Εξαγγελίες ενός θαρραλέα αιρετικού

Του Νίκου Κωσταγιόλα*

Πάει κι ο αρχάγγελος να κόψει μήλο
κι αποκρίνεται το φύλλο
Paradiso, paradiso
στο ώριο περιβολάκι και
στον απάνω κόσμο χαλαστής είναι ο άνθρωπος.

Όλο και πιο δραστήρια εμφανίζεται τελευταίως η συζήτηση γύρω από το ζήτημα της κριτικής [1], το κατά πόσο αυτή βρίσκεται σε εγρήγορση ή σε ύπνωση, το κατά πόσο ενίοτε υπερβαίνει τα όρια μιας καλώς εννοούμενης (μοιραίας) μεροληψίας, κ.ο.κ. Ελαφρυντικά, βεβαίως, για φαινόμενα κριτικής αδράνειας μπορούμε, αν θέλουμε, να προφασιστούμε ουκ ολίγα, πλην λίγο έως πολύ γνωστά: τον εκδοτικό πληθωρισμό, ο οποίος καθιστά ακόμα και τον πλέον χαλκέντερο κριτικό άμοιρο συστηματικής παρακολούθησης του χώρου, το γεγονός ότι οι Έλληνες μάλλον περισσότερο γράφουμε παρά διαβάζουμε, την (εν πολλοίς δικαιολογημένη) απουσία φίλτρων από μεριάς της ασθμαίνουσας εκδοτικής τάξης, κ.τ.λ. Αποτέλεσμα, όπως είναι φυσικό, της κριτικής εγκράτειας είναι το μεγαλύτερο μέρος της εκδοτικής παραγωγής να περνάει παντελώς απαρατήρητο, με τα θύματα συχνά να περιλαμβάνουν και έργα μείζονα, τα οποία καταλήγουν ως χλωρά να καίγονται μαζί με τα ξερά, με την εκτίμησή τους να αναβάλλεται, στην καλύτερη σε χρόνο δευτερεύοντα – στη δε χειρότερη επ’ αόριστον. Ακόμα, βέβαια, και σε περίπτωση που ο κριτικός εμφανίζεται πάνοπλος απέναντι στα κάθε λογής προσκόμματα, τουλάχιστον όσον αφορά στην καίρια ενημέρωση, η τύχη ενός βιβλίου, άμα τη εκδόσει του, κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη είναι. Ανατρέχοντας (μεταξύ άλλων και προς επιβεβαίωση της διαχρονικότητας του φαινομένου) στο μακρινό 1990 λ.χ., εποχή όπου το δύον άστρο του Οδυσσέα Ελύτη – το έργο του οποίου μάλλον πρόσφορο παρά απωθητικό είναι απέναντι στην κριτική, έστω και για τοποθετήσεις επιφανειακές ή στερεότυπες – θα δώσει, κατά την τελευταία δεκαετία του βίου του, τις μέγιστες λάμψεις του, απηχώντας τις εκρήξεις supernova, περιπτώσεις κριτικής δυστοκίας γύρω από έργα σημαντικά πλην ιδιόρρυθμα όπως π.χ. ο Μικρός ναυτίλος, ακόμα και τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την δημοσιοποίησή του, ήδη ελέγχονται [2]. «Πρόκειται για ένα είδος κριτικού δισταγμού, που είναι κάπως φυσικό να γεννούν οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις; Ή μήπως πρόκειται για μια μορφή κριτικής θρασύτητας, ίσως και ανωριμότητας, το να αναμετρηθεί κανείς πρόωρα και βιαστικά με τα μείζονα έργα του ποιητικού λόγου;», διαβάζουμε – εικασίες εύλογες.

Επανερχόμενοι στο σήμερα, είναι καταφανές πως το τοπίο κάθε άλλο παρά έχει καθαρίσει. Η κριτική σιωπή καλά κρατεί, φαινόμενο για το οποίο, εντούτοις, κατά τη γνώμη του γράφοντα ούτε η – μάλλον ανυπόστατη – αντιπαραγωγική αυτογνωσία αλλά ούτε και ο εκδοτικός πληθωρισμός αποτελούν συντελεστές ικανούς. Αρκεί κανείς για τούτο να διαπιστώσει την – οφθαλμοφανή σε όσους έχουν έστω και μια τυπική σχέση με τον χώρο του βιβλίου – συχνότητα με την οποία έργα, μάλλον ελάσσονα, τείνουν να αποτελούν πόλο συσπείρωσης της κριτικής, η οποία με ζηλευτή εγρήγορση (ενίοτε ακόμα και εντός μιας εβδομάδας από την κυκλοφορία ενός βιβλίου) σπεύδει να ομολογήσει την ποιότητά τους, για να περάσει – σχεδόν αμέσως μετά την πλήρωση του χρέους – σε ένα στάδιο σιωπής, ή μάλλον έντεχνα συγκεκαλυμένης συγκατάβασης, σαν από αμηχανία για όσα μόλις ξεστόμισε. Αντιθέτως, έργα όπως ο Εξάγγελος του Γιώργου Κοζία, για τον οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω, παρ’ όλο το μέγεθος και την ποιότητά τους, απολαμβάνουν φειδωλής κριτικής κάλυψης η οποία, τουλάχιστον κατά τη γνώση του υποφαινόμενου, περιορίζεται μέχρι και σήμερα, δύο και παραπάνω χρόνια από την κυκλοφορία της συλλογής, σε σημειωματογραφία μόλις μετρήσιμη στα δάχτυλα του ενός χεριού [2, 4-5, 8-9]. Όσον αφορά, τώρα, τις επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων – τα οποία, μάλιστα, τελευταίως παρουσιάζουν άνθηση πρωτοφανή, σε μια πρόδηλη προσπάθεια αναπλήρωσης του ανύπαρκτου αξιολογικού ρόλου της κριτικής από την ίδια τη λογοτεχνική κοινότητα (απ’ την οποία, φυσικά, δεν λείπουν φαινόμενα εσωτερικής κατανάλωσης) αλλά και ως ανταπόκριση σε μια, κατά τα φαινόμενα, επείγουσα ανάγκη ανάδειξης νέων πενών – μόλις μία (1) κριτική επιτροπή, αυτή των βραβείων «Jean Moreas 2022» [3] (θεσμού της πόλεως καταγωγής και βίου του ποιητή) βρήκε το επίτευγμα του Εξάγγελου επιδεχόμενο επιβράβευσης.

*

Έχοντας κλείσει την παρένθεση περί κριτικής και βραβεύσεων, ας επικεντρωθούμε, τώρα, στον ελέφαντα στο δωμάτιο, τον Εξάγγελο του Γιώργου Κοζία, πιάνοντας το νήμα από τον τίτλο, την προσέγγιση του οποίου αποπειράθηκαν ήδη προηγούμενες μελέτες [4, 5], με το βάρος να μοιράζεται ανάμεσα στον ομώνυμο ρόλο του αρχαίου δράματος (και δη της τραγωδίας) και το δημοφιλές τραγούδι του Μπομπ Ντύλαν που τόσο ευρηματικά προσάρμοσε στα ελληνικά ο Διονύσης Σαββόπουλος. Εντούτοις, παρά τις όποιες προφανείς ομοιότητες, διατηρώ την επιφύλαξη πως το ζεύγος των αναγνώσεων αυτό μάλλον να συσκοτίζει καταλήγει παρά να διαυγάζει, αφενός λόγω της δεδομένης απόστασής του από το συλλογικό φαντασιακό αλλά και λόγω του ότι τόσο η δουλική διεκπεραιωτικότητα του πρώτου προσώπου όσο και η υστερόβουλη μειλιχιότητα του δεύτερου αποκλίνουν σαφώς από τις προθέσεις που έχει ο συγγραφέας για τον δικό του Εξάγγελο.

Προσωπικά θεωρώ πως η ανάγνωση του βιβλίου επιβάλλει δυναμικά στον αναγνώστη την ταύτιση του λυρικού υποκειμένου του με πρότυπα εγγύτερα στην ποπ κουλτούρα, όπως λ.χ. τον Τρελό του Βασιλιά Ληρ και – ιδιαίτατα – την ανδρόγυνη και ασφαλώς επαυξημένη από σκηνικής άποψης εκδοχή του, τον διορατικό πλην απερίφραστο Κιοάμι της επικών διαστάσεων διασκευής τού προαναφερθέντος έργου του Βάρδου, Ραν, από τον Ακίρα Κουροσάβα αλλά και, δευτερευόντως, το κεντρικό πρόσωπο του σατιρικού πίνακα Στάντσυκ του Γιαν Ματέικο. Στο συγκεκριμένο έργο-σταθμό για την εθνική ταυτότητα της Πολωνίας, δεσπόζει ο – βλοσυρός, εν αντιθέσει με τα στερεότυπα – γελωτοποιός Στάντσυκ ο οποίος, έχοντας μόλις πληροφορηθεί για την κατάληψη του Σμόλενσκ, περιοχής της ιδιαίτερης πατρίδας του, από Ρώσους εισβολείς, ποζάρει εμφανώς συντετριμμένος, τη στιγμή που στο υπόβαθρο του πίνακα οι ανυποψίαστοι, εστέτ ευγενείς επιδίδονται σε ξέφρενους εορτασμούς – ύβρις η οποία μέλλεται να αποκατασταθεί με τον διαμελισμό της Πολωνίας μερικά χρόνια αργότερα. Για να το πούμε απλά, ο Κοζίας φορά εδώ το προσωπείο του Εξαγγέλου όπως, σε άλλες εποχές, κάποιος θα φορούσε το σκουφί του «Τρελού» ώστε, εκμεταλλευόμενος το ακαταλόγιστο που συνόδευε την πράξη αυτή, να μπορέσει να αντιπαρατεθεί με καθεστώτα της εποχής του – κάτι απ’ το οποίο, υπό συνθήκες διαφορετικές, θα ήταν αποκλεισμένος. Εξ ου και η συστηματική (προγραμματική;) απουσία του λυρικού «εγώ» καθ’ όλη την έκταση του έργου, η οποία υπαινίσσεται ευθύς εξαρχής πως όσα πρόκειται να ειπωθούν σε αυτό αποτελούν εκτόνωση του συλλογικού και όχι προσωπικού, περιχαρακωμένου συναισθήματος.

Από κοσμοθεωρητικής σκοπιάς τώρα, αν η μετουσίωση του ποιητικού βλέμματος σε στίχο στους Οδυσσέα Ελύτη και Νίκο Καρούζο αποτελεί εξακτίνωση της μυστικής εμπειρίας του Ευάγριου Ποντικού και του Μακαρίου του Αιγυπτίου αντιστοίχως [6], είναι καταφανές πως στη θυμική γεωγραφία του Γιώργου Κοζία ιχνογραφούνται, από τα πιο ερεβώδη ρήγματα έως και τις πλέον υψιπετείς της κορυφώσεις, τα προτάγματα του επικούρειου Κήπου, αφενός, και του καμικού παραλόγου, αφετέρου. Ως εκ τούτου, ο Εξάγγελος τον οποίο επιστρατεύει εδώ ο Κοζίας ηχώντας το καμπανάκι στην ανθρωπότητα (ανάμεσα στην οποία ίσως-ίσως υπόρρητα δεσπόζει και ένας εαυτός τραμπαλιζόμενος ανάμεσα στην νεύρωση που πυροδοτεί η τραγική επίγνωση ενός προεξοφλημένου τέλους και στο πένθος για τη ματαίωση των μεγάλων αφηγήσεων), δεν ζητά αιχμαλώτους, κάτι που διαφαίνεται από τα πρώτα κιόλας ποιήματα (Σε σας που κτίζετε / κάτω από τον αστερισμό του μηδενός / Σε σας που στοιβάζετε πλίνθους / κεράμους ως τους αιθέρες, «Σε σας που κτίζετε»). Ο ποιητής σπεύδει εύστοχα ευθύς εξαρχής να εξισώσει τον μηδενισμό – μια ιδεολογία ταυτόσημη του σύγχρονου zeitgeist, ειδικά στον εκπίπτοντα δυτικό κόσμο – με τις υπόλοιπες θρησκείες, μια και η λατρεία του μηδενός δεν παύει να αποτελεί λατρεία (ας θυμηθούμε εδώ τον «the Dude» του κοενικού The Big Lebowski o οποίος, στο μεγαλύτερο μήκος του, καταδιώκεται από τους μηδενιστές), όπως και θρησκεία σε όλα πλην του ονόματος συνιστούν οι επιταγές του καπιταλιστικού αφηγήματος: η άκρατη συσσώρευση αγαθών (Τι υπολόγισες δόξες σπίτια και γονικά / τι μέτρησες στη λάμψη του εφήμερου / απατηλές ειδήσεις με ηχηρούς χρησμούς, «Το αιματοβαμμένο ποίημα»), η ανώφελη άγρα της δόξας (Τι Σκάμανδρος, τι Καραμεντερές, «Το αναπόδραστο») και της υστεροφημίας (Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη; / Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου /με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στη λήθη, «Ο θησαυρός των αηδονιών»), η υπερφίαλη, απολιτίκ ψευδαίσθηση ασφάλειας που καλλιεργούν ο ατομικισμός και η απομόνωση στη στενή σφαίρα της ιδιωτείας, κ.λπ. Με την κατάλληλη απόσταση, το βλέμμα του ποιητή διακρίνει στις τάσεις αυτές τίποτε άλλο από εκτονώσεις της ίδιας ψύχωσης που εκκολάπτει, ως κοινός παρονομαστής, ο φόβος εκείνος που λανθάνει στον πυρήνα της ανθρώπινης κατάστασης, αυτός της φθοράς. Αυτή η επείγουσα ανάγκη αυτοδικαίωσης μέσω ενός νοήματος εν πολλοίς σεσοφισμένου απαξιώνεται στο πρόσωπο του προγραμμένου τέλους, όταν ο άνθρωπος, οριστικά και αμετάκλητα, έρχεται αντιμέτωπος με την πλέον χειροπιαστή απόδειξη πως η υπέρβαση δεν πλάθεται με γήινα υλικά (Τι υψώνετε πυραμίδες, τύμβους / και μαυσωλεία στο Άπειρον / (ρεφάρεται έτσι η παλιοζωή;) / Από το όρος Γιούχτας / το Όλον φαίνεται Μάταιον, «Βλέποντας τον κόσμο από το όρος Γιούχτας»). Η αναγνώριση των μηχανισμών αυτών ως προϊόντων του ζώου (Ντενίσοβα) που ελλοχεύει, πανταχού παρόν, εντός μας και η καταπράυνσή τους, η έξοδος από τα αυτιστικά σύνδρομα που συνεχώς κερδίζουν έδαφος σε μια καθημερινότητα ακέφαλου ευδαιμονισμού είναι η μάχη που καλείται να δώσει ο άνθρωπος στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική αρένα (Κατακτώντας τόσες μοναξιές / τόσες παραισθήσεις / τη δόξα, τις άγιες οικογένειες / τους εραστές, τις ιερές ψυχώσεις, («Περιοδεύων θίασος Ντενίσοβα»).

