Χρήστος Μαρτίνης, από “το ξένο φως”

Σκηνή από την ‘Πρωινή Περίπολο” του Νίκου Νικολαΐδη

11.

An illness. I sit down. I sing myself a song
Havasupai Medicine Song

ο δρόμος
που με χωρίζει
από το απέναντι παράθυρο
οι δρόμοι
που με χωρίζουν από τη θάλασσα
είναι εδώ ακριβώς
το σκεπασμένο ποτάμι που οδηγεί στη θάλασσα
είναι εδώ ακριβώς
αυτό μόνο σκέφτομαι
στο λιμάνι
οι σηκωμένοι γερανοί
στο χρώμα της σκουριάς
λογχίζουν τον ήλιο
εκεί στο λιμάνι
πέφτει ο ήλιος πληγωμένος
και πνίγεται
τίποτα από αυτά δεν είναι δικό μου
αυτό σκέφτομαι μόνο
τα θλιμμένα ποτάμια
που κυλούν κάτω απ’ τους δρόμους
και φτάνουν στη θάλασσα
είναι εδώ ακριβώς
ο ήλιος που κυλά πνιγμένος
κάτω απ’ τους δρόμους
οι δρόμοι που με χωρίζουν
απ’ όλα τα παράθυρα
τα παράθυρα που καθρεφτίζουν
τη σφαγή του ήλιου
τίποτα από αυτά δεν είναι δικό μου
μόνο αυτό σκέφτομαι
τα χέρια μου
δεν ήτανε ποτέ δικά μου
τα μάτια μου
δεν ήτανε ποτέ δικά μου
οι λέξεις μου
δεν ήτανε ποτέ δικές μου
αυτό μόνο σκέφτομαι
τα αυτοκίνητα
που τρέχουν πάνω από τα μάτια μου
τις κεραίες στις ταράτσες
που πληγώνουν τα χέρια μου
τη σκεπασμένη θάλασσα
που πνίγει τη σκέψη μου
είμαι άρρωστος
κάθομαι δίπλα στον σωριασμένο ήλιο
και προσπαθώ να θυμηθώ
ένα τραγούδι
κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου
είμαι άρρωστος
από πάνω μου ο δρόμος
απλώνεται ανάμεσα στα κλειστά παράθυρα
κάθομαι
στο σκοτάδι
και προσπαθώ να θυμηθώ ένα τραγούδι
κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου
αυτό μόνο σκέφτομαι
δεν τραγουδούν τα σκεπασμένα ποτάμια
αυτό ακριβώς σκέφτομαι
κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου
τίποτα από αυτά δεν ήταν ποτέ δικά μου
όλα αυτά δεν ήμουν ποτέ
όσα είναι ποτέ δεν θα είμαι

12.

σου λέω όσα κι αν είχαμε χαρτιά
τα παίξαμε το παρελθόν έμεινε άσκαφτο παρτέρι
το μέλλον ψάχνει εκδίκηση να πάρει με μαχαίρι
μείνε εδώ μην ψάχνεις να κρυφτείς μην πας πιο πέρα
το ανατίναξαν το φωτεινό λημέρι
μαζί θα μάθουμε πώς πλέκεται η θηλιά
αφού κανείς έτοιμες λύσεις δεν προσφέρει
όσο θα ψάχνεις στο γραφείο συρραπτικά
όσο διαβάζεις με συγκίνηση σεφέρη
μάτια ανοίγουν από τρόμο για μια σφαίρα
που ρίχτηκε πόσο παλιά ποιος ξέρει

και αν τους στίχους αφαιρέσεις με νυστέρι
θα μείνει -επιτέλους- να βρωμίζει τον αέρα
το κουφάρι από το άγιο καλοκαίρι

*Από τη συλλογή “το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Απρίλης 2017.

