Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας και η καταγωγή της γλώσσας του ποιητή

Σπύρος Μπρίκος*

Το πρώτο ποιητικό έργο του Μάνθου Λύκαμνου (κατά κόσμον Μάνθου Δέσκα, facebook: Manthos Lykamnos) με τίτλο «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας» από τις εκδόσεις «Libris X Machina» κρίνεται από τις αρχικές του αναγνώσεις ως ένα μανιφέστο για την τέχνη, ριζοσπαστικό και εκστατικό μαζί, που εξαπολύει λυσσαλέα επίθεση στον κομφορμισμό και σε κάθε ιερό και όσιο της πολιτικής ορθότητας.


Το πρώτο ποιητικό έργο του Μάνθου Λύκαμνου (κατά κόσμον Μάνθου Δέσκα, facebook: Manthos Lykamnos) με τίτλο «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας» από τις εκδόσεις «Libris X Machina» κρίνεται από τις αρχικές του αναγνώσεις ως ένα μανιφέστο για την τέχνη, ριζοσπαστικό και εκστατικό μαζί, που εξαπολύει λυσσαλέα επίθεση στον κομφορμισμό και σε κάθε ιερό και όσιο της πολιτικής ορθότητας. Είναι άμεσο, με γλώσσα οικεία, που καθιστά τον αναγνώστη συνομιλητή, συμμέτοχο, και όχι απλό «θεατή», μέσα από «δερματικούς» πόρους και δρόμους του ποιητικού σώματος εμφανείς και ανοιχτούς. Το έργο αυτό με την ταυτοχρόνως ποιητική αλλά και σαγηνευτικά cult και αργκό διάλεκτο του περιθωρίου, επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις και ανανοηματοδοτήσεις.

Παρότι «ασπούδαστος και ξεροκέφαλα αυτοδίδακτος σε όλα τα πεδία δημιουργίας» όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει στο βιογραφικό που παρατίθεται μέσα στο βιβλίο, ο Μάνθος Λύκαμνος δομεί και ελέγχει επαρκώς το έργο του μέσα από μία διαλεκτική σύνδεση μορφής και περιεχομένου, κατά τέτοιον τρόπο ώστε το πνεύμα να αναφλέγεται μέσα στο αντίθετό του, την υλικότητα. Έτσι η τέχνη του συμμετέχει στην πραγματική ροή της ιστορίας, και αυτό που κάποτε φάνταζε πραγματικό αποδημεί με την αυτοπερισυλλογή του δημιουργικού πνεύματος στη φαντασία και επιζεί σε αυτή συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι πραγματικό. Η ιστορική τροχιά που ακολουθεί η τέχνη του είναι εκείνη της «εκπνευμάτισης» μέσω της υλικής νοηματοδότησης, σε μία πορεία κριτικής του μύθου, όσο και σε μία διαδικασία διάσωσής του. Έτσι ο Μάνθος Λύκαμνος χωρίς Πανεπιστημιακές σπουδές είναι ένας διανοητής σε εξέλιξη παρόλο που ο όρος και ο ρόλος είναι πέρα για πέρα μία ακόμα αστική επινόηση, και που ο ίδιος δεν θα τον έκανε ποτέ αποδεκτό, και με το δίκιο του φυσικά.

Ο τίτλος του ποιητικού του έργου παραπέμπει εμφανώς στην ταινία του Νίκου Νικολαΐδη «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» (1979), μία ταινία που «διαβάζεται» σαν ένα κεφάλαιο από το μυθιστόρημα μιας γενιάς που κάτω από ιδιαίτερες πολιτικές πιέσεις καταδικάστηκε στη σιωπή γιατί αρνήθηκε να μαζικοποιηθεί, να καταναλώσει κουλτούρα, να περάσει από πολιτικά μονοπάτια, διεκδικώντας το δικαίωμα να διαφωνεί, να φαντάζεται και να ερωτεύεται[1].

Είναι η καταραμένη γενιά του ΄50, των περιθωριακών, των ροκ εν ρόλερς, των επαναστατών, στους οποίος ο Μάνθος Λύκαμνος κλείνει το μάτι και που φυσικά αφιερώνει από καρδιάς τα ποιήματά του. Ενδεικτικά αναφέρω τίτλους ποιημάτων της συλλογής «Μαύρα λάβαρα υπονόμων» και «Αντιπολιτισμικό». Στο γνωστικό οπλοστάσιο του Λύκαμνου βρίσκονται συστηματικές αναγνώσεις και μελέτες στα διάφορα πεδία τέχνης που μεταμοσχεύονται στο ποιητικό του έργο, στις εικαστικές του δημιουργίες, και σε μελοποιημένους (πάντα από τον ίδιο) στίχους του στις «ουτοπικές μπαλάντες» του. Σε όλους τους τομείς καλλιτεχνικής του δράσης, ο καμβάς γίνεται αρένα χωρίς πλαίσιο όπου λαμβάνει χώρα ένα συμβάν, μία τελετουργία με πολιτικά και ιστορικά χαρακτηριστικά. Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ουίλιαμ Μπλέικ, Φρίντριχ Νίτσε, Αλμπέρ Καμύ, Μαρκήσιος ντε Σαντ και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (ειδικά οι δαιμονισμένοι) λυσσομανάνε μέσα στα έργα του Λύκαμνου ως προπάτορες και ως ταραξίες συνείδησης. Ο παράνομος αντιφασίστας ποιητής και αναρχικός Renzo Novatore ως αλητήριος τω πνεύματι και συνεπαρμένος από την ξελογιάστρα γοητεία της ελευθερίας, που καίει την Εκκλησία της Παναγίας των Αγγέλων και που σκοτώνεται σε σύγκρουση με καραμπινιέρι, ο Max Stirner ως πρωτοπόρος στοχαστής στα πεδία του μηδενισμού και του αναρχικού ατομικισμού και ο «ένοπλος προφήτης» της προεπαναστατικής Ρωσίας Sergey Nechayev, παραμένουν στη φαρέτρα των ιδεολογικών αναφορών του Μάνθου Λύκαμνου και υπεισέρχονται υπογείως στα έργα τέχνης του κατά την ιερουργία της περάτωσής τους.

Πυριτιδαποθήκη η τέχνη ως πολιτική πράξη για τον Λύκαμνο, με ένα πλούσιο εικονοστάσι ηρώων-αντιηρώων (ως δίπολα άλλωστε ορίζονται μέσα στη δίνη των αντιθέσεών τους), ανάμεσα στους οποίους κυρίαρχη θέση κατέχει ο Άρης Βελουχιώτης. Στα χειρόγραφα κείμενα αφορισμών του Μάνθου Λύκαμνου[2] διαβάζουμε για τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια του ηρωικού πεσιμισμού, κάτι που συναντάμε ως όρο και στο έργο του Αλμπέρ Καμύ, αλλά και στους δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι που σκιαγραφείται ένας από αυτούς: «Ο αντιήρωας με αφετηρία την άρνηση-αντίφαση ως αποτέλεσμα του παραλόγου ή της απάτης της απόλυτης αλήθειας, όποια και αν είναι αυτή, επιδίδεται στη μάχη αδιαφορώντας για την τελική της έκβαση. Δεν υψώνει το κεφάλι αλαζονικά παρά στέκεται στο τέλμα ατενίζοντας το ηφαίστειο. Ρουφάει τους κραδασμούς της σύγκρουσης και σαλτάρει μέσα της σαν στριμωγμένο τσακάλι μπρος στους διώκτες του, σαν ύστατη υπερβατική δράση. Η ιδέα της ήττας ή της συντριβής, ποτέ όμως της παραίτησης, μεγιστοποιεί το πάθος για αγώνα. Είτε έμπρακτα προς το όλον, είτε παθητικά στο εσωτερικό πεδίο, ξεκινώντας πάντα από αυτοακύρωση σαν διονυσιακή θυσία, πραγματοποιεί την έφοδο στον ουρανό και τη βουτιά στη λάβα, παραδομένος εκστατικά και απελπισμένα στην τραγική αναγκαιότητα της εξέγερσης».

Αυτή η «έφοδος στον ουρανό», ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ρωσικής Πρωτοπορίας, του Πύργου της Διεθνούς του αρχιτέκτονα και ζωγράφου του κινήματος του Κονστρουκτιβισμού Βλαντιμίρ Τάτλιν, προσδίδει στην τέχνη μία συνιστώσα προβολής και άμεσης αντανάκλασης γνωρισμάτων της εποχής της, καθώς και των ειδικών ιστορικών συνθηκών που την πλαισιώνουν. Έτσι ο καλλιτέχνης και το έργο του εντάσσονται μέσα στο κοινωνικό process και στα σπλάχνα τους αυτομάτως πάλλονται σαν σφυγμικό κύμα αιματικής ροής οι παραγωγικές σχέσεις και οι παραγωγικές δυνάμεις.

Ο Μάνθος Λύκαμνος παράγει ένα έργο με ανεπτυγμένα ταξικά χαρακτηριστικά που αντιστέκεται σε μικροαστικές ερμηνείες και παρανοήσεις, και μέσα από την αυθυπαρξία του και τη σοκαριστική πρωτοτυπία του γίνεται φορέας μιας ατομικής και ταυτόχρονα συλλογικής αλήθειας. Κάθε ψευδεπίγραφη και εξ΄ αποστάσεως κριτική προσκρούει πάνω στο σκληρό και επικριτικό περίβλημα του έργου του και μοιραία τσακίζεται αδυνατώντας να διεισδύσει στα βαθύτερα στρώματά του. Γνωρίζοντας καλά τις πρωτοπορίες στην τέχνη, γίνεται ο ίδιος, με μία παράδοξη ανεπιτήδευτη αντιστροφή, πρωτοπόρος, κάνοντας πρόζα, αυτοσχεδιάζοντας ναρκισσιστικά μπροστά σε ένα κοινό κλειδαρότρυπας, και από την ψευδαίσθηση περνά στο γεγονός και την κοινωνική δράση.

Μέσα από την οπτική μιας μπρεχτικού τύπου μιμητικής και χειρονομιακής έκφρασης, ομοιάζει με εκείνον τον θεατή-εργάτη που δεν μένει παρατηρητής, αλλά ξεπετάγεται από το πλήθος στο βάθος του θεάτρου, και γίνεται πρωταγωνιστής στο έργο που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια όλων, και μετασχηματίζεται ο ίδιος, και οι γύρω του, σε νέα πρωτοπορία εργατών. Το αποφασιστικό βήμα, ταυτόσημο της ταξικής συνείδησης, είναι ένα process αυτομόρφωσης και ατομικής αφύπνισης. Είναι και μία εσωτερική δύναμη Σαντική (ή Σαδική), μαζί και διονυσιακή. Μία κραυγή της εποχής του που εκκολάπτεται μέσα του και εξέρχεται πολλαπλάσια σε μέγεθος. Ο τροτσκιστής και σουρεαλιστής ποιητής Νικόλας Κάλας, άλλωστε, το βροντοφώναζε: «Να είμαστε Σαδιστές σύντροφοι…». Στα προλεγόμενα ενός τρίτου μανιφέστου για τον σουρεαλισμό ο Αντρέ Μπρετόν είχε κατατάξει τον σπουδαίο Κάλας στα πιο φωτεινά και τολμηρά μυαλά της εποχής.

Οι ήρωες-αντιήρωες είναι από τα αρχέτυπα του Μάνθου Λύκαμνου, που άλλοτε τα αντλεί από τη δεξαμενή του συλλογικού υποσυνειδήτου, άλλοτε τα δομεί ο ίδιος φαντασιακά τοποθετώντας τα και διατάσσοντάς τα στο έργο του, σαν μοτίβα που επαναλαμβάνονται σταθερά. Κάποιες φορές τα αρχέτυπα αυτά των ηρώων-αντιηρώων τα παίρνει έτοιμα, δηλαδή τα «κλέβει» -ο Πικάσο το θεωρούσε μεγάλο προσόν αυτό- μέσα από τα κλασικά κόμικς δημιουργώντας «κολλάζ», υβρίδια σκέψης από ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία που γονιμοποιούνται με ευφυή τρόπο, πρώτα στο μυαλό του, και έπειτα πραγματώνονται στα έργα. Οι αντιήρωες των γουέστερν, «Ο ατρόμητος» (Daredevil) graphic novel του Frank Miller, όπου ο Άνδρας χωρίς φόβο έχει καθαρά ταξική προέλευση, και τέλος το κόμικς της Marvel «Ηλέκτρα», ορίζουν ένα πεδίο έντονης εικονοπλασίας στον Λύκαμνο, που περνά βασανιστικά, φροϋδικά, ταξικά, σαδιστικά, τόσο στα ποιήματα, όσο και στην εικαστική δημιουργία δηλαδή τη ζωγραφική, αλλά και στα τραγούδια του. Αν και κατά βάση σουρεαλιστής σε όλες τις καλλιτεχνικές του εκφάνσεις, και στη ζωή, τα ακούσματα αντάρτικων τραγουδιών φαίνεται να έχουν ορίσει ψυχαναλυτικά έναν εξπρεσιονιστικό χώρο έκφρασης, ένα μαύρο, γκόθικ τοπίο, μέσα από το οποίο αναδύονται διαρκώς γκροτέσκο φιγούρες[3] ανδρικές και γυναικείες (αλλά και ερμαφρόδιτοι ήρωες και θεοί), μαζί με αυτές και ο ποιητής Μαγιακόφσκι μεταμορφωμένος σε σύγχρονη πανκ φιγούρα. Το αντάρτικο τραγούδι «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς…» ανοίγει και αυτό έναν μεγάλο ψυχαναλυτικό δρόμο μουσικής εικονοποιίας.

Μέσα από το ατομικό και συλλογικό τραύμα που διαχέεται στη μετεμφυλιακή γενιά αντιφρονούντων μελλοθάνατων κομμουνιστών (υπάρχουν τέτοια τραυματισμένα πρόσωπα στην οικογένειά του), και σε τέτοιες καταστάσεις ψυχικής έντασης αναδύονται από τη μεγάλη δεξαμενή του συλλογικού υποσυνειδήτου υπερατομικές ψυχικές μορφές αρχετύπων που βασανίζουν αλλά ταυτόχρονα ανδρώνουν το ποιητικό υποκείμενο, στο εσωτερικό του οποίου αλυχτά το πραγματικό επαναστατικό υποκείμενο της τέχνης. Μπορεί να φανταστεί κανείς μία δομή σαν τις ρωσικές κούκλες που η μία βρίσκεται μέσα στην άλλη. Ο ηρωικός πεσιμισμός αναφέρθηκε παραπάνω. Το ανδρικό ιδεώδες (πατρική φιγούρα) ως δύναμη και ως φαλλική έκφραση και το θηλυκό (μητρικό) αρχέτυπο[4] με έμφαση στη φαντασία, τη φαντασμαγορία, τη μαγεία και τον εσωτερισμό, δυναμιτίζουν ως μοτίβα, ως σταθερές τους πίνακές του αλλά και την ποιητική γλώσσα και εικονοποιία, όσο και τα μουσικά του οράματα. Ο σαμανισμός και ο μυστικισμός ορίζουν ένα πεδίο που ομοιάζει με μαγεία και μεταφυσική, που όμως γρήγορα μετασχηματίζεται μέσω ψυχικής ανάφλεξης στην υλικότητα των έργων του.

Ένας αναρχοσαμανισμός με έντονα στοιχεία διονυσιασμού και τελετών έκστασης ορίζουν ένα πολιτικό πλαίσιο απόλυτης αναίρεσης, θα μπορούσε να πει κανείς ολομέτωπης επίθεσης και καταστροφής του μεταβιομηχανικού σύγχρονου πολιτισμού που υπόταξε αυταρχικά το φυσικό περιβάλλον και εξημέρωσε τα ζώα, ευνουχίζοντας για πάντα τον ίδιο τον άνθρωπο. Οι γυναίκες πρωταγωνιστούν με τα όπλα τους στο να σκοτώσουν το τέρας του σύγχρονου πολιτισμού, έτσι τις αποτυπώνει ο Λύκαμνος (τόσο ποιητικά όσο και εικαστικά) σε μία προοπτική μιας μητριαρχικής νέας κοινωνίας. Έτσι όλα τα ποιήματά του είναι καταγγελτικά. Έχουν τη μορφή αφορισμών ή μανιφέστων που διαρκώς επαναδιατυπώνονται, θαρρείς πως ξαναγράφονται σε ένα ρευστό περιβάλλον εσωτερικού ψυχικού κόσμου και εξωτερικού άρρωστου και εχθρικού αστικού ή ημιαστικού τοπίου.

