Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, αποσπάσματα

[Πείθομαι, Άρχοντα∙ και προσμετρώ το δράμα άδυτων νυ- κτών. Δέχομαι το μέρισμα της πέτρας στο ερπετό σκοτάδι και ιστορώ την ακατόρθωτη φωνή που θέλησε να σχεδιάσει ο έγκλειστος στην Ιερά Μονή του Σαγματά –περί το έτος χίλια εννιακόσια δεκαοκτώ– Βάλας Συμεών. Εξ ου και μαίνομαι, Άρχοντα, τον κύμβαλο ρυθμό κρείττονος λόγου σε τόνους ασυνήθιστους· και εκχωρώ ανέστιο το σπάραγμα στον μύθο της συνθέσεως.]

Ποιος Υπηρέτης ερεβνός στοχάζεται, Άρχοντα, την κάτεργη σκηνή σε όλο το δωμάτιο, ποιος λύκος διάδοχος: [ένα κομ- μένο πόδι φως χωλαίνει στίγματα στο δάπεδο.] Εγώ, ο Βά- λας Συμεών, πέτρα σκληρό που ξέσπασα από τα σπλάχνα της μητέρας μου πριν είκοσι εννέα έτη και έκπτωτη κραυγή που μέτρησε το μέσα της απόστασης στο βρέφος σώμα, εγκάτοι- κος μίας σάρκας Αρνητή όπου ο κτήνος άνθρωπος πληροί την πληγή καταγωγή του, για να μιλήσω το Κακό που ευλο- γήθηκα εξ Υμών, και έχω πράξει, επικαλούμαι την παράφορη εξουσία του πνεύματος: ό,τι γραφής το τρωκτικό πρόσωπο και σκοτάδι.

[Αδύτου μηνός. Νύκτα πρώτη.] Ότι αγρυπνούσα ύπνο ερπετό τον πυρετό οφθαλμό κι’ επάνω μου κρεμότανε σπαθί γυμνό στην αιχμηρή του ακινησία. Κι’ αίφνης ο λόγος κραύγασε στήθος ανάσες στη φωνή μου: «Και αν αίμα∙ και αν όψη∙ και αν μένος που υπέφερα άνανθο ξύλο τον τροχό κατά τη δαίμο- να φορά του, θυμήσου: Αυτός εκδικεί· Αυτός αξιώνει· Αυτός επιβάλλει μια νέα δυναστεία των παθών∙ σκυφτή, ασάλευτη μορφή, μέσα στην ύστατη παντοδυναμία της, διατάζει: “ Έξω, ο λαός σφαδάζει με γλώσσα ικετήρια την πόλη∙ αφήστε τον να πεθάνει, αφήστε τον να πεθάνει’’».
􏰀
Φαντάσου∙ στο τζάμι: το καρνάβαλο σκυλί και το διπλό φεγγάρι.

*Από το βιβλίο “Συμεών Βαλάς: Ένα σχεδίασμα”, εκδόσεις Μελάνι, 2010

Αλέξης Αντωνόπουλος, Η επιστροφή του ασώτου υιού

Τρομαγμένος από τη μοναξιά
από το πόσο εύκολα ξεχνάνε οι άνθρωποι

τρομαγμένος από το μυαλό του
τώρα που καμία αγκαλιά δεν τον αγγίζει

βρέθηκε να φωνάζει έξω απ’ την πόρτα
εκείνης της φριχτής μητέρας.

“Άνοιξε! Άνοιξε! Θα σε αφήσω να με χτυπήσεις
όπως τότε.

Άνοιξε. Και χτύπα με. Τουλάχιστον
είναι αδύνατον
να το κάνεις από απόσταση.

Άνοιξε.
Για να μου ραγίσεις ξανά τα κόκκαλα
πρέπει να μ’ αγγίξεις.”

