Andre Breton, Δύο ποιήματα

ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

Πάντα για πρώτη φορά
Μετά βίας σε γνωρίζω εξ όψεως
Επιστρέφεις εκείνη την ώρα της νύχτας σε ένα σπίτι
πλάγια απ’ το παράθυρό μου
Σπίτι ολάκερα φανταστικό
Είναι εκεί που από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο
Μέσα στο απαράβατο σκοτάδι
Περιμένω να συμβεί μία φορά ακόμα το συναρπαστικό ρήγμα
Το ρήγμα το μοναδικό
Στην πρόσοψη και στην καρδιά μου
Όσο πιο κοντά σου έρχομαι
Στην πραγματικότητα
Όσο περισσότερο το κλειδί τραγουδά στην πόρτα του άγνωστου δωματίου
Όπου μου φανερώνεσαι μονάχη
Στην αρχή ενώνεσαι ακέραιη με τη φωτεινή
Τη φευγαλέα γωνία μιας κουρτίνας
Είναι χωράφι γιασεμιών που ατένισα χαράματα
σε ένα δρόμο στα περίχωρα της Grasse
Με το διαγώνιο ράπισμα των κοριτσιών ενώ συλλέγουν
Πίσω τους τα σκοτεινά να πέφτουνε φτερά των γυμνωμένων φυτών
Μπροστά τους η πλατεία εκτυφλωτικού φωτός
Η αυλαία αόρατα ανεβασμένη
Σ’ έναν παροξυσμό τα άνθη συρρέουν όλα μέσα
Είσαι εσύ σε πάλη ενάντια στην ώρα εκείνη την τόσο μακριά ποτέ
αρκετά θολή μέχρι τον ύπνο
Εσύ σαν να μπορούσες να ‘σαι
Η ίδια παρά τ’ ότι εγώ δε θα σε συναντήσω ίσως
ποτέ
Κάνεις να φαίνεται σα να μην ξέρεις πως σε παρακολουθώ
Με τρόπο θαυμαστό δεν είμαι πλέον σίγουρος ότι το ξέρεις
Η απραξία σου μου φέρνει δάκρυα στα μάτια
Ένα σμήνος ερμηνείες περιβάλλει την κάθε σου χειρονομία
Είναι ετούτο ένα κυνήγι του μελιού
Είναι καρέκλες κουνιστές του καταστρώματος είναι κλαδιά
που κινδυνεύεις να σε γδάρουν μες στο δάσος
Είναι σε μια βιτρίνα της οδού Notre-Dame-de-Lorette
Δυο σταυρωμένες γάμπες όμορφες πιασμένες με ψηλές κάλτσες
Που ξεχειλώνουν στην καρδιά ενός μεγάλου άσπρου τριφυλλιού
Είναι μια μεταξένια σκάλα που ξεδιπλώνεται πάνω από τον κισσό
Είναι
Τι άλλο από την κλίση μου πάνω από τον γκρεμό και από την δική σου απουσία
Βρήκα το μυστικό κλειδί
Του να σε αγαπώ
Πάντα για πρώτη φορά

*


ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΦΕΥΓΟΥΝ

 
Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
για να βρέχει πάντοτε

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων

*Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975).

Μιχάλης Γραμματάς, Ζωή

Φωτογραφία: Marie Šechtlová

Μόνος μου περπατώ
Ο δρόμος
διαγράφεται  μπροστά μου απέραντος
χωρίς να διακρίνεται πουθενά
κάποιο τέλος
Είμαι όμως σίγουρος
πως κάποτε τελειώνει

Οι άνθρωποι είναι μακριά
Είναι κηλίδες
που έρχονται και φεύγουν
Κάποιες φορές βέβαια
πλησιάζουν
μεγαλώνουν
Τότε καταλαβαίνω
πως είναι άνθρωποι
Σύντομα πάντως
γίνονται ξανά κηλίδες
που έρχονται και φεύγουν

Κάποτε
είναι αλήθεια
ήρθες κοντά μου
μείναμε για λίγο μαζί
συζητήσαμε
μάλλον ενδιαφέροντα πράγματα
Κρίμα που δεν τα συγκράτησα
Κάναμε και έρωτα
στη μέση του δρόμου
ενώπιον πάντων

Κανείς εντούτοις
δεν μας πρόσεξε
ή κι αν πρόσεξε
σημασία δεν έδωσε καμιά
Εξάλλου όλοι απλώς
κοιτούσαν ίσια μπροστά
στον δρόμο τους
και όλοι τους ήταν
στην ουσία
πάντα μόνοι τους