Η τέχνη του Μάνθου Λύκαμνου είναι σαμποτάζ στον πολιτισμό και στον μηχανισμό που τον γεννά. Οι άγριες γυναικείες, γκροτέσκο φιγούρες, είναι αντάρτισσες σαμάνες με τριχωτό αιδοίο (αναφορά στη μητέρα-μήτρα), ίσως γιατί μέσω μιας επιστροφής στην μητριαρχική δομή που περιλαμβάνει έστω τη νοητή εκδικητική πατροκτονία, το πρόταγμα του δημιουργού παραπέμπει στο θεωρητικό ουτοπικό πεδίο μιας «Μετα-αναρχίας». Έκσταση και ιερός πόθος, δύναμη και ηρωική ήττα, είναι τα δίπολα που συστρέφονται εμμονικά γύρω από τον άξονά τους και που τα συναντάμε συχνά στα ποιήματα και στους πίνακές του. Αλλά και όλη την underground κουλτούρα, δηλαδή την αντικουλτούρα και την τέχνη του περιθωρίου. Beat generation, punk, hippies, dark wave, gothic, έως την Art Brut δηλαδή την τέχνη του περιθωρίου ή αλλιώς «ωμή τέχνη» που αφορούσε τα έργα των εγκλείστων σε ψυχιατρικά ιδρύματα.

Ο Μάνθος Λύκαμνος έχει τη δική του γλώσσα στην τέχνη που μέσα της κρύβεται ένα είδος χαμένης αλήθειας. Ανυψώνει μέσω των έργων του μία άλλη γλώσσα, παραληρηματική, ξένη ως προς την περιρρέουσα ασφυκτική ορθολογική πραγματικότητα, αυτή που σχηματικά ονομάζεται γλώσσα των «τρελών». Η «τρέλα» όμως είναι μία μόνιμη επανάσταση στη ζωή ενός ατόμου. Είναι ένα «καθεστώς» απελευθερωτικής δύναμης. Μία αποσύνθεση του εαυτού με τη σιωπηρή υπόσχεση της επιστροφής σε έναν περισσότερο «πραγματοποιημένο» κόσμο. Η γλώσσα στον Λύκαμνο χρησιμοποιείται με τέτοιον τρόπο ώστε να υπονομεύεται η γλώσσα της κανονικής συνείδησης που είναι ανοργασμική. Η οργασμική όμως γλώσσα των ποιημάτων του, αλλά και ολόκληρης της ενοποιημένης δημιουργίας του, αδρανοποιεί και καταστρέφει τη θεσμική και κομφορμιστική γλώσσα του συστήματος μέσω της οποίας αναπαράγονται όλες οι αντεπαναστατικές, οι μικροαστικές, οι αντικαλλιτεχνικές εκφράσεις και αντιλήψεις, και οι διαμορφωμένες ψευδοσυνειδήσεις. Στο σημείο αυτό εναρμονιζόμαστε με τις απόψεις του ψυχιάτρου και θεωρητικού του αντιψυχιατρικού κινήματος David Cooper στο γνωστό κείμενό του «Η πολιτική του οργασμού»[5].

Συγκεφαλαιώνοντας, ένα έργο τέχνης ερμηνεύεται μέχρι ενός σημείου. Από εκεί και πέρα το ίδιο αντιστέκεται σθεναρά στην ερμηνεία του. Ο Theodor Adorno στο βιβλίο του «Αισθητική Θεωρία» επισημαίνει πως όλα τα έργα τέχνης, η τέχνη στο σύνολό της, είναι αινίγματα. Αυτό εξόργιζε ανέκαθεν τη θεωρία της τέχνης[6]. Η δήλωση ότι τα έργα τέχνης λένε κάτι και την ίδια στιγμή το κρύβουν, περιγράφει τον αινιγματικό χαρακτήρα με γλωσσικούς όρους. Ο αινιγματικός χαρακτήρας κοροϊδεύει σαν γελωτοποιός[7]. Όταν βρίσκεται κανείς μέσα στα έργα και τα παρακολουθεί συναισθανόμενος τη γένεσή τους, ο αινιγματικός χαρακτήρα παύει να είναι ορατός. Μόλις βγει από αυτά, σπάζοντας τη σύμβαση με το εγγενές πλαίσιό τους, η αινιγματικότητα επιστρέφει σαν φάντασμα[8].

Με το κωμικό στοιχείο τύπου γελωτοποιού, συνεχίζει ο Adorno, η τέχνη διατηρεί την παρήγορη ανάμνηση της προϊστορίας της στο απώτατο ζωικό παρελθόν. Ανθρωποειδείς πίθηκοι δίνουν κοινές παραστάσεις στον ζωολογικό κήπο, που μοιάζουν με τις πράξεις των γελωτοποιών. Η σύμπνοια των παιδιών με τους γελωτοποιούς είναι μία συμφωνία με την τέχνη που οι μεγάλοι τούς την κόβουν σαν να ήταν κακή συνήθεια όπως και εκείνη με τα ζώα. Η γλώσσα των μικρών παιδιών και των ζώων φαίνεται να είναι κοινή. Η ομοιότητα του γελωτοποιού με τα ζώα φέρνει αμέσως στον νου την ομοιότητα των πιθήκων με τους ανθρώπους. Ο αστερισμός ζώο-τρελός-γελωτοποιός είναι ένα από τα βασικά στρώματα της τέχνης. Αυτός ο αστερισμός της χαρμολύπης, αυτή η ανεστραμμένη διαλεκτική -χεγκελιανή- ανάλυση του Adorno φαίνεται διαρκώς να επιστρέφει μέσω του παιδιού και του προγονικού πιθήκου στα «ρέκβιεμ της κουρελοποιίας». Η «Αισθητική Θεωρία» του Adorno αναδεικνύει και κάτι ακόμα αν την «χρησιμοποιήσουμε» σαν μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης στο ποιητικό και εικαστικό έργο του Λύκαμνου. Τον ένοχο φετιχισμό κάθε αληθινού έργου τέχνης, κάτι που καθορίζει την πραγμάτωση και την εξέλιξη των έργων του Μάνθου Λύκαμνου. Τα φετίχ παίζουν καθοριστικό, πρωταγωνιστικό για την ακρίβεια ρόλο, μαζί με τα αρχέτυπά του. Με τον ένοχο φετιχισμό τους τα έργα τέχνης δεν είναι τελειωμένα, όπως άλλωστε καμία ενοχή δεν εξουδετερώνει αυτό που ενέχεται, αφού στην οικουμενικά διαμεσολαβημένη κοινωνία τίποτα δεν μένει έξω από το πλέγμα ενοχής της. Όμως ο φετιχιστικός χαρακτήρας των έργων τέχνης είναι προϋπόθεση του περιεχομένου αλήθειας, το οποίο συνιστά και την κοινωνική τους αλήθεια[9].

Η δύναμη της έκφρασης, η εσωτερική διάταξη και δομή, το αίνιγμα και η μαγεία που δεν καταμαρτυρείται, αλλά και ο φετιχισμός, γίνονται η ασυμβίβαστη γλώσσα του Λύκαμνου, που κοντράρει τον επιβεβλημένο ρεαλισμό. Είναι η ίδια γλώσσα που μετατρέπει την οξύτητα της κοινωνικής διαμαρτυρίας σε παρέμβαση καθορισμένης άρνησης, σε πατροκτονία, σε πολιτική και επαναστατική πράξη. Με αυτή την κοφτερή γλώσσα στο «σιδερένιο άτι στην κόψη του χρόνου», πίνακας που συγγενεύει αρκετά στα χρώματα και στα γιουνγκιανά αρχέτυπα με ένα μη αναπαραστατικό έργο του εκπροσώπου του αφηρημένου αμερικάνικου εξπρεσιονισμού Jackson Pollock «The Moon Woman Cuts the Circle», αλλά και στον πίνακα «Νυχτερινές ονειρώξεις του τυράννου», ο Μάνθος Λύκαμνος -κατά κόσμον Μάνθος Δέσκας- γελοιοποιεί και αποδομεί τον φασισμό. Από την άλλη πραγματώνει, με εικαστικούς και ποιητικούς όρους, τη δική του έφοδο στον ουρανό.

Σέρνει με λίγα λόγια, μόνος του, τον Πολιορκητικό Κριό της Τέχνης στον δρόμο, μαζί με άλλα άρματα μάχης, και κάνει ένα κοινωνικό και πολιτικό κάλεσμα. Μία σύζευξη μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού, με έναν επαναστατικό σουρεαλιστικό αυτοματισμό και βίαιες ανορθόδοξες αναδύσεις από το συλλογικό υποσυνείδητο, μπροστά στη θύρα του ορθολογισμού που τρίζει, στα τείχη του αδηφάγου πολιτισμού που είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Εκεί και εμείς σύντροφοι, παρόντες και υποκινητές της ανταρσίας, μάρτυρες στο θέαμα, όταν θα γκρεμίζονται τα τείχη των φυλακών από τη βροντερή γλώσσα των τρελών και των φυλακισμένων.

Βιβλιογραφικές παραπομπές, σημειώσεις:

[1] Σχόλιο του σκηνοθέτη και συγγραφέα Νίκου Νικολαΐδη για την ταινία του «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» (1979) στην επίσημη ιστοσελίδα του: https://nikosnikolaidis.com

[2] Από τα χειρόγραφα κείμενα «Μανιφέστα για την Τέχνη» του Μάνθου Λύκαμνου.

[3] Η «Γκροτέσκα προλετάρια» είναι ποίημα (σελ.40) της ποιητικής συλλογής «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας» του Μάνθου Λύκαμνου, των εκδόσεων «Libris X Machina», Φλεβάρης 2022.

[4] Μάνθος Λύκαμνος, αναφορά στα «αρχέτυπα», από τις χειρόγραφες σημειώσεις του για την Τέχνη.

[5] Απόσπασμα από το εκτενές κείμενο του ψυχιάτρου David Cooper, που δημοσιεύθηκε στο 4ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη», το καλοκαίρι του 1981.

[6] Theodor W. Adorno «Αισθητική Θεωρία», μετάφραση, σημειώσεις: Λευτέρης Αναγνώστου, εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», Νοέμβριος 2000.

[7] Theodor W. Adorno «Αισθητική Θεωρία», σελ.207, «Αινιγματικός χαρακτήρας, περιεχόμενο αλήθειας».

[8] «Το μιμητικό και το βλακώδες» από την «Αισθητική Θεωρία» του Theodor W. Adorno, σελ. 205-209.

[9] «Ο διπλός χαρακτήρας της τέχνης: κοινωνικό γεγονός και αυτονομία. Ο φετιχιστικός χαρακτήρας της τέχνης», σελ. 381-386, από την «Αισθητική Θεωρία» του Theodor W. Adorno.

*Ο Σπύρος Γ. Μπρίκος είναι ιατρός και ασκών την πολεμική της γραφής – Υπ. Διδάκτορας της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Τμήμα Εικαστικών Τεχνών & Επιστημών της Τέχνης).

Σχετικοί σύνδεσμοι: https://tinyurl.com/2fec66wn και
https://librisxmachina943835191.wordpress.com/2022/06/26/01-7/

Δίγλωσση ανθολογία νεοελληνικών ποιημάτων μεταφρασμένων στα γερμανικά

Γράφει η Ευσταθία Δήμου //

“Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες” [Wörter spitz wie Nägel]. Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση – Δίγλωσση ανθολογία [Griechische Lyrik der Gegenwart – zweisprachige Anthologie], Επιλογή & Μετάφραση: Κατερίνα Λιάτζουρα, Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2021.

Η τελευταία λογοτεχνική εμφάνιση της Κατερίνας Λιάτζουρα, με τη δίγλωσση ανθολογία νεοελληνικών ποιημάτων μεταφρασμένων στα γερμανικά που επιμελήθηκε, θέτει με άκρα ευθύτητα δύο θεωρητικά ζητήματα που σχετίζονται άμεσα με την ποιητική επικοινωνία, την πρόσβαση δηλαδή του αναγνωστικού κοινού στον ποιητικό λόγο και την έκθεσή του στην καταλυτική επενέργεια του στίχου. Το πρώτο από τα δύο αυτά ζητήματα αφορά βέβαια τη μετάφραση του ποιητικού λόγου, τη μεταγραφή του σε μιαν άλλη γλώσσα και, συγκεκριμένα, τη σπανιότερη στην ποιητική πράξη και πρακτική μετάφραση ελληνικών ποιημάτων, προκειμένου αυτά να καταστούν προσιτά σε ένα ξενόγλωσσο αναγνωστικό κοινό, εν προκειμένω το γερμανικό. Πράγματι, ενώ η συνήθης πρακτική προκρίνει την αντίστροφή διαδικασία και μέθοδο, τη γνωριμία δηλαδή του ελληνόγλωσσου αναγνώστη με ποιήματα προερχόμενα από άλλες γλώσσες, κατά κύριο λόγο ευρωπαϊκές, η Λιάτζουρα, ποιήτρια και η ίδια, επιλέγει, αυτή τη φορά, να διευρύνει τον ορίζοντα υποδοχής των Ελλήνων ποιητών και των έργων τους, καθιστώντας τα άμεσα και εύκολα προσλήψιμα από το γερμανόφωνο κοινό. Το όλο εγχείρημα φαίνεται, από πρώτη άποψη, πως υπηρετεί και διευκολύνει τους δύο πόλους, τα δύο γλωσσικά – ποιητικά άκρα, τους Έλληνες ποιητές να εξέλθουν των συνόρων της χώρας τους, να απεγκλωβιστούν από τα δεσμά της γλώσσας που τόσο ισχυρά τόσο στενά συνυφασμένα με την ποιητική δημιουργία είναι, και τους Γερμανούς αναγνώστες να έρθουν σε επαφή με μια ποίηση που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν ίσως ποτέ να γνωρίσουν. Η άποψη, όμως, αυτή είναι μάλλον στενή και μονόπλευρη. Γιατί από το συγκεκριμένο εγχείρημα κερδισμένη βγαίνει η ίδια η ποίηση που προσεγγίζεται υπό το πρίσμα ενός σώματος το οποίο προσλαμβάνει διαφορετικές γλωσσικές αποχρώσεις και όχι σαν ένα σύνολο σωμάτων καθένα από τα οποία φέρει και προασπίζεται τη δική του γλωσσική σφραγίδα.