Βεβαίως, ο Εξάγγελος του βιβλίου αναγνωρίζει ότι, σε έναν κόσμο κενωμένο από νόημα, η λειτουργία του ανθρώπου υπό ένα αδιάλειπτο καθεστώς συναγερμού, όπου κυριαρχεί το ένστικτο της επιβίωσης, είναι μάλλον δικαιολογημένη. Ο ποιητής, κόντρα σε μοντέρνες δοξασίες περί εγκλεισμού σε πύργους ελεφάντινους, συμπάσχει με τον αναγνώστη, περιδιαβαίνοντας και αλληλεπιδρώντας με ένα περιβάλλον εν πολλοίς κανιβαλιστικό και παράλογο, μέσα από στίχους-απόηχους του «Ζωολογικού κήπου» του, όταν και πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα (Σε αυτό το ζωώδες επαρχείον / Ξυπνούμε, στολιζόμαστε / κι αρχίζουμε μεροκάματο τον σπαραγμό, «Ζωώδες επαρχείον») αλλά και κυρίως εμπεδώνοντας, ψυχή τε και σώματι, τους απαράγραφους νόμους της εντροπίας στους οποίους υπόκειται (Μόνες οι ψυχές μας στέκονται / με το λουρί στο πόδι / Κι ολόγυρα το πέλαγος εν γαλήνη και απνοία / βλέπει τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν, «Falconeria»). Ο άνθρωπος, ναυαγισμένος σ’ αυτήν την αχνογάλανη κουκκίδα που λέγεται Γη, σε ένα τοπίο ολωσδιόλου εχθρικό το οποίο δεν επέλεξε (βλ. «ερριμένο» και Χάιντεγκερ), βρίσκεται από τις απαρχές του βίου του αντιμέτωπος με έναν άνισο αγώνα (Μια ζωοπανήγυρις ο βίος / κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι /ένα κομμάτι φρέσκο κρέας / με τον κουβά και τον σανό του / περιμένει τον τσαμπάση, «Θηβαϊκός Κύκλος»), με το σύμπαν να παραμένει πάντοτε στην καλύτερη ασυγκίνητο, κωφάλαλο στις όποιες του εκκλήσεις, στη χειρότερη δε να δρα τιμωρητικά, πίσω απ’ τη σαδιστική μάσκα ενός δημίου ή ενός βασανιστή (Μια ζωοπανήγυρις ο βίος / κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι /ένα κομμάτι φρέσκο κρέας / με τον κουβά και τον σανό του / περιμένει τον τσαμπάση, «Θηβαϊκός Κύκλος»). Ζωή, τι ρίσκο σύντομο και ειδεχθές! («Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών») παραδέχεται ο Κοζίας και, πράγματι, τι πιο στυγνό από μια ζωή απογυμνωμένη από κάθε βεβαιότητα πάρεξ αυτήν μιας εκ γενετής επικείμενης τελευτής; (Ο κόσμος / δεν ήταν εκείνο που νομίζαμε / Θάνατος επί πιστώσει / αυτό είναι όλο, «Θάνατος για έναν λεγεωνάριο»). Πώς να μην καταρρέεις κάτω από το βάρος της επίγνωσης πως πορεύεσαι καβάλα σ’ έναν τάφο / ακαταπαύστως («Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»), ειδικά όταν, ελλείψει μεταφυσικού αντικρίσματος και ηθικών μέτρων και σταθμών, αντιλαμβάνεσαι πως, άξαφνα, αποτελείς άθροισμα και, συνάμα, μόνο κύριο των επιλογών σου μέσα σε έναν ασυνάρτητο κυκεώνα από προοπτικές;

Στην πορεία, ο ποιητής θα συγκεκριμενοποιήσει ακόμα πιο πολύ τις ανησυχίες του, θρηνώντας για την απώλεια της νιότης αλλά και την ματαιότητα του κάλλους, που μόνο εφήμερα δύναται να θαμπώσει τις φωνές των διαψεύσεων που επιμένουν να επισωρεύονται (Να τα κεφάλια των τρυφερών, των λησμονημένων / των κοριτσιών, των αρχαγγέλων / να τα ωραία μάτια, τα εξαίσια χείλη, τα στήθη / το ομφάλιο κάλλος και τα επίγεια χάδια // Όλα αθροίζονται στο ίδιο πηλίκον / «Τι είναι ζωή; Τα μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;» / Τίποτα δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου, «Εκδρομή με κοριτσάκια»). Φυσικά, από τον γενικό θρήνο, δεν λείπουν και ορισμένες υποψίες οργής προς τον κυνισμό που θέλει τη ζωή να συνεχίζεται, μέσα από μια συνομιλία με τους σολωμικούς Ελεύθερους Πολιορκημένους (Όταν μια μέρα στον κήπο των Τρώων / πάει ο ήλιος, πάει το φέγγος / χάνεται, φεύγει το πνεύμα / πέφτει η σάρκα / και νέους έρωτες αναζητάμε / καθώς το σώμα του Έκτορα νεκρό προβάλλει, «Αλαφροΐσκιωτο»). Κι όμως [ε]δώ τζογάρει και κερδίζει το Καθαρτήριον η «Φύσις!, («Βλέποντας τον κόσμο από το όρος Γιούχτας») δεν αργεί να ανασυνταχθεί με χιούμορ μακάβριο ο Κοζίας, υπενθυμίζοντας στις επόμενες γενεές που βιάζονται να παραλάβουν τη σκυτάλη καταδικάζοντας, μάλλον αποστειρωμένα και επιπόλαια, τις προηγούμενες ως παρωχημένες και αναλώσιμες πως το «ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς» θα ακουστεί και γι’ αυτές (μοιάζουμε σαν φαντάσματα του θέρους / και να οι ανασκαφείς, να οι αρχαιολόγοι / Τελείωσαν πια τα ψέματα, μας λένε / ας πάψει το γλυκόλαλο τραγούδι σας , «Ο θησαυρός των αηδονιών»). Πού είναι οι αγάπες μας; / Πού είναι οι εξοχές μας; / Πού είναι τα γλέντια μας τα μαγικά; («Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών») ειρωνεύεται ο Εξάγγελος λοξοκοιτώντας προς την αντίληψη που θέλει τον ποιητή αιώνια έφηβο, το τραγούδι του ανοξείδωτο στους αιώνες αφού σ’ έναν κόσμο [ό]που βασιλεύει σκουλήκι / και μούχλα και σήψη («Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα») τίποτα ισοβίως δεν αγιάζει παρά μόνο, πειθήνια γρανάζια στην αλχημική μέριμνα της φύσης, [υ]φαίνουμε, υφαίνουμε / το ίδιο σχέδιο της ξεχαρβαλωμένης Φύσης / πάλι αχόρταγοι και πάλι με ωραίες παραισθήσεις, «Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»). Κι όμως, παρότι ΧΡΩΣΤΑΜΕ…ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ, («Θάνατος για έναν λεγεωνάριο») πάντοτε θα φεγγρίζει πίσω από όλα και η σαιξπηρικής υφής ελπίδα της επιβίωσης μέσω των επόμενων γενεών και βιολογικών απογόνων, επιβίωση η οποία, φευ, κατοχυρώνει και την διαιώνιση του απευκταίου αγελαίου στοιχείου (Κατάρα, παλιά κατάρα / με το αυγό του φιδιού στην κλίνη / Πάντα ο δαίμων να σπάει το τσόφλι / και με βουή να ξεπροβάλλει του Αίματος η Φάρα («Πώς να εξηγήσεις τις εικόνες στη νιότη;»).

Προχωρώντας, είναι σαφές από τα παραπάνω πως οι ανησυχίες από τις οποίες βάλλεται ο σύγχρονος άνθρωπος, κατά τον Κοζία, ανάγονται στο ίδιο θέμα, αυτό της επαναδιαπραγμάτευσης της αχαλίνωτης ελευθερίας, που συνοδεύει τη μεταμοντέρνα συνθήκη από το Άουσβιτς και εντεύθεν. Κεφαλαιώδης ανάμεσα στα συμπαρομαρτούντα αυτής της ελευθερίας (ας θυμηθούμε εδώ το προπατορικό αμάρτημα) είναι η πράξη του θανάτου, χρονικό σημείο που συντελείται η οριστική εξοικείωση του ανθρώπου με το Απόλυτο, το ίδιο ακριβώς Απόλυτο που ξοδεύει όλη του την βιωτή για να ψαύσει επί ματαίω, θυμίζοντας το γνωστό σκηνικό με τον γάιδαρο και το καρότο (Υφαίνουμε το ανύφαντο / που μας καταδιώκει, «Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»). Είναι, εντούτοις, αυτή ακριβώς η αδυναμία υπερκέρασης του Απόλυτου με απτά υλικά που υπαγορεύει κάθε πράξη μας (εκούσιας ή ακούσιας) – μια αδυναμία που καθιστά οποιοδήποτε επίτευγμα ανώφελο εν τη γενέσει του – που τελικώς δρα ως παυσίλυπο. Η κάθαρση στον «Εξάγγελο» δεν παρέχεται υπό την μορφή παραμυθίας, από παρηγορητικά χτυπήματα στην πλάτη που μάλλον βαυκαλίζουν παρά συν-κινούν, αλλά από την διακήρυξη αυτής της ματαιότητας (Πού γάμος και γιορτή και σχόλη / στο άγνωστο που ξεγυμνώνει / το Είναι από το Τίποτα / το Τώρα από το Παντοτινό, «Γιουκάλι»), κάτι που βρίσκει απήχηση και στην ίδια την φύση της ποιητικής πράξης, όπου η συνείδηση της άφευκτης ήττας μπρος στο άρρητο δεν αποτελεί ουδέποτε ανάχωμα ικανό για τον ποιητή να αναμετρηθεί μαζί του, εκχερσώνοντας λεκτικά τη σιωπή, με όσο δυνατόν λιγότερες απώλειες. Μέσα από την γλαφυρή παρουσίαση της τραγικότητας των ανθρωπίνων, κατά τρόπο ηρακλείτειο, ο Κοζίας αποβλέπει στην κινητοποίηση και εξωστρέφεια του αναγνώστη, στη συνείδηση των ευθυνών του απέναντι στο μοναδικό βιώσιμο ρεύμα στο οποίο εκβάλλουν όλοι οι πιθανοί παραπόταμοι του βίου: αυτό της διαρκούς σύγκρουσης με κάθε σύμβαση και παραίτηση. Τι, άλλωστε, ιδανικότερο να στεγάσει την ελπίδα από το ερειπωμένο στήθος εκείνων που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, καταφάσκοντας το πένθος τους; (Για να τον ξαναδώ να μάχεται / με μόνη συντροφιά την απελπισμένη σκέψη, «Το αιματοβαμμένο ποίημα»).

Από την άλλη, είναι σημαντικό να τονιστεί πως, κατά τον ποιητή, η δίοδος προς μια τέτοια χειραφέτηση προϋποθέτει ταυτόχρονα και κώφευση προς οποιονδήποτε μεσσιανικών καταβολών λυτρωτισμό (Δεν είναι καιρός για Ρέκβιεμ, αδελφέ / προς τι τα τύμπανα, προς τι οι δοξασίες; // Τη μέθοδο δε μάθαμε, μήτε γαλήνη βρήκαμε / Σαν καλαμιές λυγίζουμε / σαν τα σπαρτά καιγόμαστε, ψελλίζοντας τω Αγνώστω, «Σπασμένο Ρέκβιεμ»). Ο Εξάγγελος, σε μια νοηματική συνήχηση του «πάτερ ημών / ο εν τοις ουρανοίς / (κανείς)» του Νίκου Καρούζου μεγαλύνει την Γη Χαναάν / Γη των Πιθήκων / Γη των Αποίκων / Γη του Κανένα, («Αναφορά στον Συνταγματάρχη Κουρτς»), μια πραγματικότητα μονολιθική, ανίδεη από μεταφυσική, ομιλούσα μόνο την γλώσσα της ιστορίας (Είδες ποτέ, Γιατρέ, φύση διεστραμμένη; / Το σώμα να επιστρέφει / αφανισμένο, σφραγισμένο / σφυρίζοντας από το Μεγάλο Τίποτε;, «Εν τόπω»), έναν τόπο όπου οι φερόμενοι ως επίγειοι θεοί ατιμάζονται (Πού να σαπίζει ο Κόμμοδος και πού ο Πετρώνιος Μάξιμος;, «Σπασμένο Ρέκβιεμ») και οι επουράνιοι συνένοχα σιωπούν ή χαιρέκακα χαχανίζουν (και είκοσι ένα αιώνες / τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν / πάλι συναθροισμένο θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό / με τη σάλπιγγα της Κρίσης / και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει, «Ο Ελαφοκυνηγός»). «Αμήχανη η φιλοσοφία μπροστά στο προτετελεσμένο» είναι σα να προειδοποιεί εδώ ο Κοζίας, με οποιοδήποτε θέσφατο έξω από τα όρια της αγάπης και της πλησιότητας να ωχριά όταν το τέλος γίνεται διάφανο, χειροπιαστό (Πόσες φορές υπάρχουμε και / πόσες δεν υπάρχουμε / όταν περνάει / της μοίρας τ’ αμαξάκι / κι ο εκδορέας επίμονα ζητάει / για λίγα παλιοσκούδα τη ζωή μας;, «Της μοίρας το αμαξάκι»).

Ενάντια στην οκνηρή αυταπάτη πως η ζωή μάς χρωστά και τη ρομαντική της θέαση, κόντρα στη δαιμονοποίηση του πόνου και της αβεβαιότητας, κόντρα εν ολίγοις στο οποιοδήποτε τέναγος βολής, ο Εξάγγελος προτρεπτικός, εγερτήριος, καταγγελτικός, σαλπίζει το «αεί σχοινοβατείν» (Γερμένος πλάι στην κουπαστή / τα ρούχα πέτα, γδύσου / μη φοβάσαι / τον δαίμονα της θάλασσας / και το παλιό τραγούδι των Σειρήνων // Όλη η ζωή μας / ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες «Όνειρο στο κύμα»), λοιδορεί την εύκολη παραίτηση (Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε / ή ζης’ την ή παράτα τη στις ερημιές / σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας τη σπαράξει, «Ο Ελαφοκυνηγός»), προτάσσει την αναγκαιότητα για επιστροφή στα πρωτογενή, αδιαμεσολάβητα συναισθήματα (Ψάξε πουλάκι σε κλαρί / βρες μιαν αγάπη δροσερή / μίλα τη γλώσσα των βουνών, «Στον Καύκασο το φως»), δοξάζει τον έρωτα ως μόνη πτυχή της βιωτής όπου το θαύμα κραταιώνεται. Παρά τις βαθιά ριζωμένες τάσεις της αγέλης ο ποιητής εμμένει τείνοντας το χέρι του μέσα από την κατεξοχήν πολιτική πράξη, αυτήν της τέχνης, γνωρίζοντας πως στο ταξίδι προς την ματαίωση που συνιστά η ζωή, η έξοδος από έναν ομφαλοσκοπούντα εαυτό και η αποκατάσταση της σχέσης με τον Άλλον, ακόμα κι αν ηχούν ως κύμβαλα αφελή και αλαλάζοντα, επιφυλάσσουν τον αυθεντικό δρόμο προς τη λύτρωση.

*

Από φιλολογικής σκοπιάς τώρα, δε θα ήταν άτοπο να ισχυριστούμε πως το όλο κλίμα επαναστατικότητας που διατρέχει το έργο εμπεδώνεται και εμπράκτως στο ποιητικό εργαστήριο του Κοζία, όντας αναπόσπαστο στοιχείο της ποιητικής του, μέσα από μία ατέρμονη διελκυστίνδα που εκδιπλώνεται από το πρώτο έως το τελευταίο ποίημα ανάμεσα στον ιερατικό, αιφνίδιο (όπως έχει, νωρίτερα, χαρακτηριστεί [7]) λόγο και τον ευθύ, προφορικό. Πίσω από αυτό το μαεστρικό πάντρεμα του ύφους, με τις αναπάντεχες πλην καθ’ όλα οργανικές αυξομειώσεις της έντασης, βέβαια, βρίσκεται παράλληλα και η εμφανής πρόθεση του Κοζία να κινητοποιήσει τον αναγνώστη, προκαλώντας τον τίνι τρόπω να παραμείνει ενεργός. Ειδική μνεία εδώ πρέπει να κάνουμε στην δεξιοτεχνία με την οποία ο ποιητής χειρίζεται τα υψηλά ντεσιμπέλ της φωνής του, τα οποία διανθίζει με στοιχεία απελευθερωμένου στίχου, είτε ισοσύλλαβου (με αποκορύφωμα τις δεκαπεντασύλλαβές του εκδοχές) είτε ομοιοκατάληκτου, παραβολές, συντακτική ακροβασία, διακειμενικότητα, έως και με όψεις παρωδίας και αυτοσαρκασμού. Όλα τα παραπάνω, φυσικά, συνιστούν επιτηδεύσεις τις οποίες επιστρατεύει ο ποιητής προκειμένου να διασκεδάσει την a priori καχυποψία του αναγνώστη, στου οποίου την μνήμη ο στομφώδης, γεμάτος προστακτικές λόγος θα διακινδύνευε, ειδάλλως, να ταυτιστεί σχεδόν τυφλά με αφηγήματα άλλων καιρών, η μόνη προβολή των οποίων στο σήμερα δεν είναι παρά ο επιθανάτιος ρόγχος τους, οδηγώντας έτσι τον λόγο του στο κενό.