Ύστερα έφυγες
και οι άνθρωποι
όπως κι εσύ
εξακολουθούν να είναι κηλίδες
που έρχονται
για λίγο μεγαλώνουν
και τελικά χάνονται
στο βάθος του ορίζοντα

Κι εγώ
μαζί με όλους
εξακολουθώ μόνος μου να περπατώ

Νίκος Εγγονόπουλος, Το γλωσσάριο των ανθέων

«Ο ποιητής και η μούσα» Πίνακας του Ν. Εγγονόπουλου, 1938 (ελαιογραφία σε μουσαμά) Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα

την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση
το βαλάντιο ή την ζωή;
τη ζωή
Χριστόν ή Βαραββάν;
Χριστόν
την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;
την Γαλάτεια
την Τέχνη ή τον θάνατο;
την Τέχνη
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

την Ηρώ ή τον Λέανδρο;
την Ηρώ
την σάρκα ή τα οστά;
την σάρκα
τη γυναίκα ή τον άνδρα;
τη γυναίκα
το σχέδιον ή το χρώμα;
το χρώμα
την αγάπη ή την αδιαφορία;
την αγάπη
το μίσος ή την αδιαφορία;
το μίσος
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
τον πόλεμο

νυν ή αεί;
αεί
αυτόν ή άλλον;
αυτόν
εσένα ή άλλον;
εσένα
το άλφα ή το ω μέγα;
το άλφα
την εκκίνηση ή την άφιξη;
την εκκίνηση
την χαράν ή την λύπην;
την χαρά
την λύπην ή την ανίαν;
την λύπη
τον άνθρωπο ή τον πόθο;
τον πόθο
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

ν΄ αγαπιέσαι ή ν΄ αγαπάς;
ν΄ αγαπώ

*Από τη συλλογή “Έλευσις” (1948)

Ηλίας Κωνσταντίνου (1957-1994), Ποιήματα

Καλαμαράς στον Κήπο της Εδέμ

Ένα τσόλι, τρελά ερωτευμένο με τη μάνα του
της γράφει παραισθήσεις και της στέλνει επιταγές
από τη χάλκινη εξοχή της Λεμεσού – και της λέει:
«Μανούλα μου, εδώ που μ’ έστειλες
σ’ αυτό το παρακλάδι της πατρίδας μας — λείπει το φως
έχει τόσο πολύ το φως που δεν βλέπεις καθόλου
και τόση αγάπη που σε πνίγει στην αγκάλη απελπισμένα.
Βρίσκομαι, τώρα που σου γράφω, μες στον κήπο της Ελδύκ
και φτύνω μέσα στον καφέ που λίγο ύστερα
θα πιει ο ταγματάρχης.
Βρίσκομαι, τώρα που σου γράφω,
μες στον κήπο του Θεάτρου Λεμεσού
και κλαίει ο πούστης — νά, ένας πούστης κλαίει
σαν μου παίρνει τον πούτσο στο στόμα για τσιμπούκι.
Έτσι είναι εδώ. Πολλή υγρασία. Δάκρυα σάλιο χύματα.
Στη Λευκωσία το κλίμα είναι λιγάκι πιο ξηρό
αλλά είν’ οι Τούρκοι δίπλα μάνα μου και εγώ φοβάμαι.
Γιατί δεν πας στην Άγκυρα να βρεις τουρκάλες μάνες
να φιλέψετε, να λύσουμε κι εμείς τις διαφορές;
Καλά… καλά… αστείο το ’πα, μη θυμώνεις.
Αν τύχει όμως και πας — και γαμηθείς με Τούρκας γιο
στο λέω καθαρά για να το ξέρεις — θα σε σφάξω.
Μανούλα μου, εγώ σ’ αγαπάω
κι όλα αυτά στα λέω αδιάκριτα
και είμαι ωραίος σαν Έλληνας — και είμαι βίαιος
μαζί και τρυφερός.
Λοιπόν, είμαι καλά (νομίζω) στην υγεία
και προχτές, άκου το αυτό,
πήγα σε χωριό και χόρεψα
κι ήπια πολύ μαύρο χωριάτικο κρασί.
Η νύφη σού ’μοιάζε. Και ο γαμπρός το ίδιο.
Κι εγώ μπερδεύτηκα – και κλαίγανε κι οι δυο τους
απ’ τη χαρά τους τη μεγάλη – λέγανε.
 
