Vicente Huidobro, Total

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Φτάνουν πια οι μερίδες ανθρώπου και οι γουλίτσες ζωής, που μας σερβίρετε. Πάψτε να κομματιάζετε τον άνθρωπο, την γη, την θάλασσα και τον ουρανό.

Αρκετά με τ’ αποσπάσματα και τις λεπτές φωνούλες σας που μας μιλούν για μια γωνίτσα της καρδιάς σας και για ένα δαχτυλάκι τόσο δα.

Δεν μπορείτε να διαιρέσετε τον άνθρωπο, γιατί υπάρχει ολόκληρο το σύμπαν με τ’ αστέρια, τα βουνά, την θάλασσα, τα δάση, τη μέρα και τη νύχτα.

Αρκετά με τους πολέμους σας κάτω από το δέρμα σας ή μερικά βήματα έξω από το δέρμα σας.

Το στήθος ενάντια στο κεφάλι, το κεφάλι ενάντια στο στήθος.

Το μάτι ενάντια στο αυτί, το αυτί ενάντια στο μάτι.

Το δεξί χέρι ενάντια στο αριστερό, το αριστερό χέρι ενάντια στο δεξί.

Το συναίσθημα ενάντια στην λογική, η λογική ενάντια στο συναίσθημα.

Το πνεύμα ενάντια στην ύλη, η ύλη ενάντια στο πνεύμα.

Η πραγματικότητα ενάντια στο όνειρο, το όνειρο ενάντια στην πραγματικότητα.

Το συγκεκριμένο ενάντια στο αφηρημένο, το αφηρημένο ενάντια στο συγκεκριμένο.

Η μέρα ενάντια στην νύχτα, η νύχτα ενάντια στη μέρα.

Ο Βορράς ενάντια στον Νότο, ο Νότος ενάντια στον Βορρά.

Επιτέλους δεν μπορείτε μια φορά να δώσετε έναν άνθρωπο, έναν ολόκληρο άνθρωπο, έναν ακέραιο άνθρωπο;

Το μονότονο καναρίνι της φωνής σας αρρωσταίνει τον κόσμο. Έχετε φωνή πριγκιπική, ενώ θα έπρεπε να έχετε ανθρώπινη φωνή.

Καλύτερα ν’ ακούς να μιλάει ένας λιθοξόος· αυτός τουλάχιστον βιώνει τον θυμό του και ξέρει την μοίρα του, έχει πάθος και θέλει να πετάξει από πάνω του τους περιορισμούς.

Αντίθετα, εσείς δεν δίνεται το μέγα λόγο που σαλεύει στα σπλάχνα σας. Δεν ξέρετε πώς να την αποκαλύψετε.

Τον μέγα λόγο που θα γίνει κραυγή του ανθρώπου – ν’ ακουστεί στην απεραντοσύνη, ουρλιαχτό των ηπείρων και των θαλασσών – να μαργώσει ο ουρανός και να ξυπνήσει η γη· θα γίνει τραγούδι – να υλοποιήσει το μεγάλο όνειρό του: το τραγούδι της νέας συνείδησης, τ’ ολόκληρο τραγούδι του ολόκληρου ανθρώπου.

Ο κόσμος σάς γυρίζει την πλάτη, ποιητές, επειδή η γλώσσα σας είναι πάρα πολύ μικρή, πάρα πολύ προσκολλημένη στο ασήμαντο εγώ σας, πάρα πολύ εκλεπτυσμένη από τις συνεχείς γλυκανάλατες εξομολογήσεις σας. Έχετε χάσει την αίσθηση της ενότητας, έχετε ξεχάσει τον δημιουργικό λόγο.

Τον συμπαντικό λόγο, τον λόγο όπου μέσα του αρμενίζουν οι κόσμοι άπαντες. Επειδή στην αρχή ήταν ο λόγος και στο τέλος ο λόγος θα είναι.

Μια μεγάλη, ήρεμη, φωνή, ορμή δίχως ματαιοδοξία.

