Στάθης Ιντζές, Έκλειψη

Μερική έκλειψη
προγραμματίζει η Σελήνη
για το ρεβεγιόν

ολική η ραγισμένη μου καρδιά
να δούμε ποια θα υπερισχύσει
του αμετάβλητου του χαρακτήρος

Κάλεσα όλες τις μοναξιές
των τελευταίων ημερών

μέχρι και την σκέψη
της μιας νυκτός

—εκδιδόμενη ένιωσε μεταξύ
των καθώς πρέπει καταλήξεων—

Στο τέλος της αντιστροφής του χρόνου
λάμπει εκθαμβωτικά
του δέντρου η σπατάλη

Επί ξύλου κρεμάμενα
χαμένες ευκαιρίες τα στολίδια

Κι ο νέος χρόνος με βεγγαλικά
πέρα για πέρα κυνικά
γιορτάζει τους νεκρούς του

*Από τη συλλογή “Σεληνάκατος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013.

Παύλος Δ. Πέζαρος, Ως υάκινθοι… μοσχομυρίζουν

Οι καθημερινές μας οδύνες συναντιόνται
πρωί κι απόγευμα στις σκάλες του μετρό,
όπως παλιά στα υπόγεια της Ομόνοιας
αντάμωναν ναυτάκια του Ναυστάθμου
με τις λευκές ή βαθυγάλανες στολές τους, αναλόγως,
και τα κορδόνια περιπαικτικά πλεγμένα στο στέρνο τους.

Είτε φυσάει ζέφυρος είτε φυσάει πουνέντες,
οι μύυριοι υάκινθοι, ως γόνοι γης λακωνικής,
μοσχομυρίζουνε ξεφεύγοντας από τους δισκοβόλους
κι αλλάζουν πρόσωπο, μα πάντα κατεβαίνουν
τετράκις πλέον την ημέρα στην Ομόνοια.
Πρωί πρωί με βούρτσες και μυστριά
μες στις βαριές μουσαμαδένιες τσάντες,
πριν οι υπόλοιποι απαλλαγούν απ’ τα χασμουρητά τους.
Το μεσημέρι, η θλίψη και η μιζέρια
ανθρώπων σκεβρωμένων απ’ τις έγνοιες.
Το απόγευμα, ευαγγέλια χαράς
για τα ναυτάκια πάλι και τα στρατιωτάκια,
ντυμένα με τα τζιν τους πια, στο τέταρτο του αιώνος,
και με τις άδειες της εξόδου στην κωλότσεπη.
Και το βράδυ, α, το βράδυ, όλοι μαζί
τραβούν το δρόμο τους.

Αθήνα, Αύγ. 2001 — Απρ. 2004

*Από την ενότητα “Του σταχασμού και της Άνοιξης” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ο αχός κι ο βυθός”, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2016.

Θ. Δ. Τυπάλδος, Putidus

Πάνω στου βδελύγματος το ποτήρι
Οι πουτάνες της άυλης αστροφεγγιάς
Πλέουν σε καλώδια υπό συνθήκες ανικανότητας διεκπεραίωσης
Σεξουαλικών καθηκόντων
Παρτούζα άνευ συμμετεχόντων μελών
Πάνω στης γιαγιάς το κεντητό σεμέν
Και στο μπαούλο με τα φεύδη
Ένας εσταυρωμένος ξεσκονίζει σπέρματα
Καθώς ένας βάτραχος διολισθαίνει στης κουβαρίστρας τα πόμολα
Πουτάνες που σας αγάπησα
Μ’ ένα χέλι στο χέρι
Ό,τι κάποτε νοστάλγησα
Κάλεσα το φθόριο ενός σοδομημένου κροταλία
Να μου το φέρει κι έπειτα απ’ την ανάφλεξη του α-παντος
Οι οργασμοί σίγησαν στο απροκάλυπτο μεσημέρι
Βάζουν το κωλοδάκτυλό τους στην πρίζα της σκιερής αποβολής
Κι αρχίζουν ομφαλοσκόπηση στον καλλωπισμό του Βορείου Σέλατος
Οι πουτάνες που αγάπησα
Τρώνε πατατάκια χωρίς αλάτι
Στο μεταίχμιο της γεωμετρικής μήτρας
Κλαίον ρήγμα μιας άναρχης αποκαθήλωσης
Μιας πεπραγμένης αυτούσιας
Μιας τραγελαφικής απειλής
Μιας άνευρης απουσίας
Περνούν τα τροχοφόρα συναισθύματα
Κάτω από ανοιχτά κρεοπωλεία
Και στα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά
Σέρνουν τις ιδέες τους οι άγαμες νύχτες

*Από τη συλλογή “Η ατέρμονη πύλη”, Εκδόσεις Provocateur, 2018.