Ήταν εκεί, μαζί και μόνος, ένας νέος ποιητής.
Δεν ήταν συγγενής – καθόταν μ’ ένα νεαρό
μέσα στην πίστα του χορού – κι εγώ ο πούστης ζήλεψα
δεν κατάλαβα με ποιον από τους δύο. Μου φάνηκαν
για μια μόνο στιγμή, αρμονικοί και τέλειοι
για μια μόνο στιγμή, δεν είχαν τίποτα να πουν με μας
που ετοιμαζόμασταν – μέσα στο γλέντι του χορού
για πόλεμο.
Μανούλα μου, σου υπόσχομαι, πριν αρχινήσει ντουφεκίδι
πριν αρχινήσει το κακό και σκοτωθώ – θα πάρω
δίκυκλη αγωνιστική — και θα μπω σαν άγριο τσόλι
σε δρόμους χωματένιους – και θα φωνάξω τ’ όνομά σου
ΜΑΝΑ μου – και θα περάσω και την Πράσινη Γραμμή
και με το αίμα μου θα βγαίνει και η φωνή
με τ’ όνομά σου.
Μ’ αυτή μου την υπόσχεση — της αγάπης μου
ή πιο τρανή απόδειξη, σ’ αφήνω, μάνα μου γλυκιά
και σε φιλώ με σεβασμό – ο διχασμένος γιος σου.

 
Υ.Γ. Η επιταγή είν’ απ’ τον πούστη που ’κλαιγε
σαν έγινα εγώ ένα δερμάτινο μεγάλο μπιμπερό.
Υ.Υ.Γ. Το θέατρο στη Λεμεσό δεν έχει κήπο
ψέματα το ’πα.

*

Ερωτικό Ημερολόγιο

Στον Δήμο που φεύγει

Αφήνω σε
στα φιλιά μου, φίλε μου
σ’ ένα στρώμα διπλό
στα φιλιά μου φίλε μου
— για να ρίξω τα μαλλιά μου
στην άκρη του κόσμου.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
κοιτάζω σταθερά
τον γαλανό αφαλό, του κορμιού σου
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
ακολουθείς, μορφασμούς ηδονής
στου λαιμού μου την κίνηση.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
σκεπάζει το καυλωμένο σου βυζί
το ξυρισμένο μου μάγουλο.
Έτσι πλασμένοι
κι οι δυο σκεπασμένοι
τέλεια ίδιοι – πάντα αντίθετοι
μες σ’ τούντην ασφάλεια
αφήνω σε φίλε μου
για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
γλείφω πολλά — αναπνέω απαλά
στα ανοιχτά σου τα βλέφαρα.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
γεμώνεις μου τα δάχτυλα χύματα.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
πίνεις τα δικά μου
Στου αφαλού μου το κύπελο.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου
στην άκρη του κόσμου
επιστρέφω
για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σώμα σου
στη στρογγυλή άκρη του κόσμου
στο επάπειρο σήμερα

*

Ξανά βάρκα λάμπουσα
 
Δεν έχω χρόνο να γινώ ούτε και ν’ αγαπήσω
άλλα φωνάζουν αιώνια άλλα στιγμές σπασμένες
κι εγώ κοιτάζω τη μορφή που μ’ έχει παγιδέψει
και τη μορφή που ετρύπωσε στο αίμα μου σκληρή.
Δεν εχω χάδι δεν μπορώ ν’ ανοίξω τα φιλιά μου
ανήδονα τα όργανα και η νύχτα με πονεί
αλλάζω σχήμα δαίμονας και το πρωί πλυμένος
σκεπάζω την καρναβαλιά μες στα κουφά σεντόνια
κραυγές σκουπίζω ολημερίς μες στο χρηματιστήριο
μια δούλα είμαι κι απορώ γιατί δεν βάλλω πόμπες
να πάει και το παλιάμπελο να σκάσουν οι αθώοι
που νύχτα μέρα ακολουθούν χωρίς να διαδηλώνουν
σεντόνια που έστρωσαν κουφά γεμάτο μαξιλάρι
και δεν μπορώ να κινηθώ βαρύτητα της γης μου
το σάπιο μήλο δέσποινα και το βυζί αγγούρι
ανώριμο το μέλλον μου όψιμο το κενό μου
η γη κρατά τα μύρια δάχτυλα που έμπηξαν
το θράσος μες στους θησαυρούς σκέψη χωματερής
το χώμα ξανασκέφτεται και λέει θα τους κλάσω
άλογα δηλητήρια που μ’ έχουν κατεβάσει
στη ράβδο της υπαπαντής νεκρό παιδί βαφτίζω
δίχως ελπίδα να σταθώ αγάπη να γαμήσω
μπαίνω σαν ταύρος άγριος πολύχρωμα τσαντίρια
έξω απ’ τον οίκο του πατρός τον κήπο της μητρός μου
να πάτε στην ακρογιαλιά άγονα να θωρείτε
τον άι γιαλό που εμούχλιασε μες στη μεγάλη λύπη
ούτε καράβι έρχεται ούτε τρελή Αφροδίτη
και φρένο βάζω και χτυπώ και βλέπω το κορμί μου
να πέφτει στην οικοδομή να κτίζεται στο δώμα
να μένουν όλα ατέλειωτα σε παιδικό κουτί
και καρτερώ σε ανύπαρκτα να παίξουμε το ψέμα
που δεν μπορεί να πάει ψηλά αν δεν στερεωθεί
και λαχταρώ να σε βαστώ σαν άνοιξη που λιώνει
τον παγωμένο θάνατο να στάξει στο χαρτί
και με σφραγίδα ορκωτή να σε ξαναγαπήσω.

