Λουκάς Αξελός, Καμία δεν είναι

ΚΑΜΙΑ νίκη δεν είναι απόλυτη.
Η εισβολή του Απόλλωνα
κάμπτει την αντίσταση της νύχτας
που δείχνει, προσωρινά, να υποχωρεί
στην επέλαση των ακτίνων.
Οι επιθέσεις τους
κατατροπώνουν τις στρατιές της
που βρίσκουν καταφύγιο
στα σύννεφα ή τις σπηλιές.
Άλλος στη θέση της θα υποχωρούσε
θα υπέγραφε συνθήκη ή ανακωχή.
Αυτή όμως έχει την υπομονή
να κρύβεται’
να ανασυντάσσεται και να περιμένει.

Η μελέτη των κινήσεων του αντιπάλου’
ο αυστηρός προσδιορισμός του χρόνου αντεπιθέσεως
αποτελούν γι’ αυτήν στόχο ζωής.
Γι’ αυτό και έχει την ατέλειωτη ευχαρίστηση
καθημερινά να βλέπει
τον πολέμιο να γκρεμίζεται
πίσω από κάποιο βουνό
ή να βυθίζεται στη θάλασσα
κατακόκκινος από τα ποτάμια αίματος
που λούζουν τις πληγές του.

Καμιά ήττα δεν είναι οριστική.

Λευκάδα – Παρνασσός, Αύγουστος 1998

*Από τη συλλογή “Σκοτεινό πέρασμα”, εκδ. Στοχαστής, 2000.

Σοφία Κουφού, Δύο ποιήματα

Διαί

Έπειτα
φώτα τρώνε
παράθυρα αγάλματα.
Βιρτουόζος – λευκό.
Με αρμούς αέρινους.
Λευκό.
Αγαπημένα.
Τοιουτοτρόπως.
Βιρτουόζος.
Ελεύθερη περισυλλογή.
Λευκό.

Ρεση

Βεντάλιες.
Περιθώριο.
Βιρτουόζος – μαύρο.
Λοιδωρούν.
Μαύρο.
Ψεύτικα.
Βιρτουόζος.
Όμορφο μένος ύστερα.
Μαύρο.

*Από τη συλλογή «Έβδομη μεγάλη», 2018.

Γιώργος Δάγλας, Durruti

Foto David Chim Seymour, Extremadura, Spain 1936

Όπως το μισάνοιχτο τραγούδι στον αέρα.
στα σύνορα
στις έδρες των δικαστηρίων και των καμπαρέ.
Θʼ άνοιγαν το πουκάμισο στις τρυφερές παράνομες συχνότητες.
Θα συναντούσαν το όραμα στη μέση του κόσμου.
Αυτοί, που η ερωμένη του πάπα τους οδηγούσε
σαν υπνοβάτης στην αιώνια έξαρση των κοσμικών.
Θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι τα Πυρηναία.
Ντυμένοι στα μαύρα.
Ζητώντας τους διεθνείς συντρόφους στα επιτελεία
των καπηλειών.
Στο σίδερο και την πέτρα.
Αυτοί, ποπουλάροι και ρέμπελοι
στο διαρκή έρωτα
στη διαρκή επανάσταση
θʼ άνοιγαν και θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι
το Γράμμο και την Κροστάνδη,
αφήνοντας πίσω
ανθισμένες φυλακές
πυρπολημένα νομοσχέδια
ανθρώπους με μικρά ονόματα
και μεγάλη καρδιά.
Γιατί ήξεραν νʼ αγκαλιάζονται σφιχτά.
Να πεθαίνουν και να σκοτώνουν μʼ ένα γέλιο.
Αυτοί, που δεν τους λύγισαν παρά τα μάτια των
παιδιών
περιφέρουν ακόμα το προαιώνιο γιατί
περιφέρουν τρεις χιλιάδες συναπτά έτη τη
φωτογραφία
του Buenaventura, ρωτώντας:
-Είδατε πουθενά τον φίλο μας;

