Ιάσωνας Σταυράκης, Το μουρμουρητό του αιχμάλωτου

Αρνούμαι τον πόλεμο…
Θέλω να βλέπω
γυμνά τα πόδια σου
με μυστικές γραμμές
να σχηματίζουν
το σήμα της ειρήνης…

Έτσι θα παραμείνω αιχμάλωτος
στο γέλιο σου
και θα σου δίνω
λευκή την σημαία
της ψυχής μου…

*Από τη συλλογή “Μηδέν γραμμάρια…”

Νάντια Γαβαλά, Η Επανάσταση

Βάζει στις χούφτες τα μυαλά της
και γυρίζει την πλάτη στο επάγγελμα
Γράφει την ερώτηση στον τοίχο
και μετράει γουρούνια για να κοιμηθεί
Εντάξει
πού και πού κλαίει όνειρα
τις αργές ώρες κάνει ρεσάλτο στο υγρό χρυσάφι των Κελτών
πότε – πότε λέει ψέματα στα καθωσπρέπει παιδιά του σχολείου
Αλλά
όταν βουτάει στο δρόμο
ξέστηθη χορεύει πάνω στα οδοφράγματα
και δεν ξεχνά ότι
αρχίζει από το ίδιο γράμμα με τον Έρωτα

Πέντε ποιήματα του Τούρκου ποιητή Τζαχίτ Σιτκί Ταραντζί

Ο Ταχυδρόμος

Του κάκου χτυπάς
Ταχυδρόμε
Του κάκου χτυπάς την πόρτα μου
Δεν είναι πια δικά μου
Τα γράμματα
που πάνω τους τ’ όνομα κι η διεύθυνσή μου είναι γραμμένα
Φύγε, άλλους να κάνεις να χαρούν
Φύγε, άλλους να κάνεις να λυπούνται
Σ’ εμένα πια η δύναμή σου δεν περνά
Κι αν έχω αγάπη σήμερα
Είναι για τα λουλούδια του μπαχτσέ
Όχι για τους ανθρώπους
Του κάκου χτυπάς την πόρτα μου
Ταχυδρόμε
Του κάκου χτυπάς.

***

Παράξενο Άτομο

Ένα βράδυ έκλαψα για πρώτη φορά
Στο παραθύρι του μονού μου δωματίου
Πού είναι το σπιτικό; Πού είναι οι απόγονοι;
Τι κέρδισα στα κρασοπουλειά και στα μπουρδέλα
Αυτού του κόσμου;
Το γιατάκι μου είναι κρύο κάθε βράδυ
Πού είναι η ευτυχία σ’ αυτή τη ζωή;

***

Χαμένο Δείπνο

Πέθανε˙
Ούτε αέρηδες μπήκανε
Ούτε πουλί πέταξε από το παραθύρι.
Πέθανε˙ Κανείς δεν είδε αγγέλους
Μην ρωτάς πώς ξεγλίστρησε δίχως να το πάρουμε είδηση
Κίνησε για μακρύ ταξίδι, λένε
Υπάρχει κάποιος που να είδε το καράβι; Η θάλασσα πού είναι;
Έφυγες εσύ και χάλασε το βραδινό τραπέζι μας
Η αρτιγέννητη μέρα μάς ξενίζει.

***

Τριάντα Πέντε Ετών

Ετών τριάντα πέντε! Μας κάνει τη μισή διαδρομή
Όπως ο Δάντης, έτσι κι εμείς, στα μέσα της ζωής βρισκόμαστε
Της νιότης το σθένος
-μάταιο είναι σήμερα να παρακαλάς και να εκλιπαρείς-
Φεύγει δίχως για τα δάκρυα των ματιών σου να νοιαστεί.

Έριξε χιόνι στους κροτάφους μου; Αλλιώς αυτό τι είναι;
Δικό μου είναι, Θεέ μου, αυτό το ρυτιδωμένο πρόσωπο
Ή μήπως αυτοί οι μωβ χαλκάδες κάτω απ’ τα μάτια;
Γιατί λοιπόν εχθροί φαντάζετε
Καθρέφτες, εσείς, που χρόνια σας λογάριαζα για φίλους;

Πώς αλλάζει ο άνθρωπος με τον καιρό!
Σ’ όποια φωτογραφία μου και να κοιτάξω δεν είμαι εγώ.
Πού είναι αυτές οι μέρες, αυτή η έξαψη, αυτός ο ενθουσιασμός;
Δεν είμαι εγώ αυτός ο άνδρας με το γελαστό πρόσωπο
Ψέμα είναι η ανεμελιά μου, ψέμα

Αμυδρός πια ο πρώτος μας έρωτας
Ξένη φαντάζει ακόμα κι η θύμησή του
Ένας- ένας οι δρόμοι μας χωρίσανε
Με τους φίλους που ξεκινήσαμε μαζί για τη ζωή˙
Όσο πάει και πληθαίνει η μοναξιά μας.

