιπόν διακρίνονται, το κέφι σκιάζουν.
Παίρνει το μάτι μας το κοινό τους μερτικό
Άκληροι, απουσία στέγης κληρονομημένης
σταθερή η μέσα τους μελαγχολία.
Φαντάσματα φτώχειας παλιάς το
θέμα προκαλεί, μνήμες γονέων εργατιάς
πληγές άγνωστες σ΄αυτές η λέξη νοσταλγία.

*

Βάσανο επίσης οικείο, στριγκλίζει άγχος του καταλύματος η τιμή.
Άσχετοι με την πρώτη μας στροφή
βλέπετε δεν είναι––ψαγμένους τους βρίσκω
περί άπληστων ληστών, της
θείας τους τώρα Κώσταινας άπλυτων γλουτών.
Ανίσχυροι όμως, ξένοι στο παζάρι
heir-bee & bee, ανήσυχοι
Αφόρητη υποψία
Μέλισσας κεντρί στα σωθικά
μη και
Σε κάποιου σύγχρονου μπέη που το
πλιάτσικο το έκανε ρίμα
––Λουτρό πλούτου, δημόσιο τσίρκο
λεηλασία γης αρπακτικό ρήμα
––Άρπαξε φιλέτο, παραβίασε ρήτρα
Σε αυτού τα τσιφλίκια δόλου
τα $άκια τους––με ιδρώτα μουλιασμένα
σε χλωρίνη πισίνας εξατμισθούν
σε χρυσαφένιες ξαπλώστρες βουτάνιο για πούρα…

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://diasporic-skopia.blogspot.com/2023/09/diasporic-anxiety.html?fbclid=IwAR1YrUvJniWRe–3HwQ4mtbO69DCC5ruCBC7Fc8SQ2U67bFA1Jg_VmGKn2oψ


Marin Sorescu, The wind / Ανεμος

He collects leaves,
puts them together,
paper in red, blue, green,
written on sheets,
pushpins stuck in them.

Passing by he bends,
about books.
his lifelong,
my God, so much paper!
so many rags!

He collects them,
bundles them
day in and day out, his entire life -.
You ask “Where to?”’
“Nowhere, I throw them away.

*

ΑΝΕΜΟΣ

Μαζεύει τα φύλλα
κάνει ένα σωρό
σε κόκκινο χαρτί, μπλέ, πράσινο
τα στερεώνει σε φύλλα χαρτιού
με καρφίτσες
καθώς περνά σκύβει
πάνω απ’ τα βιβλία
ολόκληρης ζωής
Θεέ μου, τόση χαρτούρα
τόσα κουρέλια
τα μαζεύει
τα ταχτοποιεί
κάθε μέρα, όλη μέρα, όλη του τη ζωή
και ρωτάς: για ποιό σκοπό;
Δεν υπάρχει λόγος, τα σκορπίζω ένα γύρο

*Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης / Translation: Manolis Aligizakis

Ανέστης Ευαγγέλου (1956-1993), Τρία ποιήματα

ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ

Πόσες φορές δε σ΄αναζήτησα μέσα στον ύπνο,
παλιά, ξεχασμένη μορφή, αγλαϊσμένη από το χρόνο·
πόσες φορές καραδοκώντας στις σκοτεινές γωνιές της μνήμης
πέφτοντας πάνω μου μ’ όλο το αιθέριο βάρος σου
δείχνοντας αδυσώπητα το σκεπασμένο πρόσωπό μου
σαρκάζοντας τα συντριμμένα μέλη.

Πόσες φορές
παλιά, ξεχασμένη μορφή, ανάμνηση
του τι υπήρξαμε κάποτε.

*

ΕΔΩ

Εδώ που βρίσκομαι τώρα, μέσα μ’ αυτούς
τους σκοτεινούς λασπωμένους δρόμους όπου προχωρούμε,
όλο προχωρούμε μέσ’ από γούβες ψηλαφώντας,
τυφλοί μές στο σκοτάδι και την καταχνιά
βουτώντας ώς τα γόνατα στην παχιά λάση-
εδώ που βρίσκομαι σε σάς μιλώ
εγώ ο φτωχός καθώς εσείς, ο έρημος,
γυμνός μέσα στα βρώμικα νερά σε σάς μιλώ
εδώ που τώρα βρίσκομαι, εδώ
που τα κοράκια διεκδικούν το σώμα μου και την ψυχή μου.

*

ΠΡΟΛΑΒΕ ΠΟΙΗΣΗ

Τούτη την τελευταία ώρα που νιώθω κιόλας
να τρίζουν τα θεμέλιά μου, που ακούω
οι μυστικοί μου αρμοί να παίζουν, απειλώντας με
κάθε στιγμή να πέσω και να σωριαστώ-
τούτη την ύστατη ώρα
πρόλαβε, ποίηση
λέξεις
αίμα από το αίμα μου
από τη σάρκα μου σάρκα
πρόλαβε, ποίηση
πριν έρθει η νύχτα
να διασώσω κάτι από το προσωπό μου

*Από τη συλλογή “Περιγραφή εξώσεως”, 1960.

