Ρογήρος Δέξτερ, Από τις “Σχεδίες”

Α, εκείνη η γριά μαγίστρα
Στη Λήμνου, πάνε δύο δεκαχρονίες
Όταν μου έλεγε με στόμφο
Κλεφτές ματιές ρίχνοντας
Στο κατακάθι τού καφέ
“Θα σ’ αγαπήσει η νύχτα, μαρεγιέ μου,
Οι πεταλούδες και οι πιωμένοι” •
Πέρασαν χρόνια και δε βρήκα την αλήθεια
Και έμαθα αργά
Αλλά τουλάχιστον έμαθα
Μέχρι που έφεγγε η κάθε μέρα
Για μένα τον ανήλιαγο σε μέρη σκοτεινά
Ν’ ακούω τον ξένο πόνο
Που ξεχειλίζει στα ποτήρια
Αγάπες που χάθηκαν
Χωρισμοί και προδομένοι έρωτες
Να πιάνω το σφυγμό των ανθρώπων
Ακόμη και τις δύσκολες στιγμές που νιώθω
Ότι έχει σταματήσει να χτυπά η καρδιά μου.

Έξω από το “Naked Turtle” Ή Όνειρο με την Ελβίρα

Άναψα αμέτρητα τσιγάρα
Μα δε φάνηκες. Και όμως
Είναι τόσα τ’ αστέρια
Που με ευχές κατρακυλούν στην άβυσσο.
Κόντευε η ώρα έντεκα.Λίγο ακόμη ήθελα
Και θα μετρούσα το δυτικό χρόνο σε στάδια
Σαν την απόσταση που μας χωρίζει
Σε ανθρώπους που θα είχαν κερδίσει την ευτυχία
Αν δε μιλούσαν τις γλώσσες τής Βαβέλ
Αν σφράγιζαν – όταν έπρεπε –
Τα χείλη τους με βουλοκέρι
Πριν ξεπεζέψουν απ’ τά σύννεφα.
Ύστερα έπεσε πάνω μου από ψηλά
Κι εκείνο το ψιλόβροχο
Που καταράστηκα
Υγρός μανδύας να με τυλίξει
Μαζί με άλλα ασήμαντα
Ώστε δεν ένιωθα πια μόνος.
Πέρασα το κατώφλι
Σα να διασκέλιζα τις πτώσεις μου με παροιμίες
Ή λάκκους μετά τη γέφυρα τού Αχέροντα•
Ας ρωτηθούν λοιπόν τα μαντεία
Ας μιλήσουν οι χρησμωδοί
Και όσοι γνωρίζουν
Να ξεδιαλύνουν οιωνούς με την εγκοίμηση•
Περίμενα να ‘ρθείς, το ξέρεις
Να φτάσει εκεί η φωτεινή σκιά σου
Σ’ ένα στενόχωρο παράδρομο
Στον Κήπο τού Κόσμου με τα άπλωτα πελάγη
Όπου όλες οι θάλασσες κατασταλάζουν
Και οι άνθρωποι δεν έχουν ύπνο
Μήτε το χρόνο να ονειρευτούν•
(ανάμεσά τους κι εγώ
παλιός ακουστής των τζιτζικιών τυρβάζω
δήθεν ευρέτης τραγουδιών σα φτερουγίσματα
που όμως είναι
πιο αληθινά
κι από τα μικροπράγματα τής κάθε μέρας)•
Έτσι με την ελπίδα ότι θα ερχόσουν
Μήπως και λυτρωθώ να με γλυτώσεις
Από το αίσθημα
Πώς με πιέζει μια βαριά σκιά
Στο θώρακα ή στο λαιμό τις νύχτες
Για ν’ αναπνέω πιο πνιχτά τα όνειρα•
Το ξέρω πως θα ‘ρθείς
Κι αυτές οι θλίψεις αύριο
Θα βρουν τη γαλήνη τους
Καθώς δεν έχουν ράχη ούτε τερματισμό
Δεν έχουν τα ανέφικτα που κυνηγώ
Και δραπετεύουν
Καθώς δε σταματώ να αφουγκράζομαι
Μέσα μου ν’ αντηχεί ακόμη η φωνή σου.

