Αλέξης Τραϊανός, Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

Αρχίζω να συνηθίζω αυτήν τη φωτογραφία που με κοιτά
Αρχίζω να συνηθίζω το μοναχό το μαύρο το πράγμα
Το νυχτωμένο που στράβωσε μέσα μου
Μια μέρα βούτηξα τον εαυτό μου μέσα στο αίμα του
Άνοιξ’ η μέρα μαύρη ομπρέλα
Κατέβαινε ως την κόλαση
Ο ανεμιστήρας έπαιζε τα μαλλιά μου
Το πικ απ το κομμένο κεφάλι μου
Έπειτα η φωνή μου ένα σκουριασμένο σύρμα
Τότε πέσανε από πάνω μου κάτι παιδικές πανάρχαιες μέρες
Ο λασπωμένος δρόμος δίχως το τέρμα
Το φάντασμα λεωφορείο
Το μουσείο ακορντεόν
Τότε είδα πως πάντοτε ήτανε νύχτα
Όπως όταν κάποτε ήτανε μέρα
Μ’ ένα κορδόνι
Κλείσαν κι οι φωτογραφίες των πάγων
Λίγο λίγο το αίμα μου μουσκεύοντας τον εγκέφαλο του τρελού
Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

Θανάσης Παπαδημητρίου, Κοιμωμένη Ηπειρώτισσα

Προοίμιο.
Ένα παντζούρι παίζει με τον άνεμο
Μακρόσυρτος συριγμός, επαναλαμβανόμενος
καμπάνες αγγέλλουσες Ανάσταση
Ακαθόριστα βήματα επί της Προποντίδος.
Μετρώ εικοσιπέντε χρόνια ρέμβης
Ξοδεμένα στο κυνήγι ιριδιζόντων οφθαλμών
Ή έστω κόγχης αδειανής,
Να την προλάβω με δυο επιρρήματα.

Χρόνος, διάσταση της αφαίρεσης
Χρόνια που τ’ άθροιζες σε προπολεμικό τετράδιο
Κοιτώντας τη φωτογραφία του προπάππου,
Θύματα υγρασίας κι αυτή κι εσύ.

Τώρα ένα ρολόι στον τοίχο απόμεινε
Για να ξηλώνει σταθερά τα δώματα της μνήμης.
Να εξιστορεί το πάγωμα και ίδρωμα των τοίχων
Την απουσία μουσικής και τη σβηστή εστία.

Σφαλίζω τα μάτια και στο βουνό διακτινίζομαι
Μυρίζει πεύκο κι αγριοχόρταρα
Εκεί, στην κορυφή της Τραπεζίτσας
Θα ήτανε του Αγιώργη ή μάλλον Ψυχοσάββατο
Στη γειτονιά ετοίμαζαν
πίτες και πρόσφορα οι γυναίκες.
Κι ο ιερέας λιβάνιζε, στα κενοτάφια μονολογώντας

Μορφή από άλκιμο ρόμπολο, Πινδαία μαχήτρια θυμίζεις
Έργο των επιδέξιων μαστόρων του Φθινοπώρου

Αυτοί σε ασπρόχωμα λαξεύσαν την οργή αρχαίας λύκαινας
Που δολερά κάποτε δέσανε στο ρέμα οι Πεκλαρίτες
Να φτιάξουνε απάνω της το πρώτο τους γεφύρι.
Και την ουρά της την παχιά, έβαλαν για καμάρα
Και για κλειδί αλύχτημα το αίμα να παγώνει.

Πλην, στιλβωμένο στη ματιά απείθαρχο, εωθινό ανεμοχάλαζο
Αιφνίδια σφυροκοπά τους αμετροεπείς κυνηγούς της Άνοιξης.

Πάντως εγώ που δεν σε γνώρισα παρά για μιαν αναπνοή
Θυμάμαι τα τριαντάφυλλα που ανθίζουν μόνο Μάη
Σ’ εκείνο τον περίβολο έξω από το μαντζάτο
Και τι ροδόνερο έδιναν και μύριζε το σπίτι.

