Αλέξανδρος Δάρας, Δύο ποιήματα

Όνειρο η αλήθεια

Ο μεγάλος ρυθμός προχωρά μπροστά
στο βάθος μικρές κινήσεις ακατάλυτες.
Με μια ζωή σαν όνειρο
που ζεις σα να ’ταν ψέμα,
ζωή παραμυθιάστρα
ζωή παραμυθένια.
Αγκιστρωμένη σ’ ουρανούς,
σε σύννεφα, σε άστρα
σε νιώθω που βουτάς
σε νιώθω που ρουφάς
σε νιώθω που ανασαίνεις,
ψυχή μου παραμυθατζού
και παραμυθιασμένη.
Το ξέρεις, ποτέ η ζωή δε φτάνει.
Όμως εσύ της φτάνεις.
Κι ό,τι από σένα περισσεύει
είναι οι νεράιδες και τα ξωτικά.

***

Το είναι

Η μέρα έσβησε τις επαναλήψεις
κι η αύρα του κύματος ξεπρόβαλε ολόγυμνη
απ’ το κατώφλι του βράχου
που έτρεξε να συμφωνήσει
για τις αρετές της εγρήγορσης.
Τα κορμιά και τα όντα των μορφών αναρρίγησαν
και ζήτησαν το τώρα.
Κι από τότε που αποσύρθηκαν οι αόριστοι,
κάθε στιγμή είναι η στιγμή
που μόλις έχουν σβηστεί οι αόριστοι.
Η ίδια στιγμή, είναι
και πώς να ξεκολλήσεις το ένα είναι
από το άλλο.
Θέλεις παιχνίδι. Θες το τυχαίο.
Το άγνωστο, το ατελές.
Συντονίζεσαι μαζί του στο κύμα.
Και εναλλάσσεις τους ρυθμούς
με ανάγκες και νοήματα.
Και ο ρυθμός ρωτάει το νόημα:
Υπάρχει άραγε καμιά ανάγκη
για όλο αυτό εδώ το είναι;

*Από τη συλλογή “ή”, Εκδόσεις Ίδμων, 2007.

Τζίμης Ευθυμίου, Τρία ποιήματα

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΠΑΝΙΕΡΑ

Με το Χρόνο συναντιόμαστε σπανίως
Στο δρόμο ή αλλού
Βεβαίως κάνουμε πως δεν ξέρουμε
ο ένας τον άλλο
καθώς όλοι μας οι εαυτοί
κοιτάνε προς τα δω
Φυσικά με κοροϊδεύει σταθερά
Χτες κοιμήθηκα τόση ώρα
που είδα τα ίδια όνειρα σ’ επανάληψη
Βεβαίως τον εγκλωβίζω όπου μπορώ,
ακόμα και σ’ αυτά εδώ τα ποιήματα
που μουσκεύουν στη μπανιέρα
ενώ η καλή μου κάνει αφρόλουτρο
και να, μέσα της
εισχωρώ όπως σε
τούνελ
Τόσο μέσα,
που ήδη βλέπω
τον απέραντο ανοιχτό
στο βάθος δρόμο.

Την Εθνική οδό.

***

Η ΩΡΑ

Την ώρα που οι Βουργουνδιανοί χαρωπά
Βγαίνουν να κυνηγήσουν σαλιγκάρια
Και παίζουν αναγεννησιακές ορχήστρες
Κόρνα και τρόμπες και δοξάρια
Την ώρα που του έρωτα η τρέλα χτυπάει στο ταβάνι
Την ώρα που φτάνει στο λιμάνι η φρεγάτα
Κι οι ανεπίλεκτοι μαζεύονται στα καφενεία
Με ύφος χιλίων καναρινίων
Εκεί που ανατέλλει σε κάμπους
από ράχες βουβαλιών
Πορτοκαλί,
Την ώρα που ανοίγεις τα μάτια σου
Η ώρα που δε θέλεις ν’ αλλάξει.
Την ώρα που ξυπνάνε τα ελατήρια
κι αλλάζουν οι γυναίκες
αι γίνεσαι άμμος στην κλεψύδρα
Και ο ήλιος στη θάλασσα
Άγγελοι σε ψαροταβέρνα
Που όλα εκεί ζωγραφίζουν
Η ταβερνιάρισσα, τα όστρακα, η φέτα
Σαγανάκι, η ατέλειωτη παραλία
Με τις γραμμές του χρόνου πάνω της
γιατί είναι Άνοιξη
την ώρα
Που οι Βουργουνδιανοί, χαρωπά
Βγαίνουν να κυνηγήσουν σαλιγκάρια.