***

Μία Σχεδία τού γυρισμού Ή Λίγα άνθη για τη Σιμόν
[που είχε έναν κοντόφθαλμο γάτο και τον έλεγε Φέλιξ]

Έμενε σ’ ένα σπίτι από κόκκινα τούβλα
Γεμάτο σκαλωσιές και περιστέρια
Που έδειχναν να οδηγούν στον ουρανό
Στ’ αστέρια που δεν μπορούσε να μετρήσει
Στους αγγέλους που δεν μπορούσε να δει
Δυο βήματα από τις όχθες
Και τα νερά τού μεγάλου ποταμού
Όπου ποτέ της δεν κολύμπησε
Ποτέ δεν ήπιε και δεν πέρασε
Τις αμέτρητες διακυμάνσεις του
Τέσσερα βήματα από τις φυλλωσιές
Τού άλσους που δεν την αγκάλιασε
Τριάντα χρόνια και σαράντα μέρες
“Ζώντας και ψευτοζώντας”
Πάνω ακριβώς από τις άγριες φωνές
τού πλήθους
Που μέρα νύχτα τρέχει αλαφιασμένο
Μέσα στην κοιλιά τού θηρίου
Που όλους μαζί μάς κατάπιε μια νυχτιά
Για να μη μας ξεράσει ποτέ
Στη στεριά όπου κανείς δε γνωρίζει
Ποιοι είναι οι ναυαγοί και ποιοι οι πνιγμένοι•
Δεν ξέρω τί απέγινε η Σιμόν
Αλλά η μνήμη θυμάται ακόμη το χαμόγελό της
Θυμάται μια τόση δα φράση
Σα μυτερό θραύσμα στο μάτι
“Όταν πεθάνω – ίσως με ρίξουν στο ποτάμι που μισώ”.
Όταν τελειώσω κι εγώ τις μάταιες μέρες μου
Ελπίζω ν’ ανταμώσουν οι σκιές μας
Περνώντας το άλλο ποτάμι
Ψιθυρίζοντας δύο λόγια συγνώμης
[για εκείνο το τζάμι που τής έσπασα
πιωμένος ένα βράδυ χωρίς να το μάθει].

Χριστόφορος Τριάντης, Δείτε

Δείτε περιπατητές,
τους εμπόρους πώς ξαμολιούνται
στις συναθροίσεις.
Δείτε τους,
είναι ντυμένοι σαν αλλόφυλοι.
Τις παρενδυσίες δεν τις αποφεύγουν,
τις αφήνουν για τις νύχτες,
ξέρουνε καλά πως το σκοτάδι
δεν είναι ο κριτής.
Δείτε τούς υπηρέτες των πατρικίων
πώς καταγραφούν τα τραπεζοκαθίσματα
και τα χαμόγελα
στα γυαλιά των αφεντικών τους
τα κρεμούν,
να βλέπουν τις συμφωνίες
και τους χαριεντισμούς τους.
Δείτε τούς ακόλουθους της τύχης
πώς ζευγαρώνουν στα ξενοδοχεία
και στα καφενεία (νέας κοπής).
Κι ύστερα τους γέροντες βγάζουν στο σεργιάνι,
να εξασφαλίσουν απ’ τα πρυτανεία
πλαστικές σακούλες
και πακέτα διακοπών,
εν μέσω δυσκολιών
που ‘φερε η κρίση.
Δείτε πώς οι παρακεντέδες
(της τάξης)
θάβουν τους παρίες
στους αγρούς,
για να μην μολύνουν τη συνήθεια.
Δείτε πώς οι δυνατοί
χτίζουν τα εξοχικά τους
σε τόπους κρανίων
και τις κοιλιές τους προσέχουν,
μήπως οι σκόροι αρχίσουν
τις σαπροκαταλήξεις
και αποτελειώσουν – νωρίς νωρίς –
το εγώ τους.
Δείτε και τους απογόνους τους,
θαυμάζουνε τους εκδοροσφαγείς.
μα γραφιάδες καταλήγουνε
να καταγράφουνε δολοφονίες
(στα ασβεστοκάμινα).
Πρόσχαρα ν’ ανεβαίνουν
τις κλίμακες
που τον θάνατο λατρεύουν.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

Αιμορραγώντας οι λέξεις

Περνούν τα χρόνια
κι όλο τις λέξεις σκέφτομαι
που όλο λυγίζουν

αδύναμες πια
ν’ αντέξουν το βάρος των λυγμών
τ’ ανεπίδοτα πλαντάγματά τους.