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Juan Gelman, To τρεμούλιασμα των χειλιών μου

To τρεμούλιασμα των χειλιών μου
Θέλω να πω: το τρεμούλιασμα των φιλιών μου
θα ακουστεί στο παρελθόν σου
μαζί μου στο κρασί σου

Ανοίγοντας την πόρτα του χρόνου
το όνειρό σου
αφήνει να πέσει βροχή κοιμισμένη
δώστη μου τη βροχή σου

Θα μείνω
σιωπηλός στη βροχή του ονείρου
χαμένος στις σκέψεις
δίχως φόβο
δίχως λησμονιά

Στο σπίτι του χρόνου
βρίσκεται το παρελθόν
κάτω από το πόδι σου
που χορεύει
*
Η αυγή λαμπρύνει τα πουλιά
είναι ανοιχτωσιά
κάνει ψύχρα
μαζί θα την πιούμε
με το φόβο της σκέψης

Ροδοδάχτυλη
το παρελθόν αναθερμαίνει
πες φιλιά και τα φιλιά θα αφυπνισθούν
στον ήλιο κοντά θα πέσουμε

Θυμήθηκα τα κόκκινά σου μεσοφόρια
τα λουλούδια σου τα κόκκινα
τα φιλιά σου τα κόκκινα
τη λευκή σου καρδιά

*

Κατέβα
αν θέλεις
κοίτα
αν θέλεις
το πουλί που πετάει στη φωνή μου
τόσο μικρό

Από το πουλί περνάει ένας δρόμος
που πάει στα μάτια σου
ελπίζει το χέρι σου
όπου δεν είσαι φυτρώνει γρασίδι

Τα πάντα κοιμούνται
το πουλί
η φωνή
ο δρόμος
το γρασίδι
γιατί θα έρθει το πρωί

Τι όμορφα τα μάτια σου
το βλέμμα των ματιών σου πιο πολύ
και περισσότερο η όψη σου όταν μακριά θωρείς
Στην όψη σου έψαχνα:

τη λάμψη του αίματός σου
της σκιάς σου το αίμα
τη σκιά σου
πάνω στην καρδιά μου

*Ο Juan Gelman γεννήθηκε το 1930 και απεβίωσε το 2014. Ήταν Αργεντινός ποιητής. Δημοσίευσε περισσότερα από είκοσι βιβλία ποίησης μεταξύ του 1956 και του θανάτου του στις αρχές του 2014. Ήταν πολιτογραφημένος πολίτης Μεξικού, όπου έφτασε ως πολιτικός εξόριστος της στρατιωτικής χούντας. Το 2007 του απονεμήθηκε το βραβείο Cervantes, το σημαντικότερο στην ισπανική λογοτεχνία. Τα έργα του εξυμνούν τη ζωή, αλλά περιέχουν και κοινωνικά και πολιτικά σχόλια που αντανακλούν τις οδυνηρές του εμπειρίες από την πολιτική της Αργεντινής.
**Μετάφραση: Σάμης Ταμπώχ.
***Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018 του περιοδικού «Ένεκεν».

Γιώργος Δάγλας, Η πλάνη του χρόνου

Αυτή η πλάνη του αιώνιου εφήβου
και η πεισματική μου άρνηση
να συνεργαστώ με τον χρόνο και τις “αρχές”
με έφτασαν.
Να γυρνάω ρέμπελος και άπατρις
τακτοποιώντας τσαλακωμένα χαρτιά
με ακατανόητα λόγια,
κατηφορίζοντας τους ίδιους δρόμους,
συναντώντας τα ίδια άγνωστα βλέμματα,
τις ίδιες θλιμμένες προθήκες,
την ίδια παρέα που γλεντάει από τότε,
την ίδια διαδήλωση που δεν τέλειωσε ποτέ,
τα ίδια χαμόγελα χαρούμενων κοριτσιών.
Μα το απόγευμα αυτό
ήρθε από κάπου αλλού.
Το είδα από μακριά και το γνώρισα
σαν μια άγνωστη που σου έμοιαζε
και την ακολούθησα
σε μια μάταιη ελπίδα.
Κάποτε πίστευα
πως θα έγραφα ένα ποίημα
καλύτερο από τη “Λευκοθέα”
κι αυτή θα γυρνούσε, θα γυρνούσε ξαφνικά
θα μου έβαζε μια ηλιόπετρα στο χέρι
και θα μου έλεγε
“Πάλι άργησες. Σε συγχωρώ. Πάμε.”