*Από τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ραγισμένο Ταμποῦρλο ΙΙΙ

Ἀνάσαινα τὸ δέρμα σου εὐλύγιστο ποτάμι
κυμάτισε στὰ βλέφαρα ὁ ἥσυχος λυγμὸς
ὅταν κουράστηκε ἡ φωνὴ καὶ βρῆκε μαξιλάρι
ὅταν ἡ μέρα ἐράγισε καὶ βούλιαξε τὸ φῶς

Ἔχασα τοὺς συντρόφους μου μὲ πῆρε ἡ λησμονιὰ
μὲ πῆρε ἡ γλυκιὰ βροχὴ τὸ μαλακὸ σκοτάδι
ἔχασα τοὺς συντρόφους μου χιονίζει λησμονιὰ
σβησμένες οἱ σημαῖες μου κι ἡ νιότη μου σαλπάρει

Τὰ ὁράματά μου ἀράζουνε ἀργὰ στὰ γόνατά σου
μικρὰ ναυάγια ποὺ διψοῦν τῆς ἄμμου τὸ φιλὶ
προσπάθειες ποὺ τέλειωσαν λιωμένη μουσικὴ
λιωμένα δάχτυλα κρυμμένα στὰ μαλλιά σου…

*Από τη συλλογή «Ραγισμένο Ταμποῦρλο», 1991.

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ

Τό πλήθος έχει τή στάση τών ευκαλύπτων
Καί την άκινησία τών άγαλμάτων.

‘Ανθρωποι μέ στολή
Καί προβολείς οκτώ αυτοκινήτων
Άνιχνεύουν τό βάθος τής λεωφόρου
’Εκεί πού διαγράφουν τροχιές πελώριοι ίσκιοι
Καί τά κυπαρίσσια έγγίζουν τό δέρμα τού φεγγαριού
Προκαλώντας ρίγος στούς έξώστες τού στερεώματος.

Κανείς δέν κατάλαβε πώς έγινε τό κακό
Διέφυγαν όλοι
Καί τό κρεουργημένο θύμα διέφυγε, άγνωστον πώς,
’Αφήνοντας μόνον τρία ή τέσσερα δάκτυλα
Καί τό καμένο κτίριο έφυγε πρός άγνωστον κατεύθυνσιν

Εμεινε μόνον ή μπανιέρα
Κι έκείνα τά χρυσόχαρτα
Πού μάζευεν ή κυρία του τετάρτου γιά τούς τυφλούς
Ή καλύτερα γιά τό σκύλο πού οδηγεί τούς τυφλούς.

Κανείς δέν ξέρει πώς έγινε τό κακό
ΙΙολλοί διερωτώνται άν έγινε τό κακό
Κι έξακολουθοΰν νά έχουν τή στάση τών άγαλμάτων..

1959

***

ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

1
’Απ’ όλες τίς γυναίκες πού ήταν στό νησί
Εκείνη πού άπουσίαζε ήταν κι ή πιό ωραία.

2
Κι αν σού κρατούσα τό κεφάλι μέσα στό νερό
Κι αν προσπαθούσα νά σέ σβήσω
Σέ ξένο κρεβάτι καί νέες συνήθειες
Ήταν γιατί σ’ άγάπησα πολύ
Κι έτρόμαξα πολύ
Νά μή μού φύγεις.

3
Κι ό πίθηκος σκυφτός πίσω άπό τό πόμολο τής πόρτας
Σέ μιά βδομάδα κάτου απ’ τή λάμπα
Στό δρόμο τού νοσοκομείου
Σιωπή, σανίδες καί άσετιλίνες έργατών
Στά πληγωμένα πεζοδρόμια
Σ’ αυτόν τό δρόμο μέ τή λάμπα
Ένα ξένο δαιμονικό βλέμμα
Στά μάτια σου
Κράτησα σφιχτά τή σάρκα τής Ελένης
Μέ τό ξένο βλέμμα
Νά μέ πανικοβάλλει.

