Λίνα Βαταντζή, Εικοσιτετράωρα

Όλοι ανυπομονούμε για μέρες
ανέμελες και γαλήνιες –
κάτω από τον λαμπρό ήλιο
του Γενάρη,
ή μέσα στο θερμό φεγγαρόφωτο
των Αλκυονίδων,

περιμένω να μεταμορφωθείς –
άγνωστο το εύρος της αναμονής.

Ο χρόνος συρρικνώνεται
σε περιβόλια με ώριμα κίτρα
καθώς το άρωμα αιωρείται
μέχρι την άκρη άστρων.
Περπατώ σε παροδική νηνεμία –
μέσα από ανυπόμονο βλέμμα
σπεύδει να ακτινοβολήσει
η χαρά
μόλις κοπάζουν οι άνεμοι
πάνω από τον καθρέφτη
των θαλασσών.

Πόσο ασφαλής επωάζει η ελπίδα;

Στον δικό μας τόπο
είναι ετήσια η ανανέωσή της.

Roger Robinson, Η παλινωδία του κορακιού

Ίσως άνθρωπε,
να ήμουν πολύ σκληρός
μαζί σου. Δεν ήξερα
πως τα μικρά σου
ξυπνάνε συχνά
μες στον ύπνο τους
κι εσύ όλη νύχτα
μένεις ξάγρυπνος
δίπλα στο παιδί σου.
Ένα από τα παιδιά σου
δεν είναι καλά. Δεν μεγαλώνει
όπως τ’ άλλα.
Κι εμένα, όπως κι εσένα, συχνά
με τρώει η ανησυχία.
Ξυπνάω και νιώθω έναν
πυκνό ιστό αράχνης
στο μυαλό μου.
Τα άλλα παιδιά μου αναρωτιούνται
τι πρόβλημα έχει ο πατέρας τους.
Κάνω ό,τι πρέπει να κάνω
γιατί μ’ έχουν ανάγκη,
αλλά γίνεται όλο και πιο δύσκολο.
Συγχώρησέ με, άνθρωπε,
βιάστηκα να σε κρίνω.
Τώρα καταλαβαίνω
το φορτίο που κουβαλάς.

*Από τη συλλογή “Ένας φορητός παράδεισος”, εκδ. Κείμενα, 2020. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Adelaide Ivanova, Το σφυρί

όταν πεθάνει ο πάπας
τον χτυπάνε
ελαφρά μ’ ένα σφυρί
στο κεφάλι εγώ ποτέ
δεν χτύπησα κανένα
με σφυρί
ούτε τον πάπα ούτε τον πρίγκιπα ούτε τον βασιλιά
όταν η επιτάφια πομπή
πρέπει να συνεχίσει
ο επικεφαλής χτυπά τρεις
φορές με το σφυρί
την ξύλινη βάση κι οι
φρακοφόροι συνεχίζουν
το σφυρί
είναι στίχος δεκασύλλαβος ηρωικός
με ισχυρούς τονισμούς στις συλλαβές
τρία δέκα και δέκα όταν
ο αθλητής ολοκληρώνει την
τριπλή περιστροφή
γύρω απ’ τον εαυτό του
ρίχνει τη
σφύρα
που ζυγίζει επτά κιλά
και διακόσια εξήντα γραμμάρια
ο μαρξ δεν μίλησε ποτέ
σφυρί
έχετε δει ποτέ
σχολή σκέψης να ‘χει
σύμβολο ποιο θα ΄ταν άραγε το σύμβολο
της σχολης της φρανκφούρτης αν
ο αντόρνο είχε επιλέξει κάποιο;
όταν ο θωρ χτυπάει το
σφυρί του
στέλνει βροχή και κεραυνό
αλλά είναι το λουλούδι του κάκτου
αυτό που προαναγγέλλει τη βροχή στο
σερτάο για τον σφυροκέφαλο καρχαρία το
σφυρί
λειτουργεί σαν πτερύγιο
ισορροπεί τις
κινήσεις του πέρα απ’ αυτό
το τελετουργικό του ζευγαρώματος
στους σφυροκέφαλους καρχαρίες
είναι πολύ βίαιο
στην κομμουνιστική
αλβανία αντικατέστησαν το
σφυρί
μ’ ένα τουφέκι το
σφυρί
είναι ένα εξαιρετικό αντικείμενο
που σε βοηθά να κοιμάσαι ήσυχη
και να καρφώνεις πρόκες.

*Από τη συλλογή “το σφυρί”, εκδ. Τεφλόν, 2020. Μετάφραση: Peter Constantine – Σπύρος Πρατίλας.