*

Οικογενειακές υποχρεώσεις ― Προσευχή

Φίλα με πατέρα με τα πολύγλωσσα σου χείλη
Χαΐδεψε τα νύχια του νεκρού
που φωλιάζω στον λαιμό.
Πάρε με στο υψωμένο σου κρεβάτι
για να γευτώ τη σοφία σου.
Σκύψε πάνω στο τρυπημένο μου κορμί
για να τραφεί με το σάλιο σου.
Γλείψε τα γραμμένα μου δάχτυλα
να ισορροπήσει το βλέμμα μου.
Άφησέ με να σε αντικρίσω
κλείνοντάς σου το μάτι.
Φίλα με πατέρα. Φίλα με με τα σαραντάνοιχτα χείλη σου
Στάθου πατέρα ― στάθου πάνω στην ερπετή μου τη γλώσσα
ύστερα χόρεψε -― στην αλαφράδα του καπνού.
Άστραψε τη λέξη μου μέσα σου
ύστερα χόρεψε — στην αλαφραδα του καπνού.
Δεξου πατέρα το νιώθω μου
μάθε με ώς το τελευταίο κινούμενο κόκαλο
είμαι ο σπόρος σου, η σκέψη σου
μεγαλώνω και φεύγω σου 
σαν το αίμα που φεύγει από την πέτρα.
 
*

Γενέθλια

Είμαι σιωπηλός εγώ σαν την γη.
Οι λέξεις έν’ όπλα φονικά λέω τες, να φύουσιν.
Είμαι μούρμουρος εγώ σαν το νερό.
Οι λέξεις έν’ ζώνες ζωντανές
ό,τι λέω τυλίομαι το.   

 Ό,τι λέω γίνομαι.
Οι λέξεις έν’ μείγμα μαγικό
περνούν, βρίσκουν την σκέψη σου, χτίζουν
μες στον αέρα.  
Ό,τι λέω σιωπά.
Οι λέξεις — μια συνεχής ανάληψη
μαύρες αχτίνες, να δώκουν το φως στον ήλιο.

Werner Pick, Children of desire / Τα παιδιά της επιθυμίας

The children of desire
Cut the tongue of reason with glowing knives
Suck blood from each others veins
Celebrate the ceremony of desire
Insanity laughs to the tune of machine guns
The children of darkness
Crawl into each others bodies
Taste the sweet fruit of decay
Kiss the firm breasts before time changed
Them into udders of old age
Exhausted arms around thin necks
Sleep on each others nakedness
The branches of death rot
They are forgotten for one hour
They are forgotten for one sweet hour
They are imprisoned in one hour of desire…

Τα παιδιά της επιθυμίας
Κόβουν τη γλώσσα της λογικής με λαμπερά μαχαίρια
Ρουφάνε αίμα από τις φλέβες του άλλου
Γιορτάζουν την τελετή της επιθυμίας
Η τρέλα γελάει στον ρυθμό των πολυβόλων
Τα παιδιά του σκότους
Σέρνονται μέσα στα σώματα των άλλων
Γεύονται τον γλυκό καρπό της αποσύνθεσης
Φιλούν τα σφιχτά στήθη πριν ο χρόνος τα μεταμορφώσει
Σε μαστούς γηρατειών
Εξαντλημένα χέρια γύρω από λεπτούς λαιμούς
Κοιμούνται πάνω στη γυμνότητα του άλλου
Τα κλαδιά του θανάτου σαπίζουν
Είναι ξεχασμένοι για μια ώρα
Είναι ξεχασμένοι για μια γλυκιά ώρα
Είναι φυλακισμένοι σε μια ώρα επιθυμίας…

