Fernando Pessoa, Παραίτηση

Πάρε με αιώνια νύχτα, στα χέρια σου
Και πες με γιο σου.

Εγώ είμαι βασιλιάς
Που με τη θέλησή μου εγκατέλειψα
Το θρόνο των κόπων και των ονείρων.

Το σπαθί μου, βαρύ για χέρια άτονα
Σε χέρια ήρεμα παρέδωσα κι αντρίκεια
Και την κορόνα και την εξουσία μου τα άφησα
Κομμάτια στον προθάλαμο.

Την πανοπλία μου, την τόσο άχρηστη,
Και τα σπιρούνια μου με τον ασήμαντο κουδουνισμό,
Στην κρύα σκάλα πέταξα.

Εγκατέλειψα το βασιλικό αξίωμα, ψυχή τε και σώματι.
Και γύρισα στην αρχαία, γαλήνια νύχτα
Όπως το τοπίο για να πεθάνει το ξημέρωμα.

Nicanor Parra, Είναι λησμονιά

Ορκίζομαι, ούτε θυμάμαι τ’ όνομά της,
Κι ίσαμε να πεθάνω θα τη λέω Μαρία,
Όχι από απλό ποιητικό καπρίτσιο,
Αλλά απ’ την όψη της που θύμιζε πλατεία
Επαρχιακή. Τι χρόνια εκείνα! Εγώ ένα σκιάχτρο,
Εκείνη νέα ωχρή και συνοφρυωμένη.
Γυρίζοντας μια μέρα από το λύκειο
Έμαθα για τον άδικο χαμό της,
Νέο που μ’ έκαμε να νιώσω
Μια τέτοια πίκρα που έχυσα ένα δάκρυ
Σαν το άκουσα. Ναι, ποιος θα το πίστευε!
Κι αυτό γιατί αισθανόμουνα ζωντάνια.
Αν πρέπει να πιστέψω αυτό που μου είπαν
Εκείνοι που μου δώσαν το μαντάτο,
Πρέπει να πω, χωρίς αμφιταλάντευση,
Πως πέθανε λέγοντας τ’ όνομά μου,
Κάτι που μου κάνει έκπληξη, γιατί
Δεν ήταν τίποτε άλλο από μια φίλη.
Μαζί της δεν είχα άλλου είδους σχέσεις
Απ’ τις απλές της αυστηρής ευγένειας,
Τίποτε άλλο από λόγια και παρλάτες
Και κάτι αναφορές σε χελιδόνια.
Τη γνώρισα στο χωριό μου (που από δαύτο
Δε μένει τίποτε άλλο από ερείπια),
Αλλά άλλο ριζικό σ’ αυτή δεν είδα:
Από αυτό της σκεφτικής και της θλιμμένης
Νέας. Κι ήταν τόσο έτσι που της έδωσα
Το ουράνιο όνομα Μαρία,
Κάτι που αποδείχνει με σαφήνεια
Την κεντρική ακρίβεια του πιστεύω μου.
Ίσως κάποια φορά τη φίλησα,
Ποιος δε φιλάει τις φίλτατές του φίλες!
Αλλά λάβετε υπ’ όψη σας πως το ’καμα
Χωρίς καν να το καταλάβω, κι ούτε
θα το αρνηθώ, αυτό ναι, πως μου άρεσε
Η αόριστη και άϋλη συντροφιά της
Που έμοιαζε με το γαλήνιο πνεύμα
Που ζωογονεί τα σπιτικά λουλούδια.
Κατ’ ουδένα μπορώ να κρύψω τρόπο
Τη σημασία που είχε το χαμόγελο της
Ούτε να υποτιμήσω την επίδραση
Που είχε ακόμα και στις πέτρες.
Ας προσθέσουμε, ακόμα, πως της νύχτας
Ήταν τα μάτια της αξιόπιστη πηγή.
Όμως, παρ’ όλα αυτά είναι αναγκαίο
Να καταλάβετε πως δεν την αγαπούσα
Παρά μ’ αυτό το αόριστο συναίσθημα
Που νιώθουμε γι’ άρρωστο συγγενή μας.
Ωστόσο, μου συμβαίνει κάτι, ωστόσο,
Που μου κάνει εντύπωση ακόμα, εκείνο
Το περίεργο κι ανήκουστο: εκείνη
Να πεθαίνει λέγοντας τ’ όνομά μου,
Εκείνη, πολλαπλό άσπιλο τριαντάφυλλο,
Εκείνη, μια γνήσια λάμπα φωτός.
Έχουν πολύ δίκιο οι άνθρωποι,
Που μέρα-νύχτα διαμαρτύρονται
Πως δεν αξίζει αυτός ο ψεύτης κόσμος
Ούτε μια κάλπικη δεκάρα:
Είναι πιο έντιμο ένα μνήμα,
Αξίζει πιο πολύ ένα βρεγμένο ψύλλο.
Όλα είναι ψέμα, τίποτα δε μένει, ούτε
Του κρυστάλλου το χρώμα που κοιτάζεσαι.

