Χρήστος Ρουμελιωτάκης, Ποιήματα

Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΕΦΤΑΣΕ ΝΩΡΙΣ

Σεπτεμβρίου δεκαεπτά μέρα Τετάρτη

ανοίγω το σάκκο με τα χειμωνιάτικα

το σακκάκι μου το παντελόνι μου

δυό πουλόβερ

στην εσωτερική τσέπη μια απόδειξη συστημένου

(η απάντηση δεν ήλθε ποτέ).
Ο χειμώνας έφτασε νωρίς φέτος απροσδόκητα.

ΑΛΛ΄ ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΣ

΄Ολο το λέω εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας

αλλ΄ όταν βλέπω τα μάτια σας

να χαμηλώνουν στο ίδιο συρματόπλεγμα

αλλ΄ όταν βλέπω τα μάτια σας

το νιώθω πως είμαστε από το ίδιο αίμα

εσείς κι εγώ σύντροφοι επαγρυπνητές.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Δεν είναι τα όνειρα

αυτά και πότε ήταν

ούτε ο πρακτικός βίος που ανατράπηκε ξαφνικά

την μάνα μου συλλογίζομαι απόψε

στρατόπεδο παραμονή Χριστούγεννα

που θα γυρίζει μοναχή της μέσ΄ στο σπίτι

που θα κοιτάζει τα βιβλία μου

και θα κλαίει.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Τώρα ο καθένας

ας απλώσει τη δική του τη θάλασσα

άλλη θάλασσα ας μη περιμένει

τώρα ο καθένας

ας ανοίξει τους δικούς του ασκούς

άλλος άνεμος δε θα υπάρξει

και πια τι να τις κάνουμε τις σάλπιγγες

τώρα που ο πόλεμος τελείωσε.

Advertisements

Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιήματα

[Συγχώρεσε με που σε ξέχασα]
Συγχώρεσε με που σε ξέχασα
τις νύχτες που με τύλιξε ο έρωτας στα ακριβά του
τα βελούδα
κι αν σε ξεχνώ και τώρα
παραδομένη στα χάδια μέρας χαλαρής
ευφρόσυνες στιγμές του βίου λίγες.

Βλέπεις εσύ είσαι για τα δύσκολα
για τα τραχιά
τα ερημικά
τη μοναξιά, το φόβο

πέτρα που κρύβεται ο λαγός
ο κυνηγός
να ξαστοχήσει.

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Μας δίναν εικονίτσες
που παρίσταναν αγίους και του Χριστού τα θαύματα.
Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες
και τις βαστούσα στην παλάμη μου.
Παρηγορούσα κάθε πίκρα.

Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ
στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά,
ως χαλεπόν η νεότης,
άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα
Τι ζεστασιά. Τι βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.

Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί
τους παρηγορητές και τους προστάτες.
Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλύτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος.
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
Άγιοι Πάντες.

Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες,
τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν
τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν.

Η ΕΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Κάθε φορά που ταχυδρομεί ένα βιβλίο του
– αφιερωμένο εξαιρετικά –
για την τύχη του αγωνιά.
Θα διαβαστεί;
Θα πεταχτεί;
Θα ξεχαστεί
σε μια γωνιά;

Και σκέφτεται μοιραία
τη συλλογή του Καρυωτάκη
αφιερωμένη – κι άκοπη –
στη βιβλιοθήκη του Καβάφη.

[Ακολουθώ τις νύχτες …]
Ακολουθώ τις νύχτες
το φεγγάρι, τις σκιές
παίρνω από πίσω τη σκιά μου.
Γιατί τι είναι
ο ποιητής;

Ένα υπάκουο σκυλί
που ιχνεύει τη σκιά του
ψάχνει τα θηράματα
που χτύπησε ο Θεός
να του τα πάει.

*Από τη συλλογή “Ποιητών και αγόιων πάντων” (2013).

Ειρηναίος Βρούσγος, ΕΡΩΣ ΚΤΛ. KTΛ. …

«You are innocent when yon dream»
Tom Waits

Κάθε φορά -πια- που ερωτεύομαι,
αυτή η μυστηριώδης βία,
σκέφτομαι ότι θα πεθάνω.
Σ’ αυτή την επιβλητική κατάσταση,
που καθόλου δεν ελέγχω,
βρίσκω μια κάποια παρηγοριά
στη σκέψη του θανάτου.

Κι ενώ περπατούσα μονάχος
στο δάσος με τις καστανιές
συνάντησα ένα μοναχό.
Του μίλησα.
Απ’ έςω φορούσε μαύρα
μέσα όμως ήταν λευκός και γελαστός,
μου είπε:
«Ο έρωτας είναι θάνατος.
Δεν υπάρχει πια εγώ,
δεν υπάρχεις πια εσύ.
Κι ο θάνατος είναι σχέση».
Κι ύστερα γελώντας:
«δηλαδή το τέλος του προσωπικού χρόνου».

Έτσι περνούσα την ημέρα μου,
ωσότου τη νύχτα,
η νύστα νίκησε τον έρωτα!
Δεν θυμάμαι αν σε ονειρεύτηκα.
(You are innocent when yon dream)
Είμαστε αθώοι οταν ονειρευόμαστε.
Τουλάχιστον στα όνειρα που ξεχνάμε το πρωί
Κι όταν είμαστε αθώοι
είμαστε λεύθεροι.

*Από τη συλλογή “στα ενδιάμεσα, παραμυθία”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2013.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Δύο ποιήματα

Το γνήσιο της υπογραφής
Κρεμάστηκες στις σελίδες
Από το γνήσιο της υπογραφής
Του συγγραφέα

Και ζαλισμένη έπεσες
Στο κάτω ράφι
Με τα εξώφυλλα
Γλιστρώντας στα περιεχόμενα
Που ορίζει ο κανόνας

Κινδύνεψες σε μετωπική
Με λέξεις ξεχασμένες
Σώθηκες τελευταία στιγμή
Τινάζοντας τη σκόνη

Μα κάτι θα ψάχνεις πάντοτε
Μια το εγώ
Μια το εσύ
θα ξεφεύγουν νύχτα μέρα

***

Ψευδώνυμη φυγή

Σάστισα σαν είδα
Το δείπνο των ανέμων
Στο δείλι της βροχής
Κι αναστέναξα απορώντας

Τι θέλω εγώ απρόσκλητος
Ανάμεσα σε ήχους
Γέλιων και θρήνων
Σε αλήθειες και ψέματα
Γάμων και κηδειών;

Δείκτης σιωπής
Φως αντοχής
Και δώδεκα χτύποι
Της καρδιάς μου
Σαν χάθηκα χαράματα
Στα εντός μου

Ανήμπορος πειρατής
Στα ίχνη
Ψευδώνυμης φυγής

*Από τη συλλογή “Γραβάτα δημόσιας αιδούς”, Εκδόσεις Κέδρος, 2018.

Δημήτρης Δημητριάδης, [Η ΑΛΛΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ]

Κι όμως
μία αλόγιστη στιγμή
παραδομένη στην εμβέλειά της
και αφημένη να καταλήξει στον προορισμό της
δεν έχει άλλη κατεύθυνση
απ’ την καρδιά του χρόνου
που χάνεται όταν δεν πλήττεται
ολοταχώς με τόλμη καίρια και ακαριαία
επιδιώκοντας να μετατρέψει
την ακαμψία σε κάμψη της αδράνειας
και την σιωπή σε λόγο παραινετικό
Έτσι σιγά η οχλαγωγία
τέμνεται το μηδέν
θίγεται το προαιώνιο
και επανέρχεται το αρχικό
Τότε όλα ηρεμούν
όχι από χορτασμό και άδειασμα
αλλά από εκπλήρωση
εκείνου του ελάχιστου που είναι
η έλευση του πλήρους
και σπινθιροβολεί για μια στιγμή
εκείνο που είναι στιγμιαίο
ενώ θα έπρεπε
αν ήμασταν στ’ αλήθεια ζωντανοί
να διαρκεί
όσο το Σύμπαν

17 Μαρτίου 2013- 17:59μ.μ.

*Περιλαμβάνεται στην έκδοση Δημήτρης Δημητριάδης – Γιώργος Αλισάνογλου, προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, β’ έκδοση, Δεκέμβρης 2013.

Ειρηναίος Μαράκης Δύο ποιήματα

PRIDE

έψαχνε τον εαυτό του

σε άφτερ, στάσεις φορτηγών και ουρητήρια

αδρά πληρώνοντας μια νύχτα επαφής

μα κάποτε σταμάτησε αυτή την αναζήτηση

δεν άντεχε πλέον τον τόσο ανδρισμό

συζητήσεις για μπάλα και για πόλεμο

κι αιτήσεις για σιωπή

από τυχαίους εραστές

με γυναίκα, παιδιά

σπίτι στο χωριό και σκύλο,

τώρα πια παρηγοριά ζητούσε

σε αγκαλιές Πακιστανών και αγοριών στην εφηβεία

δίνοντας κάτι λιγότερο από τον βασικό μισθό

ύστερα κρύφτηκε

ακόμα περισσότερο στο σπίτι του

μετά από μια απόπειρα ληστείας

κι έναν εκβιασμό

απογοητευμένος σκέφτηκε την αυτοκτονία

με κόκκινο κρασί και χάπια της κατάθλιψης

σώθηκε δύσκολα κι ύστερα από μεγάλη νοσηλεία

έφυγε απ’ την πόλη μετά από λίγα χρόνια

σε Ευρώπη κι Αμερική ταξίδεψε

ψάχνοντας την αγάπη

ανθρώπους γνωρίζοντας ίδιους όπως αυτός

που αν μία φορά λύγισαν

χίλιες φορές σηκώθηκαν

(βασισμένο σε πραγματική ιστορία)

Χανιά-Αθήνα, Ιούλιος του 2016

***

18%

είμαι ένας άνθρωπος μοντέρνος

ή μάλλον σύγχρονος θα πω

ίσως της εποχής μου, ακούγεται καλύτερα

και το μοντέρνο πια λέξη είναι

ξεπερασμένη,

ναι, είμαι ένας άνθρωπος της εποχής μου

τώρα πια τα πρωινά δεν βάζω τη μαμά

καφέ να μου φτιάχνει ελληνικό

ούτε πίνω φραπέ

απλά με το ντελίβερι σπίτι μου φέρνουν

φρέντο καπουτσίνο με καστανή ζάχαρη

εννοείται ακατέργαστη

κι ύστερα αφού στο ίνσταγκραμ μοιράσω καρδουλίτσες

όπως κάποιοι άλλοι θα μοίραζαν φιλιά

ειδήσεις βλέπω στο τάμπλετ μου

που ακόμα και για καιρό

σε δόσεις ευκαιρίας θα πληρώνω,

ναι, ειδήσεις βλέπω και θυμώνω

φτώχεια, πείνα και κακό

και σχέδια μυστικά ενάντια στην πατρίδα μου

στο ήθος, στην ψυχή της

με φοβίζουν, με αγχώνουν και με θάρρος οδηγούν

να ζητήσω πραξικόπημα για να σωθεί ο τόπος

αναστενάζω: «μας λείπεις Παπαδόπουλε»

κι ύστερα στο νετφλιξ θα γυρίσω

για μια σειρά μου είπαν με κέφι, αίμα και σασπένς

με οχτώ στα δέκα αστέρια, πολύ καλή, αμερικάνικη

(σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Έθνος» ένα 18% των Ελλήνων πολιτών δεν θα έλεγε όχι σε ένα… πραξικόπημα…)

9/7/2018

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ars Poetica

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.

Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.