Χάρης Μελιτάς, Απεργία

Είμαι το σκουριασμένο φτυάρι.
Φτύνατε
τις άπληστες παλάμες πριν μ’ αγγίξετε
τρέματε
μην πληγιάσουν απ’ τις σκλήθρες μου
την ώρα που με μπήγατε στο χώμα.
Τι με κοιτάτε τώρα μελιστάλαχτοι
σε μια θηλιά της μοίρας
κρεμασμένο;
Φυσάει στους σταυρούς του Γολγοθά
αράχνες παιχνιδίζουν στο κορμί
η μνήμη καταπίνει ενοχές
μοχλεύοντας ρινίσματα αιθάλης.
Πόσες φορές ξεκούμπωσα
το φόρεμα της γης
χορεύοντας βαθιά στο εφηβαίο
πόσο χρυσάφι έχυσα στα δόντια σας
και πόσο κάρβουνο
στα χρώματα του κόσμου;

Αφήστε τις ευγένειες και δρόμο.
Δεν σκάβω άλλο
για να θάψετε στις τσέπες σας
το άδειο φέρετρο που κουβαλάτε…

Αγνή Β. Μπαγκέρη, Τρία χάικου

Με δυο σου λέξεις
έσκασε το δροσερό
ροδομπούμπουκο

*

Έτρεχαν ζουμιά
σαν μ’ έστυβες αγρίως
όλη να με πιεις

*

Μέσα σε γυάλα
με νερό ασφυκτιώ
λησμονώντας με

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/FMfcgzGrbvMCZPjJLstbkPMfhXBJrhJH

Μιχάλης Κατσαρός, Σαν δεις νέους καιρούς

Σαν δεις νέους καιρούς
Καινούργια υπονοούμενα
γέλια ειρωνικά δήθεν τυχαίως πεταγμένα
φοβάσαι σαν αθώο παιδί
μπροστά σ’ ένα βαθύ ποτάμι.
Μετά αφομοιώνεσαι
κι όλα πια τα συνηθίζεις
τα λόγια, τους ανθρώπους με τις πράξεις τους
αυτή τη σκοτωμένη ελευθερία.
Τα νέα συναισθήματα
σε κατακλύζουν,
λες και να μη συνέβηκε ποτέ
που όλα τούτα
κάποτε σε φόβιζαν.
Φαίνεται πως ‘τοιμάζεσαι πάλι γιά νέο ταξίδι.

Λεωνίδας Καζάσης, Ήγγικεν

Το στέρνο ψάχνω της παραμυθίας,
τα μάτια μου εκβάλλουν Δνείπερους,
να αποκαρώσει η ψυχή να γαληνέψει.

Ρότα θλίψης ακλουθώ
δίχως παρέκκλιση ουδεμία,
του αποχαιρετισμού η παραμυθία γνέφει.

Alfonsina Storni, Τρία ποιήματα

ΚΑΙ ΣΥ;

Μάλιστα, εγώ κινούμαι, ζω, σφάλλω,
νερό που κυλά κι αναμειγνύεται, νιώθω
τον άγριο ίλιγγο της κίνησης:
μυρίζω τη βλάστηση, καινούργια χώματα ακουμπώ.

Μάλιστα, εγώ κινούμαι, και όλο γυρεύω
Ήλιους, χαραυγές, καταιγίδες και λήθη.
εσύ τι κάνεις εκεί, χλωμός και μίζερος;
είσαι η πέτρα που από δίπλα της περνώ.

*

ΑΚΟΥ, ΕΓΩ ΗΜΟΥΝ ΣΑΝ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ…

Άκου: εγώ ήμουν σα θάλασσα κοιμώμενη.
Με ξύπνησες κι έχει ξεσπάσει η θύελλα.
Αναταράζω τα κύματά μου, βουλιάζω τα καράβια μου,
στον ουρανό υψώνομαι και τ΄ άστρα τιμωρώ,
ντρέπομαι και κρύβω μέσα τις ρυτίδες μου,
παραφρονώ και σκοτώνω τα ψάρια μου.
Μη με κοιτάς φοβισμένος. Εσύ το έχεις θελήσει.

*

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

Ζω μέσα σε τέσσερις μαθηματικούς τοίχους
τετραγωνισμένυς στο μέτρο. Με κυκλώνουν απαθείς
κορσέδες που δεν έχουν την παραμικρή ιδέα
από τούτο το γαλάζιο πυρετό που τη χίμαιρά μου θρέφει.

Χρησιμοποιώ ένα πρόσθετο δέρμα χαράζοντάς του ρίγες γκρι.
κοράκι που φυλάγει κάτω απ’ το φτερό ένα κρινολούλουδο.
μου προκαλεί πραγματικό γέλιο τ’ άγριο και απαίσιο ράμφος μου
που εγώ η ίδια το θεωρώ ενόχληση και σκέτη φάρσα.