Τότε κρεμάγαν, τα παιδιά, βατράχια απ’ τα ποδάρια
Ποθώντας να ξορκίσουνε με τη βροχή την ξέρα
Και συ που παραμόνευες τις Τούρκισσες, να μάθεις
με τι βοτάνια μυστικά πλενόντουσαν τη νύχτα
κι αστράφτανε τα πρόσωπα και ρόδιζε το δέρμα,
ξανά δεν σάλεψες ν’ αφηγηθείς τους θησαυρούς του Μάρτη.
Μηδ’ ανεπαίσθητα χαϊδεύοντας τον ασημοσταυρό της βάπτισης,
ζήτησες απ’ τον άνεμο χρησμό βραχνού προφήτη.

Μονάχα πια το αποτύπωμά σου μένει
Παγωμένο ίχνος, ανεπαίσθητο
Μνήμα αμνημόνευτο, μονήρες

Στης Κόνιτσας την φιλύποπτη μοναξιά.
Πλάι στις ρούγες εμφύλια λουφάζουν πάθη
Και στο λυκόφως κατεβαίνουν οι σκιές
Όσων τσακίστηκαν στ’ άρρητα βάραθρα της Τύμφης.

Στήνουν χορό στην ποταμιά και γάμους στην πλατεία
Ραίνουν με μαύρο τσίπουρο το χώμα να καθίσει
Και τριγυρνάν ανίσκιωτοι κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
Για ντέφια έχουν κεραυνό, βιολιά καρδιά ελάτου
Δοξάρια από του τραγιού την κάτασπρη γενειάδα.

(Η θύμησή σου εχέμυθος δεκαπεντασύλλαβος)

Όταν περάσει καιρός
Και τα μαλλιά μου λιγοστέψουν
Όταν η αναπνοή κομμένη σ’ εφτά όγδοα
Τραγουδιστή δύσπνοια, υφάνει το νεκροκρέβατό μου
Τότε θα σηκωθώ σου υπόσχομαι
Να σε ματαπαντήσω

Το ρόμπολο το ξέρω. Στέκει μονάχο οδόσημο
Κει που κυρτώνει το μονοπάτι.
Ράθυμων ορειβατών, καρτερικών τσοπαναραίων,
φαεινέ αμάραντε.

Και το απαρηγόρητο σαρκίο μου
Που σκίστηκε απ’ τα χρόνια
Και βάρυνε⸱ και μου ‘γινε δύστροπος οδοιπόρος
Ίσως ταιριάξει στο δικό σου
Που ετάφη από τις βροχές κι απ’ τις πευκοβελόνες

Παίρνω, υποκλέπτω προσκέφαλο
Κέδρο και κουκουνάρια
Σάβανο ράβω από τζουχιά
κι απ’ άγρια τσουκνίδα

Ρόγχος επιθανάτιος
Το βουητό
του Αώου.

Kenneth Rexroth, Τζόγος

Σκέψεις για σένα ραντίζουν τη σκέψη μου.
Σταγόνες μαύρες πέφτουν από την κόψη του ξίφους
Του κεραυνού. Λευκά χαρτιά σκορπίζουν
Μαύρες και κόκκινες διφορούμενες
Κούπες και μπαστούνια. Ο θάνατος με προσπερνά
Κάθε μέρα και ψεκάζει στα μαλλιά μου
Τα ισχυρά του χημικά. Οι χτύποι
Του ρολογιού αλλάζουν φωνή και προφέρουν τ’ όνομά σου.
Τι έδεσμα είναι η ζωή, με το
Σπασμένο της ποτήρι και τα ξινά σταφύλια.
Τα στήθη σου έρχονται στο μυαλό μου
Που μυρίζουν αμυγδαλωτά.

*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ – ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς.