Είναι μια μέρα ανοιξιάτικη, γαλάζια,
Πιστεύω πως θα πεθάνω από ποίηση,
Από κείνη τη μελαγχολική κοπέλα,
Δε θυμάμαι ούτε τ’ όνομά της.
Μόνο ξέρω πως πέρασε απ’ τον κόσμο
Σαν μια περιστερά ψυγάδα:
Την ξέχασα δίχως να θέλω, αργά,
Καθώς όλα τα πράγματα στη ζήση.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα και Αντιποιήματα”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2002.
**Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Νίκος Σταμπάκης, από “Το Άλας των ηφαιστείων”

Bill Brandt

Ω ιδές ψιχάλες σιγαλές
Στη φυλλωσιά του ρετσινιού
Που λιώνει σε δυσοίωνα μουστάκια
Α-λα Menjou

Αν σε τρομάζει
Αυτή η επάλειψη χυλού
Στην ηρεμία της φόρμας
Οι σάπιες αυτές κόγχες μες στους γλόμπους
Και το πηδάλιο που πάντα εμμένει
Σε αυθαίρετο μηχανισμό ατμοσωλήνων

Αυτοί οι ιριδισμοί ραβδώσεις σμέρνας
Σαν ράγες που υψούνται χλιμιντρώντας
Προς το προφιτερόλ του ενάστρου θόλου
Ή όπως η μούχλα ροκανίζει αμφορείς
Με τα ξηρά της μεταλήψεως ρόδα

Σ’ ένα λουτρό γιομάτο χείλη γέρικα
Που βγάνουν σάλιο και λεμονανθό
Σ’ ένα γελέκο χλόης που σαστίζει
Απ’ τον νεκρό σκαντζόχοιρο στην τζέπη
Μα προπαντός στο μενταγιόν που μιαίνει
Με τσακισμένες σφήκες το νεφρό.

Ως οι αστερίες βυζαίνουν κοπανιστό πυρ
Από κοραλλιογενείς κρήνες χαλαρές κλειδωνιές και ATM
Μορφώνεται παρευθύς όμοια λόξυγγας στο υπογάστριο
Ένα βερύκοκκο με τον πυρήνα απ’ αίμα ή χαβιάρι παχύ
Ένα συρτάρι όλο αρχαίους νευρικούς βηματισμούς
Φοιτητών σε σοφίτες με γυμνό—κρύο—ξύλινο δάπεδο
(Ενώ—τα γνωστά—η σπιτονοικοκυρά με τη σκούπα
Βαρεί άτεγχτα και ρυθμικά στ’ από κάτω ταβάνι)

Μια ουλή ελλειψοειδής τυλιγμένη σε πλαστικό πρόσφορη
Σε όλα τα περιττά αντίτυπα των μηνιαίων εκδόσεων
Ως η έκλειψη ερυθριώντας πετά το σουτιέν της
Κατά το μήλον του Αδάμ των ανεμοδειχτών
Κατά την κρύα νεκρική μολάσσα των κλινών

Πέτρες κροκάλες κοτρώνες με ούλα από σύκο
Πέτρες νερένιες με φλόγες το σχήμα της σαύρας
Καστανοκόκκινα κρόσια κυκλώνουν κορνίζες
Που στανικά διακηρύττουν «Κι αυτό θα περάσει»
Πλέκονται βιαίως στη χοάνη απ’ άνυδρο φωνήεν
Ως οι αστερίες λιάζονται έμπλεεοι μαρμελάδας ρουμπίνι
Ως η έκλειψη κρύβει το φύλο της με καπέλο μελόν.

*“Το Άλας των ηφαιστείων”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2010.

Μιχάλης Κατσαρός, Δ

Δάδες υψηλές λαμπερές
αντάμωσα τον άντα-ντέ
Και πάντα
είναι
αργός πληθωρισμός
Στου άνεμου το στήθος.