Μαρία Ξενουδάκη, Ποιήματα

Rene Magritte, Η παρουσία του πνεύματος (The presence of spirit), 1960

Τα ψάρια βγήκανε νεκρά,
οι αράχνες κρέμονται πάνω από τις καμάρες,
αιωρούμενα μαύρα κατάρτια τρέχουν χωρίς καράβι
στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας,
φωταγωγημένα τα νεκροταφεία στη σειρά
περιμένουν τους νεκρούς τους,
τα σάβανά τους ανεμίζουν στον αέρα.
Καγχάζουν τα κυπαρίσια,
στο πράσινο χρώμα τους αντανακλάται το χρώμα των νεκρών,
μικρών παιδιών σπλάχνα πεταμένα,
πρησμένα, ανάσκελα
μια μεγάλη μαύρη γραμή
Εμπρός Μαρς
το τέλος.

***

Δε θέλω άλλα αστεία με την ψυχή μου.
Ήρθε ο Πόε μού φίλησε το μέτωπο και μου ’πε,
μαζί θα σκοτώσουμε την ανθρωπότητα,
εσύ στο σταυρό σου επάνω κρατήσου,
κοίταξε κάτω με την παλάμη στα μάτια,
σκοτεινά πρόσωπα, χωρίς χαρακτηριστικά σου γελάνε.
Το μαστίγιό σου κροτάλισε και από αγάπη
πέθανε και αναστήσου,
μην περιμένεις τίποτα,
εγώ ο Πόε είμαι μαζί σου.
I
Τα φέρετρα αγάπη μου στο κρυστάλινο κάστρο μας περιμένουν,
θα κλειστούμε εκεί, στα μεγάλα παράθυρα
όταν το φως θα πάψει να μπαίνει,
θα βρεθούμε αντίκρυ εσύ κι εγώ,
μόνοι στο άφθαρτο κάστρο μας.
Οι μαύρες λίμνες, τ’ αγαπημένα μας πουλιά τα κοράκια έχουνε πνίξει.
Συντροφιά μου εσύ στ’ άσπρα ντυμένη,
του πένθους το χρώμα σού πάει,
χέρι-χέρι θα μας βρουν κοιμισμένους μέσα στον κήπο μας,
από σταυρούς και νεκρολούλουδα πνιγμένους.
Η ζωή μας τουλάχιστον δεν πήγε χαμένη.
Το λευκό και η ψυχή μας,
σύμβολα αιώνια στου φθαρτού μας πλανήτη την πλάνη.
*Από τη συλλογή ‘Πέμπτη διάσταση”, Εκδόσεις “Γνώση”, Δεκέμβριος 1984.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Η αγάπη είναι ο φόβος

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μάς ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν

Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιός θά ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιός θα μετρήσει μια μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

Γρηγόρης Σακαλής, Φτάνει πια

Μετρώντας τις δυνάμεις μας
κι αναλογιζόμενοι
τους σκοπούς μας
πρέπει να συγκεντρωθούμε
σ΄ αυτούς
αρκετά σπαταλήσαμε
τους εαυτούς μας
δεξιά κι αριστερά
μ΄ανθρώπους κούφιους
μ΄ανθρώπους άδειους
που έτυχε να έχουν
κάτι στα χέρια τους
κι εμείς να τους έχουμε ανάγκη
αρκετά
ως εδώ
όλοι εμείς
που έχουμε συγγενικές ιδέες
μπορούμε να ενωθούμε
και να τρυπήσουμε
τον ιστό της αράχνης
αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι
απέναντι στον εαυτό μας
και τους άλλους
κι έτσι θα γίνουμε
πιο αποτελεσματικοί
και θα αμφισβητήσουμε σοβαρά
κάποιους.