Μαρία Πανούτσου, Ο Ουρανός κατεβασμένος

Στην αγκαλιά σου στριμωγμένη
στα δίχτυα των χεριών σου εγώ πιασμένη

στης ψυχής σου μέσα το σώμα
ανάπνεα

όπως ο Σκύμνος
στης μάνας του το τριχωτό τον όγκο

ποιος θεός να μην ζηλέψει
της θνητής,
το ανέλπιστο τραγούδι των σειρήνων

καθώς Νέφελος λέξεων
τραγούδι δικό μου αλάργα σκορπώ

ένα γλυπτό φτιαγμένο από τον Moore
τα σώματα μας

ορμή του αγκαλιάσματος
και δέσιμο

εκείνη ώρα να προσέξεις
μη και κάνεις κάποια ευχή

όχι ευχές την ώρα αυτή
αφού ανώτερη στιγμή δεν θα υπάρξει

ίμαι η ερωμένη του χειμώνα
εκεί στον αχνό της μαγείας

Αμαρυλλίς το όνομά μου
στο χρώμα του άσπρου

στην παγωνιά εκεί του ανέμου
τις μέρες τι πυκνές από ομίχλη

θα μεταμορφωθώ σε χειμωνιάτικο λουλούδι
αχ πόθοι κάτω από τις λίμνες

βλέπω το χέρι σου να απλώνεται
Φειδόσωμα εσύ
σαν ένα χάδι θεϊκό

η θηλυκιά μου η κοιλιά σε περικλείει τρυφερά
και Σκορπίωνες οι φωνούλες μου

καθώς ανέμου τραγούδια
συνθέτουν ντροπαλά

#Από την ενότητα “Της λήθης” 2016-2019

* Σκύμνος – Νεογνό ζώο
* Σκορπίωνες – Αστερισμοί του νότιου ημισφαίριου
* Φειδόσωμα -Δική μου λέξη
* Νέφελος-Δική μου λέξη

Γιώτα Αργυροπούλου, «Μη σκεπάζεις το ποτάμι»

Στόν Γιώργο Μαρκόπουλο

Δέ θά σκεπάσεις Γιώργο έσύ τόν Πάμισο
καί ’γώ δέ θά σκεπάσω τόν Άμφίτα
λιγνό άδερφό του παραπόταμο.
Δέν είναι δά κανά κρεββάτι
γιά νά τραβήξεις τό πρωί άπό όχθη σ’ όχθη ένα σεντόνι
καί νά πεις “ό,τι έγινε δέν έγινε”.

’Εδώ όλα λούζονταν στό φώς.
Λιγνά παιδιά καί μπακιρένιες γύφτισσες
καί οί δικές μας νά ’ρχονται, αχ Τζάνε ποταμέ,
νά πλένουν, νά λευκαίνουνε,
νά χαίρονται άσπρα γόνατα
δώρο θεοΰ λιγάκι γύμνια, πού κάποτε
μάτια δειλά καί διψασμένα τή ρουφούσαν.
Έδώ όλα λούζονταν στό φώς.

Δέ σκέπασε τόν ’Αλφειό ό Γιώργης ό Παυλόπουλος,
τόν άφησε μές στίς σελίδες νά κυλάει.

Δέ θά σκεπάσεις Γιώργο έσύ τόν Πάμισο
καί ’γώ δέ θά σκεπάσω τόν Άμφίτα,
γιατί έφερε κατεβασιά θολό νερό
πνιγμένα ζώα
πήρε σπίτια,
έσυρε μιά γλυκομηλιά
δυό άδέρφια άγκαλιασμένα.

*Από τη συλλογή “Νερά απαρηγόρητα”, έκδοση Πλανόδιον, Αθήνα 2004.

Χρίστος Π. Τσιαήλης, Τερηδόνα

————–
Η διατρύπηση
κι η διατύπωση
συγχέονται
στα σαλόνια των Στωικών
καθώς
μια λέξη
μια πρόταση
και μια παράγραφος
καταπίνονται τελετουργικά
από ένα μικρόβιο ρηξικέλευθο,
ένα μικρόβιο αιώνιο,
μικρόβιο πονηρό.