Ο Γιώργος Κοζίας, θαρραλέα αιρετικός απέναντι στην ποιητική κοινή της πολτώδους αυτοαναφορικότητας, της τόσο προσφιλούς στον επιδερμικό, απαρασκεύαστο κριτικό λόγο, στασιάζει, διονυσιάζεται, σαρκάζει, απελευθερώνει. Όπλα του η λεπτή ειρωνεία, η ζέουσα, βρίθουσα σπινθήρων ρητορεία, η πίστη στο «τώρα» ως υπεραρκετή μαγιά του θαύματος, οι φωνές του παρελθόντος, συγγενικές ή μη μα πάντως χαραγμένες στη σύνολη μνήμη. Πολέμιοί του τα τείχη που περιβάλαμε εαυτούς, οι βολικές μας αυταπάτες, η αστόχαστη μακαριότητα του νοικοκυρεμένου βίου, οι έριδες με αφορμή οτιδήποτε εν τέλει καταδικασμένο εν όψει της φθοράς. Ο έξοχος Εξάγγελος – έργο μεγαλεπήβολο καίτοι κατορθωμένο σε όλο του το μήκος και πλάτος – αποτελεί, εδώ και δύο και πλέον χρόνια από την κυκλοφορία του, χρυσορυχείο πολλαπλών προκλητικών ερεθισμάτων, πρόσφορων για κριτική αναμέτρηση ουδόλως ακροθιγή, μα στηριγμένη πάνω σε ερείσματα στιβαρά. Άλλωστε, πού καλύτερη αφορμή για την αξιολόγηση και όξυνση του ανοσοποιητικού συστήματος του ποιητικού κανόνα και των δυνατοτήτων του να επεκταθεί, προσαρτώντας νέους πυρήνες στης τάξεις του, από τις αποκλίνουσες φωνές; Ο κίνδυνος του πιθανού οστρακισμού των γεωργούντων την ποιητική παραμεθόριο στερεί από όλους, ανεξαίρετα, την δυνατότητα να ατσαλωθούμε.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Διογένης Σακκάς, Κρατικά λογοτεχνικά βραβεία: ένας απολογισμός, bookpress.gr
[2] Νικήτας Παρίσης, Κοντινά και μακρινά πλάνα: Μια επίκαιρη αναφορά στον Οδυσσέα Ελύτη, περιοδικό Λέξη, τχ. 97-98.
[3] Βραβεία Jean Moreas 2022 – βραχείες λίστες, culturebook.gr
[4] Παναγιώτης Νικολαΐδης, culturebook.gr
[5] Μίνα Π. Πετροπούλου, Για τον Εξάγγελο του Γιώργου Κοζία, frear.gr
[6] Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ελύτης-Καρούζος: δυο προσευχές (Η μυστική εμπειρία), poeticanet.gr
[7] Αλέξης Ζήρας, Ένας σκωπτικός και ανατρεπτικός επίγονος του Καρυωτάκη.
[8] Γιάννης Δημογιάννης, Εξάγγελος: Η ενδοχώρα του χρόνου, oanagnostis.gr
[9] Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, «Η ποίηση των εκατό φιορινιών», fractalart.gr

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ:
https://neoplanodion.gr/2023/06/19/exaggelies-kozias/?fbclid=IwAR1Bj5ldpPawI3F1mMyEfz7FOGlOcxxYnlJe7C4HMKMQW_mVUC0F9xZ2nLI

Μια Ουρουγουανή ποιήτρια στο μεξικάνικο ’68

Κείμενο της Γεωργίας Κανελλοπούλου*

Σε δύο βιβλία του ο Ρομπέρτο Μπολάνιο έχει γράψει για την ιστορία της Ουρουγουανής ποιήτριας που έμεινε κλεισμένη για 14 μέρες στην τουαλέτα του πανεπιστημίου του Μεξικού στα γεγονότα του 68. Πριν τη σφαγή του Τλατελόλκο. Τότε που ο στρατός παραβίασε το άσυλο και εισέβαλε στο πανεπιστήμιο. Η κοπέλα λεγόταν Alcira Soust Scaffo και ήταν φτωχή παράνομη μετανάστρια που ψιλοδούλευε στο πανεπιστήμιο. Αντισυμβατική ποιήτρια η ίδια, είχε επαφές με όλο το ριζοσπαστικό κόσμο των ποιητών του Μεξικού, και βρέθηκε στην τουαλέτα την ώρα που μπήκε ο στρατός στο πανεπιστήμιο. Ο Μπολάνιο τής αλλάζει όνομα, τη λέει Αουξίλιο Λακουτούρε και την βάζει να διαβάζει ένα βιβλίο ποίησης μέσα στην τουαλέτα, ποίηση του μεξικανού ποιητή Πέδρο Γαρφίας. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια αυτό ή το έχει προσθέσει ο Μπολάνιο στην ιστορία, πάντως η Αουξίλιο λέει στο βιβλίο: “Πίστευα πάντα πως η ζωή ξεχειλίζει από πράγματα θαυμαστά και αινιγματικά. Και πράγματι, χάρη στα ποιήματα του Πέδρο Γαρφίας και στο αδιόρθωτο βίτσιο μου να διαβάζω στην τουαλέτα, ήμουν εγώ η τελευταία που αντιλήφθηκε ότι είχαν μπει οι ειδικές δυνάμεις και μάζευαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους.”

Ο μεξικάνικος Μάης άρχισε τον Ιούλιο. Ακολούθησε, αρχές Οκτωβρίου του 68, η μεγάλη σφαγή του Τλατελόλκο, της πλατείας των «τριών πολιτισμών», ακριβώς 10 μέρες πριν την έναρξη των ολυμπιακών αγώνων του Μεξικού.

Στον πρόλογο του βιβλίου του Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο ΙΙ με τίτλο «68 – σαράντα χρόνια μετά δεν ξεχνάμε», η συγγραφέας Ελένα Πονιατόφσκα γράφει: «Φοιτητικά κινήματα υπήρξαν σε πολλές πόλεις του κόσμου, στην Πράγα, στο Τόκιο και στο Παρίσι, αλλά η μοναδική πόλη όπου έγινε σφαγή διακοσίων πενήντα ανθρώπων ήταν στο Μεξικό». Η βία ήταν τρομακτική. Στρατός, τεθωρακισμένα και ελεύθεροι σκοπευτές κατά άοπλων φοιτητών και μαθητών, με εντολές να σκοτώσουν. Σε μια περίπτωση έσπασαν με μπαζούκας την πόρτα γυμνασίου, ενώ στην πανεπιστημιούπολη έλαβαν μέρος 10.000 στρατιώτες και τανκς, όταν οι φοιτητές ήταν όλοι κι όλοι εξακόσιοι. Μία απ’ αυτούς ήταν η ποιήτρια της τουαλέτας, η Αλσίρα – Αουξίλιο.

Το άλλο εντυπωσιακό σημείο είναι πως την παράλογη βία δεν άσκησε κάποια στρατιωτική δικτατορία αλλά η εκλεγμένη κυβέρνηση του Θεσμικού Επαναστατικού Κόμματος (PRI). Κοιτώντας φυσικά την ιστορία αυτό δεν εντυπωσιάζει και τόσο. Ναι μεν το PRI κάποτε, τότε με τον Λάζαρο Κάρδενας, έδωσε άσυλο σε αντικαθεστωτικούς, αγωνίστηκε για τα δικαιώματα ιθαγενών και γυναικών, και εθνικοποίησε τη βαριά βιομηχανία της χώρας, αλλά στον τελικό λογαριασμό κυβέρνησε 71 χρόνια (!) με διαφθορά και αυταρχισμό, αναγκάζοντας τον Έκτορα Μπελασκοαράν Σάυν να μιλάει για “την πιο διεφθαρμένη χώρα του πλανήτη”.

Οι εξαφανισμένες, δολοφονημένες, κακοποιημένες γυναίκες της Χουάρες, οι 43 χαμένοι φοιτητές της Αγιοτσινάπα, τα σεξουαλικά βασανιστήρια που υπέστησαν 26 γυναίκες από αστυνομικούς που αφέθηκαν ελεύθεροι, το δίκτυο πορνείας υπό την αιγίδα του PRI, η πυρκαγιά των 49 νεκρών παιδιών, η σφαγή στην Τσιάπας, και φυσικά η σφαγή του Τλατελόλκο είναι μερικά μόνο από τα επιτεύγματα της διακυβέρνησης αυτής. Στην περίπτωση μας, φαίνεται πως η εικόνα της χώρας, το θέαμα των ολυμπιακών αγώνων που δεν πρέπει να διαταράσσεται με τίποτα, η προσέλκυση επενδυτών, ήταν οι αιτίες της σφαγής. Φυσικά, υπάρχουν μεξικανοί που θυμούνται. Υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται. “Sin Olvido” σημαίνει Δεν Ξεχνάμε. O Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο λέει στο βιβλίο του: Κάποτε πρότεινα να φτιάξουμε για έμβλημα μας ένα μπλουζάκι που να γράφει στο μπροστινό μέρος «γεννηθήκαμε για να χάνουμε». Αλλά στην πλάτη με μεγάλα γράμματα θα έλεγε: «Όχι για να παζαρεύουμε».

Η Αλσίρα – Αουξίλιο θα συμφωνούσε μαζί του. «Σκαρφάλωσα στο παράθυρο του μπάνιου και κοίταξα έξω. Είδα στρατιώτες, είδα τη σκιά ενός τεθωρακισμένου, είδα φορτηγά που φόρτωναν τους συλληφθέντες φοιτητές, είδα τον άνεμο που διέτρεχε το πανεπιστήμιο. Κι ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Ήξερα ότι έπρεπε να αντισταθώ. Να μην ανοίξω, να υπερασπιστώ τον τελευταίο θύλακο αυτονομίας, εγώ, μια φτωχή ποιήτρια από την Ουρουγουάη. Αν θέλουν να σε βρουν, ας μπουν στον κόπο να σε βρουν, είπα.».

Πηγές

-Τα αποσπάσματα της Αουξίλιο είναι από το βιβλίο Οι άγριοι ντεντέκτιβ του Ρομπέρτο Μπολάνιο, Μτφρ. Κ. Αθανασίου, Εκδ. Καστανιώτη
-Το άλλο βιβλίο του Μπολάνιο για το ίδιο θέμα είναι Το φυλαχτό, Μτφρ. Κρ. Ηλιόπουλου, Εκδ. Άγρα. Το Φυλαχτό προηγήθηκε των Ντεντέκτιβ, όπου όμως εμφανίστηκαν πάλι η Αουξίλιο και ο Αρτούρο Μπελάνο, alter ego του συγγραφέα, προηγήθηκε και του 2666 το οποίο όμως η ίδια η Αουξίλιο προφήτεψε! Απίθανος Μπολάνιο, που μάλιστα είχε γεννηθεί σαν προχθές, 28 Απριλίου 1953. Στη Χιλή φυσικά.
-Βιβλίο 68, των Ταρίκ Αλί και Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο ΙΙ, Εκδ. Άγρα
-Ο Έκτωρ Μπελασκοαράν Σάυν είναι ο ντεντέκτιβ – ήρωας του Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο στη γνωστή αστυνομική του σειρά.
-Άρθρο «Στο Μεξικό ο Μάης του 68 άρχισε τον Ιούλιο, του Κρίτωνα Ηλιόπουλου, στην Εφημερίδα των Συντακτών
https://www.nytimes.com/2018/10/01/world/americas/mexico-tlatelolco-massacre.html
-https://www.theguardian.com/cities/from-the-archive-blog/2015/nov/12/guardian-mexico-tlatelolco-massacre-1968-john-rodda?fbclid=IwAR2HLQfwMAf1g8nDEEWyo9kduBhptMnQakqzK-mb79X_qWGCrY6L6TtGl_s
-https://www.magnumphotos.com/newsroom/politics/1968-power-protest-politics/?fbclid=IwAR0PoeyodbKMi2wrxN7Aoup_8f-1edOMhZbGFGlsFnDG8dLxJ-5SG7AIvew-

#Στην κεντρική φωτογραφία του άρθρου είναι η πραγματική Alcira Soust Scaffo, με φόντο την πανεπιστημιούπολη του Μεξικού. Η φωτογραφία “Sin Olvido”, που σημαίνει “Δεν Ξεχνάμε” είναι του Pablo Tonatiuh Álvarez Reyes, από ένα project που επικρίνει την κοντή μνήμη των ανθρωπων.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.aftoleksi.gr/2023/04/29/o-mpolanio-mia-ftochi-oyroygoyani-poiitria-o-mexikanikos-mais-68-poy-egine-ioylio/

Ένας ποιητής σε αναζήτηση ταυτότητας 

Για την ποιητική συλλογή Ταυτότητα του Γιώργου Μπακλάκου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν (Ιούλιος 2022)