Μέσα στο ίδιο αυτό πλαίσιο, και με δεδομένη τη δύναμη και τη δυναμική της μετάφρασης να (ανα)διαμορφώνει το ποιητικό πεδίο, να καταλύει και να καταργεί τα σύνορα, να αναπλάθει τους όρους και τα όρια της πρόσληψης, θα πρέπει να ενταχθεί και ένας προβληματισμός σχετικά με την ίδια την μεταφραστική πράξη και πρακτική και, πιο συγκεκριμένα, με το μεταφραστικό υποκείμενο, τον μεταφραστή που, κυριολεκτικά, εκτίθεται και εκθέτει τις δυνατότητές του σε ένα εγχείρημα που και δύσκολο και απαιτητικό είναι. Γιατί, όπως κανείς μπορεί εύκολα να αντιληφθεί, το ζητούμενο και το στοίχημα δεν είναι να μεταφερθεί αυτούσιος ο ποιητικός λόγος, να μεταγραφεί δηλαδή το ποίημα από τη μια γλώσσα στην άλλη, να αλλάξει απλώς και μόνο το γλωσσικό του ένδυμα, αλλά να γίνει μετάγγιση του πνεύματος και του ήθους, της ενέργειας, της ιδιαιτερότητας και της ιδιοτυπίας κάθε ποιητικής φωνής, των ιδιαίτερων τρόπων και τόπων της γραφής. Και για να επιτευχθεί αυτό δεν αρκεί βέβαια η μετά – φράση, η αντιπαραβολή του υπάρχοντος ποιητικού κειμένου με το υπό διαμόρφωση, με όρους πιστότητας και ακριβούς απόδοσης της γλώσσας, των λέξεων, των ήχων. Χρειάζεται κάτι περισσότερο. Χρειάζεται η ποιητική πνοή που θα ζωντανέψει το ποίημα και θα το κάνει να αποτελεί όχι τόσο την αλλό-γλωσση εκδοχή του αρχικού ποιήματος, αλλά ένα νέο ποίημα με τη δική του αυθυπαρξία και αυτοτέλεια, με τη δικό του περίγραμμα και σχέδιο που δεν θα έχει βέβαια κόψει τον ομφάλιο λώρο με το αρχικό – κάθε άλλο μάλιστα – θα διαθέτει όμως τη δική του προοπτική, τις δικές του υποδοχές, τις δικές του προσδοκίες. Και για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο δεν αρκεί βέβαια η καλή, ουσιαστική και ολόπλευρη γνώση, ο έμπειρος και δεξιοτεχνικός χειρισμός της γλώσσας, των δύο γλωσσών που εμπλέκονται στη μεταφραστική διαδικασία, αλλά και η ποιητική εκείνη αίσθηση που μόνο όποιος έχει δοκιμάσει και δοκιμαστεί στον ποιητικό λόγο διαθέτει. Η Λιάτζουρα, εν προκειμένω, διαθέτει και τις δύο αυτές αρετές ή προαπαιτούμενα. Γιατί και τη γερμανική γλώσσα γνωρίζει καλά, δεδομένου ότι έχει γεννηθεί στη Στουτγκάρδη και έχει σπουδάσει Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και στην ποιητική πράξη έχει εντρυφήσει, έτσι ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτήν την πρόκληση που απαιτεί τη συστράτευση της γνώσης και της αίσθησης, της αντίληψης και της αντιληπτικότητας, της μεθόδου και της πρωτοβουλίας ταυτόχρονα.

Με αυτά τα δεδομένα και αυτές τις παρατηρήσεις μπορεί κανείς να περάσει στο δεύτερο ζήτημα που θέτει ο παρόν τόμος, αυτό της ανθολόγησης, της επιλογής, δηλαδή, των ποιητών και των ποιημάτων που θα συστήσουν το αντιπροσωπευτικό δείγμα της ποιητικής παραγωγής μιας χώρας, είτε αυτό προέρχεται από μια παρελθούσα εποχή, είτε από τη νεότερη και σύγχρονη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Λιάτζουρα κινείται μάλλον προς τη νεότερη και σύγχρονη ποιητική παραγωγή, επιλέγοντας είκοσι πέντε εν ζωή ποιητές, δεκατέσσερις γυναίκες και έντεκα άντρες, οι οποίοι έχουν μια ενεργή παρουσία στα Ελληνικά Γράμματα, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις όχι μόνο ως ποιητές. Η πρώτη, λοιπόν, εκτίμηση που θα μπορούσε κανείς να κάνει είναι ότι η ανθολόγος, όπως ίσως και κάθε ανθολόγος κινείται, περισσότερο ή λιγότερο ασυναίσθητα από το προσωπικό της γούστο, τις ποιητικές της προτιμήσεις, τα λογοτεχνικά της αναγνώσματα. Κάτι τέτοιο είναι, άλλωστε, απόλυτα ενδεδειγμένο και λογικό. Όποια κι αν είναι η πρόθεση, η επιλογή των ποιημάτων και η μετάφρασή τους δεν μπορεί να έχει γίνει χωρίς την καταλυτική παρέμβαση της δημιουργικής συνείδησης, του ποιητικού προσανατολισμού και της οικείωσης που ο μεταφραστής νιώθει απέναντι σε έναν ή περισσότερους ποιητές και το έργο τους. Και πάλι όμως, αυτή η θεώρηση θα στερούσε από την αξία του όλου εγχειρήματος, θα το καθήλωνε σε ένα επίπεδο προσωπικό, ατομικό, οριοθετημένο πάνω στη βάση μιας μεμονωμένης θέασης και θέσης. Γιατί παράπλευρα και πέρα από την το κριτήριο του ανθολόγου, δεν είναι δυνατόν να μη λειτουργεί και να μην υπεισέρχεται ένα πιο αντικειμενικό κριτήριο, μια βούληση που εκκινεί και κατευθύνεται στην ίδια την ποίηση ως πυρήνα και περιφέρεια ταυτόχρονα της μέριμνάς του να καταρτίσει με το βιβλίο που επιμελείται μια επιτομή της ποιητικής παραγωγής ή, ακόμη περισσότερο, μιας κατεύθυνσης που έχει προσλάβει και στην οποία κινείται η ποιητική σκέψη και έκφραση μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κατεύθυνση αυτή δίνεται από τον τίτλο που η Λιάτζουρα επιλέγει για την ανθολογία της, Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες, και που κατευθύνει τις προσδοκίες προς την αναζήτηση ενός κοινού παρανομαστή των ποιημάτων.

Γιατί αν θελήσει κανείς να σταθεί λίγο περισσότερο στον τίτλο και να τον αντικρίσει υπό το πρίσμα της νοηματοδότησης της όλης προσπάθειας, θα μπορούσε εύκολα και εύλογα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επιλογές της Λιάτζουρα κινήθηκαν με γνώμονα την ανάδειξη ποιητικών φωνών που χαρακτηρίζονται από μια ιδιαίτερη τόλμη και τολμηρότητα, από ένα ποιητικό θάρρος που εκβάλλει τόσο στη διάθεση και το κλίμα, όσο και στις ίδιες τις λέξεις που επιλέγονται και που, κάποιες φορές, μπορεί να μοιάζουν αντι-ποιητικές χωρίς όμως, εν τέλει, να είναι. Πρόκειται για ποιήματα που κινούνται ανάμεσα στο αυτοαναφορικό και το κοινωνικό, ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, τα οποία συνυφαίνουν και συμπλέκουν τις δύο αυτές τάσεις καθρεφτίζοντας ουσιαστικά αυτό που συμβαίνει μέσα στο σύγχρονο γίγνεσθαι, την ταλάντευση δηλαδή του ανθρώπου ανάμεσα στο εγώ και το εμείς, ανάμεσα στο εδώ και το εκεί, ανάμεσα στον εαυτό και στο σύνολο. Αυτό δηλαδή που, κατ’ ουσίαν, φαίνεται πως κινεί τις επιλογές της Λιάτζουρα είναι η πρόθεσή της να καταδείξει πως η σύγχρονη ποιητική παραγωγή είναι ιδιαίτερα ενεργή και ενεργητική τόσο στο επίπεδο της κοινωνικής παρέμβασης, όσο και σε αυτό της καλλιτεχνικής παρέμβασης. Γιατί αυτό που ουσιαστικά προεξάρχει στην ανθολογία αυτή είναι η εξεικόνιση μιας δυναμικής ποιητικής παραγωγής που έρχεται για να επικυρώσει περίτρανα την εξελικτική παρουσία της ελληνικής ποίησης, τη συνέχιση μιας πλούσιας ποιητικής παράδοσης με ένα εξίσου πλούσιο ποιητικό παρόν.

*Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό «Δίοδος 66100», τεύχος 23, Δεκέμβριος 2022
https://www.fractalart.gr/lexeis-aixmires-san-prokes/

Αυθεντικός ποιητής

O Ντίνος Σιώτης γράφει για τον σπουδαίο ποιητή -μεταφραστή Γιώργο Μπλάνα

Ο Γιώργος Μπλάνας έρχεται από τις πολύ βαθιές ρίζες της ποίησης και καταλήγει στο μεγαλείο της.

Είχε περίσσευμα κριτικής σκέψης, ήταν δεινός μεταφραστής, μείζων και γενναίος ποιητής, αξεπέραστος δοκιμιογράφος, ψαγμένος αναγνώστης, τολμηρός, σεμνός και ωραίος άνθρωπος. Υπήρξε και ανιδιοτελής φίλος.

Δεν έβαζε ποτέ τον εαυτό του μπροστά, μόνο την ποίηση.

Η παρουσία του στα γράμματα βάθυνε λίγο τους ρηχούς μας καιρούς και εκχέρσωσε πολλά λογοτεχνικά χωράφια καθιστώντας τα καλλιεργήσιμα.

Σαν αυθεντικός ποιητής υπήρξε και προφήτης.

Προέβλεψε τα πάντα που ζούμε σήμερα. Ποτέ του δεν φόρεσε μάσκα. Είχε πάντα μπροστά του την οικουμενική εικόνα του κόσμου και όχι τη μικρή, την μικροαστική, την ατομική, την προσωπική, την εθνική.

Δεν βρέθηκε ποτέ με το ρεύμα της πλειοψηφίας ή της εξουσίας, γιατί δεν έχουν θέση εκεί οι καλοί ποιητές. Στάθηκε εκεί που πρέπει να στέκονται οι αληθινοί άνθρωποι, οι γνήσιοι εραστές της αλήθειας: απέναντι στη μικρότητα, στην ψευτιά, στην ματαιοδοξία, στην υποκρισία, στην αδικία.

Είχε έναν τρόπο γραφής και έκφρασης ολότελα δικό του.

Στο τελευταίο σου βιβλίο «Αυτοκρατορία, Κομμόδου Αντωνίου Αυγούστου, τα εις Μάρκον Αυρίλιον» τα είχε προβλέψει όλα, τα είχε μαντέψει. Ακόμη και τον θάνατό του, εκεί που το τρωτό φλερτάρει με το τραγικό.

Γράφει κάπου σε αυτό το βιβλίο: «Αργά ή γρήγορα το πραγματικό θέαμα θ’ αντικαταστήσει την θεαματική πραγματικότητα».

Δεν είναι αυτή μια κατάσταση που την ζει ο κατακερματισμένος και ταραγμένος μας πλανήτης; Και κάπου αλλού: «Πώς να φτιάξεις έναν καινούργιο κόσμο, όταν ο παλιός είναι αδιόρθωτα γραμμένος;»

Και πιο κάτω: «Η αλήθεια είναι ένα ξερόκλαδο στον γκρεμό σου. Το παίρνεις μαζί σου στην πτώση».

Όταν μετέφραζε έσκαβε βαθιά μέσα του στο να βρει την κατάλληλη λέξη, να διαμορφώσει το κατάλληλο κλίμα, να δώσει στον αναγνώστη την τέλεια απόδοση του μεταφραζόμενου έργου. Μπορεί και να έψαχνε ώρες ολόκληρες για να βρει τη λέξη που ήθελε. Το μεταφραστικό του έργο (Έζρα Πάουντ, Έντγκαρ Άλαν Πόου, Καρλ Μαρξ, Ουίλιαμ Μπλέικ, Βασίλι Γκρόσμαν, Τσαρλς Μπουκόβσκι, Αλεξάντρ Πούσκιν, Ντύλαν Τόμας, Σαλμάν Ρουσντί, Ουίλιαμ Σέξπιρ, Δανιήλ Χαρμς, Τόμας ντε Κουίνσι, Ρίτσαρντ Φλάναγκαν αλλά και αρχαίοι τραγικοί) είναι ανυπέρβλητο, όμως συκοφαντήθηκε και λοιδορήθηκε από μερικούς ζηλόφθονες που δεν τόλμησαν να δουν τι ακριβώς έκανε όταν μετέφραζε.

Ο Μπλάνας ήταν ένας ποιητής με βαθιά την αίσθηση της ευθύνης — πολιτικής, ηθικής, ατομικής, κοινωνικής.

Η ποίησή του είναι πολιτική, έχει πνευματικό βάρος, κοινωνικό εύρος, μετασχηματική αυτάρκεια, εκφραστική δομή, αναγεννησιακό βάθος. Μύθος και πραγματικότητα ζουν μαζί στα ποιήματά του και με τα αισθητικά τους δεδομένα επεξεργάζονται με φίλια πυρά την άλωση του ποιητικού σύμπαντος.

Στη σύντομη ζωή του γνώρισε τι σημαίνει να αγωνίζεσαι, να πάσχεις, να πονάς, να υποφέρεις, να μαθαίνεις από τις δυσκολίες της ζωής, να υπομένεις τις επιθέσεις ατάλαντων πανεπιστημιακών μεταφραστών και λογοκλόπων δήθεν ποιητών, να σκοντάφτεις στις αντιξοότητες, να υφίστασαι πτώσεις, να σέρνεσαι από ήττα σε ήττα αλλά και να σηκώνεσαι πιο δυνατός από πριν και να συνεχίζεις.

Γράφει σε ένα ποίημά του ο ποιητής: «Γεννήθηκα πολύ αργά / κι όλο το μέλλον μου είναι παρελθόν. / Υπάρχω, ωστόσο, / αν και όχι […μετρήσιμος]». Ναι, υπήρξε ο Μπλάνας μετρήσιμος κεκλεισμένων των θυρών. Μετρήσιμος με μια παραγωγικότητα που κάλυπτε πολλά τετραγωνικά λογοτεχνικά χιλιόμετρα. Η ποίησή του ήταν καθαρή και όχι αινιγματική και μεταφυσική και κατέγραφε έναν κόσμο πέρα από τον εαυτό του. Υπηρέτησε με πάθος, ζήλο και ένταση τη λογοτεχνία, ενσαρκώνοντας στο έργο του την καθαγιασμένη ιερότητα της ποίησης, μιας ποίησης που επιδίωκε έναν πιο δίκαιο, πιο ίσο κοινωνικά, πιο αμερόληπτο, πιο ανθρώπινο, πιο συμπονετικό, πιο ειρηνικό κόσμο.

Η απώλειά του δεν ξεπερνιέται εύκολα. Είναι μια ανυπολόγιστη ζημιά για τον κόσμο της ποίησης. Θα μας λείψει. Θα λείψει σε όλους μας αφάνταστα.

[Δημοσιεύτηκε την Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου, στο ΒΗΜΑ ως άρθρο-νεκρολογία για τον φίλο Γιώργο Μπλάνα, έναν εκ των τριών ιδρυτών του Κύκλου Ποιητών]

Αντικαβαφισμός – Ο πρώτος λίβελος κατά του Καβάφη

Κάϊρο 1912

—Τὰ ποιήματα τοῦ Κυρίου Καβάφη, διάβασέ τα, μοὔλεγε κάποιος, χάνεις, πρόσεξε πρὸ πάντων στὴ φιλοσοφία ποὺ κρύβει μέσα του τὸ ποίημα τὰ κεριά.

Κάθε τόσο καὶ μιὰ τέτοια παρότρυνση ἄκουγα ἀπὸ τοὺς διάφορους φίλους μου, ποὺ ποιὸς λίγο ποιὸς πολὺ καταγίνουνται στὴ φιλολογία.

Θεώρησα ἔλλειψη λοιπὸν καὶ γὼ νὰ μὴν ἔχω ἀκόμα διαβάσει τὸ ἔργο τοῦ νέου αὐτοῦ ποιητή, καὶ μὲ κάποια, τ’ ὁμολογῶ, κρυφὴ χαρὰ κατόρθωσα νὰ βρῶ τὰ ποιήματά του.

Τὰ διάβασα, σᾶς βεβαιῶ πὼς τὰ διάβασα ὄχι μόνο μιὰ φορὰ οὔτε δυὸ μὰ τρεῖς τέσσερες μπορεῖ καὶ πέντε! Ἡ ἐντύπωσή μου, ἂν καὶ κανένας δὲ μοῦ τὴ ζητάει, εἶναι μὲ δυὸ λόγια:

Ὁ Κος Καβάφης ἢ εἶναι ποιητὴς κι ἀπὸ λαθασμένο γοῦστο διάλεξε ἕνα ψεύτικο δρόμο ποίησης, ἢ δὲν εἶναι ποιητὴς (αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ πιθανότερο) καὶ θέλει νὰ ρίξει στάχτη στὰ μάτια μερικῶν ποὺ ἐπηρεάζουνται ἀπὸ πολύ …… παράξενα ποιητικὰ μέτρα κι ἀπὸ πολύ…… κοινὴ φιλοσοφομανία.