***

ΘΑ

Θα ξεκινούσα μια επανάσταση
αλλά ξέρω ότι θα πέσει πρώτα
στο κεφάλι μου
Ή θα ‘φτιαχνα μια θρησκεία
Αλλά πάλι, εμένα θα σταυρώναν πρώτο
Ό,τι κι αν κάνεις
ο Επιτάφιος θα περνάει
έξω απ’ την πόρτα σου.
Μπροστά μπροστά οι διώκτες σου
Αυτοί που σε εξόρισαν να λεν
την Παρουσία σου
Αυτοί που σε κεράσαν κώνειο
τις ιδέες σου
Κι εκείνοι που σε κρέμασαν
να εξουσιάζουν στ’ όνομά σου
Θα ’φτιαχνα αν μπορούσα μόνο
μια σκιά τόσο φωτεινή
που να μη κλέβεται

*Από τη συλλογή “τί αγνοεί ο ποιητής;”, εκδόσεις Φαρφουλάς.

Μαρία Πανούτσου, Η αλήθεια είναι ένα άλογο μονάχο

Ά Μέρος

Η συνάντηση.

Και περπάταγε απαίδευτη.
Μάτωναν τα πόδια,
και η γλώσσα στεγνή.
Η θύμηση την τρυπούσε,
σε κάθε βηματισμό,
και η ανάσα της είχε ένα σύννεφο για όνομα.
Πώς να καταφύγει
σε τόπο ιερό
εκείνη τόσο αφοσιωμένη;
Παράβγαινε σε μυστικές εξομολογήσεις,
με τις μπαλάντες των μοναχών,
και ό, τι δεν ήθελε να αποστηθίσει.
Η οδός προς τον Γολγοθά είχε ανοίξει,
χωρίς Ανάστασης λουλούδια,
μαζί, ένα σημειωματάριο άδειο.
Πέτρα ήμουν όταν με φώναξες.
Και πέτρα θα γίνω.
Δεν χάνω τίποτα, έτσι δεν είναι;
Η αλήθεια ως σημείο αναφοράς,
χαρίζεται σε εσένα.
Την χαρά του τρύγου να γεύεσαι.
Προϋπήρχε,
η γέννηση μιας ιδέας.
Τώρα τα πάθη κι’ η ταφή τους.
Με γυμνό μάτι και καρδιά,
σε κοιτάζω από την αρχή αγαπημένε.
Εντοπίζω τα ίχνη σου.

Β΄ Μέρος

Η αποχή

Από εκεί περνούσε ένα άλογο μονάχο.
Και εκείνη το ζήλεψε έτσι ελεύθερο που έβοσκε.
Κοιτούσε το σκυμμένο κεφάλι του,
που παράσερνε το λαιμό και τον κορμό, προς την γη.
Τα πόδια του, αργοκινήσεις πάνω στο νωπό χώμα
και γύρω του, η χλόη, δροσερή και τροφαντή
του γέμιζε τα σπλάχνα.
Την ώρα του δειλινού την πονούσε πάντα
το στέρνο, τα μπράτσα, η κοιλιά,
και τα χείλη.
Ήταν η ώρα που γρηγορούσε
η ηδονή να της μιλήσει.
Τότε άρχιζε ο πόνος, με τις πρώτες λέξεις.
Κοίταξε από το παράθυρο μήπως το δει.
Αλλά το άλογο είχε απομακρυνθεί πολύ
και δεν φαινόταν.
Ορίζοντας άδειος.
Ήταν σκούρο.
Το είχαν φέρει από ένα άλλο τόπο, αζευγάρωτο.