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μπακλάκου με τον τίτλο Ημιυπόγειο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν το 2017. Λίγα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε η Ταυτότητα (Ιούλιος 2022), από τις ίδιες εκδόσεις συνεχίζοντας το όμορφο ταξίδι στην ποίηση που ξεκίνησε πριν λίγα χρόνια. Σε σχέση με την πρώτη του απόπειρα ο ποιητής έχει αντιμετωπίσει τις αδυναμίες του και παράλληλα έχει κάνει βήματα στην ανάπτυξη των εκφραστικών του μέσων. Αξίζει να διαβάσετε τα δύο βιβλία μαζί με τη χρονολογική σειρά που κυκλοφόρησαν για να διαπιστώσετε την εξέλιξη στη γραφή του δημιουργού.
Ο κοινωνικός, ηθικός, ψυχολογικός και βαθύτατα φιλοσοφικός προβληματισμός που αναπτύχθηκε στο Ημιυπόγειο βρίσκεται και εδώ. Αυτή τη φορά όμως ο Μπακλάκος κάνει κι ένα βήμα παραπέρα. Θα επιχειρήσει μια ανατομία της εποχής και των ανθρώπων που είναι φτιαγμένοι από πλαστελίνη (Σύγχρονες ανθρώπινες αξίες), που αναφωνούν ότι «Κι είμαστε πάλι εκεί./ Όπου η δύναμη θα συντρίψει το δίκιο» (Εποχή) Την ίδια στιγμή, ο ποιητής δεν αδιαφορεί «για εκείνους που δεν κάνουν έρωτα/ παρά σαν άγρια θηρία παλεύουν» (Για κείνους που δεν κάνουν έρωτα). Από την Ταυτότητα δεν λείπουν τα ποιήματα για την ποίηση που δεν μπορούν να πείσουν με «Λέξεις τριμμένες στη φθορά της χρήσης» (Άπιστα λόγια) χωρίς να απουσιάζει από εδώ μια ενδοσκοπική και κοινωνική ματιά. Με λίγα λόγια, στο στόχαστρο του ποιητή μπαίνουν η αποξένωση, η απώλεια και η εκποίηση του ανθρώπινου περιβάλλοντος και συναισθήματος. Όλα τα παραπάνω οδηγούν σταδιακά στην αναζήτηση μιας υπό διαμόρφωση ταυτότητας.
Διαβάζοντας την Ταυτότητα σκέφτομαι μεταξύ άλλων εάν ο άνθρωπος (ο ποιητής, εσύ που διαβάζεις αυτό το σχόλιο, ο οποιοσδήποτε) αναγνωρίζει την ταυτότητα του όπως έχει διαμορφωθεί από τις διάφορες συνθήκες κι επιλογές. Ίσως το ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ανήξεροι» να δίνει μια απάντηση σε αυτό. Γράφει ο ποιητής: Λέμε δεν πήραμε χαμπάρι./ Μόνο σημάδι ενθύμησης η Ακρόπολη/ που στέκει πάνω απ’ τη Νεκρόπολη./ Οι σοφοί κουκουλωμένοι στο πιθάρι,/ εγώ στο πληκτρολόγιο κάνω το παλικάρι/ κάθε μέρα περισσότερο κραυγάζω/ να πείθομαι πως έτσι αλλάζω./ Θα φύγω δίχως να περάσω απ’ την ευθύνη/ κατηγορώντας άλλους που τίποτα δεν έχει γίνει/ αδιαφορώντας για το μόνο που άφησα σημάδι/ της ιστορίας πως ήμουν το ξεφτισμένο υφάδι./ Λέμε δεν πήραμε χαμπάρι.
Αναζήτηση ταυτότητας
Η δύσκολη μεταβατική εποχή που διανύουμε απαιτεί από κάθε κοινωνικό, καλλιτεχνικό και γενικότερα ανθρώπινο υποκείμενο να τοποθετεί απέναντι στα κρίσιμα ζητήματα που κάθε ώρα και στιγμή βρίσκει μπροστά του. Είναι μια εποχή τεράτων όπου ο παλιός κόσμος πεθαίνει ενώ ο καινούργιος παλεύει να γεννηθεί, για να θυμηθούμε τον μεγάλο μαρξιστή επαναστάτη Αντόνιο Γκράμσι. Ο ποιητής της Ταυτότητας αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης του. Προσπαθεί να ορίσει το σύνολο των ιδιοτήτων που προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φύση ενός ατόμου (του εαυτού του) ή/και του συνόλου (της γενιάς του, της κοινωνίας, των ανησυχιών του). Καταλήγει ότι υπάρχουν παραπάνω από μία ταυτότητες αλλά και μια δύναμη που κατά περίπτωση μπορεί να κρατήσει το εκάστοτε υποκείμενο σε μια θέση αδράνειας.
Το παρελθόν και η ιδιαίτερη δυναμική του έχει το ρόλο του στην αναζήτηση του ποιητή ενώ διαμορφώνει την κριτική θέση του απέναντι στα διάφορα ζητήματα παράλληλα με άλλους παράγοντες. Η Ταυτότητα του Μπακλάκου έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα κατά περίπτωση χωρίς όμως να περιορίζεται σε ένα στείρο διδακτισμό όπως συναντάμε σε διάφορα έργα ομότεχνων του. Αυτό αξίζει να σημειωθεί γιατί αναπαράγει έντεχνα της καλύτερες παραδόσεις της ποίησης μας. Για όλους αυτούς τους λόγους η Ταυτότητα πρέπει να διαβαστεί. Συμπερασματικά, ο ποιητής καταφέρνει όχι μόνο να βρει την ταυτότητα του αλλά και να την επανεφεύρει με επιτυχία. Καλεί κι εμάς στην ίδια αναζήτηση, στον ίδιο αγώνα. Αν υπάρχουν μαύρες καταστάσεις όπως αναφέρει το ομώνυμο ποίημα (Το χειρότερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας είναι οι καταστάσεις./ Σε ωθούν στα χειρότερα σκοτάδια του εαυτού σου,/ δημιουργούν τις πιο αηδιαστικές ανθρώπινες πράξεις.), υπάρχουν και ο φωτεινές εξαιρέσεις.
Πέρα όμως από τις ιδέες πίσω από την Ταυτότητα βρίσκεται, πιστός σύντροφος και οδηγός, η ποιητική γραφή και γλώσσα του δημιουργού. Άλλωστε η ποίηση δεν είναι τίποτα χωρίς αυτά τα στοιχεία. Θα διαβάσουμε ποιήματα ολιγόστιχα έως μεγαλύτερες συνθέσεις, με απλή, κατανοητή γλώσσα, που δεν περιορίζονται σε διάφορα παιγνίδια φτηνού εντυπωσιασμού. Έτσι κι αλλιώς ο ποιητής δεν θέλει να πει τίποτα άλλο από την αλήθεια όπως την βιώνει πέρα και μακριά από εξαρτήσεις, περιορισμούς, λυρικά στολίδια χωρίς ουσία και νόημα. Κατ’ επέκταση δεν επιτρέπει στον εαυτό του να χαριστεί σε κανέναν. Ούτε στους συναδέλφους του ποιητές και λογοτέχνες. Η απόδειξη βρίσκεται στο ποίημα που ακολουθεί. (Και τώρα τι κάνουμε;/ Είπαμε όλες τις λέξεις,/ εξαντλήσαμε κάθε στυλ,/ βιάσαμε όλες τις τεχνοτροπίες,/ χρησιμοποιήσαμε τα εκφραστικά μέσα,/ σαρώσαμε τα λογοτεχνικά βραβεία./ Τι απομένει;/ Μήπως να πούμε την αλήθεια; (Λογοτέχνες)

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Πριν τ’ όνειρο νεκρός
Μετά από δαύτο ξύπνιος.
Αφήστε με εκεί.

ΕΠΟΧΗ

Στον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη

Κι είμαστε πάλι εκεί.
Όπου η δύναμη θα συντρίψει το δίκιο
Το πισώπλατο θα μαχαιρώσει το αντρίκειο
Η απληστία θα καταλύσει τη λογική
Οι λίγοι θα θέλουν ακόμα πιο πολύ
Αδιαφορώντας αν πεθαίνουν οι πολλοί
Κι ο κόσμος μια ματωμένη οιμωγή
Στων ειδήσεων την εκφοβιστική αγωγή.

Τ’ ΑΔΥΝΑΤΑ

Να σταθεί το βουνό στη σκιά του βράχου,
Να πνιγεί η θάλασσα μέσα σε μια σταγόνα,
Να ξεριζωθεί η ιδιοτέλεια από τον έρωτα,
Να μισηθούν συνολικά οι άνθρωποι
Καθώς αγαπιούνται ξεχωριστά ένας ένας,
Να γίνει χώμα ο ουρανός και σύννεφο η γη.
Αυτά θα ήθελα να δω, έτσι για πλάκα.

A poet in wolf’s clothing

By Theo Panayides

September 4, 2019

“I’m a wolf,” says the poet Costas Reousis, “but I don’t live like a wolf.” ‘Reousis’, with the accent on the first syllable, is actually a pseudonym (he was born Costas Papathanassiou, in Athens, to a Cypriot father and a Greek mother) but it’s not immediately clear where it comes from: I thought it might derive from the French ‘réussir’, ‘to succeed’ – but in fact it’s a form of the Greek verb ‘reo’ (‘to flow’), which is quite appropriate. Costas may or may not be considered successful, by late-capitalist standards, but he does undoubtedly flow – both in his speech, in his words and of course his poetry, and physically too, to the bars and drinking dens where he drags his poetic carcass.

A note on the verbal flow: it’s virtually impossible to replicate. The poems themselves are opaque and uncompromising, built on a contrast between curt, craggy form and impossibly rich, fulsome language. (Is it modernism? He prefers hyperrealism, adding however that “a poet is defined by his language” as opposed to this or that movement.) His conversation is almost as hard to pin down. He lived in Greece till his early 30s (he’s now 49) and retains the accent – but it’s not just the accent, it’s the words he employs and the fast, garbled way he spits them out. ‘Sousourada’ he says, on the subject of women, a self-conscious Greek word which might be translated as ‘saucy minx’. “It’s not like I’m begging for it. Whatever works. Fuck it (‘St’arhidia mou’), I’m busy. If it happens with some sousourada, we won’t say no.” He’s a wise guy, the punk in the corner in the murkiest dive in all Exarcheia – but formal too, with an exquisite courtesy: I’ve brought along some books, he says gravely, “if you’ll allow me to present them to you when we’ve finished”. Even if this piece were in Greek – which it really should be – I’d struggle to convey even an inkling of his style. In English, forget it.

A note on the physical flow: he gets around. I should mention straight away that Costas was touted as a possible profile by a bartender friend, having made an impression as an interesting customer – and we also meet in a bar (actually a bar-café, Kafeneio 11 in old Nicosia), sitting at a corner table with bottles of Keo. Other friends recognised the name when I said I was profiling him (“I have a reputation,” shrugs the man himself, when I put all this to him), and told lurid tales of having seen him late at night, clearly drunk and arguing with himself – or his demons? – in a loud voice. ‘So you like to go out?’ I enquire delicately.

Costas nods. “And it sometimes happens that I go out and drink a lot,” he adds. “Beers, mostly – but a lot of beers. A whole kafasi,” he adds, another mainland-Greek word which means ‘crate’ but, in this context, is more like ‘a shitload’.

So, like, 10 beers?

“Try 24,” he replies. “But okay, don’t get me wrong. I have to be very…” he tails off, with a gesture that implies having reached the end of his tether.

He must feel pretty sick the next morning.

“I feel nothing next morning. Nothing, nothing at all. Because, for me to go and drink a crate of beers, my nerves must be so shot that even a crate of beers won’t calm them down!”

It’s not just the drinking, either. There are four cigarette butts in the ashtray at the end of our hour together. Costas smokes two packs a day, going up to four when things get especially fraught. What about drugs? Has he ever indulged?

“What are you, the neighbourhood cop?” he ripostes, snapping back into Exarcheia-anarchist mode. “What kind of question is that?”

There are other things he’d rather not talk about, like what his father did for a living (“It doesn’t matter”) or what he himself now does as a day-job, one of three compartments in his life (the others being poetry and the frequent nocturnal wanderings). He used to work in media, as a writer and sub-editor – but was made redundant at the time of the crisis, spent four years unemployed and now works (from eight to four, or thereabouts) at a more mundane job he’d rather not specify. It’s unclear if he’d ever go back to his old position, or if he’s burned his bridges. “I’ve left jobs with all guns blazing,” he explains emphatically. “Oh yeah! ‘So you’re firing me? Well, I’ve got a few things to say to you first’.” It’s those ‘nerves’ he mentioned earlier (he describes himself as “confrontational”), the emotions that well up inside him and have to be channelled – into fiery eruptions, and of course into poetry. I ask about friends; does he have a big circle? “I do,” he replies wryly. “Old ones, new ones – and quite a few that I used to talk to, and don’t anymore.”

Does he never reconcile with people, after they fall out?

“Eh, rarely.”

Does he bear grudges?

“Me? No.”

So the others do?

“St’arhidia mou.” It’s not that he’s self-destructive, explains Costas, but “after 20 years [in Cyprus], and so many clashes, I don’t want anything to do with them. I’ve returned their books, the ones they were kind enough to give me. I don’t even want you on my bookshelves!… I find it all so annoyingly utilitarian,” he sighs, of the poetry scene, “and – well, miserable, you know? Miserable.”

You can sense that dynamic in his poems, so much high-flown, singular language packed into a few pithy lines; the emotion feels about to spill over. Even his blog (reousis.blogspot.com), where he keeps an archive of poems and writings, has a high-flown name, ‘Asklipieio tis Pikrosynis’ – the first word a reference to Asclepius, the Greek god of medicine, the third a fancy riff on the word for ‘bitterness’, so something like ‘Medicine for Bitterness’ only much more ornate and poetic. Language is his pet, his weapon, his plaything. The poems in Costas’ 2009 collection O Kratiras tou Geliou Mou (‘The Crater of My Laughter’) don’t even have punctuation marks (or verses), the words expelled in a rich, indecipherable stream which “only I can recite” (he’s known for the impressive way he recites his poems). “Costas Reousis’ poetry is savage,” reads a quote on the Politeia bookshop website, where the book is for sale: “This is not the kitten of post-modernism, which allows you to stroke it. These are leopard-poems, depositing their slaughtered prey on the vast acacias of the savanna”. Unsurprisingly, Crater – along with last year’s Sbaralia (‘Smithereens’) – is his own favourite among his collections.

Sbaralia isn’t actually his most recent work. A new collection, El Kamino – his ninth, albeit shared in this case with three other poets – came out in May, and two further books, collecting poems he’s penned over the years, are due to be published by the end of the year (there’s also talk of Sbaralia being presented as a stage production with live music in 2020). I seem to have caught Costas Reousis at the best possible time, his most productive in ages; even my friends who mentioned his drunken exploits (and actually like him very much) admit that he seems to be going through a mellow phase, prone to posting selfies on Facebook where he unsmilingly presents some of the poets – Apollinaire, Ted Hughes, Garcia Lorca – who’ve meant most to him.

Like he says, he’s a wolf but doesn’t live like a wolf. There’s a solitary aspect to Costas, yet he’s sociable too. “It’s because I’m eccentric and grumpy,” he grunts when I call him an ‘underground’ poet (his point being that he’s not really underground, his style just makes it seem that way) – and he is indeed eccentric, yet the eccentricity is also a persona. He cares and doesn’t care what people think. There’s a reason, after all, why he never drinks at home – only in public, where he and his demons can battle it out in full view of everyone. Is it just a performance? Surely not. But it’s like his poetry, which really comes alive when being recited; Reousis the man – the punk, the grump – is a big part of Reousis the poet.

He looks more irascible than he is, with his heavy glasses and thick, lumpy features. He never smiles in photos, keeping his mouth tightly downturned – though it may be because he has problems with his teeth, a chronic periodontitis that’s plagued him since childhood and ravaged his gums to the point where he can’t even wear false teeth anymore. “I took such a beating,” he recalls with a grim chuckle. “Such a beating from the dentist, you can’t imagine.” His body, it appears, isn’t his biggest ally; he’s also had some operations (nothing serious, he insists) in the past few years, starting around the time when he lost his job. This is probably part of the reason – conscious or not – for the current burst of productivity, a sense of Time creeping by and his own half-century on the horizon, though the newfound structure of being back in work after four years also helps.

He’s become more driven as he grows older; the three parts of his life now fit together “with military discipline”. Once the day-job is done, he picks up paper and pencil (he always writes in longhand) for the poetry part – though it’s not like he writes every day: “Most of [the poems] appear fully-formed,” admits Costas. “When the time comes, they appear fully-formed”. Still, he can think about writing every day, pore over half-finished poems and imbibe the poetry of others; he’s a fan, hence the selfies on Facebook.

He’s also, let’s be clear, an established poet, whose work has been translated into Spanish and Italian – but it’s not just the work, it’s a certain sensibility. Even those who couldn’t make head or tail of his challenging (or pretentious) verse can sense something special in this high-strung man with the fickle body and nervous disposition, the trail of quarrels and late-night eruptions. He’s always written, ever since childhood, didn’t study Literature – he did Law instead – but always pursued it; his first book of poems came out in 1995. At the same time, there’s more to his life than writing. “I’m not sitting there with my quill in my hand, filled with divine inspiration,” he quips. “I’m a bit of a hoodlum. Quite a bit, actually.”