Αλέκος Λούντζης, Σημείο φυγής

Γδέρνεις την επιφάνεια με το νύχι
όλο και πιο μακάβρια η άσκηση
πόσος εαυτός κάτω απ’ τα στερεότυπα
φεύγει σάρκα μαζί με κάθε ράμμα

στροφή τριάντα μοιρών
ακριβώς στο σημείο φυγής
όχι προς θεού να γυρίσεις το μάγουλο
Απλώς να δείξει το καλό προφίλ

Όταν ο φακός εστιάζει
κάθε αντίθεση βγάζει μάτι
ανά ζεύγος, τάξη και γωνία λήψης
Στενός παράδεισος μικρών διαφορών

Όσο απομακρύνεται
παγώνει και αποτυπώνει
συνοικίες σαν ρυτίδες στο μέτωπο
αυτών, ημών, των άλλων

Ίλιγγος σε δέσμη από κουκκίδες
Κάθε παύση ανυπόφορη
κάθε υποσημείωση
ορφανή από αναφορά

Οι επόμενοι
αναμενόμενοι
όσο εμείς

Ό,τι ακολουθεί διαμείφθηκε εν τω μεταξύ

στην εμμενή απόπειρα να βρεις
Μια ελάχιστη ρωγμή
για να μη μείνουν όλα στη θέση τους.

*Από τη συλλογή “Οι επόμενοι εμείς”, εκδ. Στιγμός, 2021.

Θένια Πραντίκου – Μαρία Μπουσδέκη, Δύο ποιήματα

Μαμά Μάγδα

Αν μια μέρα χτυπήσει το τηλέφωνο
Αν μια μέρα σου πουν πως είμαι πλέον αιχμάλωτη
Αν μια μέρα σου πουν πως με χτύπησαν βαριά
Αν μια μέρα σου πουν πως με σκότωσαν
Ένα πράγμα θέλω, μάνα
Στάσου σαν κι εκείνη

*

Οι μέρες τους

Οι μέρες τους
Εκείνες οι πολύ ζεστές
Ή χειρότερα οι βροχερές
Ή οι χιονισμένες
Εκείνες που τελικά γυρίζουν σπίτι
Κάποιοι
Οι μέρες αυτές που παύουν να περνιούνται για άνθρωποι
Οι μέρες εκείνες που κάποιοι πλουτίζουν και άλλοι
ικανοποιούν την ανάγκη τους να τους υπηρετούν
Οι μέρες τους αυτές είναι εφιάλτες
Μα μια μέρα δε θα δουλέψουν
Μια μέρα σαν εκείνη θα κατέβουν χιλιάδες μαζί τους
σε δύο ρόδες
Και θα πληρώσουν οι υπαίτιοι για αυτές τις μέρες που
η καρδιά τους κι η καρδιά μας
χτυπούσε δυνατά
μην τυχόν και κάτι πάθουν

*Από τη συλλογή “Λέξεις που γεννήθηκαν στο δρόμο”, εκδ. Δυσήνιος Τύπος, 2022.

Ελευθερία Θάνογλου, Οι μέρες μίκρυναν για μεγάλες επαναστάσεις

Κι όμως
κάτι ακούστηκε
κείνο το βράδυ που μας πλησίαζε το κακό˙
κείνος ο κρότος, σα σπάσιμο
ξερού κλαδιού πίσω απ’ τα δέντρα˙
αλλά εμείς είχαμε ξεχάσει από καιρό
ν’ αναγνωρίζουμε τέτοιους ήχους.
Κι όμως
κάτι ξεχωρίσαμε
κείνο το βράδυ˙
μα είναι υπόθεση σοβαρή για έναν τυφλό
ν’ αναγνωρίσει το σκοτάδι μέσα στο σκοτάδι
και το ψηλάφισμα θέλει χέρια ζωντανά.
Ν΄ ανοίξουμε, μας είπαν, έναν λάκκο,
σαν βάρος περιττό πετάξαμε τα δικά μας.
Δυο άκρα κρεμασμένα, μας είπαν, τι οφελούν;
Τα δάση πλέον καίγονται χωρίς το τρίξιμο δυο ξύλων.
Τι οφελούν λοιπόν;
Γροθιά τώρα κανείς δε βρίσκει υψωμένη.
Κι όμως
κάτι σα να υποπτευθήκαμε
κείνο το βράδυ.

*Από τη συλλογή “Οι τίμιοι ψεύτες – Μια τραγική ιστορία ενός κωμικού ανθρώπου”, εκδ. ΑΩ, 2023.