II

Εἴπαμε φυσικὰ ὅλοι μας καὶ τὸ φωνάξαμε καὶ θυμόσαμε γι’ αὐτό, πὼς ἡ σύχρονη ποίηση, καιρὸς ποιὰ ἤτανε ν’ ἄφηνε τὸν παληὸ συχαμένο δρόμο τῆς πολυλογίας τοῦ Παράσχου καὶ Σία καὶ νὰ διαλέξει ἕναν ἄλλο καινούργιο δρόμο.

Εἴπαμε ὅλοι καὶ φωνάξαμε κι ἀποδείξαμε πὼς ἡ ποίηση δὲν εἶναι μιὰ ψεύτικη ρητορεία, δὲν εἶναι τραγοῦδι κοινὸ μαύρων καὶ καστανῶν ματιῶν, ἀλλὰ κάτι ψηλότερο κάτι ἰδανικότερο.

Εἴπαμε πὼς ἡ ποίηση πρέπει νὰ διαπραγματεύεται κάπως τὸν ἐσωτερικὸν ἄνθρωπο, νὰ εἶναι πῶς νὰ τὸ πῶ, κάπως ἀφηρημένη κι ὄχι τόσο πολὺ συγκεκριμένη.

Εἴπαμε πῶς ἡ ποίηση, στὸ μέτρο στὸ ρυθμὸ πρέπει νὰ ἔχει κάποια λευτερία νὰ μὴν ὑποδουλώνεται τόσο πολὺ σὲ μιὰν ὁμοιοκαταληξία ἢ σ’ ἕνα μέτρο, ὥστε νὰ χάνεται ἕνα ὡραῖο νόημα.

Βέβαια ζητήσαμε, ἀφοῦ βρισκούμαστε στὸν αἰῶνα τῆς πρόοδου καὶ στὸν αἰῶνα τῆς ἀλήθειας, ν’ ἀπορίψουμε νὰ πετάξουμε ἐπὶ τέλους μιὰ γιὰ πάντα κάθετὶ ψεύτικο καὶ προσποιητό, ν’ ἀλλάξουμε μερικὰ πράματα ποὺ μόνα τους φωνάζουνε κραυγάζουνε αλλαγή, νὰ θάψουμε ὅσες μποροῦμε περισσότερες πρόληψες ποὺ ξεράνανε τὴν καρδιά μας καὶ μᾶς κάνανε μούμιες χωρὶς ζωὴ καὶ θέληση.

Ναί, ὅλ’ αὐτὰ τὰ ζητήσαμεν ἐμεῖς οἱ νέοι καὶ τὰ ζητήσαμεν ὄχι παρακαλεστικὰ ἀλλὰ μὲ τὴ γροθιὰ ψηλὰ σηκωμένη, γιατὶ εἴχαμε νοιώσει ποιὰ δύναμη κρυβούτανε μέσα μας, ὅλ’ αὐτὰ τὰ ζητήσαμε κι ἂν ὅλα μονομιᾶς δὲν τὰ πετύχαμε τουλάχιστο κατορθώσαμε τὰ μισά, κι αὐτὸ κάτι εἶναι!

III

Ἀλλ’ ἂς ξαναγυρίσουμε στὸ ζήτημα τῆς ποίησης τοῦ Κυρίου Καβάφη.

Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ παρατηρήσω ὅτι ζητήσαμε, πῶς νὰ τὸ πῶ, νά! Σύνταγμα ποίησης κι ὄχι ἀναρχία, ζητήσαμε μιὰ λογικὴ τροποποίηση τῶν νόμων στὴ φιλολογία, δὲ ζητήσαμεν ὅμως, ὅπως ἕνας διαβάζοντας τὰ ποιήματα τοῦ Κου Καβάφη, τὴν κατάργηση τῆς ποίησης.

Γιὰ νἆμαι βραχύλογος, θὰ τὸ πῶ ξάστερα, ἡ ἀλήθια ξάστερα πρέπει νὰ λέγεται, ἡ ποίηση τοῦ Κυρίου Καβάφη δὲ μὲ συγκινεῖ πουθενά, σὲ κανένα του μὰ ὅλως διόλου κανένα ποίημα του δὲ βλέπω δὲν αἰστάνουμαι τὴν ἁρμονία τὸ κυριότερο χαραχτηριστικὸ τῆς ποίησης. Ἡ περιγραφὴ ποιός ἀπὸ τοὺς θαμαστές του μπορεῖ νὰ πεῖ νὰ ὑποστηρίξει πὼς ὑπάρχει; Ἡ γλῶσσα του στρυφνὴ χωρὶς καμιὰ τῆς καμιᾶς φιλολογικὴ ἀξία, οὔτε ἕνας στίχος ποὺ νὰ σὲ κάνει νὰ μένεις ἐκστατικός, οὔτε μιὰ ζωντανὴ εἰκόνα ποὺ νὰ τὴ δεῖς μπροστά σου, οὔτε σὲ κάνουν τὰ πεζότατα αὐτὰ ποιήματα νὰ γυρίζεις ἔστω καὶ γιὰ μιὰ στιγμὴ στὰ περασμένα χρόνια τῆς γλυκιᾶς σου νιότης.

Ὅση καλὴ θέληση νὰ καταβάλω δὲ θὰ μπορέσω νὰ παραδεχτῶ γιὰ ποιήματα τοὺς ἄξεστους στίχους τοῦ Κυρίου Καβάφη. Δὲ μοῦ λὲν τίποτε τὰ ποιήματά του πορπατῶ σὲ μιὰν ἔρημο ὅταν τὰ διαβάζω, καὶ δὲ βλέπω τὴν ὥρα νὰ βγῶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἔρημο γιὰ νὰ δροσιστῶ κομάτι σὲ μιὰ κρυὰ ἑνοῦ Ἀπολώνιου ἄσματος τοῦ Σκίπη ἢ σὲ καμιὰ γλυκιὰ ραψωδία ἑνοῦ Ἀπέθαντου.

IV

Πολλοί, ἔμαθα, ἀπὸ τοὺς θαμαστές του Κυρίου Καβάφη, τόνε θεωροῦνε τρανὸ τῆς ζωῆς φιλόσοφο, λένε πὼς ἡ ἐξωφρενικὴ αὐτὴ ποίηση κρύβει μέσα της κάτι ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ πέσει στὴν ἀντίληψη τοῦ καθενοῦ: Ἄν ὁ Κος Καβάφης εἶναι ἢ δὲν εἶναι φιλόσοφος, αὐτὸ δὲ μὲ μέλει, ὁ Κος Καβάφης, ἔγραψε, ἢ καλήτερα ἀποπειράθηκε νὰ γράψει ποιήματα, γι’ αὐτὸ ἴσα-ἴσα ἔπρεπε νὰ μείνει πρῶτα ποιητὴς κι ἂν τὸ κατόρθωνε, κομάτι δύσκολο μὲ τὴν ἀντίληψη ποὔχει περὶ ποίησης, ἂς τόριχνε κατόπι καὶ στὴ φιλοσοφία.

Παίρνω τὸ θάρρος φίλοι μου, γιατὶ φίλος σας εἶμαι καὶ μὲ ξέρετε καὶ σᾶς ξέρω, νὰ σᾶς πῶ, πὼς τρανὰ λαθεύεστε νὰ νομίζετε πὼς ἡ πολλὴ-πολλὴ φιλοσοφία δηλαδὴ μερικὰ ἀσυνάρτητα φαντασιοπληχτικὰ χοντρὰ λόγια σκεπασμένα μὲ τὸ μαντύα τῆς ψευτοφιλοσοφίας κἄνουν καλὸ στὴν ποίηση! ὄχι τὴν καταστρέφουν, καὶ μὲ δυὸ λόγια νά ὁ λόγος:

V

Ἕνας ποιητὴς ἀληθινός, εἶναι πολὺ δύσκολο, καλήτερα ἀδύνατο νἆναι κι ἀληθινός φιλόσοφος. Ὁ φιλόσοφος ἱδρύει μιὰ σκολὴ κι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του (ὑπάρχουνε κ’ εξαίρεσες) γιὰ μιὰν ἰδέα μάχεται, γιὰ μιὰν ἰδέα πεθαίνει.

Ὁ ποιητὴς ὅμως εἶναι ἄστατος, σήμερα κλαίει γιὰ τὶς ἀθλιότητες τοῦ κόσμου κι αὔριο γελάει γιὰ τὰ παράξενά του. Τὴ μιὰ στιγμὴ ὑμνεῖ τὸν ἔρωτα, τὴ ζωή, καὶ τὴν ἄλλη τὰ βρίζει ὅλ’ αὐτά. Ἡ ἀστασία αὐτὴ τοῦ ποιητὴ ἂς τὴν ὀνομάσουμε ποιητικὴν ἀστασία, μᾶς εὐφραίνει μᾶς κάνει κάπως νὰ ξεχνάμε τὸν πολὺ πραχτικὸ κόσμο μᾶς κάνει ἰδανικὰ ὄντα γιὰ μιὰ στιγμή.

Μὰ ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ποιητὴς χάνει ὅλα τὰ ἰδιώματα τοῦ ποιητὴ καὶ δὲν κρατάει παρὰ τὴν ποιητικὴν ἀστασία παραγεμισμένη μὲ φιλοσοφικὰ δόγματα, παύει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ποιητὴς χωρὶς καὶ νὰ ὑπῆρξε ποτὲ φιλόσοφος.

Φωνάζω λοιπόν, πὼς ἄλλο φιλόσοφος κι ἄλλο ποιητής. Δυὸ ἄκρα ἀντίθετα ποὺ δὲν ἀνταμώνουνται. Ποιός θὰ τολμήσει νὰ πεῖ π. χ. πὼς ὁ Musset εἶναι φιλόσοφος ἢ κι ἁπλῶς πὼς φιλοσοφεῖ ἐπειδὴ ἔγραψε τὸ Rolla καὶ τὶς νύχτες; θαρρῶ πὼς πολλοὶ θὰ τὸν ἔχουνε θαμάσει τὸ δυστυχισμένο Musset γιὰ φιλόσοφο ὄχι γιὰ ποιητή…… Τί εἴπατε Κύριε Καβάφη;

Ὁ Victor Hugo, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἄρχισε νὰ φιλοσοφεῖ στὰ ποιήματά του ἔπαψε νὰ εἶναι, ὁ ποιητής, κ’ ἔγινε—δυστύχημα γιὰ τὴ γαλλικὴ φιλολογία—ὁ φιλόσοφος ποιητής, δηλαδὴ ὁ οὔτε ποιητὴς κι ὁ οὔτε φιλόσοφος.

Μ’ ὅλ’ αὐτὰ δὲ θέλω νὰ πῶ πῶς ἡ ποίηση πρέπει νἆναι μόνο αἰστηματολογική, ὄχι βέβαια, μὰ οὔτε κι ἀπόπειρα φιλοσοφικῶνε δογμάτων ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος.

VI

Κι ἂς γυρίσουμε στὰ ποιήματα τοῦ Κυρίου Καβάφη. Παρατηρῶ δυὸ διακριτικὰ σημεῖα:

1ο Ὁ Κύριος Καβάφης μαντεύοντας ἢ καλήτερα βλέποντας, πὼς ἔχει θαμαστὲς ἀκριβῶς γιὰ τὸ—μὰ τὴν ἀλήθια—πολὺ παράξενο μέτρο του στὴν ποίηση, προσπαθεῖ, ἢ καλήτερα χωρὶς καμιὰ προσπάθεια κατορθώνει, νὰ γίνεται πιότερο θαμαστὸς ἀπὸ τὴν κλίκα του, γράφοντας ἐκεῖνα τὰ τρανὰ ἱστορικὰ ποιήματα. Φοβᾶται νὰ γράψει σὰν τοὺς ποιητὲς φαίνεται, γιὰ δυὸ λόγους: ἢ γιατὶ θὰ τοὖναι δύσκολο ἐπειδὴ καὶ ξεσυνήθισε τὸ σωστὸ μέτρο τῆς ποίησης, ἢ γιατὶ θὰ θεωρεῖ πολὺ κοινὸ καὶ προστυχοφιλολογικὸ νὰ εἶναι οἱ σκέψες του κάπως διαφανότερες καὶ καταληφτότερες.

Ὁ Κύριος Καβάφης μὲ δυὸ λόγια θέλει νὰ τόνε θαμάζουν οἱ δυὸ ἢ τρεῖς ποὺ τόνε θαμάζουν, ἀδιάφορο τώρα, ἂν ὁ θαμασμὸς αὐτὸς γιὰ τὸ ἔργο του ἀγοράζεται μὲ τὴ σκληρὴ δολοφονία τῆς ποίησης.

2ο Τὸ δεύτερο διακριτικὸ σημεῖο εἶν’ αὐτό:

Ὁ Κύριος Καβάφης δὲν εἶναι ποιητὴς ἀκριβῶς γιατὶ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τοὺς θαμαστές του τοὺς ὀλίγους, μὰ δὲν πιστεύω κ’ ἐκλεχτούς, χωρὶς νὰ φροντίσει νὰ μάθει ἐπὶ τέλους, ἐχτὸς ἂν ἡ φιλοσοφία του τοῦ τὸ ἀπαγορεύει, τί εἶναι ποίηση, τί εἶναι μέτρο, τί εἶναι αἰσθητική, τί εἶναι περιγραφή, τί εἶναι ὅλα ἐκεῖνα ἐπὶ τέλους ποὺ κάνουν ἕνα ποιητή, ποιητή ὄχι σἂν τὸν Κύριον Καβάφην.

VII

Ὅλο τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου Καβάφη διακρίνει, ὄχι μόνον ἡ κουραστικὴ ξεραΐλα ἀπὸ κάθε ἰδέα, ἀλλὰ κ’ ἡ φτώχια τῆς γλώσσας. Καὶ νομίζει κανένας ὅτι ὁ Κος Καβάφης τὸ κάνει ἐπίτηδες νὰ διαλέγει τὶς πιὸ πεζὲς λέξες γιὰ νὰ ἐκφράσει τὶς πιὸ κωμικὲς ἰδέες, καὶ ψώφιες εἰκόνες.

Δὲν εἶν’ ἀνάγκη ν’ ἀνοιχτῶ ἐδῶ σὲ θεωρίες. Φέρνω γιὰ ν’ ἀποδείξω, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ φτώχια τῆς γλώσσας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ πεζὸ τῶν ἰδεῶν καὶ νοημάτων, παραδείγματα παρμένα ἀπὸ τὰ διάφορα ποιήματά του.

*
Ἔτσ’ ἡ ἐπιθυμίες μοιάζουν ποῦ ἐπέρασαν
Χωρὶς νὰ ἐκπληρωθοῦν· χωρὶς ν’ ἀξιωθεῖ.

*
Κρύα κεριά, λυωμένα καὶ κυρτά.

*
Γιὰ νὰ ἐπιστρέψει γρήγορα καὶ νἆν καλοὶ καιροὶ

*
Ἡ σαστισμένες κι’ ἀντιφατικὲς

*
Μὲς στὰ παληά των τὰ πετσιὰ τ’ ἀφανισμένα.

*
Καὶ σπάνιο νὰ σὲ πολιτογραφήσουν.

*
Ποτὲ ἀπὸ τὸ χρέος μὴ κινοῦντες·
Γενναῖοι ὁσάκις εἶναι πλούσιοι, κ’ ὅταν
Εἶναι πτωχοί, πάλ’ εἰς μικρὸν γενναῖοι,
Πάλι συντρέχοντες ὅσο μποροῦνε·
Πάντοτε τὴν ἀλήθεια ὁμιλοῦντες
Πλὴν χωρὶς μῖσος γιὰ τοὺς ψευδομένους.

*
Ὁ ἀρνηθεὶς δὲν μετανοιώνει
Κι ὅμως τὸν καταβάλλει
Ἐκεῖνο τ’ ὄχι—τὸ σωστὸ—εἰς ὅλην τὴν ζωή του.