Costas’ flat is essentially an office – then, once the poetic part of the day is done, comes the third (also quite poetic) part, where “I roam the streets, as much as my stomach can take”. I wonder if he does it to inspire the Muse, but he waves me away: “What do you think, I take notes? I go out! Just to say something crude, do something stupid”. It’s different when he has a girlfriend – he’s been in long-term relationships, though never lived with anyone; he needs his privacy – but right now his life is simple: day-job, poems, carousing, back again at 8am. It helps that he only needs about five hours’ sleep.

“I don’t have a shrink,” crows Costas Reousis, positing his non-wolfish flow as a kind of therapy. “I need my nerves, and I like to express them. I’m like a heart,” he adds, he has to keep moving and pumping, violently if necessary; “It’s how I am, you either accept me or you don’t”. This summer’s been a time of industriousness, putting the new books together; his work – he says – has become a bit more talked-about in the past couple of years. I suspect he’s slightly torn about success, craving the attention and hating that desire at the same time (“The main thing,” he notes, “is not to start brown-nosing”). We finish up our Keos and get ready to leave – but wait, there’s one more thing! “Don’t write the ‘Costas’ with a ‘K’,” he enjoins, looking very impassioned. “With a ‘C’, please!”. Consider it done.

Photo: Haris Panayiotou

*From here: https://cyprus-mail.com/2019/09/04/a-poet-in-wolfs-clothing/

Από το διαδίκτυο στα Άπαντα του Γκαγκάν Μυτεράν – Διαβάζοντας Θεόδωρο Μπασιάκο

*Σημείωμα του Κόσκινου: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Θόδωρος Μπασιάκος. Εν είδει γενέθλιας ευχής αλλά και ως μνημόσυνο αναδημοσιεύουμε το παρόν που γράφτηκε από τον Σπύρο Παύλου.

Γνώρισα το ποιητικό έργο του Θεόδωρου Μπασιάκου, του Γκαγκάν Μυτεράν, τυχαία στο διαδίκτυο. Από τη στιγμή που τον συνάντησα περίμενα ανυπόμονα κάθε νέα του ανάρτηση.

Δυστυχώς στις 19 Ιουλίου 2020 ο Θεόδωρος Μπασιάκος φεύγει από τη ζωή. Η λύπη αβάσταχτη, αισθανόμουν την απώλειά του σαν να είχα χάσει ένα δικό μου άνθρωπο που με είχε συντροφεύσει στις αναγνωστικές περιπλανήσεις μου. Αυτό το συναίσθημα ήταν αποκαλυπτικό της επιρροής της ποίησής του πάνω μου, το ακατάλυτο τεκμήριο της επίδρασής του ως αναγνωστική επένδυση, αλλά και ως στάση ζωής, που δεν εφάρμοσα ποτέ, λόγω της κομφορμιστικής προδιάθεσης μου όσο και της ηλικιακής παρακμής μου.

Η εκδοτική παρουσία του όσο ζούσε ήταν ισχνή, διαβάζουμε στο εκδοτικό σημείωμα του βιβλίου. Δύο νεανικές αυτοεκδόσεις (σιωπηρά «αποκηρυγμένες» από τον ίδιο, τα 22 Ποιήματα (1982) και το Πολύ ευγενής (1985), μία «επίσημη» ποιητική συλλογή «Μαύρα Μάτια» (Πλανόδιον, 2006) και μια ηλεκτρονική έκδοση «Κούκου-Νιάου» (Ενδυμίων, 2017). Πέραν αυτών, μια σειρά από φωτοτυπημένες αυτοεκδόσεις σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Ο Θεόδωρος Μπασιάκος, κατά δήλωσή του, είναι ένας «σουλατσαδόρος της ποίησης». Απελευθερωμένος υφολογικά, θεματικά και γλωσσικά από τις συμβάσεις της ποιητικής ομολογίας, δίχως όρια και περιορισμούς, αποκαθαρμένος από ποιητικούς λυρισμούς, λεκτικές ακροβασίες και συναισθηματισμούς, εικονοπλασίες και παραδοξότητες, εγκεφαλικούς «ποιητικούς» αιφνιδιασμούς, πεζοπορεί ποιητικά, ανιχνεύοντας τη ζωή. Δημιουργεί τον ποιητικό του κόσμο υπηρετώντας τη ζωή και όχι αντιστρόφως, όπως συμβαίνει κατά πλειοφηφία στον ποιητικό λόγο.

Αντισυμβατικός, αντιφατικός, «με γοητεύουν οι αντιφάσεις» γράφει, δίχως φιλοδοξίες και έπαρση. «Πόσο αγαπώ τους ανθρώπους όλους / όλη την ανθρωπότητα» αναγγέλλει τον ουμανισμό του στο ποίημά του “αγάπη”. Λιτός στις ανάγκες διαβίωσής του, «έχω τουτ’το δωμάτιο, ντιβάνι, το κρικρί, το ντιβάνι, το γραφειάκι μου για να γράφω και καλά είμαι έτσι· δεν χρειάζομαι πιότερα», ομολογεί στο ποίημα “μπασιάκ εναντίον μπασιάκ”, ένας «γεροφρήκ» που γράφει στίχους. Φανατικός πολέμιος της ιδιοκτησίας και της εργασίας, στρατευμένος ενάντια σε κάθε μορφής εξουσίας και των κατασταλτικών μηχανισμών της, των φασιστών, του παραλογισμού της λογικής, λάτρης της τζαζ, του Bob Dylan, των τσιγγάνικων βιολιών, του Καζαντζίδη και του Αγγελόπουλου, αλλά και του Πουλικάκου, του Ρεμπώ, του Χλέμπνικωφ, του Πρεβέρ, του Μπορίς Βιαν, του Σαρλώ, του Μακρή, των οδοκαθαριστών, της ρετσίνας, των γλεντζέδων και των σουρλουλούδων, εραστής των ηλιοβασιλεμάτων και του φεγγαριού, των γατιών και των λουλουδιών, της Κομμούνας και της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Με γλώσσα καθημερινή και ανεπιτήδευτη στήνει το ποιητικό του σκηνικό, υπηρετώντας με ευλάβεια το αισθητικό και κοινωνικό του όραμα. Παράλληλα, βαθιά ερωτικός “supergirl”, σαρκαστικός και επικριτικός απέναντι στην ποιητική, πολιτική και ιδεολογική ευπείθεια, τους λογοτεχνικούς και φιλολογικούς κύκλους, συντονίζει το βήμα του με κοινωνικό όραμα της επανάστασης, δίνοντας στην ποίησή του κοινωνικό περιεχόμενο, όχι με μεγαλόστομες κραυγές, αλλά στοχεύοντας με απόλυτη ακρίβεια στις κοινωνικές ανισότητες – “εξι ποιήματα διαμαρτυρίας”.

Η ποίησή του είναι βαθύτατα ανθρωπιστική, άρα επαναστατική, δίχως τις επικαιροποιήσεις της στρατευμένης ποίησης, ανένταχτη και ανατρεπτική.

Στα πεζά του κείμενα, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που συμπληρώνουν την πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική, αισθητική και ποιητική συγκρότηση γίνεται αρκετές φορές φλύαρος, επαναλαμβανόμενος, ώστε να κρίνεται περιττή η παρουσία κάποιων κειμένων που δεν προσφέρουν στην ολοκλήρωση της προσωπογραφίας του. Αλλά αυτό βεβαίως δεν βαρύνει το ποιητή, ο οποίος δεν γνωρίζουμε αν θα έδινε τη συγκατάθεσή του στη δημοσίευσή τους. Ο ποιητής δεν πρόλαβε να τακτοποιήσει το μεγάλο και χαώδες ποιητικό του έργο, εκτός από κάποιες αόριστες οδηγίες που είχε δώσει, πληροφορούμαστε στην εισαγωγή του βιβλίου, ώστε η κειμενική επιβάρυνση να οφείλεται στους επιμελητές της έκδοσης, αποδίδοντας στο αναγνωστικό κοινό ένα άνισο εκδοτικό αποτέλεσμα, σκοπεύοντας να παρουσιάσουν ακέραιο το έργο ποιητή.

«ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ γαγκάν μυτεράν Vivere Freakolosamente | ΑΠΑ(Ν)ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ» | εκδ. «ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ», 2021

*Ο Σπύρος Παύλου γεννήθηκε πριν 61 χρόνια στην Αθήνα. Τώρα ζει και εργάζεται στην Ρόδο. Διατηρεί το blog «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» από το 2007. Έχει δημοσιεύσει κείμενά μου στο περιοδικό «Δένδρο» πριν πολλά χρόνια, το 1981, στο εξαμηνιαίο περιοδικό «Ροδιακά Γράμματα», σε εφημερίδες της Ρόδου, πριν το 2000, και τα χρόνια του διαδικτύου στα περιοδικά «Φρέαρ», «Fractal», «Στάχτες», «Θράκα» (με ψευδώνυμο), και στο περιοδικό «Πλανόδιον», ανάμεσα στους νικητές του διαγωνισμού με θέμα «Δον Κιχώτης».

**Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://1-2.gr/2022/02/01/apo-to-diadiktyo-sta-apanta-toy-gkagkan-myteran/?fbclid=IwAR3LrxC-Ndd4EMn9DEdqO7cOaOV4dsi8LIRugOj2-Yba7o4geD9gHt24mC4

Αντιγόνη Κεφαλά: μία κατ’ εξοχήν ποιήτρια της Διασποράς

ΕΛΕΝΗ ΝΙΚΑ*

Να βρούμε το μέτρο μας, ακριβώς,
όχι την ηχώ άλλων φωνών.

Αντιγόνη Κεφαλά, ‘Διψασμένος καιρός’, 1978
“Στη Ρουμανία μας λέγανε Έλληνες, στην Ελλάδα αλλοδαπούς και στην Αυστραλία πρόσφυγες”.

Με τα λόγια αυτά η Αντιγόνη Κεφαλά (σε συνέντευξη που έδωσε κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στην Ελλάδα το 1990) εκφράζει την πικρία της για την κατάσταση του μετανάστη που ανήκει παντού και πουθενά. Η Αντιγόνη Κεφαλά είναι κατ’ εξοχήν κόρη της ευρείας ελληνικής Διασποράς. Γεννήθηκε στην Βράιλα της Ρουμανίας τη δεκαετία του 1930 από Έλληνες γονείς (καταγωγή του πατέρα από Μεσολόγγι και Μικρά Ασία, μητέρα από Ιθάκη). Στη Βράιλα έμεναν πολλοί Έλληνες, έμποροι και επιχειρηματίες, αλλά και πολλοί διανοούμενοι. Στην τελευταία κατηγορία ανήκε η οικογένεια της Αντιγόνης. Ο πατέρας της ήταν μουσικός, ο αδελφός της φοιτητής Μουσικής και η μητέρα της λάτρης της λογοτεχνίας. Η σοβιετική εισβολή μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στην Ρουμανία ανάγκασε πολλά μέλη της σφριγηλής ελληνικής κοινότητας να ζητήσουν άσυλο στην Ελλάδα. Η οικογένεια Κεφαλά έφτασε εκεί το 1947, αφήνοντας όλα τα υπάρχοντά της στην Βράιλα. Στο Λαύριο καθώς και στον Πειραιά, όπου τους πρόσφερε άσυλο η Ελλάδα, παρέμεινε για τέσσερα χρόνια, περνώντας φοβερές δυσκολίες σε μια χώρα που μόλις έβγαινε από τα δεινά του πολέμου και ιδίως του εμφυλίου. Αρκετά από τα ποιήματα και πεζά της Κεφαλά αναφέρονται σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια στο Λαύριο. Τελικά, η οικογένεια αποφάσισε να μεταναστεύσει και η μόνη χώρα που τους δέχτηκε, λόγω ορισμένων προβλημάτων υγείας, ήταν η Νέα Ζηλανδία.

Η οικογένεια Κεφαλά βρέθηκε σε ένα τελείως διαφορετικό κόσμο από εκείνον της Ρουμανίας που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει απότομα. Οι γονείς και ο μεγαλύτερος αδελφός δούλεψαν σε εργοστάσια, εκτός από την Αντιγόνη που ως ανήλικη, έπρεπε να παρακολουθήσει Γυμνάσιο. Στη συνέχεια σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Wellington από όπου αποφοίτησε με πτυχίο Μάστερς. Όμως για μία ακόμη φορά αναγκάστηκε για προσωπικούς λόγους να φύγει και από τη Νέα Ζηλανδία και να εγκατασταθεί το1960 στο Σίδνεϊ όπου και διέμενε μέχρι τον θάνατό της. Διετέλεσε σύμβουλος στο Australian Council for the Arts (κρατικός οργανισμός για την προώθηση των Καλών Τεχνών). Το 1988, μετά από πολυετή υπηρεσία, συνταξιοδοτήθηκε και έκτοτε ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη συγγραφή.

Δεδομένου ότι η οικογένεια της Αντιγόνης ασχολούνταν με τη μουσική και τα γράμματα, επόμενο ήταν η Αντιγόνη να στραφεί προς την ίδια κατεύθυνση. Οι σπουδές ήταν σε γλώσσες και λογοτεχνία. Γνώριζετέσσερις γλώσσες (Ρουμανικά, Γαλλικά, Ελληνικά και Αγγλικά), αλλά το λογοτεχνικό της έργο είναι γραμμένο μόνο στην Αγγλική διότι είναι η γλώσσα που κατέχει άπταιστα εφόσον έχει κάνει τις πανεπιστημιακές της σπουδές στα Αγγλικά και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο Σίδνεϊ. Η παρουσία της Αντιγόνης Κεφαλά στα αυστραλιανά γράμματα ίσως να είχε μείνει απαρατήρητη από την ελληνοαυστραλιανή κοινότητα εάν ο καθηγητής Γιώργος Καναράκης δεν είχε δημοσιεύσει τους καρπούς της έρευνάς του στο υπέρογκο βιβλίο του με τίτλο “Η λογοτεχνική παρουσία των Ελλήνων στην Αυστραλία” (Αθήνα 1985), και εν συνεχεία στην αγγλική γλώσσα, Greek Voices in Australia (ANU 1988). Τα δύο αυτά βιβλία αποδείχτηκαν καταλυτικά για την ραγδαία εξέλιξη της μελέτης και κριτικής της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας.

Σε κείνη ακριβώς την καμπή ήμουν κι εγώ τυχερή να βρεθώ, σπουδάζοντας Ελληνική και Αγγλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης. Οι συγκυρίες ήταν καταλυτικές και για μένα καθώς και για τον δρόμο που ακολούθησα αποφασίζοντας να ασχοληθώ με τη μελέτη της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας, ούτως ώστε οι σπουδές μου να συνδέονται με την πολυπολιτισμική κοινωνία. Και δεν ήμουν η μόνη. Μια σημαντική ομάδα πανεπιστημιακών και συγγραφέων έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην έρευνα, μελέτη, μετάφραση και διάδοση της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας.

Η Αντιγόνη Κεφαλά είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές της διασπορικής λογοτεχνίας που γράφοντας στην αγγλική γλώσσα διευκόλυνε την πρόσβαση μη Ελλήνων κριτικών να ασχοληθούν με το έργο της. Ίσως η Αντιγόνη να μην είναι γνωστή στο ευρύ κοινό της παροικίας μας, της χρωστούμε όμως ευγνωμοσύνη που έκανε εμάς και τις μεταναστευτικές μας εμπειρίες γνωστές στο αγγλόφωνο κοινό.

Άρχισα αυτό το σημείωμα με το πρόβλημα του μετανάστη που ανήκει παντού και πουθενά. Τελειώνω με ένα πιο ενθαρρυντικό σχόλιο που είχα αναφέρει στο παρελθόν για την Kεφαλά. Αν και το έργο της δεν είναι κοινωνικός ρεαλισμός, συνδυάζει όμως την τέχνη με την ιστορία, απεικονίζοντας τα σπουδαιότερα φαινόμενα του εικοστού αιώνα: τον πόλεμο και την αναπόφευκτη προσφυγιά και μετανάστευση. Χωρίς να αναφέρει καν τις δύο αυτές λέξεις, η παρουσία τους είναι εμμέσως διάχυτη σε ολόκληρο το έργο της.