«Διατρύπηση ή Διατύπωση»;
«Διατύπωση ή Διατρύπηση»;
το δίλημμα που αντηχεί στις υπόγειες Στοές

Ξέρεις, Σοφέ αγαπημένε, ο λόγος εκφέρεται
ο λόγος διαχέεται
είναι ήχος,
είναι εικόνα,
συνάντηση αναθυμιάζουσας ύλης
και πετρωμένων ιδεών
-απαιτείται δόντι-
απαιτείται γείωση
απαιτείται σκληρότης
για να λεχθεί το συλληφθέν νόημα
αναρωτήθηκες ποτέ γιατί η μασέλα;
αναρωτήθηκες ποτέ γιατί το σφράγισμα;
η μάχη των τριάντα δύο λευκών αξιωματικών;
Τι φρουρείτε ρε;
Τι εισέρχεται ή τι θα εξέλθει;

Από νεογιλά εκπαιδεύεστε καλά
– εκεί είν’ όλοι –
παππούδες, γιαγιάδες
γονείς και δάσκαλοι παντός είδους
και οδοντόβουρτσες χαριτωμένες
και εύγεστες κρέμες,
καθρέφτες,
βρύσες,
όλα να είναι στη σειρά.
Τι φρουρείτε ρε;
Πείτε! – Τι ρέει ή τι απορρέει;

Αχ, Τερηδόνα σοφή,
Τερηδόνα έγκαιρη,
Τερηδόνα πολυμήχανη
της λαιμαργίας φρουρέ
της επιφάνειας αμφισβητούσα,
συ που τη νοηματική ατασθαλία πολεμάς
διατρυπώντας το εύμορφο σμάλτο
Συ που υπενθυμίζεις στους υπνωτισμένους
ότι μια σκέψη χτίζει μια λέξη στεγανά
και οι προτάσεις σύμπαντα στεγνά
όταν τα αδαμάντινα φράγματα
φυλάσσουν μόνο τα έξω μην μπουν
κι αφήνουν ανεξέλεγκτο
έναν οχετό να περιχέεται στην Πόλη

[κι έρχονται ύστερα οι Σωκρατικοί και οι Αριστοτελικοί
και οι Μέλανες και όλοι αυτοί
να σου θυμίσουν πώς έτρεχαν τα λύματα
παλιά εις τη Γλασκώβη
όταν απαρχής ικανώς εκπαιδευμένοι
Έλληνες και Ρωμαίοι
Οθωμανοί και Φράγκοι
ήξεραν πώς να κρύβουν οχετούς
στα έγκατα ανείδωτα
μην και χαλάσει η μόστρα]

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Οι κληρονόμοι της oδού Ευωνύμων