*
Βγαίνει, καὶ μὲ φωνὲς μεγάλες μᾶς τρομάζει.

*
………. Πολύτιμα μπαστούνια
Μ’ ἀσήμια καὶ μαλάματα ἔκτακτα σκαλιγμένα,

Εἶν’ ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσω; τὸ τομίδιο εἶναι γιομάτο ἀπὸ τέτοιες λέξες, πεζὲς λέξες, ξερὲς λέξες τῶν ἐφημερίδων καὶ τῆς καθημερνῆς κουβέντας ὄχι ὅμως καὶ τῆς ποίησης.
Τί πάει νὰ πεῖ λ.χ. Σὰν σώματα ὡραῖα.

Ὡραῖα, ἡ λέξη ὡραῖα στὴν ποίηση εἶναι λέξη πεζή. Δηλαδὴ ἕνα ὁλόκληρο ποίημα τοῦ Κου Καβάφη ἀρχίζει μέ:

Σὰν σώματα ὡραῖα
Μὰ κάθε ἄνθρωπος τοῦ γούστου δὲ φαντάζεται τὰ ὡραῖα αὐτὰ σώματα, ὅπως δὲ φαντάζεται τὸ après-midi τὸ ὡραῖον καὶ ἔκτακτον καὶ θαυμάσιον τῶν ἐφημερίδων.

Αὐτὴ ἡ λέξη, ὅπως κι ὅλες οἱ ἄλλες τοῦ Κυρίου Καβάφη, εἶναι τῆς ρουτίνας, καθιερωμένες γιὰ τὴν κοινή μας χρήση, καθιερωμένες γιὰ ν’ ἀποφύγουμε τὶς περιγραφὲς στὴν ὁμιλία ἀπάνου.

— Πῶς πέρασες στὴ βεγκέρα;

— Ὡραῖα, ὡραῖα.

Δηλαδὴ εὐχαριστήθηκα διασκέδασα κ.τ.λ.

Στὴν ποίηση ὅμως ἔχει καθένας ἀνάγκη νὰ αἰστανθεῖ μέσα του, βαθειά του, τὰ ὡραῖα αὐτὰ σώματα, νὰ καταλάβει τὴν ὁμορφάδα τους νὰ τὴ δεῖ νὰ πειστεῖ γιὰ δ’ αὔτη, δυστυχῶς, μὲ τὸ ξερὸ ξερὸ: σώματα ὡραῖα δὲ βλέπει κανένας τίποτε.

Γιὰ νὰ ἐξακολουθήσω ἀπάνω σ’ αὐτὸ τὸ ποίημα:

Πολλὰ πάμπολλα πράματα εἶναι ὡραῖα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, δὲν ἀρκεῖ ὅμως νὰ ποῦμε ὡραῖα γιὰ νὰ καταλάβουμε πὼς εἶναι ὡραῖα.

Ἔπειτα πολλὰ πράματα ἀντιλαβαινούμαστε ἀλλιῶς ἐμεῖς κι ἀλλιῶς ἄλλοι. Πῶς καταλαβαίνετε σεῖς π. χ. Κ. Καβάφη τὰ ὡραῖα σώματα;!

Τώρα ἂν ἡ ποιητικὴ ἀφέλεια, ἢ ὁ φόβος (ε;;) γιὰ ἐφεύρεση καταλληλότερης λέξης ἢ φράσης σας βαστάει ἀλλάζει ὁ λόγος.

Κι ἂς μείνω ἀπάνου στὸ ἴδιο ποίημα.

Διαβάζοντας λοιπὸν κανένας αὐτὴ τὴ φράση, ἢ κατὰ τὸν Κον Καβάφη στίχον:

Σὰν σώματα ὡραῖα
Περιμένει τουλάχιστο νὰ δεῖ παρακάτω καμιὰ ποιητικότερη ἀνάλυση τῶν ὡραίων αὐτῶν σωμάτων, μὰ νά, ἀντὶ κάθε ἄλλης περιγραφῆς γρήγωρα, γιατὶ πάντα ὁ Κύριος Καβάφης βιάζεται στὰ ποιήματά του, (ποιητικὴ λυτότη) τὰ ὡραῖα αὐτὰ σώματα, τὰ κλειδώνει σὲ Μαυσωλεῖο: Τί Μαυσωλεῖο; Μεγαλόπρεπο, μαρμάρινο, πέτρινο, χρυσό, ὄχι σὲ Μαυσωλεῖο Λαμπρό!

Κ’ ἔτσι πάει καὶ τὸ Μαυσωλεῖο.

Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσουμε πὼς αὐτὸ ἤτανε μιὰν εἴδηση ἁπλή, μιὰ φημερίδα μποροῦσε νὰ τὸ περιγράψει πεζότερα ἀπὸ τὸν Κύριον Καβάφην;

«Τελευταία ὥρα!
»Χθὲς περὶ τὴν τρίτην ἀπογευματινὴν ἔκλεισαν εἰς Μαυσωλεῖον Λαμπρὸν τὰ ὡραῖα σώματα τῶν νεκρῶν.»

Φαίνεται πὼς ὁ Κύριος Καβάφης θέλει στὴν ποίηση νὰ περάσει καὶ τὶς ἐφημερίδες στὴν ἁπλότητα τοῦ ὕφους.

Μόνο καὶ μόνο γι’ αὐτὸ τὸ λόγο κλειδώνει ὡραῖα σώματα σὲ λαμπρὰ μαυσωλεῖα, πολιτογραφεῖ ποιητὲς στὴν πόλη τῶν ποιητῶν, βρίσκει πὼς τὴ μιὰ μονότονη μέρα ἄλλη ἀπαράλαχτη τὴ διαδέχεται, κι ὅτι καταντάει τὸ αὔριο νὰ μὴ μοιάζει σὰν αὔριο (σπουδαῖο αὐτὸ τὸ φιλολογικὸν εὕρημα) βρίσκει πὼς τὴν αὔριο θὰ ξαναγίνουν τὰ ἴδια πράματα δηλαδὴ θὰ βγεῖ ὁ ἥλιος τὴ μέρα καὶ τὸ βράδυ τἀστέρια, θὰ κάνει ὁ Κύριος Καβάφης τὰ ἴδια ποιήματα καὶ θὰ θαμαστεῖ, κ.τ.λ.π…

Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο χάριν ἁπλότης ὁ Κύριος Καβάφης βρίσκει πὼς ἡ Ἐκάβη κι ὁ Πρίαμος κλαῖνε γιὰ μᾶς καὶ μεῖς γιὰ δ’ αὔτους, Πῶς ταράττεται ἡ ψυχή μας καὶ παθαίνει χρόνια παράλυση.

Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, τρέχει στὴν κάμαρά του καὶ δὲ βρίσκει παράθυρα, ἢ βρίσκει καὶ δὲν τ’ ἀνοίγει ὄχι γιατὶ εἶναι χειμῶνας καὶ φοβᾶται τὸ κρύο ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ δεῖ καινούργια πράματα! Βέβαια καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Κύριος Καβάφης σκαλίζοντας τὴν ἱστορία θὰ βρῆκε μὲ κρυφὴ χαρὰ πῶς ὁ Ἐφιάλτης θὰ φανεῖ στὸ τέλος καὶ οἱ Μῆδοι ἐπὶ τέλους θὰ διαβοῦνε!

Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο ὁ Πηλεὺς φοβᾶται κ’ ἐπεμβαίνει ὄχι γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ Κου Καβάφη ἀλλὰ γιὰ νὰ σταματήσει τὴ φόρα τῶν θαμαστῶν του.

VIII

Τέλος πάντων τί εἶναι ἡ ποίηση τοῦ Κυρίου Καβάφη; Ἔχει ἢ προσπαθεῖ νὰ δημιουργήσει δικιὰ του σκολή; Ὅπως εἶπα στὴν ἀρχὴ τῆς πραγματείας μου αὐτῆς, ὁ Κύριος Καβάφης παρασύρθηκε ἀπὸ μιὰν ἀκατάσχετη μανία φιλοσοφίας καὶ συβολισμοῦ στὰ ποιήματά του, ποὺ τὰ περισσότερα εἶναι ξερὲς μετάφρασες ἀπὸ ἀρχαῖα συγράμματα, παρμένα ὅπως: ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος.

Ποιός μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ λογικὰ πὼς ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος εἶναι ποίημα; ἢ κι ἂν θέλουμε ποιός μπορεῖ νὰ πεῖ πὼς κρύβει μέσα του τίποτε σπουδαῖο φιλοσοφικὸ ἢ κοινωνικὸ νόημα. Ἴσως νὰ ὑποθέταμε ἕνα τέτοιο πρᾶμα ἂν ὁ Κύριος Καβάφης δὲν ἔβαζε στὴν ἐπικεφαλίδα ὁλόκληρη τὴν περίοδο τοῦ Πλούταρχου.

«Ὥσπερ οὐ βασιλεύς, ἀλλ’ ὑποκριτής, μεταμφιέννυται χλαμύδα φαιὰν ἀντὶ τῆς τραγικῆς ἐκείνης καὶ διαλαθὼν ὑπεχώρησεν».

Ἀλλὰ δυστυχῶς αὐτὴ ἡ πρόταση ἀποδεικνύει ἀκριβῶς ὅτι τὸ ποίημα ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος δὲν εἶναι ποίημα ἀλλὰ ξερὴ ξερή, τὸ πολὺ ἐπιτυχημένη μετάφραση, ὄχι βέβαια καθηγητὴ ἀλλὰ μαθητὴ Γυμνασίου.

IX

Ἕν’ ἄλλο ἀφόρητο γιὰ τὴν ταπεινή μας γνώμη ἐλάτωμα στὴν ποίηση τοῦ Κυρίου Καβάφη, ἡ παρένθεση ποὺ κόβει τὸν ἄγαρμπο στίχο τόσο ἄγαρμπα!

Νά παράδειγμα!

Ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος (μεγάλην
εἶχε ψυχὴν) καθόλου — ἔτσι εἶπαν
δὲν φέρθηκε σὰν Βασιλεύς. Ἐπεῖγε
κ. τ. λ.

Δὲ φτάνει ἡ τρομερὴ πεζότη τοῦ ποιήματος μὰ ἔχουμε καὶ τὶς παρένθεσες, ποὺ σὲ ὑποχρεώνουν νὰ κρατᾶς τὴ συνέχεια σἂ στὶς ἐπιφυλλίδες τῶν μυθιστορημάτων τῶν φημερίδων.

Καὶ πάλι ρωτῶ, μποροῦσε πεζότερα νὰ γραφτεῖ ἕνα παρόμοιο πρᾶμα; ποῦ βρίσκουνται κρυμένες ἡ ποιητικὴ ἀλληγορία, ποῦ τὸ μέτρο, ποῦ ἡ ἁρμονία, ποῦ τὸ ψηλὸ νόημα;

Ἢ Παπᾶς παπᾶς ἢ ζευγὰς ζευγάς.

X

Τί λοιπὸν οἱ θαμαστὲς τοῦ Κυρίου Καβάφη θαμάζουν στὰ ποιήματά του; ἀφοῦ οὔτε ἁρμονία οὔτε μέτρο οὔτε γλωσσικὸς πλοῦτος ὑπάρχει, οὔτε τίποτε ἄλλο ποιητικὸν προσόν. Τὴ φιλοσοφία; βέβαια κι αὐτὴ θὰ θαμάζουν, ἀλλὰ κ’ ἡ φιλοσοφία του ἂς τὴν ὀνομάσουμ’ ἔτσι, εἶναι ὄχι μόνο τετριμένη ἀλλὰ κι ἀστεία. δηλαδὴ πράματα ποὺ λέγουνται κάθε μέρα χωρὶς καμιὰ φιλοσοφικὴ ἀξίωση.

Λοιπὸν τί θαμάζουν;

Θαμάζουν τὸ παράξενα τοῦ ὕφους του; ἀλλὰ δὲν εἶναι παράξενο καθόλου! ἀπὸ πότες εἶναι ἢ ἔγινε original ὁ πεζὸς λόγος;

Ἔπειτα αὐτὸ τὸ τρομαχτικὸ τὸ ἀπαίσιο ἀράδιασμα ὅλωνε τῶν ἀρχαίων ἡρώων ἡμιθέων καὶ θεῶν, σκεπασμένων κουκουλωμένων μὲ τὸ μαντύα τῆς ψευτοφιλοσοφίας, τί εἶναι;

Τί ἄλλο εἶναι παρὰ μιὰ κούφια μάταιη ἐπίδειξη πολυμάθειας; Ποιό τέλος εἶναι τὸ ἀγνό του ποίημα; ποιό τὸ βασανισμένο τὸ σκαλισμένο ἀπάνω στοὺς κανόνες ἂν ὄχι τῆς ποίησης τουλάχιστο τοῦ γούστου; λυποῦμαι πολύ νὰ πῶ πὼς κανένα, ἢ μᾶλλον μόνον ἕνα, τὸ ποίημα, Ἕνας γέρος. Μάλιστα αὐτὸ εἶναι ποίημα ἔχει τὴ σειρά του, τοῦ λείπει ἐκείνη ἡ ανακατωσοῦρα τῆς φιλοσοφίας, ἀπουσιάζουν ἐκεῖνα τὰ συβολικὰ παράξενα μέτρα, κατορθώνω νὰ φανταστῶ τὸ φτωχὸ γέρο ποὺ κλαίει τὰ νιάτα του καὶ μέ πόνο νὰ τὸν θεωρῶ στὸ τέλος.

«Ἀπ’ τὸ πολύ νὰ σκέπτεται καὶ νὰ θυμᾶται
ὁ γέρος ἐζαλίσθηκε. Κι’ ἀποκοιμᾶται
στοῦ καφενείου ἀκουμπισμένος τὸ τραπέζι.»

Κ’ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ἁπλότη τοῦ ὕφους ἀλλ’ ἡ σωστὴ ποιητικὴ ἁπλότη τὸ γερὸ νόημα ποὺ κάνει τὸ ἕνας γέρος νὰ εἶν’ ἕνα μικρὸ ἀνεχτίμητο μπιζουδάκι. Μάλιστα εἶναι ποίημα! διαβάζοντάς το αὐτὸ οἱ νέοι μελαγχολικοὶ θὰ σκεφτοῦν πὼς θἄρθουνε γρήγωρα τὰ σκληρὰ χρόνια νὰ μᾶς θυμίσουν τί μπορούσαμε νὰ κατορθώσουμε στὴ νιότη μας. Θἄρθει μέρα ποὺ μὲ δάκρυα, κάπως ἀργά, θὰ δοῦμε τὸν ὁρίζοντα νὰ σκοτεινιάζει, τὰ χίλια δυὸ χρυσά μας ψέφτικα ὄνειρα νὰ διαλύνουνται σἂν καπνός, καί κάτι ἀόριστοι τρόμοι νὰ μᾶς παίρνουν, μιὰ σκιά, ἔ! ἂς τὴν ποῦμε, τοῦ χάρου νὰ μᾶς πλησιάζει!

Τί ἔκαμες στὴ ζωή σου; τίποτε; Ἐνόμισες πὼς εἶχες δικαίωμα ἐμένα τὸ χρόνο νὰ περιφρονήσεις τόσο ποὺ νὰ νομίσεις ὅτι στέκουμαι καὶ δὲν κουνιέμαι; ὄχι, τώρα σὲ παίρνω!

Μὰ γιατὶ ὁ γέρος νὰ σκέφτεται τὰ νιάτα του, γίνεται ἐγωϊστής, κάνει πέτρα τὴν καρδιά, γελᾶ-γελᾶ περιφρονητικά.

Μὰ ἡ ὑπεράνθρωπη προσπάθεια γιὰ τὸ κουρασμένο σῶμα του, ἡ σκέψη αὐτὴ θὰ τὸ σκοτώσει, ἔ! ὄχι λοιπὸν δὲ σκέφτεται, νά θὰ ζήσει ἐγωϊστής.