Η φωνή ενός νέου αναδυόμενου πολιτισμού, η φωνή ενός κόσμου ανθρώπων, όχι τάξεων. Η φωνή ενός ποιητή που ανήκει στην ανθρωπότητα και όχι σε μια συγκεκριμένη φυλή. Ως ειδικού, το πρώτο σου ειδικό αντικείμενο, ποιητή, είναι ένα ανθρώπινο ον, πλήρως ανθρώπινο. Δεν χρειάζεται ν’ αρνηθείς το γραφείο σου· αλλά το γραφείο σου είναι γραφείο ανθρώπου κι όχι λουλουδιού.

Ούτε εσωτερικός ευνουχισμός του ανθρώπου ούτε εξωτερικός του κόσμου. Ούτε πνευματικός ούτε κοινωνικός ευνουχισμός.

Μετά από τόσες θέσεις κι αντιθέσεις, ήρθε η ώρα της μεγάλης σύνθεσης.

Η εποχή μας έχει επίσης όμορφα κεφάλια μπαμπακιάς. Μπαμπάκι με πύρινες αξιώσεις, αλλά και απίστευτα υδρόφιλο.

Ναι, ναι, ξέρω! Το μέτρο, το περίφημο μέτρο. Είστε όλοι πολύ μετρημένοι. Αν δεν πρόκειται για δικαιολογία ή τεχνική απόκρυψης του μέσα σας κενού – αναλόγως την περίπτωση.

Γεννηθήκατε την εποχή που ανακαλύφθηκε το μέτρο. Είστε όλοι ένα και εξήντα οκτώ και φοβάστε μην χτυπήσετε το κεφάλι σας στο ταβάνι.

Αλλά χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο χωρίς φόβο. Θέλουμε ένα ευρύ συνθετικό πνεύμα, έναν ολόκληρο άνθρωπο, έναν άνθρωπο που θα εκφράσει ολόκληρη την εποχή μας, όπως εκείνοι οι μεγάλοι ποιητές που έγιναν φωνή της εποχής τους.

Τον περιμένουμε με αυτιά ορθάνοιχτα, όπως του έρωτα η αγκαλιά.