Ο ουρανός έχει κι άλλο χρώμα!
Άργησα να καταλάβω πως η πέτρα είναι σκληρή
Το νερό πνίγει τον άνθρωπο, η φωτιά τον κατακαίει!
Κάθε μέρα που ξημερώνει είναι ένας καημός
Κι ο άνθρωπος μονάχα όταν φτάσει σ’ αυτή την ηλικία το καταλαβαίνει.

Κυδώνι κίτρινο, ρόδι κόκκινο, φθινόπωρο!
Κάθε χρόνο όλο και περισσότερο αφομοιώνομαι
Γιατί τα πουλιά περιδιαβαίνουν στον ουρανό;
Από πού ξεφύτρωσε αυτή η κηδεία; Ποιος ο πεθαμένος;
Αυτός ο κήπος ανάμεσα σε πόσους άλλους
παρατημένους κήπους συγκαταλέγεται;

Όποιος και να’ σαι, ο θάνατος καραδοκεί πάνω απ’ το κεφάλι όλων
Θα κοιμηθείς και δεν θα μπορέσεις να ξυπνήσεις
Ποιος ξέρει πού, πώς, σε ποια ηλικία;
Αυτός ο τάφος από πέτρα που μοιάζει με θρονί
Θα’ ναι (εις το εξής) το σουλτανάτο σου για προσευχή.

***

Ροβινσώνας Κρούσος

Ροβινσώνα, μυαλωμένε μου Ροβινσώνα
Πόσο σε θαυμάζω να’ ξερες!
Το δρόμο για το νησί σου μακάρι να μου’ δειχνες
Τον εαυτό μου θέλω να ’βρω.

Γίνομαι εγώ καράβι, γίνε εσύ ο καπετάνιος
Πανί ανοίγουμε ένα πρωινό
Στον ήλιο η θάλασσα γίνεται η σκιά μας
«Ταξίδι!» όσο να πούμε κι είμαστε στο νησί μας.

Θα’ θελα να ήσουν ο διερμηνέας μου
Να με συστήσεις με τα ψάρια
Με τ’ άγρια πουλιά και με τα άνθη
«Ένας από’ μας» να λες σ’ αυτούς για μένα.

Στο δέντρο να σκαρφαλώνω ξέρω
Γνωρίζω τον γινωμένο τον καρπό
Ακόμα και να θρυμματίζω πέτρα περνάει από το χέρι μου
Φωτιά ν’ ανάβω και να μαγειρεύω

Ροβινσώνα με την πολλή σου κατανόηση
Στο νησί σου αν ακόμα δεν έχει βυθιστεί
Να με πάρεις εκεί
Προτού της θάλασσας ο δρόμος κλείσει.

Cahit Sıtkı Tarancı (Τζαχίτ Σιτκί Ταραντζί, 1910-1956): Γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1910 στο Ντιγιαρμπακίρ (Άμιδα). Άρχισε να γράφει ποίηση από τα μαθητικά του χρόνια στο λύκειο Γαλατασαράι, όπου ανέπτυξε φιλία με τον εξίσου γνωστό στην Τουρκία λογοτέχνη Ziya Osman Saba. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Κωνσταντινούπολη και το Παρίσι. Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου πολέμου υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τις σπουδές του στη Γαλλία και να γυρίσει στην πατρίδα του για να στρατευτεί. Μετά το τέλος του πολέμου εργάστηκε ως μεταφραστής. Πέθανε σε ηλικία μόλις 46 ετών, αφού προηγουμένως έμεινε παράλυτος και χρειάστηκε να μεταφερθεί για θεραπεία στη Βιέννη.

Η άριστη γνώση της γαλλικής γλώσσας τον βοήθησε να μυηθεί στην ποίηση σπουδαίων Γάλλων δημιουργών, όπως ο Baudelaire, o Rimbaud κι ο Mallarme και να επηρεαστεί από αυτούς. Ανήκει στο κίνημα των «Πρώτων Νεωτεριστών» (Birinci Yeni στην Τουρκική γλώσσα), που άλλαξε ριζικά την ποίηση στην Τουρκία, αφού εισήγαγε τον ελεύθερο στίχο, υιοθετώντας ύφος απλό, χωρίς ιδιαίτερα καλολογικά στοιχεία και προσανατολισμένο κυρίως σε ζητήματα της καθημερινότητας που αφορούσαν τον απλό λαό. Ωστόσο, αν και θιασώτης των Πρώτων Νεωτεριστών, ο Τζαχίτ Σιτκί Ταραντζί διαφοροποιήθηκε από τους υπόλοιπους ομότεχνους αυτής της ποιητικής τάσης, αφού κατάφερε να επιτύχει την ποθητή λιτότητα στην ποίησή του μέσω της ομοιοκαταληξίας και του μέτρου που διέτρεχε σχεδόν όλα του τα ποιήματα.