*Ποίημα και σκίτσο από τη σελίδα του Θ. Μπασιάκου.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ποιήματα

Ο θάνατος του Μύρωνα (1960)

Πρόσφυγες στην άμμο

Νύχτωσε στην Ελ Μίνα και πυκνή
σιωπή ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο∙ ολημερίς
ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό
σα μουδιασμένο ζώο

Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο
που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο

Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος
χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε
μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή και όλο ικέτευε
για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση
στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε

Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά
τα χρόνια που έφυγαν με είχανε ποτίσει

***

Ο θάνατος του Μύρωνα

Το ξέρω, δεν αξίζει τόση επιμονή
μέσα στην εκμηδένιση. Και όμως, χρόνια
μετά, ο Μύρωνας θα γίνει μουσική και φώτα
αίμα και γέλιο ενός παιδιού, σπαρμένοι
αγροί και θάλασσες, κι όλα τα μάτια των παιδιών
θα τον θυμίζουν γέρνοντας σα στάχυα
από ψιλή βροχή στα πεζοδρόμια. Εκείνος
ανεπανάληπτη φωνή μέσα μου θα σωπαίνει
ανάβοντας την ομορφιά στο σκοτωμένο νόημα
που η ζωή περιέχει. Γιατί τον είδα πόσο
καρτερικά φυτεύτηκε για πάντα ψιθυρίζοντας
ήμουν πολύ νέος για θάνατο, θα επιστρέφω πάντα
τα καλοκαίρια, όσο υπάρχεις, κι ύστερα
θα σταματήσουν όλα
Θεέ μου, ετοιμάζεις
κόσμο απατηλό, ατρικύμιστο για το χαμό μου

***

Αεροδρόμιο Μίκρας

Ομίχλη κατεβαίνει με τ’ απόγευμα κι ο δρόμος
χαρακώνει το φως κομματιαστά γυρνώντας
μέσα στο άλλο φέγγος, σαν ξεγύμνωμα
σ’ έναν απαίσιο αδυσώπητο βιασμό

Τότε λάμπουν για μας οι προβολείς, λάμπουν για σένα
ανάβουνε οι δυνατοί φακοί κι όλα φωτίζουν
το στόμα, τα μαλλιά, το νυχτωμένο σώμα∙
έτσι φέγγει βαθιά στον ουρανό η αγάπη μας
θρυμματισμένη μουσική στον αερολιμένα, φέγγει
για τη στιγμή που η φλόγα θα εγγίσει
γλείφοντας το δοσμένο χέρι, κι όμως τρέμει
σαν ανοιχτή πληγή στη μουσκεμένη ώρα

Ομίχλη κατεβαίνει με τ’ απόγευμα
μες στο μισόφωτο αλλάζουν όλα όψη, εξωραΐζονται
και ντύνονται το άλλο φως, το πιο δικό μας

***

Καμιά αφίσα ή τοίχος

Καμιά αφίσα ή τοίχος δε θα μαρτυρεί
το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα.

Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη
ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα

Καμιά σκαπάνη μουσικού δε θα σε βρει
τόσο βαθιά στο αίμα.

***

Μονάχος μου νυχτώνω

Βλέπω τη θάλασσα ν’ ανοίγεται για σένα
τρυφερέ περιηγητή του ουρανού
μες στις ακρογιαλιές μου που κουρνιάζεις

Βλέπω στον ουρανό μια κατασκήνωση για σένα
οργανοπαίχτη μιας σβησμένης εποχής
που ζωντανεύεις πάνω στην οθόνη
τη μνήμη μου ανάμεσα στα παιδικά σου χρόνια

Μονάχος μου νυχτώνω εδώ πέρα

***

Οι κερασιές ανθίζουν

Οι κερασιές ανθίζουν πάλι. Πρόσκαιρες
έρχονται και περνούν με τη βροχή
βλασταίνουνε με το φιλί κι ύστερα σβήνουν

Γι’ αυτό τις ψηλαφίζω και πικραίνομαι
φυτοζωούν για λίγο κι ύστερα εξατμίζονται
μαζί με το φιλί σου, χάνονται
για πάντα μες στο ρεύμα του καιρού

***

Κι αν είσαι άνθρωπος

Κι αν είσαι άνθρωπος κι αν είσαι εργοστάσιο
κι αν είσαι μια ξανθή μοντέρνα πόλη

Είσαι για μένα κούραση το βράδυ
μια μηχανή που σώπασε
μια ετοιμόρροπη φωνή

Είσαι η στάμνα μου για ένα καλοκαίρι

***

Νοσοκομείο εκστρατείας

Άδειασε το στρατόπεδο η καντίνα
και τα παλιά μου πάθη μια συνήθεια

Σηκώνεται άνεμος, πέφτουν τα σάπια φύλλα
μας κουβαλούν κοπαδιαστά στα χειρουργεία

Τα σύνορα είναι κλειστά – τι περιμένω

***

Κι αν υποθέσουμε

Κι αν υποθέσουμε πως όλα έρχονταν καλά
και ταξιδεύαμε μαζί κι η πόλη έφεγγε
και το κατάστρωμα πλημμύριζε στη μουσική
κι η θάλασσα ήταν δική μας κι η στεριά
λουλούδιαζε σαν ανθισμένο περιβόλι
αν υποθέσουμε πως ταξιδεύαμε παντοτινά
κι η αγάπη σου ανάβλυζε μέσα στα μάτια –

Τι κουβεντιάζουμε, κανένα γιατρικό δεν ωφελεί
καμιά αλλαγή στο αίμα δεν αντέχει

***

Εκκοκκιστήρια Α’

Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα – πόλεις που αγάπησα, κλειστές
ανάμεσα σε υψώματα ή σε μικρούς καταυλισμούς
σπίτια που ανοίγονται κρυφά στον κάμπο

Σας γνώρισα τα δειλινά μέσα σ’ αυλές μοναστηριών
ή σε κρεβάτια παμπάλαια όπου έζησα πρόσκαιρα
με ανθρώπους που άφησαν κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα
θητεία παράξενη, όλο αθωότητα, γεμάτη πίστη

Πίστη σε τι, ούτε ο ανθυπολοχαγός δεν έμεινε
ούτε όσοι φόρεσαν το ράσο κι αποκλείστηκαν
ένα παιδί αγαπήθηκε για να ξενιτευτεί
άνθρωποι που αγκάλιασα μες στους σταθμούς, άνθρωποι μόνοι

Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε
εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει.

***

Πένθιμο τραγούδι της Επανομής

Θυμήσου το στίχο της «Αν το παιδί μου γεννηθεί νεκρό
θα ’ναι δικό σου»

Αυτό που με θλίβει δεν είναι τα μάτια σου
σταλαματιές από φως παιχνιδίζουν στο τζάμι
μήτε πάλι τα χείλη σου
βάφουν με υδρόχρωμα τους αρμούς και περνούν σ’ άλλα χείλη
τα πολλά σου μαλλιά και οι ώμοι σου
υποφέρουν κι αυτά τη δική τους μακρόχρονη θλίψη

Αυτό που με τελειώνει στην άκρη μιας ήσυχης θάλασσας
κάτω απ’ τις κίτρινες λεύκες είναι η σκέψη σου
πως οι άνθρωποι θα γεννιούνται πάντοτε φρέσκοι
αυτό που με απελπίζει ολότελα είναι τα ποιήματα
γραμμένα από σένα υπακούνε στο μετάλλινο χτύπο τους
μέσα στην άσκοπη μηχανογράφηση της μνήμης
δε μου ανήκουνε, ούτε ανήκουν σε τούτη τη γη

Σ’ αυτή τη θάλασσα έχω ξανάρθει παιδί. Γυρίζω έρημος
ένα ποίημα προσμένω νεκρό
θα ’ναι δικό σου

*Πηγή: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=6787.0

Αντιγόνη Βουτσινά, Τρία ποιήματα

τρι(α)μελής οικογένεια

Ο πατέρας,
ζωντανό αλεξικέραυνο στη θλίψη.
Η μητέρα,
άκακος κεραυνός.
Οι δυο μαζί

ηλεκτροφόρες λύπες
που δεν έπιασε το αλεξικέραυνο.