*Το Total [Όλον] είναι το συντομότερο από τα πολλά μανιφέστα που δημοσίευσε ο Χιλιανός ποιητής Vicente Huidobro [1893-1948] στο σύντομο, αλλά πλούσιο σε καρπούς, πέρασμά του από το στερέωμα της τραγικής κοσμογονίας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός, κριτικός και φιλόσοφος, ο Huidobro υπήρξε εξέχουσα μορφή της ευρωπαϊκής ποιητικής Avant-garde, την οποία εισήγαγε στη Χιλή, με τη μορφή του δικής του έμπνευσης Δημιουργισμού [Creacionismο], εγκαινιάζοντας μια πραγματική ποιητική άνοιξη στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ο Δημιουργισμός, σαν ποιητική «μέθοδος» δεν απέδωσε σπουδαίους καρπούς – ούτε στην ποίηση του ίδιου του Huidobro· ποίηση εντυπωσιακή, υψηλών μορφικών και ιδεολογικών προδιαγραφών, αλλά ελάχιστα «Δημιουργιστική», με την αυστηρή έννοια. Αντίθετα, σαν αισθητική θεωρία ο Δημιουργισμός απελευθέρωσε ορισμένες δυνάμεις σημαντικότερες ή τουλάχιστον πιο ανθεκτικές από τις δυνάμεις που απελευθέρωσαν ο Φουτουρισμός, το Νταντά και ο Υπερρεαλισμός. Αυτό συνέβη επειδή στον πυρήνα του Δημιουργισμού δεν βρισκόταν το σύνηθες ζήτημα της σχέσης του ποιητή με το ποίημα, αλλά το ζήτημα της σχέσης του ποιήματος με τον λεγόμενο αντικειμενικό κόσμο: «Η ηγεμονία της λογοτεχνίας τελείωσε», έγραφε Huidobro στο κείμενό του El Creacionismo (1925). «Ο 20ός αιώνας θα πρέπει να γεννήσει την ηγεμονία της ποίησης με την πραγματική έννοια της λέξης – του ποιείν, δηλαδή, όπως το εννοούσαν οι Έλληνες. Το μόνο που πρέπει να ενδιαφέρει τους ποιητές είναι το ποιείν και η απόρριψη –σε όλη την διαδικασία του ποιείν– κάθε ερμηνείας, κάθε περιρρέοντος ποιητικού προτύπου. Το ποίημα ενάντια στο τραγούδι. Η πρώτη προϋπόθεση για να είναι κανείς ποιητής είναι να ποιεί· η δεύτερη: να ποιεί και η τρίτη να ποιεί. Αν ο άνθρωπος έχει δαμάσει τα τρία βασίλεια της φύσης, το ορυκτό, το φυτικό και το ζωικό, γιατί να μην μπορεί να προσθέσει στις σφαίρες του σύμπαντος και το δικό του βασίλειο, το βασίλειο των ποιημάτων του; Ο άνθρωπος έχει επινοήσει μια εντελώς νέα πανίδα που περπατάει, πετάει, πλέει και γεμίζει τη γη, τον αιθέρα και τις θάλασσες με τους ξέφρενους καλπασμούς, τους αλαλαγμούς και τις θρηνητικές κραυγές της. Ό,τι έγινε στην τεχνολογία μπορεί να γίνει και στην ποίηση. Θα σας πω αμέσως τι εννοώ με τον όρο: πεποιημένο ποίημα. Είναι ένα ποίημα του οποίου κάθε τμήμα αλλά και το σύνολο, δείχνουν μια νέα πραγματικότητα, ανεξάρτητη από τον εξωτερικό κόσμο, ανεξάρτητη από οποιαδήποτε άλλη πραγματικότητα εκτός από αυτήν την ίδια· μια πραγματικότητα που παίρνει την θέση της στον κόσμο ως ιδιαίτερο φαινόμενο, απολύτως διακριτό από οποιοδήποτε άλλο. Αυτό το ποίημα δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο στο κεφάλι του ποιητή. Και δεν είναι όμορφο επειδή μας θυμίζει κάτι, επειδή μας παραπέμπει σε όμορφα στην όψη πράγματα ούτε επειδή μας παριστά όμορφα πράγματα που μπορούμε να τα δούμε με τα ίδια μας τα μάτια. Είναι όμορφο καθεαυτό και δεν επιδέχεται σύγκρισης. Ούτε μπορεί να νοηθεί εκτός βιβλίου. Τίποτα δεν του μοιάζει στον εξωτερικό κόσμο· καθιστά πραγματικό αυτό που δεν υπάρχει· σαν να λέμε θεμελιώνει την ίδια του την πραγματικότητα. Ποιεί το θαυμάσιο και του δίνει ζωή. Ποιεί εξαιρετικές καταστάσεις που δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν στον αντικειμενικό κόσμο – καταστάσεις που αντλούν την ύπαρξή τους από την ύπαρξη του ποιήματος. Ένας ποιητής πρέπει να λέει πράγματα που δεν θα λέγονταν ποτέ χωρίς αυτόν. Τα πεποιημένα ποιήματα αποκτούν κοσμογονικές διαστάσεις· δίνουν κάθε στιγμή το πραγματικά Υπέροχο, το υπέροχο το οποίο τα κείμενα μάς παρουσιάζουν με τόσο λίγο πειστικά παραδείγματα. Δεν πρόκειται για ένα συναρπαστικό και μεγαλεπήβολο Υπέροχο, αλλά για ένα Υπέροχο χωρίς τα στοιχεία της προσποίησης και του τρόμου· ένα Υπέροχο που δεν ζητάει να υπερφαλαγγίσει, να συντρίψει τον αναγνώστη: ένα Υπέροχο τσέπης. Το πεποιημένο ποίημα αποτελείται από πεποιημένες εικόνες, πεποιημένες καταστάσεις, πεποιημένες ιδέες· δεν χαρίζεται στα στοιχεία της παραδοσιακής ποίησης, εκτός από εκείνα που είναι απολύτως πεποιημένα – δεν σκοτίζεται για την πραγματικότητα και την αλήθεια που προηγούνται της υλοποίησής του». Το Total πρωτοδημοσιεύτηκε στα γαλλικά, στο τεύχος Ιουνίου του 1932, της παρισινής επιθεώρησης Vertigral και την επομένη χρονιά στο ημερολόγιο La Naciόn του Buenos Aires, στα Ισπανικά. Η παρούσα μετάφραση έγινε από την έκδοση: Vicente Huidobro – Obra Selecta. Ed. L. N. Orta. Caracas, Fundacion Biblioteca Ayacuch, 1989.