Καί, «ὁ γέρος ἐζαλίσθηκε, κι’ ἀποκοιμᾶται
στοῦ καφενείου ἀκουμπισμένος τὸ τραπέζι»

Σώνει ἕνα τέτοιο ποίημα γιὰ νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ παρουσία τοῦ τομίδιου;

Τί τὸν ἐμπόδισεν ἄραγε τὸν Κύριον Καβάφη νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ γράφει στὸ Style του ἕνας γέρος; πολὺ φοβοῦμαι οἱ θαμαστές του ποὺ δὲν πρέπει βέβαια νὰ κολακεύουνται γιὰ φιλολογικὴ μόρφωση.

Πῶς ὅμως νὰ ὀνομάσουμε τὰ ποιήματα τοῦ Κυρίου Καβάφη ἀφοῦ ὁ ποιητής των δὲν τοὺς ἔδωκε τίτλο; πῶς ἀλλιῶς παρὰ φιλοσοφικὰ δόγματα, γιατὶ σὲ πολλὰ δ’ αὔτα ὁ Κύριος Καβάφης δὲν εἶναι ποιητὴς ἀλλὰ διδάσκει!

Ποτὲ ἀπὸ τὸ χρέος μὴ κινοῦντες.
Δίκαιοι κ’ ἴσιοι σ’ ὅλες των τὲς πράξεις
Ἀλλὰ μὲ λύπη κιόλας κ’ εὐσπλαχνία·
Γενναῖοι ὁσάκις εἶναι πλούσιοι κι ὅταν
Εἶναι πτωχοί, πάλ’ εἰς μικρὸν γενναῖοι
Πάλι συντρέχοντες ὅσο μποροῦνε·
Πάντοτε τὴν ἀλήθεια ὁμιλοῦντες
Πλὴν χωρὶς μῖσος γιὰ τοὺς ψευδομένους,

Πιὸ τετριμένες ἀλήθιες γίνουνται ἀπὸ δ’ αὔτες τῶν Θερμοπυλῶν, τουλάχιστο ἂν ἦσαν κάπως πιὸ ρυθμικὰ βαλμένες πιὸ ἀρμονικά.

XI

Κι ὅλ’ αὐτὰ τὰ παθαίνουμε γιατί; γιατὶ πάσχουμε ἀπὸ τὴ γνωστὴ ἀσθένεια «Snobisme». Ἔχουμε καταντήσει, καὶ τὸ ἀστεῖο δὲ θέλουμε νὰ παραδεχτοῦμε, ἢ ἂν προτιμᾶτε δὲ μποροῦμε νὰ καταλάβουμε. Snobs, μὲ ἄλλα λόγια, δοῦλοι τῆς γνώμης δυὸ τριῶν ἐξεχόντων. Τρανὸ καὶ ζωντανὸ παράδειγμα τὰ ποιήματα τοῦ Κυρίου Καβάφη, τὰ θαμάζουμε γιατὶ κάποιος βρέθηκε νὰ τὰ παινέσει, κάποιος πολὺ γνωστὸς λογογράφος τῶν Ἀθηνῶν, ἐμεῖς λοιπὸν ἐπιπόλαια ἐπιπόλαια χωρὶς καλὰ καλὰ νὰ ξέρουμε γιατὶ ἀσπαζούμαστε τὶς γνῶμες του καὶ πρῶτοι πρῶτοι καὶ καλοὶ βροντοφωνοῦμε: Νά φιλόσοφος, νά ποιητής, τὸ δὲ ἀστεῖο, τὸ λέμε μὲ τόση πεποίθηση ποὺ στὸ τέλος τὸ πιστεύουμε καὶ τὸν ἐχτιμᾶμε, (παράδειγμα ὁ Κος Καβάφης) γιὰ ποιητὴ γιὰ λογογράφο γιὰ φιλόσοφο κ.τ.λ. ὑπνοτιζούμαστε τόσο ποὺ εὐτὺς εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ δόσουμε κάποια σπουδαία κρυμένη ἔννοια σ’ ἕνα κούφιο λόγο ἢ σ’ ἕν’ ἀστεῖο πεζὸ ποίημα, ποὺ θεωροῦμε chef d’ oeuvre!

Αὐτὰ φίλοι μου εἶν’ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες ποὺ ἀπὸ ἐγωϊσμὸ δὲν παραδεχούμαστε, θαμάζουμεν ἐκεῖνο ποὺ θαμάζουν δυὸ τρεῖς σπουδαῖοι. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο εἴμαστε τοῦ Nietche ὁπαδοί, λατρεύουμε τὴ μουσικὴ τοῦ Wagner ἐνῶ στὰ κρυφὰ τρελαινούμαστε γιὰ τὸ Matchiche. εἴμαστε συβολιστὲς ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν καταλαβαίνουμε τὶ γράφουμε.

Καὶ μὲ μιὰ διαφορὰ γιὰ νὰ ἐξηγούμαστε καλήτερα ὁ Wagner ὁ Nietche ἔχουν καὶ τοὺς θαμαστές τους τοὺς εἰλικρινεῖς, τοὺς θαμαστές ποὺ ξέρουν γιατὶ τοὺς θαμάζουν ἐνῶ ὁ Κος Καβάφης ἔχει τοὺς θαμαστὲς ποὺ ἀποχτᾶ κάθε εὐτυχὴς συγραφέας παράξενος σὲ μέτρα ποιητικὰ μόνο ὄχι καὶ σὲ ἰδέες τουλάχιστο.

XII
Μὰ δὲ βλέπουμεν ἐμεῖς οἱ θαμαστὲς τὸ κακὸ ποὺ κάνει ὁ θαμασμός μας ὁ ἐπιπόλαιος σ’ ἕνα συγραφέα ποὺ ἴσως μπορεῖ νὰ γράψει καλά. Τὸ κακὸ δὲν τὸ βλέπουμε λέγω! δὲν ἐννοοῦμε πῶς τὸν καταστρέφουμε κολακεύοντας βλακωδέστατα τὸ κακό του γοῦστο.

Αὐτὸ ποὺ λείπει ἀπὸ μας ξέρετε τὶ εἶναι; ἡ σύχρονη φιλολογικὴ ἐκπαίδεψη καὶ τὸ φιλολογικὸ γοῦστο. Ἔχουμε κατορθώσει νὰ παραγνωρίσουμεν ἐκείνους ποὺ κάτι ἀξίζουν καὶ νὰ θαμάζουμεν ἐκείνους ποὺ δὲν εἶναι ἄξιοι θαμασμοῦ. Καὶ νἄτανε μόνον αὐτό, κιντυνεύουμε δυστυχῶς νὰ πάθουμεν ἐκεῖνο ποὺ ἔπαθεν ὁ 18ος αἰῶνας στὴ Γαλλία, μὲ τὴ μανία στὴ φιλοσοφία, δηλαδὴ νὰ καταστραφεῖ ἡ ποίηση ἀπὸ τὴν πολλὴ φιλοσοφία καὶ λογικὴ καὶ νὰ μὴν ἀναδειχτεῖ παρὰ ἕνας ἀληθινὸς ποιητής, ὁ André Chénier! Κι αὐτὸς ἀκόμα ὁ πολὺς Βολταῖρος ἔπεσε θῦμα τῆς φιλοσοφίας του στὴν ποίηση.

Τί λέγω κιντυνεύουμε; ἔχουμεν ἤδη καταστρέψει τὴν ἀγνὴ ποίηση, καὶ γιὰ νὰ μὴ βγαίνω ἀπὸ τὸ θέμα μου, νά ὁ Κύριος Καβάφης τὸ πιὸ τρανὸ παράδειγμα.

Στὴν ποίηση του δὲν ὑπάρχει:

οὔτε αἴστημα!

οὔτε περιγραφή Ἐχτὸς ἄν ὀνομάζει ὁ Κος Καβάφης περιγραφή τὴν καταγωγὴ διάφορων ἀντικειμένων λὲς κ’ εἶν’ ἐχτιμητὴς ὅπως στὴν κηδεία τοῦ Σαρπηδόνος.

οὔτε χάρη. Ἐχτὸς ἄν εἶναι ἡ χάρη στὸ ποιηματάκι ἡ δέησις ὅπου ἡ μητέρα στήνει τ’ αὐτί, λὲς κ’ εἶναι φοράδα, περιμένοντας τὸ γυιό της.

οὔτε ἁρμονία

οὔτε τίποτε ἄλλο!

Θὰ ξανάρθουμε σὲ μιὰ τελειότερη ἀνάλυση τοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου Καβάφη, ἄν τὸ θέλουν οἱ θαμαστές του, καὶ θ’ ἀποδείξουμε πλατύτερα τὴ μηδαμινότητα τῆς ποίησης του.

*Συγγραφέας της κριτικής είναι ο Ροβέρτος Κάμπος, ψευδώνυμο που μάλλον χρησιμοποίησε ο Πέτρος Μάγνης που ωστόσο δεν παραδέχτηκε ότι το συνέγραψε.

**Το πήραμε από εδώ: https://perithorio.com/2024/01/15/αντικαβαφισμός-ο-πρώτος-λίβελος-κατ/

Πέθανε στα 82 ο ποιητής και μεταφραστής Σπύρος Μεϊμάρης

Ο Σπύρος Μεϊμάρης, ένας εκ των κορυφαίων εκπροσώπων της γενιάς των beat ποιητών, βρισκόταν στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό την τελευταία εβδομάδα και τελικά εξέπνευσε.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942. Το 1959-60 βρέθηκε στο Σαν Φρανσκίσκο και παρευρέθηκε στο ξεκίνημα της Βeat Generation. Γνωρίστηκε με τον ποιητή Lawrence Ferlinghetti, εκδότη των City Lights Books και αρχίζει να γράφει ποίηση στα Αγγλικά.

Όταν ο Allen Ginsberg (1926-1997), η πιο επιφανής φιγούρα της beat generation (και της beat poetry), θα ερχόταν στην Ελλάδα από την Ταγγέρη με το θρυλικό υπερωκεάνιο S.S. Vulcania, στις 29 Αυγούστου 1961, ο Σπύρος Μεϊμάρης, μαζί με τους Νάνο Βαλαωρίτη, Πάνο Κουτρουμπούση, Μίνω Αργυράκη, Γιώργο Κατσίμπαλη και Amy Mims, θα ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που θα τον συναναστρέφονταν και που θα τον συνόδευαν στις περιπλανήσεις του στα κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά.

Ο Σ. Μεϊμάρης ήδη από το 1959 είχε βρεθεί με υποτροφία στην Καλιφόρνια, συχνάζοντας στην North Beach του Σαν Φρανσίσκο, την εποχή της ακμής των beats, ενώ το 1961 στο Beat Hotel, στην οδό Gît-le-Cœur του Παρισιού, θα συναντούσε τους William S. Burroughs, Sinclair Beiles και Kay Johnson ανάμεσα σε άλλους και λίγο αργότερα, στην Ταγγέρη, τους Harold Norse, Paul Bowles και Jane Bowles.

Βασικά, μαζεμένα ποιήματα του Σπύρου Μεϊμάρη συναντάμε για πρώτη φορά στο τεύχος #22 του «Κούρου» (1974) κάτω από τον τίτλο «Αρνάκι άσπρο και παχύ…», όπως και σ’ ένα τεύχος του περιοδικού “Panderma”, την επόμενη χρονιά, το «Όνειρα Πραγματικότητας» (1975). Ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύονται βεβαίως και στο περιώνυμο ένατο τεύχος του περιοδικού «Σήμα / Αφιέρωμα Η Σκηνή» (Σεπτέμβρης 1975) και πολλά χρόνια αργότερα στην «Τυφλόμυγα» [Μάιος-Ιούνιος, 2016]. Ίσως να υπάρχουν και αλλού…

Από ’κει και πέρα τα βιβλία του Σ. Μεϊμάρη, με ποιήματά του και μεταφράσεις, με τη σειρά έκδοσής τους είναι τα: «Εξορκισμοί» [Καστανιώτης, 1983], «Αλμπέρ Κοσερί / Ξεχασμένοι απ’ το Θεό» Απόπειρα, 1991, «Τζακ Κέρουακ / Τα Όνειρά μου» Αίολος, 1992, «Άλλεν Γκίνσμπεργκ / Ημερολόγια» Εστία, 1993, «Τζακ Κέρουακ / Μάγκι Κάσιντι» Αίολος, 1997, «Γραφτά» [Απόπειρα, 1998], «Δηλώσεις της Σιγαλιάς, 1997-2009» [Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση-ΕΜΣΕ, 2011] και «Η Μεταμόρφωση του Τοπίου / Ποιήματα 1961-2014» [Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση-ΕΜΣΕ, 2016].

Το πιο πρόσφατο βιβλίο του Σπύρου Μεϊμάρη κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις OPPORtUNA, έχοντας τίτλο «Επίλεκτα ποιήματα και άλλα κείμενα (2012-2022)».

*Πηγή: https://www.lifo.gr/now/entertainment/pethane-o-poititis-kai-metafrastis-spyros-meimaris

Μια γνωριμία με τον Νίκο Βέλμο

Μια έκθεση στο Radio Athenes μας φέρνει σε επαφή με το ζωγραφικό έργο μιας σύνθετης δημιουργικής προσωπικότητας

Yπήρξε ηθοποιός, λογοτέχνης, ζωγράφος.

Η συμβολή όμως του Nίκου Βέλμου (1890-1930) ή κατά κόσμον Νίκου Βογιατζάκη στην τέχνη της εποχής του ήταν μεγαλύτερη απ’ όσο μπορούν να αποκαλύψουν σήμερα αυτές οι ιδιότητες. Υπήρξε ένας καλλιτέχνης του περιθωρίου ο οποίος εξέδιδε μόνος του και ένα περιοδικό ονόματι «Φραγκέλιο» από το 1926 έως το 1929, μέσα από το οποίο κατέκρινε την υποκρισία και το κατεστημένο της εποχής του –με κείμενα δικά του αλλά και άλλων λογοτεχνών. Παράλληλα μέσα από τα Φύλλα Τέχνης του συγκεκριμένου περιοδικού εξέδιδε μονογραφίες καλλιτεχνών όπως ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ή ο Μπετόβεν.

Ο Νίκος Βέλμος υπήρξε και ζωγράφος o οποίος θέλησε να δώσει βήμα και σε άλλους καλλιτέχνες της εποχής του μέσα από το «Ασυλον Τέχνης» το οποίο δημιούργησε το 1928 στο ισόγειο του σπιτιού του στην οδό Νικοδήμου 21 στην Πλάκα. Εκεί έδειχνε δουλειά του ο 16χρονος Γιάννης Τσαρούχης, αλλά διοργανώνονταν και εκθέσεις καλλιτεχνών όπως ο Γιαννούλης Χαλεπάς ή ο Δημήτρης Γαλάνης, αλλά και ορισμένων αυτοδίδακτων δημιουργών όπως ήταν και ο ίδιος ο Βέλμος, «ασπούδαστων» και «ανέστιων». Εκεί διοργανώνονταν και συζητήσεις για καλλιτεχνικά και κοινωνικοπολιτικά θέματα παρουσία προσωπικοτήτων της πρωτοπορίας της εποχής όπως ο Στρατής Δούκας, ο Φώτης Κόντογλου, ο Σπύρος Παπαλουκάς, ο Δημήτρης Πικιώνης, οι οποίοι προετοίμαζαν το έδαφος για την επερχόμενη γενιά του ’30.

