Βασίλης Νικολόπουλος, Το μπαρ των ονείρων σου

Δεχόμαστε κάρτες, ρολόγια
δόντια χρυσά, σφραγίσματα και δαχτυλίδια.
Επιταγές, αυτόγραφα,
σκουραλίκια και αριθμούς τηλεφώνων
γραμμένους σε σόλες παπουτσιών.
Μυστικά, ποιήματα και μυστικά ποιήματα,
προβλέψεις για το τέλος του κόσμου
και άλλα στοιχήματα.
Δεχόμαστε αγκράφες και υποσχέσεις.
Μετρητά και αμέτρητα βρισίδια και σάλια.
Δεν μας πιάνει τίποτα’
νόμοι, ποτά, παρουσίες και τσιγάρα.
Ίσα που την ακούμε στη λέξη “θάνατος”.
Με τόσα τιμαλφή
ικανοί είμαστε να ζήσουμε για πάντα.
Δεχόμαστε στάσεις πληρωμών
και ανταποκρίσεις δρομολογίων.
Παραγγελίες χωρίς κεράσματα
και σπασμένα γυαλιά στα μπράτσα και τα μάτια μας’
ξοφλημένους διαλόγους.
Παριστάνουμε τον μπαμπά και τη μαμά.
Τα χαμένα αδέρφια, τους πληρωμένους έρωτες,
αυτούς που γίνανε στάχτη στο φως.
Ακούμε φωνές απ’ τα υπόγεια,
σπέρνουμε πτώματα
και θερίζουμε νότες που προκαλούν διαταραχή.
Ανασκάβουμε το παρελθόν ψάχνοντας τη γείωση.
Στο τέλος της νύχτας,
Στο φως του καντράν και στο μουγκρητό της μηχανής,
κρύβεται όση αγάπη μάς απέμεινε.

*Από τη συλλογή “Βράδυ με ήρωες”, εκδ. Ενύπνιο, 2021.

**Στη φωτογραφία έργο του Norman Cornish.

Γιώργος Μπλάνας, Δύο ποιήματα

ΕΡΩΤΑΣ

Ο έρωτας: αυτό το δέντρο που πληγώνει
την ξυπόλητη νύχτα. Ο έρωτας:
αυτό το αγκάθι που χαϊδεύει τα στήθη
της αγρύπνιας. Ο έρωτας:
ο θάνατος τρελός από έρωτα
για τον έρωτα: ο έρωτας
έτσι κι αλλιώς χαμένος από έρωτα.

*

ΑΝΗΛΙΚΗ ΑΠΟΡΙΑ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ

Επειδή το φεγγάρι κυνηγούσε
Τη νύχτα απο κλαδί σε κλαδί, όπως σε όλα
τα παιδικά βιβλία της, έκρυψε τα δάχτυλα
στην πυκνή φυλλωσιά των μαλλιών της και είπε:
“Εγώ θα κοιμηθώ. Μα πώς
θα περάσει μόνη τη νύχτα η νύχτα;¨

*Από τη συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος”, εκδ. Bibliotheque, 2021.

Pierre Jean Jouve, Δύο σεξουαλικά ποιήματα σε δυο διαφορετικές μεταφράσεις

ΑΡΙΑΔΝΕΣ

Τα κωλομέρια γυναικάρες μου! τ’ ασημωμένα
μαλλάκια κομψογύριστα ξεδιπλωμένα στα μέρη
τα πτυχωμένα σφιχτά φαρδιά καρδαμωμένα
το μπακιρένιο δέρμα φωτολουσμένο στα μάκρη!
το τέρας αποκαρωμένο ξεσκλίδια οι στολισιές
κι εσείς μισόγυμνα κορμιά ματωμέν φορεσιές
τα τουρλωτά σας αύρα που δε βιάζουν τα φτερά
τ’ αρώματά σας ούρα στη μασχάλη θαλασσινά.

*

ΚΑΒΑΛΛΑ

Φρίμασμα τ’ αλόγου του θανάτου!
υποκύπτει στον πειρασμό του μαύρου στόματος
κατώτερου οικείου και γύψινου βλέμματος
παιγνιδιστά κουρτίνες φύλα γάμπες χέρια.

*Μετάφραση: Νίκος Λεβέντης

Pierre Jean Jouve, Δύο ποιήματα

ΑΡΙΑΔΝΕΣ

Οι γλουτοί σας, γιγάντιες αγαπημένες μου! Οι ασημένιες
κόμες σας μαλλιά κομψά πλεγμένα, και ξέπλεα
στις πυκνές, βαριές και μακριές πτυχές σας
Το χάλκινό σας δέρμα πάιρνει το φως τω οριζόντων!
Και το τέρας να λουφάζει, όλα τα στολίδια σας κουρέλι
Τα ενδύματά σας αίματα, και μέρη γυμνά,
μπάτης οι καμπύλες σας, καμιά φτερούγα δεν τον βιάζει
θαλασσινό το άρωμά σας και ούρα στη μασχάλη

*

ΕΦΙΠΠΟΣ

Φρουμάζει τ’ άλογο του θανάτου!
Ενδίδει στου πειρασμού το κάτω στόμα
μαύρο και οικείο και στο γύψινο βλέμμα
και στο παιγνίδι παραπετασμάτων, αιδοίων, κνημών και βραχιόνων.

*Μετάφραση: Σ.Ν.Κουμανούδης.
**Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Σπείρα”.

***Στη φωτογραφία Henri Le Fauconnier, Pierre-Jean Jouve (1887-1976).

Ρογήρος Δέξτερ, Gesta in Eutopia

•ξερή• με τα παππούδια
Στους καφενέδες• ζάρια στο τάβλι•
Κοκκαλιά και κηφηνόσβωλο• μέσα
Σε φωνές• και χάχανα•και πυκνό καπνό•
Που νιώθω βέβαια να με πνίγουν•
Όπως η Μόρα κάτι νύχτες
Ταραχής και αγρύπνιας• ή
Ο κακός βραχνάς
Ότι αυτό που υπήρξα κάποτε
Σε φως λιγοστό
Θα γίνει τώρα μια χαψιά
Στο μαύρο σκοτάδι• και όμως•
Τύχη αγαθή και πάλι•
Φεύγω τουλάχιστον όρθιος
Κάτω από μονόμουντζες
Και μούτρα κατεβασμένα
Και βλαστήμιες βαριές
[“Τα κοράκια που θα σε σηκώσουν,
Κωλόπαιδο!]•
Αλλά με τις τσέπες γεμάτες•
Φορτωμένος
Από τόσα ξένα κόλλυβα•

*

•τώρα έκανα αυτό•[ασήμαντο]•και
Πιο μετά θα κάνω εκείνο• και το άλλο•[αδιά-
Φορο]•τριγυρισμένος από διάφορες σκέ-
Ψεις• όπως το να κόψω
Στη μέση δυο λέξεις•
Όπως άλλοι
Κόβουν το βήχα•
Το τσιγάρο• τα χάπια•
Τα πολλά πολλά με το υπερπέραν•
Ή τους συγγενείς που γίνονται
Πιο φορτικοί κι από φαντάσματα• τώρα
Είπα ν’ ανεβώ μια κακοτράχαλη
Κατηφόρα• όλο χοχλάδια και θάμνα• και
Πάρε δώσε
Στην κόψη του γκρεμού• με
Αναμμένο ένα κερί
Για το φόβο των νιουδαίων ή
Μάλλον [να λέμε αλήθειες]
Γιατί στο φρύδι του βουνού
Βγαίνει ακόμη σα ζωντανός
Ο πεθαμένος•
Που πέρσι έδωσε τέλος στη ζωή
Ή στον αργό του θάνατο•
Πηδώντας με απόγνωση στο σκοτεινό
Φαράγγι• είπα ήδη αρκετά
Ότι θα κάνω•
Ίσως και ανώγεια ψηλά• με τα λόγια•
Αλλά την ελπίδα την ξέχασα•
Ότι ακόμη κι αν χαθούμε κάποτε
Κάπου αλλού
Θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε•

*

•τί αηδόνι• και τούτο• στη ρεματιά
Που πήρε να χορδίζει•
Ταξίμια και λοξό τζαμάρισμα•
Το λαρύγγι του χαράματα• για
Να φέρει στο μυαλό
Η μνήμη (δε θά ‘μουν)
Εκείνον το ρεμπέτη (ούτε πέντε)
Στη Φαρμακολύτρια (κοντά
Παντελονάκια, τσιρότα
Στα γόνατα και στους αγκώνες)
Που ‘παιζε το καημόκουτο
Με το σανδάλι του
Μπροστά στα γουρλωμένα μάτια
Του κοσμάκη• κι ακόμη ν’
Αντηχεί στ’ αφτιά μου
Το ντρίγκι ντρίγκι με το κομπολόι
Και οι στίχοι (μάλλον δανεικοί•
Όχι δικοί του• τι πειράζει; )
Από κάποιο μουρμούρικο παλιό•
” Παίξε τραγούδια
Το μυαλό μου να ζαλίσω
Να την ξεχάσω
Και να μην την ξαναθυμηθώ ” •

*Στη φωτογραφία: Ben Langlands, Nikki Bell Utopia.

Κατερίνα Φλωρά, Άτεμνος

Διασχίζοντας τις παραλλήλους
συλλογίζομαι την παράλληλη πορεία μας,
δρόμοι που για λίγο συναντώνται για να χωριστούνε πάλι

Περιπατητές στου χρόνου την άκρη
της στιγμής εραστές που απομακρύνεται
που ξεγλιστρά της συνείδησης την κυριαρχία

Το κορίτσι χάμω με λυγμούς
κάπως έτσι θα ‘ναι ο πόνος
όταν ο χρόνος διαστέλλεται 
όταν ανήμπορα και απατηλά διαφεύγει 

Κωστής Τριανταφύλλου, κατεδαφιστής (χορός πάνω στο δρόμο του μύθου)

(αποσπάσματα)

κάτω απ΄ τα πόδια
σφιγμένα δόντια

στην κεντρική λεωφόρο
ουρλιάζαν τα περιπολικά της αυγής
ποιος δε θέλει να σκοτωθεί;
χόρευμα η απλωμένη φωνή μας

ένας με τέχνη μαντική
σκαρφαλώνει σταγάλματα
ο θεός κατέχει από τι κορώνα έρχεται το κακό
ανοίγει το δρόμο για το ιερό άσυλο
ένας γκρεμός φίλος μου
βγάζει φτερά
περνάμε
γλιστράνε τα κλειδιά
ο Θερσίτης θριαμβεύει
απομένει

τρέχει το άλογο διψασμένο
ο σκύλος με το πεσμένο στόμα
τι ωραίος ο λεγάμενος
ξεγεννάει σιωπή
αν τα σάπια καράβια ξαναπετάξουν
ξερνάει
σφυροκόπημα
άγκυρα στη στεριά
σκάγια στα πουλιά
ξεράσματα
πικρή σκουριά
στραγγίζω διαλεχτικά
γλιστράνε τα κλειδιά
ενός λεπτού σκοτωμένος
τρέχει το άλογο διψασμένο
τι είν’ αυτά!
αυτά δεν τάγραψε ο Μαρξ

άμμος
αμμοθύελλα

και τι άλλα νέα;

δεν είπα τίποτα
κι αν είπα δε θυμάμαι

μια χαψιά και σ’ έφαγα
εγώ δεν είμαι εγώ
είμαι ο άλλος που σας είπαν
αυτός εκεί τυπωμένος

κ υ κ λ ο φ ο ρ ώ

επομένως
εγώ εγώ πάντα
ενώ ενώ εννοώ
Γιατί δεν είμαι ο άλλος που σας είπαν

Τ ι δ ι ά ο λ ο σ α ς ε ί π α ν !

κουνάει τα πισινά του

δεν έχει φτερά να πετάξει

κλωτσήστε τον

πάει πια

καλά στέφανα

*Από το βιβλίο “αποσπάσματα του Κωστή, 1169-1973”, β΄ έκδοση, εκδ. Εξάρχεια.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι έργο του Κωστή Τριανταφύλλου.

Wols, Ποιήματα

Στο Cassis οι πέτρες, τα ψάρια
τα βράχια καθώς φαίνονται με το φακό
το αλάτι της θάλασσας κι ο ουρανός
με κάναν να ξεχάσω τη σημασία
που δίνουμε στον άνθρωπο
με καλέσαν να γυρίσω την πλάτη
στη σπατάλη της δραστηριότητάς μας
μού έδειξαν την αιωνιότητα
μες στα μικρά κύματα του λιμανιού
που πάνε κι έρχονται
χωρίς ποτέ να ‘ναι τα ίδια…

*

Ο κίτρινος σκύλος μου ανασαίνει τη νύχτα
αυτός γνωρίζει το είναι το αύριο
με τις σκοτούρες και τις χαρές του
στον ύπνο του σκέφτεται
γνωρίζει πως όλα είναι απαράλλαχτα
απαράλλαχτα όπως η νύχτα που έρχεται.