**Από εδώ: Τα Ποιητικά, τχ. 26, Ιούνιος 2017, σελ. 16. https://tapoiitika.wordpress.com/μεταφρασμένη-ποίηση/vincente-huidobro/

Γιώργος Κοζίας, Τέσσερα ποιήματα

ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ ΧΟΡΟΣ

Τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας
σʼ ένα φουτουριστικό καμπαρέ
χορεύεις τέσσερα επεισόδια
απ΄ τις κακές πράξεις του Σατανά
μόνη στο χλωμό φεγγάρι.
Χορεύεις στη λέσχη των εκκεντρικών
μικρή αλεπού Σαλώμη
ζητώντας πάλι το κεφάλι του Ιωάννη Βαπτιστή.

*

ΨΙΘΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΞΑΡΣΗ

Βιολέτες πνίγονται στη στάχτη.
Τεράστιοι καπνοί από σονέτα και πρελούδια
κόβουν τον πάγο σαν διαμάντια.
Μαύρα κερκέλια έρχονται και φεύγουν.
Σαν τραπουλόχαρτα σε χέρια λεπρού.

*

ΤΟ ΚΙΒΟΥΡΙ

Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι. Ήπια ένα ζεστό. Κοίταξα το
ρολόι. Άρπαξα το παλτό. Έβαλα το καπέλο μου. Βγήκα
έξω. Πρόλαβα το κιβούρι. Ανέβηκα πάνω. Έκανα τσιγάρο.
Κάποιος έσκουξε. Χάθηκε το φεγγάρι. Τότε πρόσεξα το
κιβούρι ν’ αλλάζει μέσα στον ζωολογικό κήπο.

*

BLOW OUT

Κομμάτια σάπιου χόρτου ανεβαίνουν
στον ουρανό.
Νυχτερινές λάμψεις ερεθίζουν
τους ζηλωτές.
Η μικρή πόρνη φέρνει τούμπες
στο μπλε του κοβαλτίου.

*Από τη συλλογή «Ζωολογικός κήπος», εκδ. Στιγμή 1989, Αθήνα (εξαντλημένο).

Thór Stefánsson, God

Most of the time,
man steers his ship
by the middle course
without much difficulty,
as if his experience
had put him on automatic pilot
of human reason,
tolerance, and love.
But sometimes it‘s like
an invisible, inhuman hand
disconnects the automatic pilot
and steers the ship deliberately
right onto the rocks and blows up the mountain
with the people of the country.
along with the crew of the ship
in an uncontrollable outburst of rage.
Most of the time,
the hand uses
the name of God.

ΘΕΟΣ

Συχνά ο άνθρωπος στο μέσο δρόμο
οδηγεί το πλοίο του
και δίχως δυσκολία
αυτόματος πιλότος οδηγούμενος
απ’ το λογικό, υπομονή κι αγάπη.
Κι άλλες φορές ένα αόρατο χέρι
αποσυνδέει τον αυτόματο πιλότο
και κατευθύνει το πλοίο του
στα βράχια και στο βουνό να εκτιναχτεί
μ’ όλον τον πληθυσμό του τόπου
και με το πλήρωμα
σε πανικό αλλοπρόσαλο.
Τις πιο πολλές φορές
όλα τα κάνει στ’ όνομα
του Θεού.

*Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

Παύλος Δ. Πέζαρος, Τρία ποιήματα

ΖΩΗ

Στα γόνατ’ αφή-
νεται καινούργια αγάπη.
Μας ψαχουλεύει.

Στο χέρι η ζωή
τη μοίρα μας μετράει.
Την προεκτείνει.

Μου’ κανες μάγια.
Κότσυφες κελαηδάνε
κι εγώ καθεύδω.