Δάδες υψηλές λαμπερές
καίω τις ντάπιες όλες
όλα νταμάρια άσπρα και
χρωματιστά
παπύρους και τας δέλτους
ό,τι παλαιό χαραγμένο.

Πάνω στο πετσί του νεκρού
ζώου
βοδιού
γράφω με κοπίδι
στίχους και λόγια.

Πάνω στο μάρμαρο επιγραφές
Σε στημένα λιθάρια
στίχους με μαύρα άσπρα
κίτρινα γράμμματα χρυσά
χαράματα ήλιου στα όρη.

Δάδες παρελάσεων νυκτερινών
και λαμπαδηφορία νέα
μαζί με την ‘Ελένη 
στα δικαστήρια ασπιδοφόρα
φέγγουν
κι η αυγή σκάει γιά κείνη.

Ρούλοι πετιούνται όπου σώμα
όπου αετοί
μεέ γράμματα ψηφία
όπου άνομοι ρυθμοί
καί λούμπι
όπου χειμώνες και οι σταυραετοί.

Δάκρυ -ζεστό ώς και για σένα.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Τύχη

Παιδιά βουτούν τα πόδια τους
στο νερό που μαυρίζει
κάτω από την ιτιά
τα κλαριά κλαίνε
πάνω στους ώμους και στα κεφάλια
αφήνουν τον πόνο
μιας γριάς μάγισσας
που κανείς δε χαιρετάει
μα είναι η πίστη μοχθηρή πειθώ
κι ο κακός λόγος πιάνεται
στον ίσκιο της
/είναι ο ίσκιος της
και το νερό προμαντεύει·
ντύσου Πυθία και πες μετά από εμένα
εσύ
και εσύ
και εσύ
δε θα γεράσετε ποτέ
και τούτη τη στιγμή ο ήλιος περνά
ελάχιστος φωτίζει μάτια
που περνούν
το νέο για προκοπή
Γυρίζω το βλέμμα μου
στην πλατεία με τα τριαντάφυλλα
γερνώ με την κοιλιά μου φουσκωμένη
από καρδιοχτύπι
και δάχτυλα
/δέκα και δέκα, όλα εντάξει
και με τα μαύρα μου
ένα φόρεμα που ήταν για πρωτοχρονιές
και ακολουθώ
νηοπομπή με σπασμένα κατάρτια
και μπρος μου τα κουτιά τους
όλο θησαυρούς
παλιά καρδιοχτύπια
και δάχτυλα
/δέκα και δέκα, όλα εντάξει

*Από το “Μαρμαρογλυφείο”, 2019-2020.

Antonio Porta, Τρία ποιήματα σε μετάφραση Ευαγγελίας Πολύμου

ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

«Για τη ζωή μου, μιας κάποιας μέρας,
δεν ήξερα τίποτ’ άλλο, παρά μόνο όσα
αποκάλυψε ο κουρέας ρωτώντας
για τα παιδιά μου και συνειδητοποίησα ότι
ποτέ δεν ήξερα, κοιτώντας με καλά στα μάτια
πάνω απ’ τον αφρό και του ξυραφιού τις αντανακλάσεις.
Βγήκα έξω και σκόνισα τα παπούτσια ανάμεσα στις
πέτρες, κι εξακολούθησα,
τα κορδόνια λυτά, τον δρόμο για το σπίτι,
το στάξιμο του ιδρώτα: μπαίνοντας κάτι συνέβη,
δεν θυμάμαι τι· πίσω από την εξώπορτα,
ασάλευτη ανάμεσα στα κρύσταλλα, η έχθρα τής
γυναίκας μου κι αναρωτήθηκα ποια ήταν.
Για να βγάλω τη σκόνη, σκυμμένος,
τα κορδόνια κόβονταν, αιμορραγούσε το μέτωπο, ανάμεσα στα
σπασμένα κρύσταλλα, τα κορδόνια ανάμεσα στα μαλλιά,
και πίεζα, ψηλαφώντας στα θραύσματα, γράφοντας
στη σκόνη, η γλώσσα τεμαχίζοντας,
γλείφοντας, το αίμα κυλούσε απ’ τα μάτια, πάνω στους κροτάφους,
οι γιοί μας δεν έχουν ιδέα… »