Κι όλο τις βλέπω να αιμορραγούν
σ’ ορύγματα και σκάμματα
ν’ αφουγκραστούν παλεύοντας πόθους παλιούς
κι ακοίμητους

μαζί τους τραβώντας
με δάχτυλα σπασμένα
τους πιο απελπισμένους.

***

Οι μοναξιές

Νύχτα με τα μαβιά νερά
και βγαίνουν σεργιάνι οι μοναξιές

μετρούν δεκάρες για να βγάλουν τη βδομάδα
καταναλώνουν λίτρα κονιάκ
αρειμανίως καπνίζουν
βολεύουν την πείνα τους με φαστ φουντ
κοιμούνται στους δρόμους
οδύρονται

πνίγονται στις φωναχτές σιωπές της ησυχίας.

Πόπη Γιόκαλα,Τρία ποιήματα

Φως

Έχει η μέρα σήμερα άπλετο φως….
Λούζει τις αισθήσεις πανηγυρικά- Προσθέτει
Ήχους
Χρώματα
Η Ζωή συνεχίζει το ταξίδι της καθημερινότητας με διάφορα
τεχνάσματα…
Απογοήτευση
Αισιοδοξία
Χαρά
Όνειρα
Ελπίδες….
Όλα μαζί στον κύκλο της
ημέρας περιστρέφονται.

***

Χωρισμός

Θραύσματα μετέωρα
Το παρελθόν στα μάτια
καθρεφτίζεται-
Αδέξιες οι χειρονομίες
Σε ημερολόγιο το όνειρο πεθαίνει-
Χαμένες αξίες κρεμασμένες στον ουρανό-
Σε άδειους ωκεανούς πνίγονται
τ’ανείπωτα λόγια-
Περιπλάνηση στο άπειρο
σε μελωδία μελαγχολική-
Μουδιασμένη η ψυχή χάνεται σε ορίζοντες-
Όνειρα ναυαγισμένα.

***

Βουλιάζουμε

Πάψαμε να αναζητούμε νοήματα.
Η ουσία καταναλώνεται από τα ανούσια.
Γίνεται η καθημερινότητα δεδομένη.
Χάθηκαν οι συλλογισμοί εδώ κι εκεί.
Αποκοιμήθηκαν τα όνειρα.
Τα αληθινά συναισθήματα ξεψύχησαν.
Βουλιάζουμε στους συμβιβασμούς
Πιστεύοντας πως έτσι είναι η ζωή.
Ναυάγια θα είναι η κατάληξη.
Ίσως…
Μέσα από το χάος γεννηθεί ξανά το φως.

Έρμα Βασιλείου, Τρία ποιήματα

Η Λεμεσός του φόβου

Και τι να πεις
Τα φύλλα σφίγγονται στα κλαδιά
Να μην ακούσουν απ’ τη γη
πατημασιές θηρίων