Ένας από τους κύριους λόγους που η προσφορά της στα γράμματα θα καταστεί ανεπανάληπτη είναι ότι κατάφερε να δημιουργήσει μια δική της φωνή και όχι να μιμηθεί τις φωνές άλλων (βλ. τους δύο στίχους του ποιήματός της στην αρχή αυτού του σημειώματος). Μια μοναδική φωνή που ως επί το πλείστον μόνο κάποιος εξωτερικός παρατηρητής (πρόσφυγας ή μετανάστης) μπορεί να εκφράσει με μεγαλύτερη αυθεντικότητα.

Σημ. Το παραπάνω άρθρο συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά στο ειδικό αφιέρωμα για την Αντιγόνη Κεφαλά σελ. 20-41, περιοδικό Αντίποδες (2018) και λόγω του ξαφνικού θανάτου της πρόσφατα.


*Η Ελένη Νίκα (πρώην Πανεπιστημιακός στο La Trobe University) είναι μεταφράστρια και εκδότρια ορισμένων από τα έργα της Αντιγόνης Κεφαλά σε δίγλωσσες εκδόσεις μέσω του οίκου της Owl Publishing.

Γιώτα Τεμπρίδου, για την Πατ Πάρκερ

Όταν άνοιξα το τεύχος δέκα του “Τεφλόν”, έμαθα την Πατ Πάρκερ. Όταν έμαθα την Πάρκερ, ανάσανα αλλιώς και ψήλωσα δυο πόντους. Όταν βλέπω ομοφοβικούς στο δρόμο, σκέφτομαι την Πατ Πάρκερ. Όταν πήγε η Ζωή στην Αμερική, της παράγγειλα Πάρκερ, αλλά δε μου την έφερε. Για την Πάρκερ μού έχουν μιλήσει η Ελένη και η Μαρίνα. Όταν ακούω τη φωνή της Γιώτας, μου έρχεται στο μυαλό η Πατ Πάρκερ: μας τη διάβασε κάποτε στους χώρους του εξεγερμένου απιθί. Η Ελένη, η Μαρίνα, η Ζωή, η Γιώτα κι εγώ αγαπάμε την Πατ Πάρκερ. Όλος ο κόσμος αγαπάει την Πάρκερ. Όλος ο κόσμος εκτός απ’ τους ρατσιστές, τους μισάνθρωπους, τους ομοφοβικούς αγαπάει την Πάρκερ. Όταν κουβεντιάζω με το σκύλο μου, θυμάμαι την Πατ Πάρκερ. Κι όταν πλησιάζουν τα γενέθλιά μου, θυμάμαι την Πάρκερ: η Ελένη μού έταξε μια εξαντλημένη μετάφρασή της στα ελληνικά, αλλά δε μου την έδωσε ακόμη. Ένα βράδυ στον ύπνο μου, ήρθε να με βρει η Πατ Πάρκερ. Στους αιώνες των αιώνων θα το θυμάμαι αυτό. Τη μετάφραση ελπίζω να μη χρειαστεί να την περιμένω τόσο.

*Από το βιβλίο “διαλεκτική” της Γιώτας Τεμπρίδου και του Χρήστου Κολτσίδα, που κυκλοφορεί από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες.

Για τον ζωγράφο Μπασιάκo

Μαριάνθη Μαρκοπούλου*

Ας πω εδώ για τον ζωγράφο Μπασιάκo. Υπήρξε μια εποχή που σταμάτησε να γράφει, πήρε πινέλα και μπογιές, κι ό,τι έβρισκε πεταμένο στους δρόμους, τάβλες, σανίδια, τελάρα, χαρτόνια, τα μάζευε και τα ζωγράφιζε. Και όλο αυτό κάποτε το έφτιαξα μια ιστορία, ένα διηγηματάκι, του το διάβασα και του άρεσε∙ να μου το αφιερώσεις μου είπε, εννοείται του είπα, αλλά απέμεινε έτσι, ημιτελές, αλλά με την αφιέρωση επάνω.

Τέλος πάντων, η ιστορία μιλάει για μια γαλάζια μονοκατοικία από αυτές τις μικρές με το μωσαϊκό στο πάτωμα και γύψινα στα ταβάνια, με τη εξωτερική σιδερένια σκάλα σαν ελατήριο, που ξέμεινε ακατοίκητη σε μια γειτονιά με νεόδμητα. Μια φάλτσα νότα. Και ήρθε η ώρα της και αυτηνής, είναι η μέρα της κατεδάφισης, ο εργολάβος είναι ήδη εκεί, περιμένει, τα συνεργεία τον έχουν στήσει, αρχίζει να τριγυρνάει μέσα, ντενεκέδια και εφημερίδες κάτω από τα πόδια του, και για πρώτη φορά o εργολάβος, βλέπει, προσέχει μάλλον, τους ζωγραφισμένους τοίχους.

Γιατί η μονοκατοικία είναι από άκρη σε άκρη ζωγραφισμένη, δεν υπάρχει ούτε μια πιθαμή άδεια. Αλλού έντονα κόκκινα, πορτοκαλί, πράσινα, αλλού σκοτεινιές, λέξεις πεταμένες εδώ και εκεί, φόντα δαιδαλώδη, και ανάμεσα ουρανοί, καταιγίδες, τρένα, γάργαρα νερά, καραβάνια περιπλανώμενων, αλέες με αγάλματα∙ μια τοιχογραφία, όπου τα δίχτυα ψαρεύουν αστεράκια, οι γοργόνες ξεπροβάλουν στον καπνό της πίπας του μοναχικού ναύτη Ταπίνι, ο πεθαμένος καπνίζει ξαπλωτός μέσα στην κάσα του όσο μια χαρωπή πομπή τον συνοδεύει, ο βιολιτζής παίζει το βιολί του μόνος σε μια βουνοκορφή, ή συνοδεύοντας ως αερικό τους ερωτευμένους, το λεωφορείο χάνεται στο δάσος και έχει για συνοδηγό έναν γάιδαρο και για επιβάτες μια νύφη και μια τσιγγάνικη ορχήστρα, και ένα τραπέζι με κάθε λογής φαγητά, και ποτήρια που τσουγκρίζουν, και σύννεφα, (μπορεί να δούμε και την νιότη μας εκεί), περιπατητές, γάτες που λιάζονται στα καμπαναριά, μουστακαλήδες που βγαίνουν από λαγούμια, δημαγωγοί πάνω σε βαρέλια, κι ένα περιπλανώμενο τσίρκο με τους ακροβάτες του και – εννοείται – τρύπια τέντα. Ένα όργιο από λεπτομέρειες, από χαρωπές παρέες, από θλιμμένους μόνους, από μπουγάδες που στεγνώνουν στα βράχια, κι ένα ολόκληρο χωριό σε μια γιορτή και μικρές φωτιές, και κυκλικοί χοροί, και πρόσωπα, παντού πρόσωπα, με ανάγλυφα βλέμματα, με έντονες μύτες, με γραμμές άγριες σαν αρχαίου πολιτισμού κάποιου προϊστορικού σπηλαίου∙ κοίταζε απορημένος ο εργολάβος, ποιος μουρλός να τα ζωγράφισε όλα αυτά; Εμείς ξέρουμε ότι τα ζωγράφισε ο Μπασιάκος. Αυτός είναι ο ζωγράφος και αυτά τα έργα του.

Και όλο αυτό το μπασιακικό σύμπαν, οι μπασιακικοί κήποι μπαίνουν μέσα στο δισάκι του, αυτό που παίρνει μαζί του στα «μαύρα χώματα», μαζί με μια «φούχτα πάτριο ουρανό», τον δικό του αιώνα, εκεί που ορίζει την καταγωγή του, όπου τα γκρουπάκια κάνουν πρόβες και βγαίνουν οι μουσικές από τα υπόγεια να συγκλονίσουν τον περαστικό πιτσιρικά και να αλλάξει μεμιάς ο κόσμος του, όπου ένα ποίημα αρκεί να σου φέρει τα πάνω κάτω, όπου φυσάει αυτός ο αέρας από κινήματα που αλλάζουν τον κόσμο, αυτός ο αέρας που σε παίρνει και σε σηκώνει και αντί να είσαι η απάντηση, γίνεσαι εσύ η ερώτηση. Δεν πρόκειται για παράλληλο κόσμο. Είναι αυτός ο ίδιος ο κόσμος μέσα από τα μάτια του ποιητή, όσων ζουν ποιητικά και ας μην γράφουν ποιήματα. Όλα όσα θα έβαζε σε μια χρονοκάψουλα να τα βρουν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος ή εξωγήινοι πολιτισμοί. Εκεί, και οι πεινασμένοι αρτίστες στις σοφίτες της Μονμάρτρης, τα στέκια, το χειροποίητο, οι τρύπες, με τις παρέες που συναντιούνται τυχαία κάτω από το αθηναϊκό δείλι, τα καταγώγια, με τις μουσικές και τα διαβάσματα που μας καθόρισαν, την πατρίδα του, γιατί με τι άλλο τρέφεται ένας ποιητής; «Με βιβλία και σινεμά τρεφόμασταν τότε», όλα αυτά που συναντιέσαι μαζί τους και αλλάζεις για πάντα. Γιατί εμείς λέει, «ό,τι διαβάσαμε δεν το διαβάσαμε σαν φιλόλογοι». Μας καθόρισε, έγινε οδηγός, απαράβατος κανόνας. Γιατί εμείς, όπου αγαπάμε, αγαπάμε. Γιατί το να ζεις σαν ποιητής είναι βαθιά πολιτική πράξη. Όσο επαναστατικό είναι να μπορείς να παραμένεις άνθρωπος. Όπως και το κέρασμα είναι πολιτική πράξη, η αγάπη, η ευγένεια, το μοίρασμα, να βρίσκεις δρόμο, να κάνεις ειρήνη με τη φύση των πραγμάτων.

Σκέφτομαι συχνά, σε αυτή την διετία που λείπει, που ήταν τόσο γεμάτη με πρωτόγνωρα πράγματα, τι θα έλεγε, για όλα αυτά που ζήσαμε και ζούμε. Και σκέφτομαι ότι ίσως φεύγουμε από αυτό τον κόσμο επιλεκτικά, όταν παύουμε να τον αντέχουμε. Και δεν ξέρω τι θα άντεχε ο Μπασιάκος που δηλώνει ήδη εμιγκρές σε αυτό τον αιώνα, παρείσακτος σε μια απάνθρωπη φαινομενική τελειότητα, σε ένα κόσμο άσπιλο, πειθαρχημένο, χωρίς φάλτσα, χωρίς κακές λέξεις και χωρίς γέλιο, αυτή την τόσο επαναστατική πράξη, «το γέλιο που θα σας θάψει».

Στο μπασιακικό δάσος, ο άνθρωπος είναι ατελής, incorrect, παιδεύεται από τις αντιφάσεις του, μπορεί να κλάψει στον ώμο του πρώην μπάτσου που θα στον έστελνε στην Σιβηρία, να συγκινηθεί με την γκαρσόνα του σκυλάδικου που απαγγέλει στίχους, να ακολουθήσει τον κλέφτη τραυματία στα μπουζούκια, να ζήσει παρέα με τα πρεζάκια σε ένα ξενοδοχείο της Βάθης, να γίνει φίλος με τον απατεώνα παπά με το τίμιο ξύλο. Ο ίδιος ο Μπασιάκος είναι μια τίμια αντίφαση, ένας εργατικός ράθυμος, ένας σεβαστικός βλάσφημος. Τον ενδιαφέρουν οι άνθρωποι, γεμάτοι πάθη και λάθη, αρκεί να εντοπίσει πάνω τους την αυθεντικότητα, την ατόφια συγκίνηση. Και αυτό το εσωτερικό ρίγος είναι το δείγμα, ο θερμοστάτης που μετριέται η συναισθηματική και πνευματική υγεία, η ηθική του μπασιακικού σύμπαντος. Είναι το χέρι που βλέπει να τον χαιρετά μέσα από μια κλούβα και ξέρει ότι είναι άνθρωπος δικός του. Το δράμα των ανθρώπων και οι χαρά τους. Η ανεπιτήδευτη φύση των πλασμάτων, όπως κελαηδεί το κοτσύφι∙ το κοτσύφι παίζει στα γραπτά του, είναι ο οδηγός. Αν το μέτρο του ποιήματος είναι τα πόδια από τα δουλικά που τα κουνάνε νευρικά στο παγκάκι καπνίζοντας στο ρεπό τους, αν αυτό είναι ο ρυθμός, τότε το κοτσύφι είναι η μελωδία. Και αυτό είναι το τραγούδι του, ή καλύτερα το τραγούδισμα του. Δεν θα μιλήσω για τον Μπασιάκο τραγουδιστή, εκεί και αν έχουμε φάλτσα καταγεγραμμένα…

Κάπου γράφει «καπνίζω και δεν έχω καμία όρεξη να ονειροπολώ», και παρότι εύκολα παρερμηνεύεται ως παραίτηση είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι ένας ύμνος στην στιγμή. Ζήτω η ύπαρξη και ζήτω η θνητότις. Και ζήτω το δέος, εκεί που η ύπαρξη θεριεύει. Η ποίηση είναι το ξεροκόμματο που έχει στη τσέπη να τον κρατήσει ζωντανό ως την επόμενη, είτε μόνος βολοδέρνοντας ανάμεσα στους σπουργίτες είτε στο καμαράκι, όπως κι ο έρωτας, που με ένα «Θοδωρή», θα τον κρατήσει ζωντανό για μια βδομάδα ακόμα. Και αυτή την θνητότητα γλεντάει, όχι με γέλια και χαρές μόνο, αλλά με δάκρυ, «με το λυπητερό αλλά και το χαρούμενο πένθος».

Στην ιστορία μου κατεδαφίζεται το σπίτι. Και η παλιά μονοκατοικία, που πράγματι υπήρξε και που επικοινωνούσε με σταλαχτίτες και υπόγειες στοές, γκρεμίστηκε. Και ο εργολάβος, που ιδέα δεν έχει από παλίμψηστα και ψηφιδωτά, από το ετερόκλητο πλήθος, από την ιστορία που γράφουν οι ανώνυμοι, και που πάνω στο πρόσωπο του ενσαρκώνονται όλοι οι διαχρονικοί βάρβαροι, οι εχθροί της φυλής, δίνει μια και τα γκρεμίζει όλα. Μόνο ένα κομμάτι μπογιά βάζω να έχει κολλήσει στο δάχτυλο του, ένα ενοχλητικό ίχνος που δεν βγαίνει όσο και να το πλένει. Ένα τατουάζ πάνω στο αποτύπωμά του.
Από τα έργα του Μπασιάκου τα ζωγραφικά, ελάχιστα έχουν μείνει. Σκορπισμένα και αυτά σαν τους στίχους του∙ όπως ζωγράφιζε έτσι έγραφε, καθισμένος σε άβολη καρέκλα, με τη πλάτη στο βοριά. Αλλά αν οι εχθροί έχουν εκρηκτικά και μπάλες κατεδάφισης «το δικό μας παντοδύναμο όπλο, είναι η αλήθεια». Ή αλήθεια «που συγγενεύει με την αλητεία» από την αρχαία έννοια της περιπλάνησης. Ας την γκρεμίσουν την μονοκατοικία. Αυτό το πανηγύρι, μπήκε ξανά σε στίχους. Όλες οι εικόνες είναι εδώ. Αχαρτογράφητες. Με ερημιές και βροχές και βιολιά και μέθη, και ο μεγάλος ρεμβασμός, με απλωμένα απαραιτήτως τα ποδάρια, και ξέφραγα οικόπεδα, ποδαρόδρομοι και άσκοπη περιπλάνηση, και καφενεία λαϊκά, που μυρίζουν γκάζι και τηγανόλαδο ή που συχνάζουν οι περίεργοι τύποι του Λαπέζ Αζίλ, «τα καφενεία που χωρίς αυτά δεν θα υπήρχαμε», σε αυτή την περιβόητη «προσμονή του απρόσμενου», και σπεύδε βραδέως, και πείνα αλλά χλιδή για όλους, και ερωτευμένα αστεροσκοπεία, αυτοδίδακτοι, ανεπρόκοποι, γνωριμίες των κρατητηρίων, των παμπ και των χαμαιτυπίων, των μύθων της κεντρικής λεωφόρου, ο πολύχρωμος πλανήτης, «τούτη η γη των προλετάριων» που αγάπησε, εδώ που είπε ν’ αφήσει «τα αλήτικά του κόκκαλα».