4
‘Αδειος όσο κι ή στέπα
’Απαλλαγμένη άπό καμπάνες καί βλάστηση.

Μάρτης 1961

*Από τη συλλογή “Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Μιλάει ο αγριόχοιρος Ποιήματα 1952-2008”, εκδ, ύψιλον/βιβλία, Νοέμβρης 2008.

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Άτιτλο

Στην πρώτη αχτίδα τραβάς την κουρτίνα
αποτρέποντας το φως
να σ’ αλλάξει

***

Σκόρπιες στιγμές

Σκόρπιες στιγμές
στ’ ουρανού το άπλωμα
Βαριά, πορεύεσαι ανάμεσα στο πλήθος
οι άνθρωποι που προσπερνούν
φουντώσανε το ψύχος

Καπνίζεις το τσιγάρο σου
κι ανάβουνε μολύβια
βαδίζεις με τους λογισμούς
τα πόδια σου μιλάνε
πέφτει μπροστά σου ο γνωστός
κι αυτά τον προσπερνάνε

Μαγιάπριλο του κόσμου
στα χείλη σου σ’ αγγίζει
ποτάμια σε γεμίζουνε, ξανά η νύχτα απλώνει
Γκρίζο φεγγάρι να κερνά
μαύρο κρασί να πιούμε

Οκτώβριος 1998

***

ένα ανεμοσκόρπισμα

Ν’ απορείς, να ζητάς
ν’ αποφασίζεις
ν’ ανεμοσκορπίζονται όλα αυτά
στο έμπα καταιγίδας

Κι ο κεραυνός σε χτύπησε
μάτωσε η ζωή σου
ψηλαφιστά πας στον καιρό
που κόπηκε ο χρόνος
μιαν άλλη μέρα έρχεται κι εσύ απουσιάζεις
Αναρωτιέσαι, μάταια γυρεύεις απαντήσεις
κι όλο αυτές δεν έρχονται
για να τις αντικρύσεις

Спускается солнце за степи (Колодники) / Ο ήλιος δύει πάνω από τη στέπα (κατάδικοι)

Του Αλεξέι Τολστόι

Κατεβαίνει ο ήλιος πίσω από τις στέπες,
στο βάθος χρυσίζει το γρασίδι,
των κατάδικων οι ηχηρές αλυσίδες
σηκώνουν τη σκόνη του δρόμου.

Ding – bong, Ding – Bong –
Άκουσα τον ήχο των αλυσίδων,
Ding – bong, Ding – bong,
Ένα μακρινός δρόμος στην Σιβηρία.
Ding – bong, Ding – bong,
Μπορείτε να ακούσετε εδώ και εκεί:
Οι σύντροφοί μας
Βρίσκονται στη φυλακή.

Περπατούν με ξυρισμένα τα κεφάλια,
προχωράνε μπροστά με βαριά βήματα
συνοφρυωμένοι,στην καρδιά τους
ο διαλογισμός έγειρε.

Πηγαίνουν μαζί τους οι μακριές σκιές,
δυο άλογα την άμαξα τραβάνε νωχελικά
λυγίζουν τα γόνατα,η συνοδεία αλόγων
μαζί τους προχωράει.

«Ελάτε, αδέλφια μου, ας μακρύνουμε το τραγούδι,
ας ξεχάσουμε αυτό το τρομερό κακοπάθημα!
Είναι φανερό τέτοια αντιξοότητα
είναι γραμμένη για μας!”

Και τους οδήγησαν, τους κρέμασαν και αυτοί τραγουδούσανε,
πέφτοντας στου Βόλγα τη μεγάλη έκταση,
για το δώρο των ημερών του παρελθόντος.

Τραγουδάνε για τις ελεύθερες στέπες,
για την ανήμερη ελευθερία.
Η μέρα θα απαλύνει τον πόνο,
και οι αλυσίδες όλο σκουπίζουνε τους δρόμους.