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Συμβουλές προς τους νέους από τον Γουίλιαμ Μπάροουζ 

Συχνά με ρωτάνε αν μπορώ να δώσω συμβουλές στους νέους.
Λοιπόν ορίστε μερικές οδηγίες για νέους και γέρους.
Ποτέ μην επεμβαίνεις σε τσακωμό αγοριού-κοριτσιού.
Προσοχή στις πόρνες που λένε ότι δεν θέλουν λεφτά.
Και βέβαια θέλουν.
Αυτό που εννοούν είναι ότι θέλουν περισσότερα λεφτά. Πολλά περισσότερα.
Αν κάνεις δουλειές με θρησκευόμενο μαλάκα,
Κοίταξε να τα έχεις όλα γραπτά.
Ο λόγος του δεν έχει καμία αξία.
Όχι όσο ο καλός Θεούλης του λέει πώς να σε ρίξει στη συμφωνία.

Απέφυγε τους αποτυχημένους.
Όλοι ξέρουμε αυτό το είδος.
Ό,τι και να κάνουν,
Όσο καλό κι αν ακούγεται,
Καταλήγει καταστροφικά.
Μην συναναστρέφεσαι τρελούς.
Πες τους με σταθερότητα:
Δεν πληρώνομαι για ν’ ακούω μωρολογίες.
Είσαι αμετανόητα ηλίθιος 

Μερικοί από σας ίσως συναντηθείτε με τον Σατανά,
Αν φτάσετε τόσο μακριά.
Όλες οι ψυχές αξίζουν να σωθούν,
Τουλάχιστον για έναν παπά,
Αλλά δεν αξίζουν όλες οι ψυχές τόσο ώστε να αγοραστούν,
Οπότε μπορείτε να το πάρετε ως κοπλιμέντο.
Πρώτα δοκιμάζει τις πιο εύκολες περιπτώσεις.
Ξέρεις, με λεφτά,
Με όλα τα λεφτά που υπάρχουν.
Αλλά ποιος θέλει να είναι ο πιο πλούσιος σε κάποιο νεκροταφείο;
Τα λεφτά δεν αξίζουν. 

Λοιπόν ο χρόνος δίνει τα χειρότερα χτυπήματα.
Ειδικά κάτω από τη ζώνη.
Πώς είναι να σε αρπάζει ένα νεανικό σώμα;
Σαν πόκερ, σαν «εδώ παπάς, εκεί παπάς»
Τώρα το βλέπεις, τώρα όχι.
Μήπως ξέχασες κάτι, παπού;
Για να αισθανθείς κάτι,
Πρέπει να είσαι παρών.
Πρέπει να είσαι δεκαοχτώ.
Δεν είσαι δεκαοχτώ.
Είσαι εβδομήντα οχτώ
Ο παλιόγερος πούλησε την ψυχή του για ένα στραπόν. 

Κατερίνα Φλωρά, Μέσα από τα συντρίμμια

Του κόσμου τις αντιθέσεις δεν ξέρω αν συνήθισα
μα πορεύτηκα μέσα από αυτές άθελά μου
πότε ως παρατηρήτρια πότε αντιδρώντας
μα πάντοτε προσπαθώντας να κατανοήσω την κατάφωρη αδικία
που μου γεννά οργή
την ανθρώπινη απόγνωση
που μου γεννά συμπόνοια
και παραδίπλα σχεδόν παράλληλα την ασύλληπτη ομορφιά και την ελπίδα
που στους ανθρώπους μόνο την βρήκα
που αντικρύζουμε τα ίδια τοπία
που τα βλέμματα και τα χαμόγελά μας συναντήθηκαν για μια στιγμή
που αρκεί για να μας δώσει εκείνη την ώθηση να συνεχίζουμε μαζί.
Μα και απ’ τους άλλους που ξένοι μοιάζουν και αλλού κοιτάζουν
σαν θυμηθώ την παρουσία τους που έχω από καιρό απωθήσει
χώρος ανοίγει ανάμεσά μας
μέσα στο χάσιμο που μας επιφυλάσσει ο χρόνος.

Elise Cowen, Έξι ποιήματα

ΕΥΚΟΛΑ ΕΡΩΤΕΥΕΣΑΙ

Εύκολα ερωτεύεσαι
τους ποιητές
Το ΜΕΓΑΛΕΙΟ τους
πέφτοντας πάνω στις σελίδες
αποσπά ατομικά ουράνια τόξα

Εύκολα ερωτεύεσαι
τους ποιητές
Το ΜΕΓΑΛΕΙΟ τους
πέφτοντας πάνω στις σελίδες
σε μια ρουφηξιά μου

Ο ΗΧΟΣ ΤΩΡΑ

Ο ήχος τώρα στον δρόμο είναι ο αντίλαλος από μια μακριά
τρομπέτα που κουδουνίζει στ’ αυτιά μου
Η κοιλιά μου γουργουρίζει πάνω στη χαρακιά απ’ το μαχαίρι
περικλείοντας
Κρέας, κρέας
να γανώσεις, κρέας να φας
τρίζουν τα κοιμισμένα καταφύγια
ανάμεσα στα δόντια μου
Ο έρωτας ξίνισε το ψωμί
ψίχουλα στο κρεβάτι.

*

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΑΤΙ

Το πρώτο μάτι ανοίγει με τη ζεστασιά του ήλιου
να τον κοιτάξει
το δεύτερο ξεσκίζεται από έναν φαρμακοποιό,
Υποστυλώνεται με οδοντογλυφίδες, συστήματα
και λέξεις/και του αρέσει να βλεφαρίζει στις αντανακλάσεις
Ξέρω μόνο πως μπορεί να υπάρχουν πολλά,
επειδή το ένα πληγιάζει
όταν σκέφτομαι τόσο πολύ

Το πρώτο μάτι είναι τυφλό
άλλο δεν υπάρχει

*

ΚΑΘΙΣΜΕΝΗ

Καθισμένη μαζί σου στην κουζίνα
συζητώντας για τα πάντα
πίνοντας τσάι
σ’ αγαπώ
Το “πολύ“ είναι μια όμορφη, ηγεμονική, τέλεια λέξη
Ω, σε θέλω εδώ σώμα
με ή χωρίς γενναία ποιήματα
Άσε με να φύγω, σε παρακαλώ
Σε παρακαλώ, άφησέ με να ‘ρθώ

*

ΠΟΙΟΣ;

Ποιος θα μου χτυπήσει
τον πισινό
όταν θα γεννηθώ
ξανά

Ποιος θα μου κλείσει τα μάτια
όταν
πεθαμένα αυτά
ακόμα βλέπουν

Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Η γυναίκα είναι κάτι ταπεινό
φτιαγμένο από θάνατο κι απόνερα.
Η μόδα είναι να ντύνεται απλά
και το μυαλό να το ‘χει για μπορντούρα.

*Από το βιβλίο “Ποιήτριες της γενιάς των beat”, εκδ. Opportuna, Πάτρα 2021. Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Μίλτος Σαχτούρης, Ἡ δύσκολη Κυριακή

Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά
Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο
Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ

Έφη Καλογεροπούλου, Φως

Παράθυρα ανοιχτά
πολλά
το ένα μέσα στ’ άλλο
στο βάθος του ορίζοντα
ανοιχτά
πάνω σε λευκή σιωπή
μπροστά
αναπαύεται ο πατέρας
-πατέρα, είναι επικίνδυνα εκεί,
πατέρα

μετά νιώθω
ένα τρέμισμα
μυστηριώδες κι ανείπωτο
σαν αδέξιο περιστέρι
που πρώτη φορά μαθαίνει να πετά
Κι ύστερα
ο θλιμμένος χρόνος φτερουγίζει
τραυματισμένος
στο βαθύ ορυχείο της καρδιάς
εκεί που όλα δείχνουν να τελειώνουν
δίχως τέλος

Τώρα
βλέπω την παιδική ηλικία
της συνείδησης, στη νοσταλγία ενός Μάη
που δεν κρύβει την Άνοιξη
στις λεπτομέρειες

Άνοιξη ευλογημένη από φως
που κάθε απόγευμα
γεννάς κόκκινες
χιλιάδες πεταλούδες
δείξε μου πάλι τον πατέρα
και να!
τον βλέπω
ανάλαφρα σε μένα να στρέφεται
και να χαμογελά

στο βάθος
χαμόγελα ανοιχτά
πολλά
το ένα μέσα στο άλλο
κι άλλα χαμόγελα πολλά
κι άλλα
ελάχιστα
χιλιάδες
σαν τη ζωή μικρά