Ό,τι έχει στο σακούλι του και κουβαλάει μαζί του, το έργο των αφανών της γης, όσων εργάστηκαν για το κέφι τους, μη παίρνοντας πίσω ούτε χρήμα ούτε δόξα. Αυτοί είναι οι ήρωες του και αυτούς θέλει να κληρονομήσει. Και όλα δένουν γλυκά, στο τακτοποιημένο χάος που παίζει στα δάχτυλα του. Μπορεί να το παίρνει αμπάριζα η μπουλντόζα, αλλά σιγά, το σπάει άμα λάχει και εθελοντικά, όπως σπάει τις κασέτες με τα τραγούδια που μάζεψε με τόσο κόπο στην τελευταία σκηνή από το Γκάτζο Ντίλο ο πρωταγωνιστής και ύστερα χορεύει στον τάφο τους, έναν χορό χωρίς μουσική, μόνος. Δεν έχει σημασία. Ειπώθηκε. Βιώθηκε. Μια τελετή για την αριστοκρατία των απόκληρων, όπως του Σαρλώ, η ευγένεια του αντιήρωα που δεν καταδέχεται να ζει παρά μόνο για να ζει. Τόσο ελεύθερος που να μπορεί να τα απαρνηθεί όλα. Γιατί «το ζητούμενο δεν είναι η ευτυχία. Το ζητούμενο είναι η ελευθερία», κι όποιος ζει μέσα στο ποίημα, στο ποίημα μέσα θα πεθαίνει. Μάλλον αξίζει τον κόπο.

*Το κείμενο μου για την παρουσίαση του Γκαγκάν Μυτεράν, Vivere Freakolosamente, στο Αγρίνιο, 25/11, στο βιβλιοπωλείο Αγαύη και την επομένη στην Πάτρα, στο βιβλιοπωλείο Nouveau.

**Ζωγραφιά: Μπασιάκ, αυτοπροσωπογραφία.

Η ποιήτριά μας Αντιγόνη Κεφαλά κερδίζει το Βραβείο Patrick White 

Μια ιστορική φωτογραφία, πριν αρκετά χρόνια στην Μελβούρνη. Από αριστερά, Ελένη Νίκα, Δημήτρης Τσαλουμάς και Αντιγόνη Κεφαλά

Είναι η δεύτερη φορά που το Βραβείο πηγαίνει σε Ελληνοαυστραλιανά χέρια

Η ανακοίνωση ότι η Ελληνοαυστραλή ποιήτρια Αντιγόνη Κεφαλά (Antigone Kefala) κέρδισε το φετινό Patrick White Award είναι κάτι το φανταστικό, αλλά και μια ιστορική στιγμή, όχι μόνο για την ελληνοαυστραλιανή λογοτεχνία, αλλά και γενικώς για την μεταναστευτική λογοτεχνία στην Αυστραλία, μιας και η Αντιγόνη Κεφαλά άξιζε και με το παραπάνω να τύχει αυτής της ύψιστης διάκρισης στα αυστραλιανά Γράμματα.


Το εν λόγω Βραβείο δημιουργήθηκε αφότου ο Patrick White κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1973, και απονέμεται κάθε χρόνο στον ή στην συγγραφέα που είναι άκρως δημιουργικός/ή για μια μακρά περίοδο και που αξίζει να του/της απονεμηθεί το εν λόγω Βραβείο.


Για μας τους Ελληνοαυστραλούς, η απονομή του φετινού Βραβείου στην Αντιγόνη Κεφαλά έχει μια ιδιαίτερη σημασία, μιας και η Αντιγόνη είναι από τους πλέον χαρακτηριστικούς εκπροσώπους αυτού που στην Αυστραλία ονομάζουμε μεταναστευτική λογοτεχνία.


Στην πρόσληψη του έργου της Αντιγόνης Κεφαλά από την ελληνοαυστραλιανή παροικία, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η έκδοση τεσσάρων έργων της από το Owl Publishing, που διηύθυνε η πρώην ακαδημαϊκός και εκδότρια Ελένη Νίκα, η οποία πάντα διέκρινε την ανάγκη του να προωθηθεί το έργο προβεβλημένων λογοτεχνών μας πρωτίστως στην παροικία.


Η Ελένη Νίκα λοιπόν εξέδωσε τα παρακάτω βιβλία της Αντιγόνης Κεφαλά:

-Alexia: a tale for advanced children (αγγλικά και ελληνικά) (1995)

-Poems: a selection (αγγλικά και ελληνικά) (2000)

-The Island (αγγλικά, ελληνικά και γαλλικά) (2002)

-Max: the Confessions of a Cat (αγγλικά και ελληνικά) (2009)
Επίσης, το 2013, εκδόθηκε το βιβλίο “Antigone Kefala: a writer’s journey” υπό την ευθύνη των Βρασίδα Καραλή και Ελένης Νίκα.


Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να τονισθεί είναι ότι το Βραβείο περνάει για δεύτερη φορά σε ελληνοαυστραλιανά χέρια, μιας και ο αείμνηστος Δημήτρης Τσαλουμάς το είχε κερδίσει το 1994.


Γεννημένη στην Μπράιλα της Ρουμανίας, η Κεφαλά έζησε από πολύ μικρή με την οικογένειά της την εμπειρία της προσφυγιάς, πρώτα στην Ελλάδα και μετέπειτα στη Νέα Ζηλανδία, ενώ στην Αυστραλία έφτασε μόνη της τον Δεκέμβριο του 1959, μια στιγμή που η ίδια έχει αποτυπώσει αρκετά έντονα στα βιβλία της.


Μια ποιήτρια η πρώτη γλώσσα της οποίας ήταν τα ρουμανικά, η δεύτερη τα γαλλικά και η τρίτη τα ελληνικά, άρχισε να κατακτά από την πρώτη στιγμή την τέταρτη γλώσσα της, τα αγγλικά, μια γλώσσα στην οποία έγραψε ολόκληρo το λογοτεχνικό της έργο, με το οποίο αναγνωρίσθηκε μιας και το 2017 κέρδισε ένα άλλο μεγάλο αυστραλιανό Βραβείο, το Judith Wright Calanthe Award, και τώρα κατακτά και το Patrick White, καθιστώντας την ως μια από τις πιο επιδραστικές ποιήτριες της χώρας.


Πέρα από τις συλλογές της, σημαντικότατο έργο κρίνεται και η τριλογία της, η οποία φανερώνει όχι μόνο τις πτυχές της ζωής και του έργου της, αλλά και τις απόψεις της για πρόσωπα και πράγματα και όχι κατ’ ανάγκη του χώρου της λογοτεχνίας, μια τριλογία η οποία αποτελείται από τα έργα Summer Visit (2003), Sydney Journals (2008) και Late Journals (2022), όλα από τις Giramondo Publishing.

PUBLISHED WORKS BY ANTIGONE KEFALA

Poetry

  • The Alien (Gargoyle Poets/Makar Press, 1973)
  • Thirsty Weather (Outback Press, 1978)
  • European Notebook (Hale & Iremonger, 1988)
  • Absence: new and selected poems (Hale & Iremonger, 1992, 1998)
  • Fragments (Giramondo, 2016)

Prose

  • The First Journey: two short novels (Wild and Woolley, 1975)
  • Alexia: a tale of two cultures (John Ferguson, 1984)
  • The Island (Hale & Iremonger, 1984)
  • Summer Visit: three novellas (Giramondo, 2002)
  • Sydney Journals: reflections 1970-2000 (Giramondo, 2008)
  • Late Journals (2000-2020) (Giramondo 2022)

In Greek translation (bilingual or trilingual editions)

  • Alexia: a tale for advanced children – English/Greek. Owl Publishing 1995
  • Poems: a selection – English/Greek. Owl Publishing, 2000
  • The Island – English/Greek/French. Owl Publishing, 2002
  • Max: the confessions of a cat – English-Greek. Owl Publishing, 2009

Awards

  • Poetry award: the 2017 Judith Wright Calanthe Award (State Library of Queensland Poetry Collection) for her most recent poetry book, Fragments.
  • Winner of the Patrick White Award (2022). This award is given to a writer who has been highly creative over a long period but has not necessarily received adequate recognition.

Also short-listed for her poetry collection Fragments:

  • the 2017 Prime Minister’s Awards
  • the 2017 NSW Premier’s Literary Awards
  • the 2017 John Bray Poetry Award (Adelaide Festival Awards for Literature)

Γιώτα Τεμπρίδου, «Σου γράφω πάλι από ανάγκη»: Η εξαιρετική περίπτωση της Παρβάνα Αμίρι

Παρβάνα Αμίρι, Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα, μτφ. Χρίστος Μάης, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2021.

Η Παρβάνα Αμίρι, το κορίτσι με την άσπαστη πένα, είναι σήμερα δεκαεφτά ετών και ζει στην Ελλάδα[1]. Γεννήθηκε στο Αφγανιστάν, πέρασε από το Πακιστάν, το Ιράν και την Τουρκία, έζησε στη Μόρια και στη Ριτσώνα. Τη γνωρίσαμε όταν μας έγραψε μια σειρά από γράμματα, όχι στη μητρική της γλώσσα, αλλά στα αγγλικά. Την αποστολή των γραμμάτων, την κυκλοφορία τους στο ίντερνετ δηλαδή αλλά και τη μετάφρασή τους στα ελληνικά, ανέλαβε το δίκτυο Welcome to Europe. Αυτά έγιναν το 2020. Τη σκυτάλη πήραν μετά οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, που φρόντισαν την έντυπη έκδοση των γραμμάτων της Παρβάνα Αμίρι Η πένα μου δεν σπάει, τα σύνορα είναι που θα σπάσουν: Γράμματα στον κόσμο από τη Μόρια. Τα δεκατέσσερα γράμματά της ανοίγουν με τα λόγια «μπες στη θέση μας», δυσπιστούν στα σύνορα και έχουν, νομίζω, αφυπνίσει αλλά και ενδυναμώσει ήδη πολλές από εμάς. Χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι η έγνοια της Παρβάνα να δώσει φωνή σε όσο περισσότερες και περισσότερους μπορεί. Δεν μας προσφέρει έτσι την ιστορία μιας προσφύγισσας, αλλά πολλές προσφυγικές ιστορίες· ή πάλι: σκόρπιες στιγμές ενός συλλογικού βιώματος[2].

Και ενώ τα γράμματά της ταξιδεύουν ανά τον κόσμο (θα μεταφραστούν μάλιστα το επόμενο διάστημα στα ισπανικά), η Παρβάνα μεταφέρεται στο στρατόπεδο προσφύγων της Ριτσώνας. Στο ανήσυχο χέρι της συνεχίζει να έχει την πένα της, με αποτέλεσμα στην εκπνοή του 2021 να κυκλοφορήσει, από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες ξανά, το δεύτερο βιβλίο της Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα. Γράφεται και αυτό στα αγγλικά, τη μετάφραση αναλαμβάνει ο Χρίστος Μάης αυτή τη φορά. Η Παρβάνα, που γνωρίζει πόση αξία έχει «να βοηθάς, να μοιράζεσαι, να δίνεις, να προσέχεις τις άλλες» (26), μας καλεί μέσα στο στρατόπεδο της Ριτσώνας τώρα, να δούμε με τα μάτια μας, να ακούσουμε με τα αυτιά μας, να γνωρίσουμε ανθρώπους που είναι σαν εμάς –μόνο πιο άτυχοι. Η έννοια των συνόρων συνεχίζει να την απασχολεί, στην εξίσωση μπαίνει όμως τώρα και μια παράμετρος ακόμα: η πανδημία.

Το καινούργιο βιβλίο της Παρβάνα Αμίρι ανοίγει με μια αγκαλιά, ένα βουνό, έναν ωκεανό, μια κοιλάδα, έναν γαλαξία και μερικά άστρα ευχαριστιών. Ακολουθεί ένα κείμενο-μανιφέστο με τίτλο «Ποιος είναι πρόσφυγας;». Οι πρόσφυγες είναι συνηθισμένα ανθρώπινα όντα: «το ορφανό παιδί, η ανύπαντρη μητέρα, οι ηλικιωμένοι γονείς, οι ευάλωτοι άνθρωποι, τα θύματα πολέμου»(12, 13), εξηγεί η Παρβάνα και μας προετοιμάζει για ό,τι έπεται. Έπεται η καταγραφή εμπειριών-πορειών: την πορεία προς την Ευρώπη ακολουθεί η πορεία προς το άσυλο, την ενσωμάτωση, την αξιοπρεπή ζωή. Έπεται η αφήγηση ιστοριών «αναμονής και υπομονής» (152), που είναι γεμάτες «διακρίσεις, ανισότητα, καταπίεση», αβεβαιότητα για το μέλλον (14). Είκοσι εφτά αριθμημένα γράμματα, το πρώτο από τα οποία γράφεται τον Μάρτιο του 2020.

Ήδη από το πρώτο αυτό γράμμα, «Η Ριτσώνα υπό τον CoVid-19», στο επίκεντρο τίθεται η πανδημία. Η πανδημία που βρίσκει τους πρόσφυγες συνωστισμένους, χωρίς ενημέρωση, χωρίς πόσιμο νερό. Τον κορωνοϊό αφορούν και τα αμέσως επόμενα γράμματα. Στο δεύτερο, «Έσπασε η αλυσίδα», ο ιός φτάνει στο στρατόπεδο. Το τρίτο απαντάει με διαύγεια στο ερώτημα «Τι μας διδάσκει ο κορωνοϊός;». Μας διδάσκει πολλά, ανάμεσα στα οποία και «τι σημαίνει να είσαι προσφύγισσα. Τι σημαίνει να είσαι ευάλωτη, να σε αγνοούν· να είσαι ζωντανή, αλλά κρυμμένη· ελεύθερη, αλλά σε φυλακή· με χιλιάδες λέξεις, χιλιάδες σκέψεις, αλλά υποχρεωμένη να παραμένεις σιωπηλή» (27). Το τέταρτο, «Δημόσια ασφάλεια ή μαζικός αφανισμός;», αφορά τη συνθήκη της καραντίνας. «Τι σημαίνει καραντίνα σε ένα στρατόπεδο προσφύγων» όμως; Μια υπεύθυνη απάντηση θα μπορούσε να δοθεί μόνο μέσα από ένα τέτοιο στρατόπεδο.

Βασικός άξονας του βιβλίου παραμένει βέβαια η ζωή των προσφύγων, η μοίρα των προσφυγισσών. Η Παρβάνα γράφει για όλα αυτά που τους λείπουν, την υποτίμηση που υφίστανται, τη ζημιά που έχουν υποστεί, την παραμέληση των παιδιών, την κατάθλιψη, τα ψυχολογικά προβλήματα μικρών και μεγάλων. Γράφει για χαμένες ελπίδες, ανυπέρβλητες δυσκολίες, τείχη γύρω από στρατόπεδα, φωνές που (δεν) φιμώνονται, παραβιάσεις δικαιωμάτων, μια ημέρα στη δουλειά, μια αυτοκτονία και μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας, μια φωτιά και μια εκκένωση, έναν βιασμό. Γράφει για ζωές σε αναστολή.