Ανεβείτε τώρα στην ταράτσα

να δείτε το καμένο σας παιδί.

***

η επιλόχειος θλίψη της σελίδας

Μαύρες κλωστές
οι λέξεις.
Ράβουν το δέρμα
ωμό.

Μην τραβήξεις καμιά τους.

Θα φανεί από κάτω
η άκαρπη γέννα
και
η πρόχειρη καισαρική του ποιήματος.

***

ανατροφή

Λείπω
Λείπεις
Λύπη

Οικόσιτο ρήμα.
το είχε δέσει η μάνα
μ’ ένα λουρί από το πόδι μου
για να μου κάνει συντροφιά όταν εκείνη
λύπη.
Ξέρω καλά τους χρόνους του και τις συνήθειές του.
Καμιά φορά,
και απλώνεται
με ήττα.

(Εκτός κι αν κάτι
Δεν έμαθα καλά.
Από παιδί).

*Από τη συλλογή “το λάθος ποίημα”, εκδ. Μελάνι, 2012.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΟΧΙ

” Ό χ ι ! “
(Blaise Cendrars)

Όχι! Και πάλι όχι!

Δεν έχω ούτε και θέλω μαζί σας πάρε-δώσε.

Στην πίττα των μεγάλων έργων σας μερτικό, μερσί, να λείπει.
Απ’ έξω, κάλλιο

με το σκυλολόϊ των πληβείων

να χάβω μύγες και να κάνω χάζι τις λακκούβες

στα σκαμμένα σταυροδρόμια -

οπού συχνά-πυκνά τσακίζουνε τ’ αμάξια τους κι’ ενίοτε τα μούτρα τους 

οι μεθυσμένοι μας

και φυσικά οι τουρίστες, που διαβαίνουν με ύφος νέων αποικιοκρατών.

***

ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ

Οι μπουλντόζες είναι κάποτε κι’ αυτές άρματα μάχης.

Οι εργολάβοι, γεράκια της λεγόμενης ανοικοδόμησης.
Εδώ ήταν χτες μια γειτονιά γραφική

Σήμερα, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης από μπετόν

συγκρότημα πολυτελών κατοικιών το λένε.

Άγγελοι εκτοπισμένοι στοιβάζονται εδωπέρα…

Τα ΙΧ τους είναι καροτσάκια αναπηρικά.

***

Η ΜΠΟΡΑ

Ρίχνει καρεκλοπόδαρα ο ουρανός.
Στράφτει

Μπουμπουνίζει

Χαλασμός Κυρίου.
Το τσαρδί μας στάζει

Φέρ’ τη λεκάνη.
Μεθυσμένος ο γείτονας

στην βροχή, έξω,

τσίτσιδος

φοράει μόνο το σώβρακό του
(η κυρά του ξωπίσω του

πασκίζει μάταια να τον συμμαζέψει)

τώρα βγάζοντας και σώβρακο
βροντοτραγουδάει με την αγριοφωνάρα του:
“-Εμπρός της γης οι κολασμένοι…”
Ο σκύλος μας στο ντιβάνι αποκάτω

κρυμμένος – 

αρρεί πως αυτή ‘ναι η συντέλεια του κόσμου.

***

ΝΤΑΣΒΙΝΤΑΝΙΑ

Όλη η Ιλιάς μαζί κι’ η Οδύσσεια του 20ού αιώνα, σ’ αυτά τα λόγια του Σβέϊκ:

“- Άμα τελέψει το νταβαντούρι, αδελφέ, έλα να με δεις. Θα με βρεις κάθε βράδυ μετά
τις έξι στην ταβέρνα ‘Ου Καλίχα’ στο Μπογίστιε…”