Με λόγο εξομολογητικό, βατό και τις πλείστες φορές ενδοσκοπικό εκφράζει συναισθήματα, προβληματισμούς και σκέψεις που αφορούν στη ζωή και το θάνατο, τη μοναξιά και το χρόνο που γοργοδιαβαίνει αμείλικτα και ανεπιστρεπτί. Θα έλεγε κανείς πως η ποίηση είναι για τον Τζαχίτ Σιτκί Ταραντζί μια υπόθεση αμιγώς προσωπική, παρά την καθολικότητα των νοημάτων και των συμβολισμών που αναδίδει. Ως φαίνεται, είναι για εκείνον ένα είδος ψυχανάλυσης που του εξασφαλίζει δίαυλο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και παράλληλα του δίνει τη δυνατότητα να εκτονωθεί με το να αλιεύει από τα ενδόμυχά του όλα τα διαβρωμένα παλιοσίδερα που επιβάρυναν κατά καιρούς τον ψυχισμό του.

Μετάφραση από τα τουρκικά και βιογραφικό σημείωμα:Πηνελόπη Γιώσα

Σημ.: Οι μεταφράσεις και το βιογραφικό σημείωμα πρωτοδημοσιεύθηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 166 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2018) και αναδημοσιεύονται εδώ με την άδεια της μεταφράστριας.

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/02/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Ορόσημο

Ο χωροχρόνος είναι ιερός!
Είναι ο χρόνος που σε συναντώ
σαν διαβάζεις την ποίηση της καρδιάς μου
Είναι ο χώρος που σε συναντώ
σαν βλέπεις τα ποιήματά της αγάπης μου
Τι μακάρια ευτυχία είναι ο χωροχρόνος!
Γιατί είναι το κρυφό κομμάτι της ζωής μου… Ιδανικό!
Ανύπαρκτα τα χρονικά και τοπικά ορόσημα!
Μόνο συναισθήματα και μνήμη της καρδιάς.
Μόνο επιθυμία και θαυμασμός!
Μόνο αγάπη!
Ένας θησαυρός ζωής!
Ο ιερός χωροχρόνος του έρωτα.

***

Γιορτή

Απόψε γιορτάζω τη θλίψη μου
Ο πόνος της απουσίας
Κάλυψε τη λογική μου
Η καρδιά μου άρρωστα χτυπά.
Ένα βάρος ασήκωτο στο στήθος μου.
Φεύγεις, απομακρύνεσαι
Λείπεις.
Φυλλοροεί η χαρά μου.
Τα χείλη μου πικραίνουν.
Τα μάτια άδεια από παρουσία.
Μοναξιά με συνθλίβει.
Απόψε η θλίψη μεσουρανεί.
Η απουσία σου με στοιχειώνει.

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Stanisław Lentz, Strajk

Ιστορίες από το Δέρμα (Ι)

Περνούν οι γενιές, τα έθνη, τα χρόνια,
στις πόλεις, στα χωριά και στους δρόμους
κι η θέα τους αλλάζει

Μαζεύονται τα περασμένα μες στα κεφάλια μας
και μια φωνή από εκείνες που λείπουν
ιστορεί τραγουδιστά
της ζωής μας τα βαδίσματα
από πρόσωπα κι αγγίγματα
βροχές κι ανέμους

Προσμένουμε ένα φιλί, εξηγήσεις
ενα χέρι φιλικό

Κι όλα αυτά,συμβαίνουν σ’ ανθρώπους
με δέρμα μαλακό
γιατί τη νύχτα (νύχτα θα’ ναι)
που το δέρμα μας αλλάζει
όλα τα προηγούμενα γίνονται,
πνοή που σβήνει

Σεπτέμβρης 1997

***

Αναθαρρήσεις

Από ανάμεσα κι από παράλληλα κι από τ’ ολούθε
μια σιγαλιά που θρύβει τον ενδόκοσμο
σ’ ένα κρυφό ταξίδι για μια κρυφή ζωή
συναπάντημα αέρηδων και θάλασσας
όπως σαν τότε
που μια χρυσή αχτίδα
τύλιξε την σκοτεινή μας όψη
και λάμψαμε, α, πως λάμψαμε,
στο σβήσιμο του χρόνου μας

Γελάσαμε μάλιστα,
στην πιο ακριβή μας στιγμή μέχρι τότε,
που έξω από το παράθυρο
το βλέμμα σπίθισε
στις κινήσεις των πουλιών
που πετούσανε χωρίς επιτήδευση
κυκλικά και με χάρη
χαρίζοντάς μας,
απλότητα κινήσεων

Αύγουστος 1996

Αντώνης Μπουντούρης, Μουλιασμένοι

Σαν τη πυκνή φυκιάδα στα ρηχά

σε παγιδεύει ο στοχασμός.

Ολο σου φταίει η κάτοψη του διπλανού
Ολο σου φταίει το ορθό που δεν ορθοπατεί.

Φρουμάζουν τ’ άλογά σου φοβισμένα.

Στο παραγώνι αναλύεις τη
σκληράδα του χειμώνα.

Σήμερα (ευτυχώς)
ο ουρανός εβάρυνε.

Γλυκιά βροχή
απόπλυνε δασείες και ψιλές.

Ξεγούβωσε το βλέμμα.

Αύριο θα γίνεις πιο απλός.