Εσύ θα πάρεις το κλειδί του παραδείσου
κι εσύ θα πάρεις μία αγχόνη από μπροκάρ,
το ρόπτρο, τη μεταποιημένη πιλοτή, το οικόσημο
και μια σημαία-κειμήλιο απ’ τη λεγεώνα των ξένων,
εσύ θα πάρεις ένα επώνυμο δαντελωτό
για όλες τις μελλοντικές παραγράφους,
μια ρήτρα αποδέσμευσης, το ναρκοθετημένο μου γονιδίωμα
και το προσωπικό τηλέφωνο ενός διακεκριμένου πνευμονολόγου,
εσύ θα πάρεις το χλιμίντρισμα των άδειων τετραγωνικών
σ’ ένα υπό κατάσχεση σπίτι και μια ισόβια συνδρομή στον τοπικό
σύλλογο ιππασίας,
κάποια οδυνηρή μου διαπίστωση που έφτασε αργά, πολύ αργά,
γι’ αυτό κι είναι οδυνηρή εξάλλου,
τον ζαχαρώδη μου διαβήτη και την αργή μου αυτοκτονία
με επιθέματα νικοτίνης, cross-fit και βαρβιτουρικά,
την κάβα με τα Opus One, τις Χίμαιρες, τα Haut-Brion
κι όλα τα Vosne-Romanee που δεν πρόλαβα ν’ ανοίξω,
τα δώρα των αρχαιοκάπηλων φίλων μου εσύ- θα πάρεις μια ζωή
σαν απομίμηση της ζωής ενός μίμου,
την κυνηγητική μου συνήθεια και τα βαλσαμωμένα ελατοπούλια,
καθώς και την απέχθεια, τη βαθιά μου απέχθεια για ό,τι ποτέ κινήθηκε
ή εξακολουθεί να κινείται πάνω στη γη,
την απροσεξία μου, την ανορθόγραφη ευφυία μου και τη λάθος μου κρίση,
τα γνωστικά σταυρόλεξα εσύ, τα αντιοξειδωτικά και τις καθημερινές πρακτικές πρόληψης και θωράκισης ενάντια στο αλτσχάιμερ και τον προστάτη,
εσύ θα πάρεις τους άψογα διατηρημένους μου μασητήρες,
(Ηλέκτρα αισθάνομαι παράξενα, ένα ελαφρό κρυολόγημα ίσως;)
κάποια εμπνευσμένη ιδέα μου που στην εκτέλεση έπασχε
και θα συνεχίσει να πάσχει,
μια καλοδιατηρημένη συλλογή από αυγά Faberge,
τη σπάνη και τον Μποντριγιάρ που διάβασε η μαμά σου στα δεκάξι,
οδηγίες φύλαξης για τους προ-ελληνιστικούς σου αμφορείς,
επτά φιλέτα οικόπεδα στον αιγιαλό της Θάσου,
τα μάρμαρα Διονύσου που προανέφερα και τη σκυτάλη της ασφαλιστικής—
εσύ θα πάρεις ό,τι χρειάζεσαι κι εσύ θα πάρεις όσα έχεις ανάγκη

[η ανάγκη κι η χρησιμότητα
είναι έννοιες υποκειμενικές
μονάκριβοί μας
λίγη ευγνωμοσύνη δεν θα έβλαπτε
κοιτάξτε τη στέπα που θα κληρονομήσετε,
άλλοι στη θέση σας θα αισθάνονταν πανευτυχείς
που έτυχε να αντικρίσουν, έστω για μια φορά, μες στη ζωή, τέτοια θέα]

εσύ θα πάρεις τη λατρεία μου για εσένα σαν σκιά
σαν φάσμα, σαν ικρίωμα και σαν παραίσθηση ιχνηλάτη,
(Ηλέκτρα ζαλίζομαι πάρε τηλέφωνο τον γιατρό επειγόντως)
την έρημο που ισχυρίζομαι πως διέσχισα
και το καταφύγιο στο Gstaad φυσικά,
μια ευγένεια παραμορφωτική που τρίζει πάνω από κυριακάτικα σερβίτσια
και το ξεκούρδιστο κοσμοείδωλο μιας ακόμα γαμψής εποχής,
εσύ θα πάρεις την εδραιωμένη μου πεποίθηση
πως δεν υπάρχει λόγος πια για να ανησυχείς,
εσύ θα πάρεις ό,τι ονειρεύτηκες κι εσύ θα πάρεις όσα έχεις ανάγκη
(Ηλέκτρα δεν νιώθω καλά σου λέω)

κάντε λιγάκι υπομονή, μονάκριβοί μας,
άλλωστε, το μόνο που απομένει είναι να βρούμε λίγο καιρό,
λίγο καιρό και λίγη διάθεση,
λίγο καιρό, λίγη διάθεση και επαρκείς νομικές συμβουλές,
λίγο καιρό, λίγη διάθεση, επαρκείς νομικές συμβουλές και τις αρμόζουσες συνθήκες
για να συντάξουμε αυτές τις χρονοβόρες κι άκρως μακάβριες
δ ι ά θ…
(Ηλέκτρα μου τετέλεσται, αλλά μην αγωνιάς,
εσύ θα πάρεις ό,τι προβλεπεται από τη Νόμιμη Μοίρα)

*Από τη συλλογή “Οδός Ρόδων”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάης 2018. Η φωτογραφία εόιναι από τη συλλογή του ποιητή στη σελίδα του στο Facebook.