*

Δεν έχει νόημα
να δίνεις όνομα στο Θεό
ή να παπαγαλίζεις.
Όταν βλέπουμε ας μη μας πιάνει η μανία
κάτι να φτιάξουμε μ’ αυτό που βλέπουμε
αλλά να βλέπουμε αυτό που είναι.

*

Πως η λευκή φυλή που ακόμα βρίσκεται
σ΄ ανώριμη ηλικία
έβγαλε έναν σοφό σαν τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ
είναι ένα θαύμα.

*

Όταν ξανοίγεται μπροστά μας ένας δρόμος
προς την ενότητα, την ομορφιά, τον ουρανό
οι λεπτομέρειες χάνουν τη σημασία τους
μα κι έτσι έχουν τη χάρη τους.

*Από το βιβλίο “Wols Ποιήματα”, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1983. Παρουσίαση – Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς.

*Ο Wols ήταν ο ζωγράφος, σχεδιαστής, φωτογράφος και ποιητής, Alfred Otto Wolfgang Schulze (1913-1951), από την Γερμανία, που δραστηριοποιήθηκε κυρίως στην Γαλλία. Οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι δικά του έργα.

Στρατής Πασχάλης, Στήλη

(Στιχούργημα για να γραφεί στον
ανδριάντα ενός πεθαμένου αστού)

Γυρεύω τα σπασμένα λόγια τ’ άνυδρα σώματα
κομψά οικήματα με τα σαθρά τους δώματα
γυρεύω τα παλιά μου οράματα
τις γαίες μου τού πλούτου μου τα δράματα
τους δούλους που ξεπέσανε σε πρόστυχους και ταπεινούς αστούς
τους σκύλους μου τους νόθους μου τους χωρικούς
τα λίγα ή τα πολλά μου γαλλικά που έμαθα παιδί από νέρσες
(εν Σαλαμίνι ναυμαχία η Ακρόπολη και Πέρσες)
γερμανικές ή αγγλικές γκραβύρ απομιμήσεις
φαύνους τοπία της Αιγύπτου άλλες απεικονίσεις
στην Οδησσό την Αλεξάνδρεια Βιέννη στη Σμύρνη την Τεργέστη Ανκόνα
εμπόρια τοκογλυφίες επιχειρήσεις και ταξίδια’ γυρεύω μιαν εικόνα…
Στη γέννησή μου σχεδόν αλλόφυλος.
Στην κοίμησή μου σχεδόν ομοφυλόφιλος.

*Από τη συλλογή “Ανασκαφή”, εκδ. Ίκαρος, 1984.

Πελαγία Φυτοπούλου, Από το «μάθημα γεωγραφίας»

Ζεις μες στη σάρκα μου
δεν ξέρω πώς μπήκες εκεί μέσα
απατεώνας μου φαίνεσαι
είσαι η ψείρα των παιδικών μου χρόνων
όμορφη ψείρα και όμορφα θα σε βγάλω
και τρως και με τρως όμορφα με τρως
και πονάω και κτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο
όμορφα το κτυπάω και σε πονάω όμορφα σε πονάω
και πονάμε κι οι δυο πονάμε όμορφα πονάμε
όπως πονούν οι άνθρωποι όμορφοι άνθρωποι
που δεν ξέρουν να κλείσουν όμορφα να κλείσουν
τον τάφο της μάνας τους

κι αυτοί που μοιάζουν
δεν θα δώσουν ποτέ εκείνο το φιλί

*«μάθημα γεωγραφίας», εκδ. ενύπνιο, 2021.

Ζωή Καραπατάκη, Το φιλί

Η λέξη πατρίδα σε κάποια στόματα
ακούγεται πολύ απωθητική
Δυάρα δεν δίνουνε αυτά τα στόματα
για τα δάση της πατρίδας
που θέλουνε γιατρειά
για τη θάλασσα που αγχώθηκε από τη βρώμα
για τους ανέστιους και τους άνεργους που
τη στοιχειώνουνε και
για τα ξεπεσμένα νοσοκομεία.
Απ‘ την άλλη, όσοι πονέσανε για όλ’ αυτἀ
και δώσανε τη ζωή τους,
πήρανε το παράσημο του προδότη.
Αγαπώ και γω την πατρίδα μου
για ό,τι αληθινό όμως έχει.
Γι’ αυτό αφήνω ένα φιλί σ’ όλα
τα αδούλωτα κρινάκια της
και σ’ ὀλα τα ποτάμια της
που υπόσχονται την ελευθερία.