Άκανθος, Ο δρόμος του καυτού νερού

Περπατά ο κανένας
στις άκρες του Ευβοϊκού
κι έτσι θυμάται με κόπο
τα ασκόπως έχοντα συμβεί
τα ξοδεμένα…
Η Μήδεια – μνήμη διψασμένη
σφάζει τον εαυτό της
πετώντας πάνω απ’ τα νερά,
πότε, και πότε σέρνεται
μπροστά απ’ τα βήματα
του ταξιδιώτη, φάλτσα τραγούδια λέει
και παρασταίνει ιστορίες μισές
και σπάει σε άπειρα κομμάτια
και σκορπίζει στον αέρα εικόνες
άγνωστες απ’ το γνωστό,
στο φαγωμένο έδαφος από το θειάφι ολούθε,
και κρένει ο κανένας στο καυτό νερό
που τώρα είναι άλλο,
αλλά
το ίδιο τρέχει όπως έτρεχε.
και τον ακούει το νερό
ή έτσι νομίζει
πως όλους τους ρόλους όπου έφτιαξε
δεν τους θυμάται απ’ το γιατί
αλλ΄ από το τώρα
και όσο λιγοστεύει ο καιρός
κι ο ασυγχώρητος θάνατος ζυγώνει.

*Από τη συλλογή “Η Πάλη των Πράξεων”, εκδ. Provocateur, 2017.

Δημήτρης Κουτσιφέλης, Δύο ποιήματα

Αιωνιότητα

Διωκόμενος, έχασε το ένα παπούτσι.
Το αίμα του πέλματος
χαράζει το μονοπάτι του διώκτη.
Εύκολο τέλος η παράδοση, σκέφτεται.
Η αιωνιότητα χάνεται, αν
δε βρεθεί Εφιάλτης ή έστω
μια ελάχιστη κερκόπορτα.
Δεν αναγνωρίζεται η θυσία χωρίς φιλί
…………………………………………………………
Το διηνεκές αγαπάει την προδοσία

***

Καυτά συνθήκην

Άκουγε τη νύχτα
τις στριγκλιές των γερανών στο λιμάνι,
τα πλοία
με τα φορτία των ερωτηματικών έδεσαν.
Οι αχθοφόροι ζαλικωμένοι απορίες,
μουρμουρίζουν μεταξύ τους,
πως αν γυρίσουν τα πλοία αδειανά
χωρίς απαντήσεις,
Τα ναύλα θ’ αυξηθούν,
κι οι ασφαλιστές, πιστοί στις συμβάσεις
θα κατασχέσουν τα όνειρα.

*Από τη συλλογή “Εξόριστες σκέψεις”, εκδ. Κύμα, 2018.

Άρης Αλεξάνδρου, Το αμετάφραστο

Έγραψε ένα ποίημα με λέξεις καθημερινές
(δεντροστοιχία πέτρα κέλυφος χαρτόνι)
έχοντας την πρόθεση να το μεταφράσει
στη μητρική του γλώσσα.
Ανασέρνοντας μιά-μιά τις αντιστοιχίες
απ’ το βυθό της μνήμης
αλλάζοντας τη διάταξη για να κρατήσει τον ρυθμό
προχώραγε στη νέα παραλλαγή με τόση επιτυχία
που σκέφτηκε να σκίσει την πρώτη γλωσσική μορφή.
Ξάφνου
ο ίσκιος ενός γλάρου πάνω στα νερά
τού θύμισε πως όλα τα πουλιά της μακρινής πατρίδας του
είχαν αποδημήσει ή σκοτωθεί.

*Από τα «Παρισινά ποιήματα».
**Από το βιβλίο: Άρης Αλεξάνδρου, «Ποιήματα (1941-1974), Εκδόσεις Καστανιώτη, Β΄ έκδοση, Αθήνα 1981, σελ. 146.
***Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Αλωνάκι της Ποίησηςτου Γ.Κεντρωτή.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Τρία ποιήματα

Αναζήτηση

Παράτησα το αγκίστρι μου
Έτσι κι αλλιώς
το μόνο που ψαρεύεις στο Αιγαίο
είναι πετρέλαιο
και πτώματα προσφύγων.
Αγόρασα μια λέμβο
περισυλλογής ιδεών.
Παλεύω με κύματα
που προσπαθούν να με ρίξουν
σε βραχονησίδες εθνικιστικών παροξυσμών.
Ψάχνω στεριά φιλοξενίας ζωών.
Απάγκιο επούλωσης ονείρων.