Το χιόνι που ‘ρθε,
χαλάκι στην άνοιξη
για να πατήσει.

Φυσάει μελτέμι.
Το τραγούδι της ζωής
τρελαίνει γλάρους.

(Γλασκόβη 14/2/2019-11/6/2020)

*

ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ

Σκοτάδι πολύ διαχέουν τα σπλάχνα μας.
Κι ο θάνατος έρχεται πάντα τη νύχτα,
με την αγωνία του σούρουπου
χαρακωμένη στα βουλιαγμένα μάγουλα
αυτών που φεύγουν κι αυτών που περιμένουν
το απροσδόκητο.

(Ιούνιος 1993-2017)

*

ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ

Τι μεταλλάξεις είναι αυτές,
τι νέες ποικιλίες;

Τα σημερνά χρυσάνθεμα
χάσανε την παλιά τους μυρωδιά,
μικρύνανε κι αυτά,
ολίγιστα,
όπως ο χρόνος μας.

Όμως και σήμερα ξακολουθούν
κάπως ν΄ανθίζουν.

(Φθινόπωρο 2019-2021)

*Από τη συλλογή “Υγρός Αμφιβληστροειδής”, εκδ. Κουκκίδα, 2023.

Λένα Καλλέργη, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ

Όπως τα πλοία, έτσι και οι γλώσσες
παλεύουν με τον άνεμο.

Στο κύτος ενός στόματος
σμιλεύουν τον αέρα σε ταξίδι.

Στέλνουν μηνύματα στον κόσμο ιπτάμενα
νοήματα σε αφρούς και φυσαλίδες.

Χάνουν τα λόγια τους όταν φυσάει πολύ
κι όταν γερνούν, χάνουν το πλήρωμά τους.

Κι όταν αλλάζει το τραγούδι οδηγό
και δεν πηγαίνει πια με την ανάσα

γίνονται μαύρα σημάδια
σε ορίζοντα σελίδας.

*

ΟΧΘΕΣ

Ανάμεσά μας βρίσκεται
μια γλώσσα
και μια θάλασσα.

Κοιταζόμαστε
μέσα από πάχνες πρωινές
και δειλινά κοραλλένια.

Συλλαβίζουμε δίχως κουπιά.
Αν μπόρεσε ο άνεμος, μπορούμε κι εμείς.

Άλλοι μετακινούν βουνά, καλλιεργούν πεδιάδες.
Άλλοι προσεύχονται για μια αλμυρή βροχή.

Εμείς μένουμε απέναντι,
Επινοούμε τρόπους.

Είμαστε οι παρυφές αυτού που μας χωρίζει.
Μαζί, μας βλέπουν μόνο τα πουλιά.

Φανταζόμαστε
πως θα χτίσουμε γέφυρες
με λόγια και νερό.

*Από τη συλλογή “Περισσεύει ένα πλοίο”, εκδ. Μονόκλ, 2023.

Έκτωρ Κακναβάτος, Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου

Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ’αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου
από πλευρό ανοιχτό του αίλουρου,
της ανηφόρας
απ’τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.

Μην ξεχάσεις φτυσ’τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
η κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

Θεοδώρα Βαγιώτη, [ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΟΡΦΕΑ]

Άλλοι λένε τι θα πει εκείνο
ή το άλλο
ορίζουν με γένος και
ειδοποιό διαφορά
θυμούνται ένα αξίωμα
μια φυσική του ουρανού
κάνουν πυροστιά
με λέξεις από γνώση που
δεν άκουσα ποτέ μου

μερικοί τραγουδούν
μ’ έναν κόμπο στο λαιμό
μπροστά σε ένα κοινό
που κοιμήθηκε για πάντα
ή πέθανε όπως πεθαίνουν
οι τόποι των πανάρχαιων
δραμάτων

υποκρίνονται με ένα γελαστό
προσωπείο κι έξω δε σταματάει
να βρέχει μια βροχή που καίει
τις μάταιες τούτες σκέψεις
που ήρθαν απόψε
με διάθεση να με ξεκάνουν