Γ΄ Μέρος

Ευχή και Κατάρα

Και είπε ο θεός σε εκείνη:
Η επιθυμία σου θα στρέφεται προς τον άντρα σου, αλλά αυτός θα σε εξουσιάζει.
Και της εξήγησε ψιθυριστά, τι σημαίνει αυτό.
Ο Προμηθέας άκουγε σιωπηλός.
Έπειτα, χωρίς βοήθεια και με δεμένα χέρια, περπάτησε μέχρι την άκρη της σκοτεινής θάλασσας, μέχρι εκεί που δεν υπήρχε πια ούτε γης, ούτε όποια άλλη μορφή, παρά το απέραντο ανύπαρκτο.

Σε εξέλιξη.
2018-19

Έφη Καλογεροπούλου, Από τη συλλογή “Έρημος όπως έρωτας”

Κλωστές νήματα υφάσματα
όλα τα πουλάω
μόνο το κουρελάκι αίμα που ξηλώθηκε
δεν βγάζω στο παζάρι.
*
Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται·
Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν.
*
Κάποτε
μια αστραπή στάθηκε αρκετή.
Άνοιξαν ταυτόχρονα
τις ομπρέλες της σιωπής
κι έζησαν έτσι άβρεχτοι για χρόνια.
*
Ο αέρας σήκωσε την τελευταία πέτρα·
η γη τρύπησε.
*
Σε χρόνους δύο

σε μια εισπνοή έπαιξες
σε μια εκπνοή έχασες

Ξέχασες.

*

Εκεί
που το παιχνίδι με τις κάρτες
μοιάζει απ’ την αρχή χαμένο
αναγγέλλοντας ήδη
τον επόμενο νεκρό.

Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται
οι κόρες των ματιών τους διαστέλλονται
ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή
και το τυφλώνει
ξερός κρότος ακούγεται
καθώς τα βλέφαρά του ανοιγοκλείνουν
το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.
Γίνονται ένα.

*

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Φωνή ατίθαση χτύπησε στ’ αυτιά του
σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή
φάνηκε στο μυωπικό του μάτι
όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν
τι μένει;

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;
Με ακρίβεια ωρολογοποιού -που σφίγγει το κομμένο ελατήριο-
με την τελευταία βιδίτσα που απόμεινε
τράβηξε το τι απ’ την ερώτηση.

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα ύλη
ύλη σιωπής,
πρόσθεσε.

*”Έρημος όπως έρωτας”, έκδοση Ποιείν, 2015.

Κωνσταντίνα Ζαγάρη, Φόβοι

Φόβοι με νύχια ακονισμένα
Γέμισαν τις τσέπες μου
Φθαρμένο το πανωφόρι
Παλιό όσο κι η φτώχεια
Με τη γυαλάδα της απόγνωσης
κρατιούνται οι ξηλωμένες του ραφές
Γέμισαν τις τσέπες μου οι φόβοι
οι πανάρχαιοι
Βαρίδια που με κρατούν σκυμμένη
Ένα με το χώμα γίνομαι
κουλουριασμένη σε στάση εμβρύου
Αναζητώ την επιστροφή στη μήτρα
που με γέννησε
Με νίκησαν οι φόβοι της απώλειας
αγαπημένων
Μη γεννηθώ επιλέγω

23/7/2018

Ενέζα Μαχμίτς (Enesa Mahmić), Δύο ποιήματα

SHE EXISTS

There is an invisible history
Hipparchia, the wife of the Crates of Thebes
Life without property, without conventions
Naked bodies in the squares
Disturbing as the truth itself
In the squares mobs are lynching
Hypatia of Alexandria
Peeling off her flesh and skin with sharp shells
Sinestus,
You can not question your beliefs
I have to.
Conical sections, neoplatonic books
Vanishing in flames
Rosa Parks refuses to get up on the bus
For a White man
There is a violent history
Life and death in Sorghaghtan’s hands
Great Emirs and Mongolian troops
They were not allowed to step out of the line
Which she set out.
Ahhotep, empress of all lands
She guarded the soldiers, returned the deserters,
Transformed the prisoners
Zoe with the poison
Lucrezia Borgia, more poison
Magic, revenge and meaningless fights
The latest archaeological discoveries
The bones of a mighty Viking warrioress
Age: 30 years, Height: 170 cm
There is an unwritten history
Saartie Baarkman, Venus Hotentotkin
An exotic behind exposed
In the cage, in London
Black skin, myths of savages
Woman cunt
All possibilities vanish
All she could have been
Before they pushed her into the cage
There were human gardens
In Brussels in 1958
Nineteen fifty-eight!
Like a monkey, a child tries
To get milk from a skinny tit.
The elite observes
The ticket is cheap.
There is Nadia Anjuman
Verses alienated by the hands of a husband
Professor of Literature
Without any penalty and judgment.
There is my courage
To live as if I did not know anything
To shake hands with people as if
Any human never harmed another.

ΕΚΕΙΝΗ ΥΠΑΡΧΕΙ

Υπάρχει μια αόρατη ιστορία
Η Ιππαρχία, σύζυγος του Κράτη του Θηβαίου
Ζωή χωρίς περιουσία, χωρίς συμβάσεις
Γυμνά κορμιά στις πλατείες
Ενοχλητικά όπως η αλήθεια
Στις πλατείες ο όχλος λιντσάρει
Την Υπατία από την Αλεξάνδρεια
Γδαίρνοντας τη σάρκα και το δέρμα της με αιχμηρά κοχύλια.
Σίνεστε,
Δεν μπορείς να αμφισβητήσεις τις πεποιθήσεις σου
Εγώ πρέπει να το κάνω.
Κωνικές τομές, νεοπλατωνικά βιβλία
Χάνονται στις φλόγες
Η Ρόζα Παρκς αρνείται να σηκωθεί στο λεωφορείο
Για έναν λευκό
Υπάρχει βίαιη ιστορία
Ζωή και θάνατος στα χέρια της Σοργκακτάν
Μεγάλοι Εμίρηδες και μογγολικά στρατεύματα
Δεν επιτρεπόταν να φύγουν από τη γραμμή
Που εκείνη όριζε.
Η Αχοτέπ, βασίλισσα όλων των εδαφών
Αστυνόμευε τους στρατιώτες, γύριζε πίσω τους λιποτάκτες
Μεταμόρφωνε τους αιχμαλώτους
Η Ζωή* με το δηλητήριο
Η Λουκρητία Βοργία, περισσότερο δηλητήριο
Μαγεία, εκδίκηση και ανούσιες μάχες
Οι πιο πρόσφατες αρχαιολογικές αποκαλύψεις
Τα οστά μιας τρομερής πολεμίστριας των Βίκινγκ
Ηλικία: 30 ετών, Ύψος: 170 εκ.
Υπάρχει άγραφη ιστορία
Σάρα Μπάρτμαν, Βένους Χότεντοτ,
Εξωτικά οπίσθια εκτεθειμένα
Σε κλουβί, στο Λονδίνο
Μαύρο δέρμα, μύθοι περί αγρίων
Καριόλα
Όλες οι πιθανότητες εξαφανίζονται
Όλα όσα θα μπορούσε να είχε γίνει
Προτού τη χώσουν στο κλουβί
Υπήρχαν ζωολογικοί κήποι με ανθρώπους
Στις Βρυξέλλες το 1958
Χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ!
Σα να ’ταν μαϊμού, ένα παιδί προσπαθεί
Να πιει γάλα από ένα αποστεωμένο βυζί.
Η άρχουσα τάξει παρατηρεί
Το εισιτήριο είναι φτηνό.
Υπάρχει η Νάντια Άνζουμαν
Στίχοι αποξενωμένοι από τα χέρια ενός συζύγου
Καθηγητή Λογοτεχνίας
Χωρίς καμιά ποινή και δίκη.
Υπάρχει το κουράγιο μου
Να ζω σαν να μην ξέρω τίποτα
Να δίνω το χέρι μου σε ανθρώπους σαν
Κανένας άνθρωπος να μην έχει κάνει ποτέ κακό σε κανέναν.

***

LETTER FROM SYRIA

My friend,
One complately plain morning
While drinking tea and carelessly reading the newspaper
The dogs of war knocked on my door

From that moment on there are no newspapers
No bread, no tea on my desk anymore
The laughtter of my children is gone

Now
In the middle of the chaos we are constantly trying to find
New survival tactics

Here-
Death steadily increase
There –
Heartless politicians
And academics bury their heads in the sand.

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΡΙΑ

Φίλε μου,
Ένα εντελώς κοινό πρωινό
Ενώ έπινα τσάι και διάβαζα αμέριμνος εφημερίδα
Τα σκυλιά του πολέμου χτύπησαν την πόρτα μου

Από εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχουν πια εφημερίδες
Ψωμί, τσάι στο τραπέζι μου
Το γέλιο των παιδιών μου χάθηκε

Τώρα
Στη μέση του χάους προσπαθούμε συνέχεια να βρούμε
Νέες τακτικές επιβίωσης

Εδώ-
Ο θάνατος συνεχώς αυξάνεται
Εκεί-
Άσπλαχνοι πολιτικοί
Και ακαδημαϊκοί κρύβουν τα κεφάλια στην άμμο.

#Η Ενέζα Μαχμίτς (Enesa Mahmić, 1989) εμπνέεται από τα ταξίδια και είναι μέλος του Κέντρου PEN της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, τουρκικά, σλοβενικά, αλβανικά και ουγγρικά, και έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, όπως: Social Justice and Intersectional Feminism, University of Victoria(Καναδάς), I am strenght(ΗΠΑ), αντιπολεμική και ειρηνευτική ανθολογία IFLAC (Ισραήλ), QUEEN Global voices of 21th century female Poets (Ινδία), Writing Politics and Knowledge Production (Ιρλανδία/Ζιμπάμπουε), Διαχύστε ποίηση, όχι φόβο(Σλοβενία), Ποιητές από ξύλο (Κροατία), Le Voci della poesia; Imagine &Poesia (Ιταλία), World for peace, World Institute for Peace (Νιγηρία) κ.α. Έχει επίσης λάβει διεθνή βραβεία: χρυσό μετάλλιο Neigbour of your shore 2017καλύτερης ποίησης για τους μετανάστες, Ratković’s Evenings of Poetry 2016,και Aladin Lukač Award 2016 καλύτερης πρώτης ποιητικής συλλογής.

*Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη
**Αναδημοσίευση από το http://stigmalogou.blogspot.com/2019/03/blog-post_13.html

Αντώνης Μπουντούρης, Δύο ποιήματα

ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

μνήμη Αρη Αλεξάνδρου

Είχες δίκιο
“Τρίφτηκε πολύ η νύχτα στους αγκώνες”

Οι στίχοι σου εκτορνεύονται ακόμη.

Σ ΄αυτούς
που κόλλησε στον ουρανίσκο μια χολή
μην ξαναστείλεις γράμμα.

Στους άλλους
με τα μουλιασμένα μάτια
τ΄αληθινό σου όνομα να στείλεις.

***

ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ

Ι

Καλύτερα θύματα της φαντασίας μας
παρά χαφιέδες που συνάζουν βιός

ΙΙ

Κρίνα χωρίς άμμο

Μαρμαρόπλακες ανωνύμων

Παρ΄ολα αυτά
ενωμένοι κατάστηθα
σε ένα χρέος.

Όλοι δεσμοφύλακες ανέμων.