Ένα έτσι, Δεν ήρθε η Κυριακή

Δεν ήρθε η Κυριακή.
Απέμεινε στα μισά της βδομάδας
να κοιτά από τον καναπέ την εξώπορτα.
Δεν ήρθε η Κυριακή.
Κάποιοι λεν πως δεν υπήρξε ποτέ.
Μα εγώ θυμάμαι την αλμυρή της δίψα.
Όλα μοιάζουν το ίδιο ασάλευτα με χτες.
Δεν ήρθε η Κυριακή.
Ήταν αναμενόμενο πως θα κάποτε θα συνέβαινε κι αυτό.
Τόσο μα τόσο προβλέψιμο από μέρους της.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2020/03/22/4585/

Βασίλης Φαϊτάς, Απουσία

Έφυγε έτσι, ξαφνικά
και δεν ήξερες αν
αλήθεια είχε έρθει ποτέ.
Η φωνή του ερχόταν απ’ το χθες
τα μάτια του απ’ το αύριο
και το σώμα του ήταν
μια βαλίτσα
κι είχε κλεισμένο μέσα
ένα φεγγάρι.

*Από τη συλλογή “Γράμματα στον κόσμο” (1980). Εδώ το ποίημα μαζί με τη φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύεται από εδώ: https://poiimata.com/

Άννα Αχμάτοβα, Ποιήματα

1
Ασημολουσμένος και πάλι
Τ’ αγίου Ισαάκ ο ναός.
Τ’ άτι του Μεγάλου Πέτρου
Κρυώνει κι αυτό.

Αγέρας άγριος και πνιγηρός
Καπνιά σκορπάει απ’ τις καμινάδες
Αχ! Η νέα μας πρωτεύουσα

2
Ήρεμα και σιγανά χτυπάει η καρδιά,
Όλα αυτά τα χρόνια!
Κάτω από τούτη την αψίδα
Οι σκιές μας θα μείνουν αιώνια.

Τα βλέφαρα μου χαμηλά
Μα βλέπω πως μαζί μου είσαι,
Στο χέρι σου για πάντα κρατάς
μια κλειστή δική μου βεντάλια.

Δίπλα σταθήκαμε μαζί
Στων θαυμάτων την ευτυχισμένη στιγμή,
Την ώρα που πάνω από το Θερινό Κήπο
Ανέτειλε το ροδόχρωμο φεγγάρι.

Δεν θα περιμένω πια
Μεσ’ απ’ το μισητό το παραθύρι
Τις μελαγχολικές συναντήσεις
Που την αγάπη ξεδιψούν.

Είσαι ελεύθερος, όπως κι εγώ
Το αύριο καλύτερο θα είναι από το χθες, –
Πάνω από τον φουρτουνιασμένο Νέβα
Κάτω από το παγωμένο χαμόγελο
Του Αυτοκράτορα Πέτρου.

1913

***

Επισκέπτης

Όλα είναι όπως παλιά. Έξω από του σαλονιού το παραθύρι
Η χιονοθύελλα λυσσομανάει.
Κι εγώ δεν άλλαξα καθόλου,
Μα ένας άντρας ήρθε να με δει.

Τον ρώτησα: «Τι θέλεις;»
Απάντησε: «Στην κόλαση μαζί σου να πάω».
Γέλασα: «Αχ, προφητεύεις,
Ότι δεινά μας καρτερούν».

Σηκώνοντας το παγωμένο χέρι
Άγγιξε τα λουλούδια ελαφρά:
«Πες μου πώς σε φιλούν,
Πες μου και πώς φιλάς εσύ».

Τα μάτια μελαγχολικά κοιτούν
Το δαχτυλίδι που φορώ.
Μες στην κακία το πρόσωπό του το φωτεινό
Δεν άλλαξε καθόλου.

Μα εγώ ξέρω: η ευχαρίστηση του είναι
Με ένταση και πάθος να ξέρει
Πως τίποτα δε θέλει
Και πως εγώ τίποτα δεν θα του αρνηθώ.

1 Ιανουάριου 1914

*Από την ενότητα “Ποιήματα γι την Αγία Πετρούπολη”. Περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Άννα Αχμάτοβα, Ροζάριο”, Εκδόσεις Φίλντισι/Samizdat, Μάρτιος 2012. Μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης.