Ευριπίδης Δρατσέλος, Ο λύκος που έπινε νεράκι

Είναι νυχτιές
που τ’ άστρα αψηφούν
και τα μαυρίζουν,
και μόνο το φεγγάρι
καταδέχονται,
ολόγιομο, μες τα κλαδιά,
για να βαστιέται,
δριμύ και παγωμένο,
σα σιωπή,-σα θάνατος/
Είναι νυχτιές
που λύκος ομμοι-άζεις,
ξελιγωμένος,
από μια πείνα αβάσταχτη,
κρυφής ανάγκης,
-στην πόρτα του ψυγείου-
για κρέας νωπό,
κι η πλάση κρύβεται.
Σε τρέμει,-Σε φοβάται.

Μα είναι φορές
που και τα άστρα νικούν
και αναβοσβήνουν,
πάνω από το ταβάνι
και σ’ ορέγονται,
κάθε αδύναμη φορά,
που δε βαστιέται,
βάρος σχηματισμένο
στο λαιμό,-σαν κάματος/
Για λίγες στιγμές
που στα βουβά φωνάζεις,
και ιδρωμένος,
με μια δίψα αβάσταχτη,
άμεσης ανάγκης,
-στην πόρτα του ψυγείου-
για κρύο νερό,
και η κάψα μαίνεται.
Σε πνίγει.-Και κοιμάται.

*Από τη συλλογή «το 18», εκδόσεις Κύμα, 2018.

Ράνια Καραχάλιου, βιογραφικό σημείωμα

Η γιαγιά μου ποτέ δεν χτενιζόταν παρουσία άλλων, ήταν φαίνεται για κείνη μια τελετουργία στο έπακρο προσωπική. Το ίδιο δυσθώρητα ήταν και τα μαλλιά της, καθώς πάντοτε φόραγε κεφαλομάντιλο, απόταν πέθανε ο παππούς μαύρο ανεξαιρέτως περιστάσεως. Αυτό το πέπλο μυστηρίου είχε πολύ τη φαντασία μου εξάψει. Άλλοτε πίστευα πως η γιαγιά ήταν καραφλή με κρανίο γεμάτο βρύα και λειχήνες, κι άλλοτε ήμουν βέβαιη πως είχε για τρίχες μακριές πολύχρωμες κλωστές, που τις κένταγε με βελονάκι.
Ένα Νοεμβρίου πρωινό, είδα μια φέτα φως να φέγγει από το δωματιάκι της. Πάτησα στις μύτες και βάδισα αθόρυβα μέχρι τη σχισμή. Η γιαγιά χτένιζε τα γκριζόλευκα μαλλιά της με μια ξεδοντιάρα χτένα, κι όποια τρίχα μαζεύαν οι δαγκάνες, την έδενε κόμπο σ’ άλλη, ριζωμένη. Μόλις τακτοποίησε όλες τις αδέσποτες τις τρίχες, έκανε δυο πλεξούδες τα μαλλιά, τις τύλιξε γύρω απ’ το κεφάλι, και φόρεσε πάλι το μαντίλι.
Ποτέ δεν της ομολόγησα την αδιακρισία μου αυτή, μόνο κάθε που την άκουγα να λέει από τότε που ’φυγε ο νοικοκύρης μου, βκουντάω μέρες, της χαμογέλαγα συνωμοτικά.

*Από τη συλλογή “σκλήθρα”, εκδόσεις Εκάτη, 2018.

Πηνελόπη Ζαλώνη, Δύο ποιήματα

Για το φως θέλω να γράψω

Το κίτρινο, έξω απ’ το παράθυρο.
Το φως που σε έλουζε, θυμήσου,
κοιμόσουν φωτοστόλιστη, φωτολουσμένη με τις αποχρώσεις όλες
στόμα γεμάτο χρώματα να θαμπώνουν.
Να φανερώνουν το κάλλος.
Να γνωρίζω, να αναγνωρίζω και να αγαπώ
«εκ του οράν τίκτετοα το εράν»
Το ημίφως τρομάζει. Αλλάζει τα σχήματα.
Αντικείμενα διάφορα παίρνουν διάφορες διαστάσεις.
Το σκοτάδι παρηγορεί. Για λίγο.
Γνωστή παρελθοντολάγνα και νοσταλγοποιός
ανατρέχω σε παλιές σημειώσεις.
Σφάλμα μέγιστο που ανακατεύω στιγμές.
Πρέπει να ξαποσταίνουν κι αυτές.
Για το φως που αποκαλύπτει και καταστρέφει.
Επί φωτός βλέπουσα μέχρι το τέρμα.
Δέρκομαι πια.

***

Εξυψώνω και στρέφομαι προς τα πάνω

γύρισμα προς τα μέσα και ανάταση προς τα πάνω
«τρέχα», μου έλεγες,
«μη σταματάς, πρέπει να πάρει μπόι ο πολύχρωμος δράκος»
να ακουμπήσει Θεό και να καθαρίσει
κάθε μέρα κι από λίγο, μεθοδικά
μην τον αγνοήσεις ούτε λεπτό, θα σε κάφει με την ανάσα του φωτιά
εκ των έσω θα παλέψεις
κάθε μέρα κι από λίγο, μεθοδικά
πρέπει να σηκώσεις σκόνη
να δημιουργήσεις σπείρες στην άμμο, απ’αυτές τις χιλιάδες
τότε θα τον δεις να βγαίνει από τον βυθό
για καυτή ανάσα.
θα έχει αλάτι στις τρύπες του, αλάτι στις πληγές του
είσαι όμως άνθρωπος, αναπηδάς και βλέπεις
να αναπηδάς και να βλέπεις, μη σταματάς.
«στην απέναντι κορφή του δράκοντα η ράχη
και η βραχομουσούδα του ρουμπίνια μάτια να’χει».

*Από τη συλλογή «το άλφα του βαλσάμου», εκδ. Provocateur, 2018.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Δύο ποιήματα

Καστανά

​Καστανά.
Ούτε κάποια απόχρωση του πράσινου
ούτε καν κάποια του μπλε.
Καστανά.

Γαμώτο αυτά τα μάτια.
Γαμώτο αυτά τα μάτια.

Καστανά· απλώς καστανά· και
δεν χρειάζονταν καν χρώμα.

***

Ψυχή Ντυμένη

Ούτε μία σπιθαμή ξεχασμένη:

Τα μαλλιά μου ήταν λουσμένα.

Τα μάτια μου δεν είχαν τσίμπλες.

Τα ρούχα μου: Σοβαρά και καθαρά. 
 


Μα ένα κοριτσάκι 

περπατούσε με τον μπαμπά του.
 


Με κοίταξε στα μάτια. Και είδε τα πάντα. 

Χριστέ μου. Συγνώμη. 

Είδε τα πάντα. 

*Περισσότερα: http://www.alexantonopoulos.com

Ισμήνη Λιόση, Λευκό

α. γλίχεται όσο
ενθυμείται το μείζον μαύρο εκείνου

και ανεπαίσθητα τότε σκιρτά
και ανεπαίσθητα πάει
προς το ρόδινο της κολάσεως
αυτό το επαμφοτερίζον χρώμα
του ερεθισμένου λευκού

β. τα αρσενικά δόντια έλειχαν
το σαφές όριο μεταξύ
πάλλοντος στήθους και κλείδας

το άσπρο φόρεμα έκλινε ηδονικά προς το φιλί
μετά αποσυρόταν κάτωθεν των μαστών και
εσυστέλλετο ζώο όμορφο
με άκρα ντροπαλοσύνη

γ. ω πόση η βάσανος της σωματικής ποιήσεως
γράφει το άσπιλο ένδυμα στα μωβ μυστικά του

και αποτραβιέται ως σαρκολάτρης ποιητής
στην συνουσία των στίχων του

δ. εάν ηδύνατο
το χέρι θα άγγιζε το: εν αρχή η ηδονή
απ’ όπου ξεχύνονταν τα ποιήματα αθρόα

κι ήταν οπός από αρσενικό μανταρίνι
προοπτική επικίνδυνη
συλλήψεως στίχων πάνω στην γλώσσα
εμού του παραληρούντος
θήλεος λευκού ποιήματος εκ μείζονος έρωτος
προς την μέλαινα αρσενική λογοτεχνία

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, εκδ. Τύρφη 2016.

Βασίλης Βασιλειάδης, Οι λεγεωνάριοι

Οί λεγεωνάριοι
όλοι τους μισθοφόροι ούτε ένας εθελοντής
μέ φορεμένη τήν αυστηρότητα τής περιπολίας
λούζονται περιχαρείς στήν ανοιξιάτικη ραθυμία
ξύνουν τίς βοιδοκοιλιές τής ύπαρξης
τί κι άν οί ματιές μεταξύ τους προσπαθούν νά ξεκινήσουν έναν διάλογο
κανένας τους δέν ακούει τά γαυγίσματα τής ζωής του
κι όταν ή σιωπή τους πέσει γιά ύπνο
τότε χαίρομαι νά τούς ξυπνώ μέ τούς δυνατούς θορύβους τών χειρογράφων
πού τά ψέμματα τους δέν μπορούν νά κατασχεθούν από κανέναν,
τούς βλέπω νά ετοιμάζουν βιαστικοί τίς αναπνοές τους
γιά τήν επόμενη περιπολία τών μηχανισμών,
όλες οί μικρές περιπολίες τών μισθοφόρων
είναι μία μεγάλη περιπολία τών μηχανισμών
πού πετυχαίνει πάντα τόν στόχο της,
νά ζούμε χωρίς ίχνος ντροπής μέσα σέ ατέλειωτα ερείπια,
γνωρίζοντας μόνο τή γλώσσα τού σήμερα
καί καμμία άλλη,
πώς λοιπόν νά πείς στό μυαλό
νά ανέβει στή βάρκα του καί νά σαλπάρει στό όνειρο;

Φλεβάρης 2019

Δημήτρης Φιλελές, Εκποίηση

Τα φτωχικά υπάρχοντα ξεπουλήσαμε
σε αγοραστές πλανόδιους
το εικονοστάσι της γιαγιάς
μαζί με τα κιτρινισμένα στέψανα
το σκουριασμένο όπλο του παππού
μαζί με το παράσημο ανδρείας
ένα σερβίτσιο πιάτων με μονόγραμμα
ξεχασμένο στο ντουλάπι
ένα μενταγιόν παρελθούσης εποχής
άγνωστης προέλευσης και αξίας
το ξύλινο ψυγείο του πάγου
με τη μεταλλική κάνουλα
την κουζίνα του γκαζιού
μαζί με την άδεια φιάλη υγραερίου
το ραδιόφωνο παγκοσμίου λήψεως
με τη βελόνα που μπέρδευε τους σταθμούς
και το εντυπωσιακό κύπελλο με το δίπλωμα
ενθύμιο σχολικών αγώνων

ευθύς ανανεώσαμε το νοικοκυριό μας
με σύγχρονες ηλεκτρικές συσκευές
και αντικολλητικά μαγειρικά σκεύη
αργότερα με οικονομίες αγοράσαμε
τηλεόραση και πλυντήριο ρούχων
ένα ηχοσύστημα τελευταίας τεχνολογίας
πιο μετά ένα πλυντήριο πιάτων
και, ασφαλώς, επιτραπέζιο υπολογιστή

είμαστε πιστοί ακόλουθοι
της εξέλιξης του πολιτισμού

όμως πάντα κάτι μας λείπει
πάντα στρέψουμε νοσταλγικό το βλέμμα
στο παρελθόν
στο πηγάδι των αναμνήσεων
με μια απροσδιόριστη ενοχή
τι δώσαμε, τι πήραμε, τι σώσαμε…

από τη λαίλαπα έχουν επιβιώσει
δυο γλάστρες με γεράνια
ένας βασιλικός και μια αρμπαρόριζα
μαζί με το γανωμένο τηγάνι
για τους λαχταριστούς αψράτους κεφτέδες
και το παλιό ολοστρόγγυλο ταψί
— ίδιο φεγγάρι αυγουστιάτικο —
για το κυριακάτικο ψητό
στο φούρνο της γειτονιάς
να μας θυμίζουν κάπου κάπου
τις ευωδιές μιας ζωής
που ποτέ δε μας απαρνήθηκαν.

*Από τη συλλογή “Θρ…ίαμβοι και απώλειες”, εκδ, Απόπειρα, 2018.