ξένοι, σπείρες,
ημέρες μη λείες
τ’ αγέρι βλέπει λέξεις
να πετάγονται από πρησμένα χείλη
δυο ίσως ακόμα και τριών κακούργων στους εκατό
στην πόλη
που δεν ήταν εύκολο να κυκλώσουν οι αρχές
πιάσαν και κάψαν στα δέρματά τους ονόματα
παιδιών
πως είναι πατεράδες
φαμελιές, σου λένε
-πάρε καλέ κυρία-
κι εσύ τους πιστεύεις
αν θέλεις έλα σ’ ένα λεπτό
θ’ αγοράσω τις γλάστρες σου
με τ’ αγιόκλημα που μου μοσχοπουλάς…
κι εσύ τους φιιλεύεις χαμόγελο όταν αυτοί
έχουν εκείνη τη στιγμή
αποφασίσει να σου παρουν τα ακριβά κάδρα
του τοίχου σου
όταν γυρεύεις το πορτοφόλι σου
στα στέκια που το βάζεις
και πιο πολύ ακόμα στα χαμόγελα της μακάριας
καλοσύνης σου
σημαδεμένα με το μάτι
τώρα πια, άσε
σου τ’ άδειασαν τα τείχη των τοίχων σου
και των τυχών σου την αφέλεια
σου αφήσαν να έχεις
μα εσύ δεν ακούς, χαμόγελο εσύ…
πάντα αυτό μένει
χαμογέλα λοιπόν παλλιάτσε

riri pagliacci

***

Έλα Κούρη

Σαν γιος της μάνας γης
Στον ασβεστολιθικό μου ύπνο
Στην ξενιτιά οι γιοί μου ανθρώπεψαν
Κι εσύ μικρός ακόμα…
Στέρεψες δάκρυ
Στο καρτέρι
Στην Παμφυλία οι φίλοι σου
Όλοι γέμισαν
Νερό που άποτο
Μένει απότολμο
Και οι βηματιστές
Στο φράγμα της αποθήκης σου κούρσεψαν τις μέρες
Κούρη ποτιστή των ημερών
Κούρη αδέσποτα όμορφε, Κούρη
Κεραστή του Οίνου του απόδειπνου
Στρόφιγγα της αυγής και θεριστή ονείρων
Κούρη μου παλλικάρη
Που περιμένεις
Να γηροκομίσεις τα νιάτα της σκέψης
Τα ρείτρα εξαγοράς τα έριξες στο βυθό των αιώνων
Με το φράκο σου πάντα ατσαλάκωτο
Χωρίς τσακίσματα χωρίς μακκώματα
Ολόισια η πλάτη σου στη γη
Αφεντεύει το κάθε που σ’ αγγίζει
Που σ’ άγγιξε

***

Τρέχει ο χρόνος

Προφταίνω;
Πού πας;
Εκείνος θα πει ακολούθα
Τα θέλγητρα που απλώνονται
Στην άσφαλτο, στο θόρυβο
Ξαναρωτώ, μου λέει ακολούθα
Μα μια μέρα δεν άντεξα,
τον πέρασα τον ξεπέρασα
τoυ είπα ακολούθα
Και μ’ ακολούθησε
Πιστά και ταπεινά
Μα με ακολούθησε…

Σιωπή ιχθύος
Τη νύχτα από τη γυάλα
Με τα δυο χρυσόψαρα
Ακούστηκε η σιωπή ιχθύος
Ήταν εκκωφαντική, αλλοτινή, τρωκτική
Όταν όλα τα πίστευα
με βαρελίσια ηχώ που ανέβαινε στην επιφάνεια
μέσα από φυσαλλίδες
που άφηναν τα ερωτικά φιλιά τους
στο νερό
Η ερωτική μου μετανάστευση δεν θα
Ολοκληρωνόταν ποτέ
Αν δεν αντίκρυζα το σπάσιμο της σιωπής
Να επαναστατεί με κυνηγητό σε γυάλα απύθμενη
Στο ασημί το χρώμα του δρόμου
Που έριχνε τσαμπιά τους λαμπτήρες
όταν όλοι κοιμόνταν στην αγρύπνια μου μέσα

*Από τη συλλογή “Που καρκιάς” (Από την καρδιά) – Ποιήματα για τη γη μου”.

Η πιο εκτεταμένη και πιο ολοκληρωμένη Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης στα Αγγλικά


Ένα έργο του Μανώλη Αλυγιζάκη σε μια κοινή έκδοση Libros Libertad και Ekstasis Editions

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ
ΜΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΣΤΟ https://libroslibertad.com

Ο Μανώλης Αλυγιζάκης είναι Ελληνοκαναδός ποιητής με σημαντικά επιτεύγματα στο ενεργητικό του. Εκτός από τη δημοσίευση των δικών του αρκετά δημοφιλών ποιητικών συλλογών, έχει, εδώ και χρόνια, αφιερωθεί στις υψηλής ποιότητας και λεπτεπίλεπτες μεταφράσεις έργων των σύγχρονων Ελλήνων ποιητών. Έτσι μας έχει προσφέρει σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ποιητές, τους οποίους αλλιώς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει το καναδικό και γενικά αγγλόφωνο κοινό, για το οποίο είμαστε όλοι ευγνώμονες. Τώρα, όμως, έρχεται με ένα πραγματικά τιτάνιο έργο, το οποί ανοίγει την πόρτα στο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό στο έργο πολλών αξιοσέβαστων Ελλήνων ποιητές οι οποίοι, είναι όντως λυπηρό, είναι ουσιαστικά άγνωστοι έξω από τα όρια της χώρας τους. Το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Νεοέλληνες ποιητές: Μια Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Ποίησης, 1750-2018» με βασικό σκελετό ποιήματα 60 σύγχρονων ποιητών από την Ελλάδα, τα γραπτά των οποίων, μπορούμε τώρα να καταλάβουμε ότι άξιζαν να ακουστούν σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Οι επιδέξιες αλλά και εξειδικευμένες μεταφράσεις που συνθέτουν την Ανθολογία, συνοδεύονται από σύντομες αλλά κατατοπιστικές βιογραφίες των ποιητών που ανθολογούνται δίνοντάς τους μια θέση στον ποιητικό χάρτη για το αγγλόφωνο αναγνωστικλο κοινό, με έναν τρόπο που δεν έχει γίνει ποτέ πριν.

Κάναμε κάποιες ερωτήσεις στον Μανώλη Αλυγιζάκη και να τι απάντησε:

Γιατί μια Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης στα Αγγλικά; Τι σημαίνει αυτή η Ανθολογία για τον χώρο της παγκόσμιας ποίησης;
Δεν έχει υπάρξει ποτέ Ανθολογία της Νεοελληνικής Ποίησης στον Καναδά και αυτή η έκδοση έρχεται να καλύψει αυτό το κενό. Από την ημέρα που μετέφρασα το πρώτο ποίημα από τη μητρική μου γλώσσα στα αγγλικά πριν από δώδεκα χρόνια, έχω ονειρευτεί να εισάγω στο καναδικό αναγνωστικό κοινό (και το αγγλόφωνο κοινό γενικότερα) τον πλούτο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης μέσω μιας ανθολογίας επιλεγμένων και αντιπροσωπευτικών ελληνικών ποιημάτων από την περίοδο της Επτανησιακής Σχολής μέχρι σήμερα.

Δεδομένου του πολύ μεγάλου μεγέθους αυτού του τόμου, μπορείτε να μας πείτε πόσο καιρό πήρε όλη η διαδικασία επιλογής και μετάφρασης των ποιημάτων;
Ήταν μια μακρά διαδικασία τριών χρόνων, η οποία οδήγησε στον ογκοδέστατο αυτό τόμο των 815 σελίδων μιας όμορφης τέτοιας ποίησης και σίγουρα είναι είναι η πιο όμορφη ανταμοιβή που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Μετά από τα συνεχή τρία αυτά χρόνια αφοσίωσης στην Ανθολογία, είμαι τελικά σε θέση να παρουσιάσω αυτό που θεωρώ ως την καλύτερη και πιο πολύτιμη μεταφραστική μου εργασία μέχρι τώρα, καθώς και την πιο πολύτιμη συμβολή μου στην Καναδική λογοτεχνία και την παγκλοσμια λογοτεχνία γενικότερα. Το βιβλίο έχει μετατραπεί σε e-book επίσης και έτσι είναι διαθέσιμο και στους νεότερους αναγνώστες της ποίησης που προτιμούν αυτόν τον τρόπο ανάγνωσης.

Είχατε θεσει κάποια κριτήρια στην επιλογή των ποιητών και των γραπτών τους;

Προσπάθησα να καλύψω ένα διάστημα 250 χρόνων ποιητικής δημιουργίας με ποιητές που εκπροσωπούν κάθε εποχή της ελληνικής ποίησης. Υπήρξαν και μερικοί ποιητές τα έργα των οποίων θα ήθελα να περιλάβω στον τόμο αυτό, αλλά η απόσταση και η διαφορά ώρας μεταξύ της British Columbia και της Ελλάδας δημιούργησε δυσκολίες στην επικοινωνία και δεδομένου ότι μια ντουζίνα ποιήματα από καθέναν από 60 ποιητές ήταν ήδη ένα σημαντικό σώμα της εργασίας που έπρεπε να μεταφράσω, τράβηξα μια διαχωριστική γραμμή σε αυτό το υλικό που ήδη είχα.

Ποιο είναι το μήνυμα που δίνεται στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό μέσα από ένα τόσο τεράστιο έργο και αποτέλεσμα;
Το μήνυμα αυτού του βιβλίου είναι πολύ απλό. Κατ’ αρχάς, να τονίσει το γεγονός ότι η αφοσίωση και επιμονή ανταμείβει πάντα κάποιον με το ευχάριστο αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης και, δεύτερον, να υπενθυμίσει στους αναγνώστες της ποίησης σε όλο τον κόσμο ότι μια ποίηση όπως αυτή που ρέει στις σελίδες αυτές γεννήθηκε στην Ελλάδα και συνεχίζει να ευχαριστεί τον κόσμο με την ομορφιά της, ακόμη και σήμερα. Όλο αυτό κάνει τον μεταφραστή να υποκλίνεται μπροστά στην ανίκητη δημιουργικότητα του Ελληνικού Πνεύματος και εύχομαι ότι θα συνεχίσει να προσφέρει την ομορφιά της στο παγκόσμιο επ’ άπειρον.

*Ο Μανώλης Αλυγιζάκης είναι Καναδός ποιητής και συγγραφέας, που κατάγεται από την Κρήτη. Πρόσφατα διορίστηκε επίτιμος εκπαιδευτικός και συνεργάτης της Διεθνούς Ακαδημίας Τεχνών και του απονεμήθηκε μεταπτυχιακό δίπλωμα (Μάστερ) στη Λογοτεχνία. Μετανάστευσε στο Βανκούβερ το 1973, όπου εργάστηκε ως εργάτης σε σιδηρουργία, εργάτης σιδηροδρόμων, οδηγός ταξί και χρηματιστής. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser. Άρθρα, ποιήματα και διηγήματά του στα ελληνικά και αγγλικά έχουν εμφανιστεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες στον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σουηδία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία, την Αυστραλία, την Ιορδανία, τη Σερβία και την Ελλάδα. Η ποίησή του έχει μεταφραστεί στα ισπανικά, ρουμανικά, σουηδικά, γερμανικά, ουγγρικά, ουκρανικά, γαλλικά, πορτογαλικά, αραβικά, τουρκικά, σερβικά, ρωσικά, ιταλικά, κινέζικα, ιαπωνικά, και έχει δημοσιευθεί σε μορφή βιβλίου ή σε περιοδικά σε διάφορες χώρες. Σήμερα ζει στο White Rock, όπου περνά το χρόνο του γράφοντας, ταξιδεύοντας και διευθύνοντας τις Libros Libertad, μια ανορθόδοξη και ανεξάρτητη εκδοτική εταιρεία που ίδρυσε το 2006 για να εκδίδει λογοτεχνικά βιβλία. Η μετάφρασή του George Seferis: Collected Poems ήταν υποψήφια για το Ελληνικό Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβεία, τη μεγαλύτερη λογοτεχνική αναγνώριση στην Ελλάδα. Τον Σεπτέμβριο του 2017 τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο Ποίησης του Διεθνιυς Φεστιβάλ Ποιησης Mihai Eminescu στην Κραϊόβα της Ρουμανίας.