Αφορμή για να τα μάθουμε όλα αυτά είναι η έκθεση «Νίκος Βέλμος (1890-1930)» στο Ινστιτούτο Radio Athenes της οδού Πετράκη, τον ανεξάρτητο χώρο τέχνης της Ελενας Παπαδοπούλου για την προώθηση της σύγχρονης εικαστικής τέχνης που βρίσκεται κιόλας κοντά στην πάλαι ποτέ έδρα του Ασύλου Τέχνης και παρουσιάζεται και σε συνεργασία με τη Σχολή Καλών και Παραστατικών Τεχνών Frances Rich του Deree – The American College of Greece. «Ο Βέλμος ήταν outsider, μια μεγάλη φυσιογνωμία εναντίον του κατεστημένου ο οποίος δεν μπήκε ποτέ στο σύστημα της εποχής του, γι αυτό και δεν έχουμε ακούσει περισσότερα για αυτόν» θα πει στο Βήμα η Ελενα Παπαδοπούλου. «Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μια σημαντική εκδοτική δουλειά και έρευνα πάνω στο έργο του. ‘Εχουν επανεκδοθεί από το περιοδικό Φαρφουλάς τα τεύχη του ‘Φραγκέλιου‘ συνοδευόμενα από κείμενα μελετητών του Βέλμου όπως ο Δημήτρης Παυλόπουλος, η Βένια Παστάκα, ο Σωκράτης Λούπας, ο Διαμαντής Καράβολας καθώς επίσης και το τεύχος των ‘Φύλλων Τέχνης’ που ήταν αφιερωμένο στον Χαλεπά. Παράλληλα, οι εκδόσεις Φαρφουλάς έχουν κυκλοφορήσει τη μελέτη του Νίκου Λογοθέτη, ενός από τους πρώτους μελετητές του Βέλμου, με τίτλο ‘Νίκος Βέλμος. Ο Γυιός της Απώλειας‘ η οποία συμπυκνώνει τη μακροχρόνια και ενδελεχή του έρευνα πάνω στη ζωή και το έργο του Βέλμου καθώς και τη μελέτη του Κίμωνα Θεοδώρου για το ‘Άσυλον Τέχνης’ και την σκέψη του Βέλμου για την τέχνη. Επίσης από τις εκδόσεις Εκάτη και Πρόσπερος κυκλοφορούν τα έργα του Βέλμου, ‘Δυο Αγάπες’ και ‘Στ’αγιονόρος΄ αντίστοιχα. Επίσης ο Ιστορικός τέχνης Σωκράτης Λούπας ολοκληρώνει τη διδακτορική του διατριβή πάνω στο Νίκο Βέλμο» θα συμπληρώσει η Γαλήνη Νόττι, επιμελήτρια της έκθεσης.

Νίκος Βέλμος, «Δημοσθένης Βουτυράς», περ. 1927, Συλλογή Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, δωρεά Τάκη Ευσταθίου

Η τέχνη και η εμπειρία της ζωής

Στην έκθεση αναδεικνύονται τα ζωγραφικά έργα του Βέλμου, μια μικρή επιλογή από σχέδια ζωγραφισμένα με μολύβι ή κάρβουνο ή μελάνι σε χαρτί, τα περισσότερα σε μέγεθος 15Χ20 εκ. «Ο Βέλμος ζωγράφιζε τους κοντινούς του, φίλους του ηθοποιούς ή διανοούμενους αλλά και ανθρώπους που συναντούσε τυχαία όπως και τοπία, αγίους, διακοσμητικά μοτίβα με μια λιτότητα που βρίσκω πολύ εκφραστική κι ας μην υπάρχει τεχνική κατάρτιση που την ορίζει. Ο ίδιος δεν διαχώριζε τις τέχνες, έγραφε και ποιήματα, πεζά, όλα ήταν ένα για εκείνον, ακριβώς όπως και η τέχνη του ήταν αλληλένδετη με τη ζωή του. ‘Η τέχνη βγαίνει από την εμπειρία της ζωής΄ έγραφε σε κείμενό του για τον ηθοποιό, σκηνοθέτη και δάσκαλό του,Θωμά Οικονόμου» θα πει η Νόττι. Με οδηγό τον Οικονόμου, ο Βέλμος είχε εμφανιστεί στο Βασιλικό Θέατρο αν και το βάπτισμα του πυρός το είχε πάρει από την Μαρίκα Κοτοπούλη.

Μέσα σε μια προθήκη θα παρουσιαστεί μια σειρά έργων του που είναι σκηνές από τον «Βασιλιά Ληρ» του Σαίξπηρ καθότι ο Βέλμος αγαπούσε πολύ τον Αγγλο ποιητή και θεατρικό συγγραφέα. Μάλιστα στα «Φύλλα Τέχνης» του Φραγκέλιου είχε δημοσιεύσει μια δική του απόδοση του «Αντώνιος και Κλεοπάτρα», εικονογραφημένη από τον Σπύρο Παπαλουκά.

Τα περισσότερα από τα σχέδια που θα παρουσιαστούν στην έκθεση ήταν εικονογραφήσεις για το «Φραγκέλιο» και προέρχονται από τη συλλογή του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδας. Εκεί ανήκουν 438 έργα του Βέλμου έπειτα από δωρεά του συλλέκτη Τάκη Ευσταθίου, ενός από τους μεγαλύτερους δωρητές της συγκεκριμένης συλλογής. Η Νόττι ήρθε σε επαφή με αυτό το αρχείο όταν εργάστηκε ως υπεύθυνη της συλλογής του αμερικανικού κολλεγίου και εκεί ανακάλυψε τον Βέλμο, μάλιστα έδειξε τρία έργα του στην έκθεση «Overseas» το 2016 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Τεχνών της σχολής Frances Rich School of Fine and Performing Arts του Deree. «Τα σχέδια του Νίκου Βέλμου αποτυπώνουν την εποχή τους, την Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή,όμως είναι τόσο ιστορικά, όσο και σύγχρονα. Προσωπικά βλέπω το έργο του Βέλμου ως μια σύγχρονη δουλειά, βρίσκω ότι όλη η πρακτική του συνομιλεί με προβληματισμούς του μοντέρνου κινήματος. Η ‘σύγχρονη’ παράμετρος στην οποία αναφέρομαι έχει να κάνει και με το γεγονός ότι έπαιρνε τα πράγματα στα χέρια τουκαι δημιουργούσε ένα πλαίσιο κι ένα δίκτυο για την ανάδειξη ανθρώπων και έργων που εκείνος έβρισκεαξιόλογα αλλά ήταν παραγκωνισμένα και δεν αναδεικνύονταν. Επίσης ο ίδιος δεν αναζήτησε να αναγνωριστείμέσα από τη δράση του αλλά ενδιαφερόταν για την υπεράσπιση των ιδεών του που συντάσσονταν με τουςφτωχούς και αδύναμους ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας. Όλη του η ζωή, η δράση και η τέχνη ήταν μια μάχη,με διαφορετικά μέσα, για έναν πιο δίκαιο κόσμο».

*«Νίκος Βέλμος (1890-1930). Σχέδια» στο Radio Athenes, Πετράκη 15, από τις 29/1-12/3.

** Tης Μαριλένας Αστραπέλλου («Το Βήμα»).

Για μια ποίηση που να συνομιλεί με την κοινωνία – Οι περιπτώσεις των tokoskino και KalliopeX – και όχι μόνο

Δημήτρης Τρωαδίτης*

Είμαι ο διαχειριστής της ποιητικής ιστοσελίδας tokoskino.me στην οποία δημοσιεύονται ποιήματα αλλά και άρθρα, κριτικές βιβλίων και άλλα υλικά, πάντα σχετικά με την ποίηση. Η κύρια γλώσσα είναι η ελληνική, αλλά υπάρχουν και μερικά υλικά που έχουν δημοσιευτεί και δημοσιεύονται στην αγγλική. Η ιστοσελίδα ενημερώνεται σε καθημερινή βάση και δημοσιεύονται δυο είδη κάθε φορά. Το τι δημοσιεύεται είναι στη δική μου κρίση, ωστόσο, υπήρξαν και υπάρχουν προτάσεις για δημοσίευση. Η επιλογή είναι δική μου, αλλά λαμβάνω και αρκετό υλικό από ποιητές και ποιήτριες. Το αναγνωστικό κοινό ενημερώνεται μέσω email (συνδρομητές), των Facebook και X (Twitter) αλλά υπάρχουν και αρκετοί/ές που επισκέπτονται τακτικά την ιστοσελίδα.

Να σημειώσω ότι, αρχικά, το tokoskino ξεκίνησε ως ιστολόγιο κατά τα τέλη του 2010 και με βάση την πλατφόρμα wordpress, με αρχικό στόχο να δημοσιεύονται σε αυτό τα δικά μου ποιήματα και μόνο. Αυτό όμως συνέβη μόνο τους πρώτους δύο-τρεις μήνες, αφού άρχισα να δημοσιεύω και ποιήματα άλλων. Σκέφτηκα δηλαδή ότι επειδή είχα στη βιβλιοθήκη μου πάμπολλες συλλογές και ίσως τα περισσότερα από αυτά τα υλικά δεν ήταν διαθέσιμα στο διαδίκτυο, ίσως, παρέμεναν άγνωστα σε ένα ευρύ κοινό, καλό θα ήταν να ξεκινήσει μια τέτοια διαδικασία. Έτσι, γρήγορα tokoskino εξελίχθηκε σε ένα διαδικτυακό ποιητικό μέσο, με στόχο να δημοσιεύονται ποιήματα που ίσως δεν θα μπορούσαν να δημοσιευθούν αλλού. Μετέπειτα το ιστολόγιο αναβαθμίστηκε σε ιστοσελίδα, παίρνοντας τη μορφή που έχει σήμερα.

Την ίδια στιγμή, παρακολουθούσα επί χρόνια την ποιητική κίνηση στον ελλαδικό χώρο, μια διαδικασία που αρχικά ήταν δύσκολη μιας και, αρχικά, δεν είχα χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο και εγώ διέμενα (και εξακολουθώ να διαμένω) στο εξωτερικό. Ωστόσο, με το διαδίκτυο και την εμφάνιση ιστολογίων, ιστοσελίδων και άλλων τέτοιων μέσων, η όλη διαδικασία έγινε ευκολότερη

Ιδεολογικά, θεωρητικά και πολιτικά έχω, εδώ και δεκαετίες, τοποθετήσει τον εαυτό μου στον αναρχισμό, οπότε ανάλογη ήταν και εξακολουθεί να είναι και η προσέγγισή μου στην ποίηση και γενικά στη λογοτεχνία. Διαβάζω, υιοθετώ και προωθώ την ποίηση και τη λογοτεχνία εκείνη που έχει πράγματι να προσφέρει μια ριζοσπαστική κριτική στο υπάρχον και, ίσως, μέσα από την τέχνη της γραφής να δώσει μια διέξοδο. Βέβαια, δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι η ποίηση και η λογοτεχνία είναι όντως επαναστατικά μέσα αγώνα για την κοινωνική ανατροπή και την έλευση μιας άλλης κοινωνίας, ωστόσο, πιστεύω ότι μπορούν να αφυπνίσουν, να προκαλέσουν και -γιατί όχι;- να χρησιμοποιηθούν για μια περαιτέρω διαδικασία απόκτησης κοινωνικής συνείδησης και αφύπνισης.

Ένας άλλος παράγοντας που σίγουρα έχει παίξει σημαντικό ρόλο στο τι θέλω να δημοσιεύω στην ιστοσελίδα μου, είναι και η συμμετοχή μου στα καθημερινά σχεδόν ποιητικά δρώμενα της πόλης όπου ζω (Μελβούρνη, Αυστραλία), κυρίως μέσα από την χρόνια ενασχόλησή μου με την οργάνωση δημόσιων ποιητικών αναγνώσεων ανά τακτά χρονικά διαστήματα, λιγότερο στο πλαίσιο της ελληνοαυστραλιανής κοινότητας της πόλης όπου διαμένω, και πολύ περισσότερο στο πλαίσιο της γενικότερης αυστραλιανής ποιητικής «σκηνής». Αν και αυτό δεν γίνεται πλέον, η διαδικασία αυτή δημιούργησε τριβές. Καθώς σκοπός μου ήταν να παρουσιάζω πολιτικοποιημένη ποίηση, όλο αυτό δημιούργησε σχέσεις με βάση την πολιτική συνειδητότητα και τη συμμετοχή στα κοινά, ανάμεσα σε εμένα και τους/τις ποιητές/τριες που παρουσίαζα κάθε φορά. Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία πάντα προσπάθησα να προωθήσω, όσο το δυνατόν, ποίηση σε μετάφραση, δίγλωσση ή και τρίγλωσση ποίηση, φυσικά ποίηση «του άλλου», που προέρχεται από τις επιμέρους μεταναστευτικές Διασπορές που συνθέτουν τον κοινωνικό ιστό της πόλης μας.

Το τελευταίο αυτό συνδέεται και μετουσιώνεται και στη συμμετοχή μου στο εγχείρημα-διαδικτυακό περιοδικό (journal) KalliopeX στη Μελβούρνη. Το Kalliope X βγαίνει στο διαδίκτυο δύο φορές τον χρόνο και τα κείμενα στέλνονται από τους συγγραφείς τους. Η βασική γλώσσα είναι η αγγλική, αλλά δεν αποκλείονται και άλλες γλώσσες (σε μετάφραση). Ό,τι έρχεται κάθε φορά αξιολογείται από τους editors (ποίησης και πεζών) και ανάλογα δημοσιεύονται. (Για να πάρει κανείς μια πλήρη ιδέα του πώς μπορεί κανείς/μία να δημοσιεύσει στο περιοδικό, αρκεί να επισκεφθεί το http://www.kalliopex.com

Το Kalliope X αποτελείται από τους Effie Carr, Angela Costi, Danny Klopovic, George Mouratidis, Dimitris Troaditis, David Roberts και Helena Spyrou. Είμαστε μια κολεκτίβα συγγραφέων, ποιητών και εκπαιδευτικών που ενεργοποιείται με βάση το έργο πολιτισμικά και γλωσσικά διαφορετικών καλλιτεχνών στην Αυστραλία και πέρα από αυτήν.

Εργαζόμαστε συλλογικά για να δημιουργήσουμε ένα φόρουμ μέσω του οποίου μπορούμε να ενθαρρύνουμε, να συμμετέχουμε και να ανταλλάσσουμε απόψεις με συγγραφείς διαφορετικών Διασπορών και κοινοτήτων. Μέσα από μια εκλεκτική προσέγγιση στην ποίηση, τη μυθοπλασία, τις συνεντεύξεις, τα δοκίμια και την κριτική, και με ανοιχτό αυτί και μάτι σε γλώσσες εκτός της αγγλικής, εργαζόμαστε τόσο για να δείξουμε πώς μοιάζει, ακούγεται και διαβάζεται η «Αυστραλία» όσο και για να καλλιεργήσουμε μια συζήτηση με συγγραφείς από όλο τον κόσμο. Αναγνωρίζουμε τους πρώτους ποιητές και παραμυθάδες αυτής της χώρας (δηλαδή τους ιθαγενείς) και αναγνωρίζουμε, ταυτόχρονα, τη δική μας εμπλοκή ως μετανάστες-έποικοι και παιδιά μεταναστών-εποίκων στην κληρονομιά του αποικισμού των Πρώτων Εθνών. Είναι προνόμιο να ζούμε και να εργαζόμαστε στη γη των Αβοριγίνων.