Μαρία Θεοφιλάκου, Lovebird

Halsman, Philippe (1906-1979) – 1962 Tippi Hedren

Η αγάπη τσιμπολογάει τα ψίχουλα στο πεζοδρόμιο
Λέει το τραγούδι της πάνω στα σύρματα του ρεύματος μπήγει τα νύχια της γίνεται ηλεκτρική
Κοιμάται μέσα στις φυλλωσιές των λυπημένων δέντρων

Η νύχτα έχει νικηθεί
Κι αυτός που τώρα δίχως ύπνο ξημερώνεται
σα να ’χει πάρει μια ιδέα για την καινούργια μέρα
Πέτα μακριά, πουλί, με την ελπίδα του στο στόμα σου!

*Αναδημοσίευση από: https://ppirinas.blogspot.com/2019/10/lovebird.html?m=1&fbclid=IwAR2XHGxzvFfdH6Ur0MDth94CQkV1MD7PQdm4zHHzj1hok8YRJT3sfDSbykU

**Στην εικόνα της ανάρτησης: Η Tippi Hedren, πρωταγωνίστρια της ταινίας «The birds»,
του Alfred Hitchcock (1962). Φωτογραφία του Philippe Halsman.
Πηγή: https://www.flickr.com/photos/

Βαγγέλης Κούταλης, ο χέγκελ σεντερ-φορ

Ι.

Είχα ξεμάθει να κάνω τολμηρούς σχεδιασμούς
Να έχω φιλόδοξους στόχους
Και να επιδιώκω,
Ανοίγοντας μ’ επιδεξιότητα μιαν ολόκληρη βεντάλια από στρατηγήματα,
Την έγκαιρη επίτευξή τους
Να ρίχνω το βέλος μου μακριά
Μακρύτερα κι απ’ το περίγραμμα του αντικατοπτρισμού μου
Είχα, πράγματι, ξεμάθει
Ν’ ακολουθώ, δίπλα στις πέτρες,
Τα ίχνη της εδώδιμής μου λείας

Τώρα πρέπει να βάλω τον πήχη μου στη θέση που του αρμόζει:
Λίγα εκατοστά πιο πάνω
Από το σχισμένο δέρμα

Η πανσέληνος που έρχεται – σε 5 μόλις μέρες
Θα είναι η αγριότερη

ΙΙ.

Ξαναγράφω την αρχή ενός σονέτου:
Quand iombre menaqa de la fatale loi
Tel vleux Reve, desir et mal de mes vertebres,
Afflige de perir sous les plafonds funebres
II a plογέ son aile indubitable en moi

Και μετά προσθέτω έναν ακριβή ορισμό:
Diese Einheit der Moglichkeit und Wirklichkeit ist die Zufalligkeit

Στο τέλος, ως είθισται, θα ρίξω αλάτι,
Φρεσκοτριμμένο πιπέρι,
Λίγα φυλλαράκια βασιλικού,
Κάμποση ρίγανη,
Και μια τζούρα από ξύδι βαλσάμικο
(… για να δέσει η γεύση της σάλτσας)

Κι ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι η συνταγή αποτυγχάνει

Έχει τάχα νόημα να με ανακόψεις
Ενώ ετοιμάζομαι να σουτάρω
Μ’ ένα αριστερό βολ πλανέ
Τη μπάλα στο δοκάρι της εστίας μου;
Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται παρά για ένα σονέτο
Κι έναν ορισμό
Για τη σκιά
Το μοιραίο νόμο
Το όνειρο
Την επιθυμία
Την άρνηση
Την κατάθλιψη
Τη δυνατότητα
Την πραγματικότητα
Τη συμπτωματικότητα
Και την ενότητα των αντιθέτων

Αλλά, μ’ αυτά και μ’ αυτά,
Τώρα που έχω με επιτυχία περάσει
Τη χορδή στο τόξο μου
Θα καταφέρω ίσως να σου στείλω
Γλιστρώντας στο ημίφως αυτού του παραθύρου
Ένα ακόμα παιδικό νυχτερινό τραγούδι
Έναν ακόμα, δηλαδή, από τους χτύπους της καρδιάς μου
Φευγαλέο,
(δεν θα μπορέσεις να τον συγκρατήσεις πριν χαθεί)
Αξεδίψαστο,
(δεν θα εξαντληθεί ποτέ η πλησμονή του)
Και προπάντων ανυπόσχετο
(μονάχα αποτείνεται …)

Γιατί εσύ τελικά είσαι, να το ξέρεις
The love of my life

And the midnight of my love

*Από τη συλλογή “αχυρένιος σκύλος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2010.

Ελένη Παπάζογλου, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Κυνηγημένοι μετανάστες ζητούνε καταφύγιο,
μια ανάσα για να ξαποστάσουν,
ένα κεραμίδι να ακουμπήσουν το κεφάλι τους
—τσόφλι αβγού στην αβγοθήκη φοβάται μήπως και
ραγίσει—
για να σωθούν από κλούβιους κουφιοκέφαλους.
Αυτούς με τη λεπίδα στο χέρι
και τη φιδοφωλιά στη θέση της καρδιάς,
αυτούς που η εξουσία εθελοτυφλεί και υποθάλπει.
Είδες; Πάλι οδεύουμε προς μια χαράδρα του σεισμού.
Πάλι τα δόντια θέλει να σφίξουμε με μολύβδινες
, τανάλιες,
πάλι μικρά μας μυστικά χρυσαφικά θα καταπιούμε
να φυλάξουμε.
Να δέσουμε με τα μαλλιά μας και να στρέψουμε τον
μπούσουλα
για να ξεφύγουμε από τον καταρράχτη.

29/3/2009

***

ΣΙΩΠΗ

Ήταν φορές που άφηνε την κάφτρα του τσιγάρου
να φτάσει ως τα χείλια
κι άλλες το σπίρτο να του κάψει τα ακροδάχτυλα.
Τότε που μέσα του πλατάγιζε μια πέστροφα
και σολομός που ανέβαινε κόντρα στα νερά η σκέψη.
Ήταν καημοί που μήτε η Γη δεν γνώριζε,
αυτή οπού το χώμα της ανέδυε κραυγές, μήτε αυτή.
Και σαν τα νυχτολούλουδα που ρόδισαν
μ’ ένα άρωμα που κραύγαζε γιορτή,
ήρθε και σταύρωσε τα δυο του νύχια,
που έσκαβαν βαθιά μες στην ψυχή και είχανε πάρει
χρώμα.
Αυτό το κόκκινο που ζάλιζε που ερέθιζε κι αγρίευε,
αυτό που τα άλογα τρόμαζαν σαν το έβλεπαν
κείνη τη νύχτα που δεν φάνηκε η Σιωπή.

26/3/2009

*Από τη συλλογή “Ονειράκατος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2009.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, 1974

Είμαι στα δεκαπέντε τώρα
απλωμένος στο δωμάτιο
στα φυλλώματα του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
αιωρούμενος
ακροβατώντας
σκιρτώντας

τίγκα οι τοίχοι με αφίσσες που τις έχω και μπλουζάκια
πλάι μου η κιθάρα
ένα περιστέρι πάνω στην κιθάρα
γύρω απ’ το περιστέρι οι λέξεις Woodstok/Victory Peace & Music
τέσσερις λέξεις που σημαίνουν μακριά μαλλιά σαν του Σαντάνα
που σημαίνουν αμπέχονο
τζιν
και μεθυσμένη Χάρλεϋ
κι Άντζελα Νταίηβις
με το μαλλί αφάνα
και την αγέρωχη στάση της
με το ένα πόδι απλωμένο
και το άλλο κεκαμένο στο γόνατο
κι ας μην ξέρω ποια
και τι ακριβώς είναι η Άντζελα Νταίηβις
κι ας είναι να περάσουν τρία ολόκληρα χρόνια
και να γίνω δεκαοκτώ
για να μάθω ποια και τι ακριβώς είναι.

Κι είμαι στα δεκαπέντε τώρα
και πετώ
και χάνομαι
χωρίς αντιφάσεις
χωρίς υποψίες

αργεί πολύ η ταραχή
η τρικυμία
η σύγκρουση

είναι ήπιο το κόλπο ακόμα

είναι αφίσσες στο δωμάτιο
γραφειάκι με βιβλία σχολικά
το Λάθος του Σαμαράκη
κι ο Μπάλος του Σαββόπουλου
είναι τρανζίστορ
και ποδήλατο
το Βιετνάμ της Φαλάτσι σε Βίπερ περιπτέρου
Δράση και Φαντάζιο
ένα ταξίδι τρελό
τρελαμένο
με μουσικές και Χίπηδες
πάνω σε Ντεσεβώ και Σκαραβαίους.

Κι είμαι στα χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
μικρός ακόμα
στα δεκαπέντε

λαχταρώντας να διαλέγω τα ρούχα μου
τις ώρες έγερσης και κατάκλισης
τη χρήση των πτώσεων της γενικής σε «-ης»
και της γενικής σε «-εως»
λαχταρώντας να πιω κονιάκ
να καπνίσω σε σκοτεινά κατώφλια
να ξεχυθώ
να ερωτευθώ
ν’ ακούσω τον άνεμο των γεγονότων

μην κάνοντας τίποτα
τον παραμικρό κόπο να σκεφτώ
να μου περάσει η ιδέα
αμυδρά έστω
πως κάποτε
ναι κάποτε
θα είμαι σαράντα τέσσερα
πενήντα τέσσερα
εξήντα τέσσερα.