εγώ είμαι σαλτιμπάγκος
-αντιστέκομαι-
ή ιερή δούλα των απανταχού
αμίσθωτων ποιητών
ορίζω το επέκεινα ως αυτό
που διαπέρασε απόψε το σώμα μου
και με πόνεσε στον θώρακα
στο κεφάλι
στις φτέρνες
κι εδώ, μη σφίγγεις
κι εδώ, πιάσε με

Ζωή Καραπατάκη, Τρία ποιήματα

Roberto Rauschenberg, Opera Charlene (1954)

ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Μόλις ακόνισα το μαχαίρι
με τη λαβή του – στο χρώμα του θαλασσινού νερού
τα ψάρια μπροστά μου γυαλοκοπάνε
-σκάροι είναι-
το κόκκινό τους, αριστοκρατικό το λες
Μια μυρωδιά πελάγους
κολλάει στα ρουθούνια
αναπνέω βαθιά κι αναρωτιέμαι
μα πώς είναι τόσο αναζωογονητική;
ακόμα και πάνω απ’ τους νεκρούς
σκάρους…

*
ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

Ζεσταίνω τις λέξεις
δίπλα στο αναμμένο τσιγάρο
εδώ και ώρα
μέχρι να διασταλούν
και ήσυχα περιμένω τη στιγμή
που θα εκτραπούν
και θ ‘ αρχίσουν τις
εκμυστηρεύσεις

*

ΠΡΟΤΑΣΗ

Εσύ γίνε ο φλεγόμενος τροχός
που λάμπει
και εγώ θα περάσω
μέσα από τις φλόγες σου.
Για το παιγνίδι μόνο
αφού αυτό είναι η ειδοποιός διαφορά
ανάμεσα
στο είναι και στο ουδέν

Refaat Alareer, Αν είναι να πεθάνω

Αν είναι να πεθάνω εγώ,
εσύ πρέπει να ζήσεις,
την ιστορία μου να πεις,
τα υπάρχοντά μου να πουλήσεις.
Να αγοράσεις και πανί
Να αγοράσεις και σχοινί
(λευκός να γίνει, με μεγάλη ουρά) –
ώστε ένα παιδί, κάπου στη Γάζα,
καθώς κυττάει κατάματα την πύλη του ουρανού,
προσμένοντας τον πατέρα του
που έφυγε μέσα σε μια λάμψη,
να γυρίσει,
τον πατέρα του που δεν αποχαιρέτησε κανέναν,
ούτε τη σάρκα της σαρκός του,
ούτε τον εαυτό του κάν –
καθώς κυττάει το παιδί τον αετό,
τον αετό που ζήτησα να μου φτιάξεις,
να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά,
να πιστέψει, έστω για μια στιγμή,
ότι δεν είναι ένα λευκό πανί,
αλλά ένας Άγγελος,
που πάει να φέρει πίσω την αγάπη.
Αν είναι να πεθάνω,
πρέπει να φέρω πίσω την ελπίδα.
Πρέπει. Σαν παραμύθι.

*Ο Refaat Alareer, διακεκριμένος διανοούμενος, ακαδημαϊκός δάσκαλος και ποιητής, δολοφονήθηκε στη Γάζα με την οικογένειά του από τις σιωνιστικές βόμβες.
**Απόδοση: Β. Α. Λάππα.

Arseny Tarkovsky, Ποιητές

Τ’ αστέρια ανταλλάσουμε με κλαρινέτα πουλιών
Και τις φλογέρες, όσο ακόμη ζουν οι ποιητές,
Και τις φλογέρες – με τα μπλε χνούδια των λουλουδιών
Τις ροκάνες των τζιτζικιών και τα μαστίγια των βοσκών.

Το τρομερό να σκέφτεται κανείς, ότι αλλάξαμε
Τους ρυθμούς, που τόση θλίψη είχαν,
Τη φωνή, με τον συριγμό και το μέταλλο,
Με τις ρίζες της υπόγειας τομής.

Μας αγαπούσατε και μας παινεύατε,
Μα τώρα αναπαύεστε ο ένας δίπλα στο μνήμα του άλλου
Και σιωπηλά ταξιδεύετε, με πλοία που γέρνουν,
Ο θεριστής και ο ψάλτης και ο ξυλουργός βασιλιάς.

1958