*Από το βιβλίο “Alfonsina Storni – Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση, εκδ. θράκα, 2017. Μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας.

Νίκος Νομικός, Ένα οδοιπορικό

Α
Όλος ο βίος σπαταλίστηκε
στο υπερώο της άσκησης
με λόγο νιπτικό, και έργο
ακλόνητο.
Κάποτε να το θυμάσαι
θα σ’ αγκαλιάσει, ο δίδυμός σου
αδελφός, με τιμές πρεσβευτού
εν ενεργεία.

Β
Με τη νύχτα να λικνίζει
τις ώρες της, στα βαθιά
οράματα, παλιούς μαστόρους
βλέπω συνέχεια, να μου λένε,
λόγια σοφά, του παλιού καιρού.

“Δεύτε διαλεχθώμεν αδελφοί”
Και να κρατούν στα χέρια τους
έπαθλα χρυσά, από εκείνα που δίνει
ο χρόνος αφιλοκερδώς
ως φόρο τιμής
κι όλο με καλούν, με ορθάνοιχτα λόγια
να εισέλθω πεζός, στη δική τους πολιτεία
με μαντήλι λευκό, στο δοξαστικό των φώτων.

Γ
Όλοι εκείνοι οι ναυαγοί
που βάλαν μέσα τους
την τρικυμία
της μεγάλης ώρας
διαβάζουν τις θύελλες
σ’ εμάς τους ανίδεους
κι επιτρέπουν την είσοδο
σ’ αυτούς που αφήνουν
την ύλη
έξω απ’ το Είναι τους
κι ανηφορίζουν ανάλαφροι
με αναμμένα φανάρια
στον κόσμο τους.

Γι’ αυτό να θυμάσαι

δικά μας κύματα
φέρνουν σωστά μηνύματα
στα τραγικά του κόσμου.

Δ
Ήσυχο το κερί
στο πέτρινο τραπέζι
και ο Ενδυμίων εξαντλημένος
ερχόμενος από τα βάθη
της φρόνησης, και της σκληρής ερημιάς
ξεφυλλίζει την όψη του
στο τελευταίο κεκραγέναι.

Ο εσπερινός απόψε
μ’ ένα βιβλίο της καρδιάς
και την επίσημη στολή του
θα ‘χει πολλούς τραυματίες
και οι αδελφές, με τα λευκά πανωφόρια
όσο πάνε και λιγοστεύουν
και μη με ρωτάς
πώς θα την βγάλουμε αύριο.

Όπως το βλέπεις
κανείς δεν λέει ν’ αναρρώσει.

Ρογήρος Δέξτερ, aut bene aut nihil

Είχε γεμίσει κερατάδικα η γειτονιά’ έβλεπα
Από μια γρίλια
Τους πυρσούς αναμμένους στο σκοτάδι’
Καπνίζοντας μετά
Τον έβγαλαν εξω από το υπόγειο
Και τον έσυραν δεμένο πισθάγκωνα’ και
Ο σκύλος του
Αλυχτούσε θλιμμένα στην αυλή
Κάνοντας σα συρμός
Που διαπερνά με ατμούς τα μακρινά βουνά.
Πάνε δυο χρόνια που πέθανε
Που είπαν πως κρεμάστηκε
(Ίσως τον κρέμασε η απόγνωση
Από τα σίδερα στο κελί του)’ αλλά νόμισα
Ότι τον είδα τις προάλλες
Ολοζώντανο μπροστά μου ξημερώματα
Ψηλή σκιά που πήγαινε
Από δέντρο σε δέντρο
Ότι κάτι χαμένο ψάχνει μες στα φύλλα’ εκείνον
Που ούρλιαζε τις νύχτες και απειλούσε
Πως αν δεν ξεκουμπιστεί αμέσως το αόρατο
Θα το σφάξει στο γόνατο
Ή έψελνε χοροπηδώντας ξόρκια αλλόκοτα.
Δεν έχω άλλο λόγο να τον μνημονεύω εδώ
Μιας και δεν τον ήξερα σωστά:
Έμοιαζε πιο αληθινός
Από τόσους και τόσους
Ζωντανούς που με τριγύριζαν τις νύχτες
Παριστάνοντας τους αθάνατους
Επειδή έσφιγγαν δυνατά το χέρι’ και όμως
Όλοι αυτοί θα πλανηθούν περισσότερο
Γυρεύοντας μάταια το δρόμο για τον πάνω κόσμο’

*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]”, εκδ. στίξις, 2022.