***

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Βλέπει κανείς μόνο αυτό που θέλει να δει
μια φωτογραφία ξασπρίζει λίγο λίγο
κι ένα πρόσωπο, έπειτα παν το εικονιζόμενο εξαφανίζονται.
Εκεί που υπήρχαν ίχνη ευτυχίας, στιγμές
τώρα ξεθωριάζει ένα γκρίζο κι αν κάτι
αντιστέκεται, ένα χαμόγελο πολύ βεβιασμένο,
σαστίζει εκείνον που το παρατηρεί
και η μνήμη αρνείται να προσπεράσει το εμπόδιο.
Αλλά για να καταλάβεις σε βάθος
τι σημαίνει διαγραφή πρέπει
να νιώσεις διαγραμμένος, όταν μια σκιά
δεν είναι παρά μια σκιά, μια ανάσα, μια πνοή,
μέσα στον θρίαμβο των αποσιωπητικών…
(από τη συλλογή “Yellow”)

***

ΤΥΧΑΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

τυχαία καθώς κοιμάσαι
από των δαχτύλων μια ακούσια κίνηση
σε γαργαλάω κι εσύ γελάς
γελάς δίχως να ξυπνάς
κι έτσι ικανοποιημένη με το κορμί σου γελάς
τη ζωή επικροτείς ακόμα και στον ύπνο σου
όπως τη μέρα εκείνη που μου είπες:
άσε με να κοιμηθώ, πρέπει να τελειώσω ένα όνειρο.

Δάφνη Χρονοπούλου, Δύο ποιήματα

Φώτο: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Παράτησε ένα γιό στά δεκαπέντε
-μαγκιά της, λέει, ό καινούργιος του μπαμπάς.
’Άφησε τό γραφείο στά τριανταπέντε
κι ήρθε στη Δήλο κι εγινε σκαφτιάς.

Αύτά πού αφήνουμε άραγε μένουν σωσμένα
σάν τούς καρπούς σέ χειμωνιάτικη ροδιά,
στά βάθη τής ψυχής καί του καιρού χαμμένα
ή θάβονται σά πτώματα κρυμμένα
μέ τύψη, θλίψη καί περίεργη μυρωδιά;

Τό μέλλον άκουμπάει στό παρελθόν μας,
όπως τά νέα χόρτα βγαίνουν μέσα στά ξερά,
μά είναι φορές πού οί πόρτες κλείνουν των δικών μας,
κόβονται οί γέφυρες καί μένει τό παρόν μας
νά πλέει άσήμαντο στου Αιγαίου τά νερά.

***

ΜΑΛΛΟΝ

Οταν ρωτούσε αν θά γύριζε νωρίς
τής απαντούσε πώς θ’ άργουσε μάλλον.
«Μάλλον ποτέ μαζί μου δέ θά βγεις στή Χώρα,
μάλλον ποτέ δε θα μου φέρεις δώρα.»
Στα ραντεβού τους πάντα άργουσε
και στο τηλέφωνο συχνά δέν άπαντοϋσε.
Ποτέ του δέν της έφερε λουλούδια’
δέν είχανε άγαπημένα τους τραγούδια.
Όταν την έβλεπε κλαμένη νά τόν περιμένει
την ενοιωθε μαζι του πιά δεμένη
σά μέ αλυσίδα, σά στά πρόθυρα θανάτου’
το ύφος της είχε -ω τί φρίκη- κάτι άπ τή μαμά του
ή τη δική της -άλλη φρίκη- μάλλον.
Σε ό,τι του ζητούσε, εΐλικρινά τής άπαντοϋσε
«μάλλον». «Μάλλον θα πάμε διακοπές στήν Αμοργό.»
«Μάλλον θά πάμε νά χορέψουμε στό Αργώ.»
Μάλλον θα φύγω ώς τό καλοκαίρι,
μάλλον με άλλη θέλω νά μαι, σ’ άλλα μέρη.»
Αλλά ήρθε η νύχτα πού κι εκείνη βγήκε
και όταν γύρισε στό σπίτι δέν τή βρήκε.
Καί όταν τήν είδε νά του φεύγει μ’ άλλον
ένοιωσε πώς τήν άγαπάει μάλλον.
Και πως κάνεις δεν είναι άναντικατάστατος
ιδίως άν ό καινούργιος είναι ωραίος κι ευκατάστατος.

*Από τη συλλογή “Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΛΗΝΩΣ”, Kastellakia Records, Μύκονος.

Γιώργος Γκανέλης, Η γοητεία του τέλους

Όταν διαβάζεις την ιστορία σου
αναίσθητος στο πάτωμα
τρώγοντας σοβάδες απ’ το ταβάνι
είναι γιατί πληθαίνουν τα σύννεφα
και χτίζονται παντού λαβύρινθοι

Ή με διαφορετικά λόγια
φτάσαμε αισίως στο παρά πέντε
τόσα ποιήματα που γράφτηκαν
και κανένα δεν κατάφερε
ν’ αποτυπώσει αυτήν την ώρα

Ο καθένας βιώνει το τέλος του
με τον δικό του προσωπικό τρόπο

*Από τη συλλογή “Ωδίνες της Ποίησης”, Εκδόσεις στίξις, Δεκέμβρης 2018.

Nefelor, Φθινόπωρο

Υπάρχει ένας δήμιος για κάθε απόγευμα.
Τα ίδια κάθε φορά τέτοιες μέρες.
Αποχαιρετισμός στην αφήγηση .
Βαρύς ο βράχος ελαφρύς.

Πάλι ήρθε.
Την ξέρω καλά την πλεχτή εποχή.
Ξέρει να πεθαίνει
πεθαίνοντας σε κάτι πράο και έντιμο.

Το χαμόγελο των χλωμών αγίων
άνω από πυκνά δάση
τράβα την κουβέρτα γη
να σκεπαστούμε όλοι σε ένα
να σκεπαστείς εσύ μέσα σε μένα.

Σημειώνω βραδέως.
Τη συνέπεια της λύπης στο βάδην των φύλων.
Την προέκταση του βλέμματος.

Ακολουθώ τις σταλαγματιές του αίματος
σε πορεία πάνω στο πεζοδρόμιο
που αφήνει ο ήλιος ψυχορραγώντας.
Με βγάζει στο άδειο καφέ να μετράω αντίστροφα
ανεβασμένες τέντες.

Οι άνθρωποι μιλούν ψιθυριστά σιωπώντας
για την κομψότητα αυτής της ατμόσφαιρας.
Συνεννοούνται αφαιρώντας,όσοι ξέρουν να αφαιρούν.

Τα χρώματα στριμώχνονται για συγνώμη
που θα μας αφήσουν σε κρύους συγγενείς,
το ραδιόφωνο παίζει φθινόπωρο
κι εγώ αποθέτω στις ανοιχτές παλάμες σου βιβλίο
το τελευταίο νέκταρ.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://nefelorpoetry.wordpress.com/2020/09/05/φθινόπωρο/

Federico Garcia Lorca, Πόλη χωρίς ύπνο

για την φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα

(Νυχτερινό στη Γέφυρα του Μπρούκλιν)

Κανείς δεν κοιμάται στον ουρανό!

Κανείς.

Τα πλάσματα της σελήνης μυρίζουν

το ένα το άλλο γύρω από τις καλύβες τους.

Θα έρθουν οι μεγάλοι ζωντανοί δεινόσαυροι

και θα δαγκώσουν τους ανθρώπους που δεν

έχουν όνειρα

και ο άνθρωπος που φεύγει με τσακισμένη τη

καρδιά του θενα συναντήσει

στις γωνιές των δρόμων

ένα κροκόδειλο απίστευτο, ησυχασμένο

κάτω από την προστασία των άστρων.

Κανείς δεν κοιμάται στον κόσμο.

Κανείς!

Ένας νεκρός υπάρχει σε κοιμητήριο

που είναι μακριά

παράπονο έχει, τρία χρόνια

ένα τοπίο, επειδή έχει,

μια εικόνα στο γόνατό του επάνω.

Τόσο πολύ έκλαιγε ο μικρός νεκρός σήμερα…

Ήρθαν τα σκυλιά για να ησυχάσει.

Δεν είναι όνειρο η ζωή!

Μην κοιμόσαστε!

Αγρυπνάτε!

Πέφτουμε από τα σκαλοπάτια και θα φάμε

χώμα βρεγμένο,

ανεβαίνουμε στις κορυφές των χιονιών

…νεκρές οι ντάλιες.

Δεν υπάρχουν όνειρα!

Ούτε λησμονιά.

Ζωντανή σάρκα

Σμίγουν σε φιλιά τα στόματα

μέσα σε πλεξούδες από φλέβες

και…

View original post 234 more words