Στην προσπάθειά της να είναι λεπτομερής και περιγραφική, μπαίνει σε ρόλο μάνας, πατέρα, γιαγιάς, παιδιού. Διατυπώνει ερωτήματα, αμφισβητεί, κατακεραυνώνει, διεκδικεί, απαιτεί: «Και μην παριστάνετε πως μας υποστηρίζετε φωτογραφίζοντάς μας και ανεβάζοντάς μας στο Facebook.» (53), «Θέλουμε τις γροθιές σας υψωμένες για εμάς, όχι εναντίον μας!» (56), «Θα έμενες σιωπηλός μπροστά σε αυτή την αθλιότητα;» (112), «Αγαπημένοι μου γονείς, θέλω να παραπονεθώ για τις πράξεις σας.» (105), «Αγαπητό Κράτος, δεν σε εμπιστευόμαστε!» (113), «Υποστηρίξτε μας. Σταθείτε αλληλέγγυες. Μην τους επιτρέψετε να μας απομονώσουν.» (117), «Απαιτούμε τα δικαιώματά μας σε αξιοπρεπή διαβίωση, αξιοπρεπή εργασία, αξιοπρεπή στέγαση, σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και εκπαίδευση.» (123).

Η Παρβάνα δίνει φωνή στη μικρή Rahela, που έχει μια τρύπα στην καρδιά, και στη μητέρα της που πασχίζει να τη σώσει. Σε μια εξηντάχρονη μάνα και γιαγιά, με άντρα θαμμένο στο Ιράν, αδέρφια θαμμένα στο Αφγανιστάν και γιο στη φυλακή. Σε μια παντρεμένη μητέρα που καταχωρείται ως ανύπαντρη επειδή το γραφείο ασύλου δεν αναγνωρίζει τον γάμο της. Σε έναν περήφανο αγρότη. Σε έναν δεκαεφτάχρονο που περνάει τις μέρες του στα κρεμμυδοχώραφα –κρεμμύδια ξεθάβει, όνειρα θάβει. Στη Farishta που μια πυρκαγιά τη φέρνει για λίγο από τη Μαλακάσα στη Ριτσώνα. Σε μια δεκαπεντάχρονη που τη βιάζει ένας φίλος της. Σε έναν ξεριζωμένο Αφγανό πατέρα. Και σε άλλες και άλλους. Από τις σελίδες του βιβλίου της περνάνε λαθρέμποροι που τάζουν, αστυνομικές δυνάμεις που δεν βοηθούν, δεξιές ομάδες που επιτίθενται, αρχές που υπόσχονται και εύκολα ξεχνούν. Η προσοχή της όμως είναι στραμμένη στους με κάθε τρόπο πληγωμένους, στις γυναίκες που έχουν υποστεί κάθε λογής βία από οικείους και ξένους, σε αγόρια και κορίτσια που μεγαλώνουν περιστοιχισμένα από απειλές, σε τόπους ξεχασμένους.

Είκοσι εφτά γράμματα μετά, η Παρβάνα γράφει έναν «Αποχαιρετισμό στη Ριτσώνα»: Στην κατακλείδα της αποχαιρετά τη Ριτσώνα, που «δεν ήταν ποτέ ένα απλό στρατόπεδο» (171). Την αποχαιρετά, παίρνοντας την πένα της μαζί, γνωρίζοντας πως «υπάρχουν κι άλλες ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν κι άλλες λέξεις που πρέπει να γραφτούν» (167). Καταγράφει πράγματα που θα της λείψουν· θα της λείψουν άνθρωποι, αισθήσεις και στιγμές. Εικόνες και αναμνήσεις που θα πάρει μαζί: «Ποτέ δεν θα ξεχάσω» (169). Καταλήγει στη δήλωση (που είναι και υπόσχεση μαζί) πως «το ταξίδι και ο αγώνας συνεχίζονται» (171). Πρόκειται πάντα για έναν αγώνα συλλογικό. Η Παρβάνα δεν παλεύει για το δικό της μόνο μέλλον αλλά και για πολλών ακόμα παιδιών, εφήβων, ανθρώπων, γυναικών.

Την έκδοση πλαισιώνει ένα επίμετρο του Γιώργου Σπυρόπουλου, που είναι μέλος της συνέλευσης Stop War on Migrants. Η ανάγνωση του βιβλίου μάς αφήνει με ένα μούδιασμα, κάτω από το οποίο είναι κάτι άλλο που εκκολάπτεται –μια διάχυτη αίσθηση θάρρους. «Θάρρος είναι να μπαίνεις στη θέση αυτών που επιζητούν τα δικαιώματά τους ανά τον κόσμο» (41), γράφει η Παρβάνα. Η Παρβάνα που μας ζητά επίμονα «μαζί να παλέψουμε για το κοινό μας καλό» (123). Η Παρβάνα που δεν εφησυχάζει –επισκέπτεται στρατόπεδα προσφύγων, παίρνει μικρόφωνα, καλεί σε διαμαρτυρίες· παρατηρεί, σκέφτεται, αντιδρά και γράφει.

Η Παρβάνα που επιλέγει να μην πορεύεται μόνη. Με την ολοκλήρωση του βιβλίου της, λέει «και τώρα η σειρά σας», ανεβάζει δυο πιθανούς τίτλους στο Facebook και συζητάει γνώμες και προτάσεις γνωστών και αγνώστων. Η Παρβάνα που σε κοιτάει και με αγωνία σε ρωτάει πώς σου φάνηκε το βιβλίο της: «Τι θα μπορούσα να αλλάξω;». Δεν συγκρατεί τον ενθουσιασμό της όταν ακούει πως πολλές περιμένουν να τη γνωρίσουν στην παρουσίασή της. Η Παρβάνα που, με αγωνία ξανά, ρωτάει «και τα ποιήματα;» και εγώ που τότε μόνο πληροφορούμαι πως γράφει και ποιήματα –ετοιμάζονται από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες και αυτά[3]. Η Παρβάνα με δυο βιβλία-βόμβες στο ενεργητικό της και εγώ που ξεκίνησα να γράφω για μια έκδοση που θεωρώ τόσο σημαντική και διαπίστωσα πως θα ήταν καλύτερα όλα μόνη της να μας τα πει.

Η Παρβάνα· και δίπλα της εμείς.

*Επειδή δεν μπορεί να αποτελεί η γνώση της ελληνικής προϋπόθεση για να συναντηθείτε με την (εξόχως συμπεριληπτική) Παρβάνα Αμίρι, ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου στα αγγλικά από τη Λία Γυιόκα.

Writing Out of Need: The Exceptional Case of Parwana Amiri

Parwana Amiri, Suspended lives: Letters to the World from Ritsona, translated by Christos Mais, Akyvernetes Politeies, Thessaloniki 2021.

Parwana Amiri, the girl with the unbreakable pen, is now seventeen and lives in Greece.[4] Born in Afghanistan, she passed through Pakistan, Iran and Turkey, lived in Moria and Ritsona. We first met her through her letters. She wrote and published them in English, not in her native language. The Welcome to Europe Network immediately undertook their translation into Greek, as well as their online publication and distribution, in 2020. The baton was then passed to the Akyvernetes Politeies Editions, that took care of publishing Parwana Amiri’s fourteen letters in book form:My Pen Won’t Break, but Borders Will: Letters to the world from Moria. Her fundamental distrust in the borders is captured in the introductory words: “Put yourself in our place”. They have awakened and strengthened many of us already. The epistles are marked by Parwana’s constant concern to give voice to as many as possible. They do not offer us the story of one refugee, but of several; or, one might even say, they are scattered instances of a collective experience.[5]

And while her letters were travelling around the world (they are currently being translated into Spanish), Parwana was transferred to the Ritsona refugee camp. Her restless hand clung tightly to the pen, and by the end of 2021 she had produced her second book, to be published again by Akyvernetes Politeies: Lives in Suspension: Letters to the World from Ritsona. The text was again written in English, and this time was translated into Greek by Christos Mais. In this book, fully aware of the value of “helping, sharing, giving, caring for others” (26), Parwana invites us straight into the Ritsona camp, and urges us to look at with our own eyes, listen to with our own ears, and meet in person, humans who are just like us, only more unlucky. The issue of borders continues to pervade her writing, yet a new parameter enters the equation: the CoVid pandemic.

Parwana Amiri’s new book opens with a wide embrace, a mountain, an ocean, a valley, a galaxy and a handful of thanksgiving stars. There follows a manifesto-like passage asking “who is a refugee?”. Refugees are ordinary human beings: “an orphan child, a single mother, elderly parents, vulnerable people, victims of wars” (12, 13). Parwana explains and prepares us for what is in order. First, she presents accounts of personal experiences / itineraries: the journey to Europe is followed by the journey through asylum procedures, towards integration, towards a dignified life. After that comes the telling of “stories of waiting and patience” (152), full of “discrimination, inequality, oppression”, full of uncertainty about the future (14). All in all, the volume hosts twenty-seven numbered letters, the first of which dates from March 2020.

Already in her first letter, entitled “Ritsona under CoVid-19”, the pandemic comes to the fore. CoVid finds refugees crammed inside detention camps, with no information, and no drinking water. The next few letters are also about the corona virus. In the second one, “the chain breaks” and the virus reaches the camp. The third offers a lucid response to the question “What does the coronavirus teach us?”. It teaches us a lot, including “what it means to be a refugee. What does it mean to be vulnerable, to be ignored; to be alive but hidden; free but in prison; with a thousand words, a thousand thoughts, but obliged to remain silent” (27). The fourth, “Public security or mass destruction?”, discusses the conditions of quarantine. “What does it mean to be quarantined in a refugee camp?”. The only responsible answer can come from inside a refugee camp.

The main axis of the book is naturally the life of refugees, the fate of refugee women. Parwana writes about all those things they lack, the devaluation they face, the damage they have suffered, the neglect of children, depression, the psychological problems affecting young and old alike. She writes about lost hopes, insurmountable difficulties, walls around camps, voices (not) silenced, rights violations, a day at work, a suicide, a protest, a fire, evacuation, rape. She actually writes about lives in suspension.

In her effort to be thorough and descriptive, she takes up the role of mother, father, grandmother, child. She asks questions, argues, explodes, exclaims, demands: “And do not pretend you support us by taking our picture and uploading it on Facebook.” (53), “We need your fists raised for us, not against us!” (56), “Would you remain silent in the face of this misery?” (112), “My dear parents, I would like to complain about your actions.” (105), “Dear State, we do not trust you!” (113), “Support us. Stand in solidarity with us. Do not let them isolate us.” (117), “We demand our rights to a decent life, a decent job, a decent home, our rights to healthcare and education.” (123).

Parwana lends her voice to young Rahela, who has a hole in her heart, and to her mother who is struggling to save her. She speaks for a sixty-year-old mother and grandmother, with a husband buried in Iran, brothers buried in Afghanistan and a son in prison. For a married mother who gets registered as unmarried because the asylum office does not recognize her marriage. She speaks for a proud farmer. For a seventeen-year-old who spends his days in the onion fields – digging up onions, burying his dreams in the soil. She speaks for Farishta, who will briefly come to Ritsona after a fire breaks out in Malakasa. For a fifteen-year-old girl who gets raped by a friend. For an uprooted Afghan father. For more and more people. Smugglers who offer promises, police officers who do not offer help, right-wing groups that launch attacks, authorities that easily forget their duties. Yet her focus remains on the wounded, on the women who have suffered all kinds of violence by relatives and strangers, on the boys and girls who grow up amidst all kinds of threats, in places abandoned and forgotten.

Twenty-seven letters into the book, Parwana writes a “Farewell to Ritsona”: At the end she says goodbye to Ritsona, which “was always more than just a refugee camp” (171). She bids farewell to the camp, packing her pen with her, knowing that “there are more stories to be told and more words to be written” (167). She tries to record what she is going to miss; she will miss people, senses, moments. With her she will carry images and memories: “I will never forget” (169). She concludes with the statement (which is also a promise) that “the journey and the struggle shall go on” (171). It is always a collective struggle. Parwana is not fighting for her own future only, she is fighting for many more children, teenagers, humans, women.

The volume closes with an afterword by George Spyropoulos, a member of the Stop War on Migrants assembly. Reading the book leaves us with a certain numbness, yet beneath it looms a pervasive sense of courage. “Courageis to try putting yourself in the place of those who demand their rights around the world” (41), Parwana writes. Parwana insists on “fighting together for the common good” (123). Parwana is not complacent – she visits refugee camps, picks up the mike, calls for protests and mobilizes; she observes, she thinks, she reacts. She writes.

Parwana chooses not to walk alone. At the end of her book, she writes: “now it’s your turn”. She uploads two possible titles on Facebook and discusses opinions and suggestions with friends and strangers. Parwana looks at me and anxiously asks me what I thought of her book: “Do you think I should change something?”. She does not contain her excitement upon hearing about the people lining up to meet her at her presentation. Parwana, anxiously again, asks “and what about the poems?” and that is when it first strikes me that she also writes poems (a volume with her poetry is currently being prepared by Akyvernetes Politeies).[6] Parwana has delivered to us two explosive volumes and me, I started writing this note on a book I feel is so important, only to realize it would have been so much better all along if she had done all the talking herself.

This is Parwana. And this is us, right by her side.

[1] Όσο γράφω αυτές τις αράδες, είναι δεκαεφτά και βρίσκεται ακόμα στην Ελλάδα. Όταν τις διαβάζετε, θα έχει μεγαλώσει λίγο και πιθανότατα θα είναι κάπου αλλού.

[2] Μια παρουσίαση του βιβλίου αυτού, που έγινε στο πλαίσιο του 10ου Ελευθεριακού Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης, με τη συμμετοχή της Παρβάνα Αμίρι, του Γιώργου Σπυρόπουλου και της Λίας Γυιόκα που ανέλαβε τη διερμηνεία, μπορείτε να ακούσετε εδώ: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Την Παρβάνα μπορείτε, αν θέλετε, να τη γνωρίσετε καλύτερα μέσα από συνεντεύξεις που έχει δώσει. Παραπέμπω ενδεικτικά σε δύο από αυτές, στη Μαρία Λούκα και στη Σταυρούλα Πουλημένη, αντίστοιχα: https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22.6.21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13.10.21).

[3] Όσο τα περιμένουμε, αποκλείεται να χάσουμε αν διαβάσουμε τις ιστορίες και άλλων προσφυγισσών. Προτείνω οπωσδήποτε το τρίγλωσσο (ελληνικά, αγγλικά, φαρσί) βιβλίο τής (επίσης δεκαεφτάχρονης Αφγανής) Μπεναζίρ Χοσσαϊνί Η καινούργια μου ζωή, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των ξένων.

[4] By the time these words reach you, Parwana has probably grown a little older and has left Greece.

[5] Link to the book presentation by Parwana herself at the 10th Libertarian Book Festival: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Links to two (of many) interviews she has given (to Maria Louka and to Stavroula Poulimeni respectively): https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22/06/21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13/10/21).

[6] Meanwhile, there is definitely no harm in reading the stories of other refugee girls. I fully recommend My New Life, written by Benazir Hossaini (also seventeen and also from Afghanistan), and published in three languages (Farsi, Greek and English) by the Editions des Etrangers.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://mag.frear.gr/soy-grafo-pali-apo-anagki-i-exairetiki-periptosi-tis-parvana-amiri/?fbclid=IwAR03wcTGbeQM-rX4eUDotMuDl-oCNm0F7FsGY44IcMYJDgoJfy_s-3oHlFg