***

Σαν πρόσφυγας

Δεν ήρθα σαν κατακτητής
αλλά σαν πρόσφυγας,
γυρεύοντας στέγη και άσυλο,
έτοιμος να διαβώ τα σύνορά σου.
Μα εσύ ύψωσες φράχτη
κι εγώ δοκίμασα τη θάλασσα,
με κίνδυνο να χάσω τη ζωή μου.
Τώρα πια ψάχνω καταφύγιο στις πόλεις σου
δίπλα στου μπάτσου την οργή
και στο μαχαίρι του φασίστα.
Ψάχνω τα μάτια σου να δω
και να τους δείξω την πληγή μου.

***

Τα σύνορά σου

Κράτησες κλειστά τα σύνορά σου,
μα εγώ μπήκα κρυφά.
Πέρασα ναρκοπέδια,
σκαρφάλωσα φράχτες
κι έφτασα ρακένδυτος,
να σου γυρεύω δουλειά
και να μου δίνεις απέλαση.

Κωνσταντίνα Ζαγάρη, Τρία ποιήματα

Νυχτερινό

Έντυσα το δωμάτιο
-από τοίχο σε τοίχο –
τους φόβους μου
Αισθάνομαι ασφαλής
όταν τους βλέπω
Ολομόναχη –
ναυαγός, καταμεσίς μιας θάλασσας
σε ίση απόσταση παρόν και παρελθόν-
Κυτώ κατάματα τον νεαρό
απρόσωπο εαυτό μου
Μελετώντας έτσι
τη ματαιότητα με επιμέλεια,
άρχισα να εμπιστεύομαι τους ποιητές

***

Εγώ είναι (ο) άλλος*

Η φθορά αγαπημένη σύντροφος
με συνοδεύει στο γήρας
Χωρίς φόβο για τις αλλαγές
που συμβαίνουν σε κοινή θέα
Κρατώ ερμητικά κλειστό
ένα μικρό δωμάτιο όπου ιδιωτεύω
εκδύομαι τους πολλαπλούς εαυτούς μου
Επανασυνδέω στιγμές
σε μια δεύτερη ροή, άχρονη
Εκεί αφήνω στην άκρη τις ρυτίδες μου
Κρεμάω την ψυχή μου
στην άκρη κάποιου στίχου
μιας μελωδίας ή ενός χαμόγελου
Και ζω με μνήμη δίσεκτη

*Παράφραση της φράσης του Αρθ. Ρεμπώ

***

Βαρομετρικό χαμηλό

Με κούρασε ο χειμώνας
Τα πρωινά ανήλιαγα
Οι δρόμοι παγωμένοι
Σκυφτοί οι διαβάτες
οχυρωμένοι στα βαριά τους πανοφόρια
ακολουθούν μοναχικές διαδρομές
Σμήνη πουλιών πετούν αθόρυβα
και χαμηλά, προάγγελοι κακοκαιρίας
Τα δέντρα απλώνουν τα κλαριά γυμνά
Με πνίγουν, σαν τις τύψεις
για παραλείψεις μου
Με κούρασε ο χειμώνας και το γκρίζο
Απ’ αύριο βρέξει χιονίσει
Πολύχρωμη θα είναι η μπουγάδα
που θ’ απλώσω
Χαμόγελα θα στολιστώ σε χίλια χρώματα
Αφού το ξέρω πως ο χειμώνας
Προάγγελος είναι της άνοιξης

Νίκος Ι. Χουρδάκης, Απρόοπτο επεισόδιο

Η μνήμη κατακαλόκαιρο
είναι χιονισμένη
και τίποτε δε γίνεται για
να περάσουν οι νεκροί.

Τα εκχιονιστικά μηχανήματα
είναι κλειδωμένα
κι οι φύλακες λέιπουν
για μπάνια
σε παραλίες άγνωστες.

*Από τη συλλογή “Η οσία με το κόκκινο παλτό”, Αθήνα 1989. Το ποίημα το πήραμε από το περιοδικό “Η λέξη”, τεύχος 93, Μαρτης-Απρίλης 1990.

Lale Alatli, Δύο ποιήματα

Τέσσερις πράξεις

Μου αρέσουν τα μαθηματικά
όχι οι αριθμοί
δεν κάθισα τεμπέλικα
να οι δικοί μου λογαριασμοί:

μηδέν + μυαλό = εξυπνάδα
εξυπνάδα + αγάπη = συνύπαρξη
συνύπαρξη X ενσυναίσθηση = κατανόηση
κατανόηση + τρυφερότητα = αγάπη
αγάπη / υποκρισία = αρρώστια
εξυπνάδα – συνείδηση = κακία
κακία – εξυπνάδα = βλακεία
συνείδηση + εξυπνάδα = επιτυχία
επιτυχία – συνείδηση = πονηριά
υποκρισία X οικογένεια = κοινωνία
κοινωνία X υγεία = ειρήνη
κοινωνία X βλακεία = πόλεμος
πόλεμος + υποκρισία = χρήματα
χρήματα / λαός = αδικία
αδικία / χρήματα = καπιταλισμός
καπιταλισμός – χρήματα = μηδέν

*

Στις δύο ανάμεσα

Χωρίς φασαρία πολλή, χωρίσαμε
εκείνη δεν είπε μείνε,
εγώ δεν είπα φεύγω.
Για να τη λησμονήσω
άρχισα να βλέπω μια άλλη
χωρίς να της το πω,
ήταν στην αναπνοή μου ακόμα, εκείνη στο βάθος
ήθελα τα φιλιά της
να μείνω άλλο όμως δεν μπορούσα
είχε γίνει δύσκολη, ιδιότροπη, καταπιεστική, επιθετική, νευρικιά, επικίνδυνη…

Εντελώς διαφορετική ήταν η καινούργια
μαλακιά,τρυφερή και απαλή
με αγάπη αγκάλιαζε
με ειλικρίνεια μιλούσε
πρώτη φορά ασφάλεια ένιωθα,
ήξερε πως έπρεπε να με έχει ελεύθερη
για να επιστρέφω πάντα σε αυτήν.

Με κυνηγάει ακόμα η πρώην τις νύχτες
εισβάλλει στα όνειρά μου,
λέει να μη δώσω σημασία η νυν
αφού εμείς ανταμώσαμε
τη ζωή μας φτιάξαμε,
έτσι αισθάνομαι κι εγώ
δεν μπορώ όμως να τη σβήσω από το μυαλό
ούτε κι από την καρδιά.
Η ζωή της είναι κατηφόρα
κάθεται πια σε άλλες αγκαλιές
έμπλεξε άσχημα
άγρια δάχτυλα τη χαδεύουν τώρα,
της συμπεριφέρονται χυδαία,
την ταλαιπωρούν
δεν της επιτρέπουν να πίνει και να γλεντάει
να χορεύει και να τραγουδάει
το τσιμεντένιο κορμί της
τον ουρανό, τον ήλιο δεν βλέπει πια,
εκατομμύρια μυρμήγκια περπατάνε πάνω της
εκεί που κάποτε περιπλανιόταν η Ιώ
το παρελθόν της κρύφτηκε στις αναμνήσεις,
ζει πλέον επειδή δεν πεθαίνει.

Στενοχωριέμαι για εκείνη
τα καλύτερά μου χρόνια μαζί της,
ένας έρωτας σαν του Δία.
Όχι να είμαι δίπλα της τώρα,
αλλά να ήξερα, αν κι από μακριά,
ότι είναι καλά περνάει όμορφα.
Της λείπω άραγε;

Τα μεσάνυχτα
απλώνω τα χέρια μου για να τη σώσω
δεν τη φτάνουν,
τα σηκώνω ψηλά σήμερα
και την αφήνω σε εκείνα που δεν είναι δικά μου.
Πνίγω τις λέξεις μου και φυσάω τις τελευταίες:
«Αντίο Κωνσταντινούπολη
είμαι με τη Θεσσαλονίκη!»

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν”, τεύχος 47, Ια=νουάριος-Μάρτιος 2018.