Παραθέτω σε ελεύθερη μετάφραση από την αγγλική, ολόκληρο το σκεπτικό με βάση το οποίο εργαζόμαστε στο Kalliope X:

«Ποιοι είμαστε και πώς μπορούμε να χαρακτηριστούμε όταν προερχόμαστε από τόπους που βρίσκονται κάπου αλλού, μακριά ή κοντά ή κάπου στη μέση – σε σχέση με τη χώρα αυτή στην οποία ζούμε και δημιουργούμε τώρα;
Ποιοι είμαστε και πώς μπορούμε να χαρακτηριστούμε όταν ζούμε και δημιουργούμε εδώ (σ.τ.μ.: στην Αυστραλία) για μεγάλο χρονικό διάστημα και παρ’ όλα αυτά εξακολουθούμε να θεωρούμαστε ξένοι και παρείσακτοι, έστω και αν δεν μας το λένε έτσι ακριβώς αλλά ο προσεκτικά παρατηρητικός και στοχαστικός άνθρωπος μπορεί να το δει;
Τι είναι αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας, τι συμβαίνει με τις φωνές μας, τα όνειρά μας, με τις λέξεις που βάζουμε στο χαρτί ή στην οθόνη του υπολογιστή μας;
Τι είναι αυτό που συμβαίνει και πώς μπορούμε να το εξηγήσουμε, όταν ζούμε εδώ και μερικές δεκαετίες στο σπίτι κάποιου άλλου (σ.τ.μ.: εννοώντας τη χώρα των ιθαγενών), δημιουργώντας έναν δικό μας, παράλληλο κόσμο που έχει οικοδομηθεί σε μια κλεμμένη γη, μια γη που ανήκε σε κάποιον άλλο εδώ και 60.000 και που περιμένει ακόμα για μια κάποια δικαίωση; (σ.τ.μ.: εννοώντας τους ακόμα αδικαίωτους αγώνες των ιθαγενών για εδαφικά δικαιώματα).
Επειδή είμαστε βασικά άνθρωποι που κινούμαστε από διαφορετική πολιτική, πολιτισμική και γλωσσική αφετηρία, μήπως ξεχνάμε ότι η όποια ποικιλόμορφη ποίηση και λογοτεχνία σε αυτήν εδώ τη χώρα πρέπει και οφείλει να διαμορφώνεται με βάση αυτήν την παράδοση και γνώση που έχει συσσωρευθεί ακριβώς εδώ και 60.000 χρόνια;
Το KalliopeX είναι το αποτέλεσμα διεργασιών στο εσωτερικό διαφορετικών εθνοτικών Διασπορών που ζουν και δημιουργούν σε αυτήν εδώ τη χώρα μαζί και Ελληνοαυστραλιανών.
Το KalliopeX λοιπόν θέλει να διακηρύξει ότι η Τέχνη που βασίζεται σε μονοπολιτισμικές και μονογλωσσικές προεπιλεγμένες ρυθμίσεις που δεν επιδέχονται καμία τροποποίηση και καμία αλλαγή, είναι ξένη με εμάς. Δεν έχει καμία σχέση με τα γραπτά, τις σκέψεις, τα σχήματα, τις εικόνες και τους ήχους, των συμμετεχόντων στην ομάδα μας, είναι μια τέχνη που δεν έχει καμία σχέση με το σώμα, την καρδιά και τη φωνή μας, άρα και, κατ΄ επέκταση, δεν έχει καμία σχέση με όλον αυτό τον ζωντανό οργανισμό που δρα σε έναν κόσμο μεγαλύτερο από εμάς τους ίδιους.
Κοιταζόμαστε αναμεταξύ μας για να δούμε το δικό μας πρόσωπο, να ακούσουμε ο ένας τον άλλον, να ακούσουμε τη δική μας φωνή να βγαίνει από τα αληθινά μας πρόσωπα, τις αληθινές μας γλώσσες. Απευθυνόμαστε ο ένας στον άλλο για να ακούσουμε τα αληθινά μας ονόματα.
Όταν ο Αντρέ Μπρετόν ρώτησε: “Γιατί γράφεις;” και “Για ποιον γράφεις;” πριν από έναν αιώνα είναι σαν να εξακολουθεί να απευθύνεται εδώ και τώρα σε εμάς τους ίδιους. Ποια είναι η δική σας πραγματικότητα και ποιος θα τη γράψει, θα τη σκηνοθετήσει, θα την τραγουδήσει;
Έρχεται λοιπόν ξανά και ξανά αυτή η φωνή μέσα μας που λέει “γιατί να ασχοληθώ, γιατί να γίνω ανοιχτός και να προσφέρω τον πλούσιο και περίπλοκο εσωτερικό μου κόσμο σε μια –οποιαδήποτε– κυρίαρχη λογοτεχνική κουλτούρα στην οποία δεν με βλέπουν, δεν με ακούν, δεν με εκτιμούν με τους δικούς μου όρους μου ή στην καλύτερη περίπτωση με βλέπουν, αλλά ο σκοπός τους είναι να κερδοσκοπήσουν με κάθε τρόπο, αποστεώνοντας εμένα τον ίδιο και κάνοντάς με μουσειακό είδος;
Το KalliopeX λέει ότι η Τέχνη δεν έχει καμία σχέση με κανέναν και πουθενά που εμφανίζεται ως καλοπροαίρετος, αλλά που στην ουσία ψάχνει εδώ κι εκεί για να βρει πού βρίσκεται το επόμενο κορυφαίο μοντέλο που θα αναδειχθεί, πού βρίσκεται μια μειοψηφία, μια περιθωριοποιημένη φωνή, ένας καλλιτέχνης-αουτσάιντερ ως θύμα, για να χρησιμοποιήσει τη δουλειά τους για να βγάλει χρήματα ώστε να φαίνεται ότι τάχα κάτι κάνει, οδηγώντας στην ουσία στον θάνατο την όποια πολιτιστική συζήτηση
Η Τέχνη δεν έχει καμία σχέση με τις ψευδείς δυαδικότητες (binaries), με ψευτοδιλήμματα του στυλ “εμείς και εκείνοι”, ποιος και τι είναι μέσα ή έξω …
Στο εγχείρημα KalliopeX είμαστε μια κολεκτίβα συγγραφέων και ποιητών που ερχόμαστε να κρούσουμε τον κώδωνα (δεν ξέρουμε αν είναι ακριβώς ο κώδων του κινδύνου), αλλά ερχόμαστε για να πούμε ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά όσον αφορά αυτό που τόσα χρόνια ονομαζόταν ή εξακολουθεί να ονομάζεται λογοτεχνία της Διασποράς στην Αυστραλία.
Εμείς που έχουμε μεγαλώσει σε διαφορετικά περιβάλλοντα, είμαστε εδώ για να διακηρύξουμε ότι, ναι μεν, ερχόμαστε από διαφορετικές καταβολές, που διαμορφώσαμε και πλάσαμε τους εαυτούς μας με διάφορους τρόπους, ότι, ναι μεν, είμαστε μέρος αυτού εδώ του συνόλου ανθρώπων που λέγεται αυστραλιανή κοινωνία ή όπως αλλιώς, οι περισσότεροι από μας γαλουχημένοι με τις ιστορίες της, τη γλώσσα της, τον πολιτισμό της, αλλά είμαστε εδώ για να διακηρύξουμε ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως ήταν πριν ελάχιστα ακόμα χρόνια.
Έχουμε εδώ στη χώρα αυτή νέες Διασπορές, νέες γλώσσες, άρα και νέες λογοτεχνίες που έχουν ήδη αρχίζει να ριζώνουν εδώ που αναπτύσσονται και αλλάζουν, όπως οι δικές μας.
Καμία κοινότητα δεν είναι μονολιθική ή στατική – και δεν πρέπει να παραμένει τέτοια. Όλοι και όλα, είμαστε κάτι ρευστό, κάτι που κινείται αέναα, κάτι που υπόκειται σε συνεχείς αλλαγές και μετατοπίσεις.
Έτσι λοιπόν εμείς ως λογοτεχνική ομάδα, αλλά και όχι μόνο ως τέτοια, έχουμε ήδη επιλέξει να αποδιώξουμε τα φαντάσματα του παρελθόντος, να προσπαθήσουμε να γκρεμίσουμε τα τείχη των όποιων γκέτο, να αλληλοβοηθηθούμε ώστε να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την ιδιαίτερη φωνή μας, να καταφέρουμε να επιβιώσουμε και, κατ΄ επέκταση, να δημιουργήσουμε μια λογοτεχνία από τα κάτω, των από κάτω, που να καταπολεμά τον χρόνιο κοινωνικό και πολιτιστικό εκτοπισμό μας, κυρίως ως καλλιτεχνών, που και άθελά μας, ίσως και με δική μας υπαιτιότητα, μας απομονώνει και μας αποξενώνει, επιφέροντας τελικά τη σταδιακή διαγραφή μας από την ζώσα και μαχόμενη καλλιτεχνική ζωή.
Στο KalliopeX δεν πιστεύουμε ότι πρέπει να κλείνουμε κατά τέτοιο τρόπο την πόρτα πίσω μας για να μην μπορεί να μας ακολουθήσει κανένας άλλος. Δηλαδή, να σκεφτόμαστε μόνο τον εαυτό μας, χωρίς να μας ενδιαφέρει κανείς άλλος δίπλα μας. Πιστεύουμε ότι πρέπει να αφήνουμε πάντα την πόρτα ανοιχτή…
Είμαστε εδώ, έχουμε ήδη δει και βιώσει αρκετά και γι’ αυτά γράφουμε, είμαστε αναφανδόν υπέρ μιας πολυπολιτισμικής ηθικής, ό,τι και να σημαίνει και να συνεπάγεται αυτό. Έτσι λοιπόν δεν αισθανόμαστε ότι είμαστε δεμένοι σε κανένα “ισμό”, σε κάποια ιδεολογία, σε κανένα δόγμα ή σε μια μόνο “σχολή” λογοτεχνίας.
Είμαστε παιδιά αυτής της μεταβαλλόμενης θάλασσας, της γης και του ουρανού, αυτού του Διασυνδεδεμένου Σύμπαντος των Λέξεων.
Ρίχνοντας μια ματιά μέσα στις διαφορετικές ταυτότητες, τις ιστορίες, τις προσεγγίσεις μας ως συγγραφείς και καλλιτέχνες, το KalliopeX κοιτάζει έξω και ταυτόχρονα ανοίγει τις πόρτες και τα παράθυρα αυτού του οικοδομήματος μέσα στο οποίο ζούμε τώρα και εργαζόμαστε ώστε οι φωνές, οι διασπορές, οι άνθρωποι, να βγουν έξω από αυτήν την μονοπολιτισμική και μονόγλωσση κρεατομηχανή, που απορροφά τη δημιουργική ζωή από την οργανική ποικιλομορφία, την ένταξη και τη διασταύρωση στη λογοτεχνία, μειώνοντάς τα σε φλοιούς χαλαρών ειδήσεων και σε μια μοίρα χορευτικού συμβολικού θανάτου και τελικά σιωπής, τόσο στην Αυστραλία όσο οπουδήποτε αλλού.
Στο KalliopeX προσφέρουμε έναν ανοικτό και ελεύθερο χώρο για πολιτισμικά και γλωσσικά διαφορετικούς συγγραφείς να αναπνεύσουν, να σκεφτούν, να μιλήσουν και να δημιουργήσουν ο ένας για τον άλλον, αναζητώντας και βρίσκοντας τους εαυτούς μας ο ένας στα λόγια του άλλου».

Να σημειώσω ότι τόσο στην προσωπική ιστοσελίδα tokoskino όσο και στο KalliopeX, δεν έχουν αναπτυχθεί αρνητικές τριβές, διχογνωμίες και άλλα παρεμφερή. Και τα δυο Μέσα έχουν καταστεί καλοδεχούμενα από τους/τις αναγνώστες/στριες και, ειδικά το tokoskino, μόνο επαίνους έχει δεχτεί, έχοντας πλέον κερδίσει τη θέση του στον ελληνόφωνο ποιητικό διαδικτυακό κόσμο.

Όσον αφορά την ποίηση για την οποία συζητάμε και την οποία παρακολουθούμε και προωθούμε τα τελευταία δέκα ή δεκαπέντε χρόνια και η οποία γράφεται και εκδίδεται στον ελλαδικό χώρο, θα ήθελα να κάνω γνωστό ότι το βασικό κριτήριο δημοσίευσής της από εμένα στην ιστοσελίδα, προέρχεται από όλους αυτούς τους παράγοντες που παρέθεσα μόλις πριν. Κυρίως εδώ έχει να «παίξει» το ιδεολογικό και πολιτικό πρόσημο που ενέχει ή μεταφέρει και φιλοδοξεί να διαδώσει μεγάλο μέρος αυτής της ποίησης.

Στην Ελλάδα -και αλλού στον κόσμο- είχαμε την τελευταία δεκαπενταετία -από το 2008 και έπειτα- την εμφάνιση και… παγίωση -σε κάποιες περιπτώσεις- νέων φωνών, νέων απόψεων, νέων στάσεων, που εν πολλοίς αψήφησαν πολλά από αυτά που θεωρούνταν νόρμες στην ποιητική γραφή και την κοινωνικοποίησή της, τείνοντας βέβαια σε πολλές περιπτώσεις να υποκαταστήσουν ακόμα και παλαιές και κατεστημένες μορφές πολιτικού και κοινωνικού αγώνα.

Αυτό άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά ειδικά μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008 στον ελλαδικό χώρο, όπου σημειώθηκαν αρκετές και σημαντικές εκρήξεις, σε πάμπολλους τομείς της καθημερινής και μη ζωής και δραστηριότητας, δηλαδή σε ολόκληρο το κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό φάσμα.

Πιστεύω ότι μετά την ποίηση των δεκαετιών του ’80 και του ’90, η οποία ήταν εν πολλοίς μια «κλειστή», μιας «ιδιωτικής» υφής ποίηση, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι από το 2000, σχεδόν, και μετά, εμφανίστηκε μια διαδικασία αναζωπύρωσης και επαναφοράς μιας ποίησης που να ταυτίζεται περισσότερο με τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα, μέσα από μια ευρεία σειρά δραστηριοτήτων, που έχουν να κάνουν είτε με την ίδρυση νέων εκδοτικών οίκων είτε την κυκλοφορία περιοδικών είτε την οργάνωση δημόσιων αναγνώσεων, τα περισσότερα από ολα αυτά με την ευρεία χρήση του διαδικτύου.

Ωστόσο, μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία, τις τελευταίες δύο σχεδόν δεκαετίες, διαφαίνεται συνακόλουθα μια αλλαγή, καθώς η ποίηση των τελευταίων χρόνων ολοένα και ενδιαφέρεται, καταγράφει, σχολιάζει -και συμμετέχει αρκετές φορές- στα γενικότερα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα. Η διαδικασία αυτή έχει, κυρίως, ως αφετηρία το 2008, βασικά μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου και, πιο ειδικά, με την έναρξη αυτού που έχει πλέον καθιερωθεί ως κρίση.

Αν και από πιο πριν, στις αρχές της δεκαετίας του 2000 άρχισε να αναδύεται μια νέα ποιητική -και γενικότερα λογοτεχνική αλλά και καλλιτεχνική- γενιά, το σημείο αποκρυστάλλωσης αυτής της διαδικασίας έχει ξεκάθαρα την αφετηρία του το 2008 και την καταλυτική έλευση της οικονομικής κρίσης, όπου γίνεται πλέον έκδηλη η κοινωνική ανησυχία της ποίησης. Αυτό δεν αφορά, βέβαια, μόνο τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης, αλλά υπάρχει έντονη αναφορά και άμεση κριτική στις υπαρξιακές αγωνίες, την κρίση των πολιτικών, κοινωνικών και ηθικών αξιών, ως αποτέλεσμα των επιπλοκών αυτών που αφήνουν ήδη ανεξίτηλα τα σημάδια τους στο κοινωνικό σώμα – και στην περίπτωση του ελλαδικού χώρου εξακολουθεί να τα αφήνει.

Αυτή η κοινωνική κατεύθυνση, αυτή η έμμεση -ή και άμεση μερικές φορές- συνομιλία και συμπόρευση της ποίησης με τους καθημερινούς αγώνες είναι που με ενδιαφέρει άμεσα στην ενασχόλησή μου με την ποίηση μέσω της ιστοσελίδας tokoskino.

Εάν πρόκειται να διακρίνουμε και/ή να προσδιορίσουμε μια ξεκάθαρη και οφθαλμοφανή τάση στη σημερινή ποίηση, θα λέγαμε με βεβαιότητα ότι, ναι, αυτή η ποίηση έχει κοινωνική απεύθυνση γιατί καταπιάνεται άμεσα με τα σύγχρονα καθημερινά προβλήματα και τις πάμπολλες αγωνίες. Έχει ήδη αναδειχθεί μια πολιτική συνείδηση ανάμεσα στους/στις ποιητές/τριες του καιρού μας η οποία παρεμβαίνει ήδη στη δημόσια σφαίρα ή, τουλάχιστον, το διεκδικεί αυτό και με πολλές αξιώσεις, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Είναι με αυτό κατά νου που προσωπικά επέλεξα την προμετωπίδα “For a revolutionary poetry of our times” (Για μια επαναστατική ποίηση των καιρών μας) στο tokoskino.

Η σημερινή ποιητική γενιά συμμετέχει άμεσα στις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες, εκφράζεται μέσα από εναλλακτικά μέσα επικοινωνίας, ασχολείται με πλείστα κοινωνικά, περιβαλλοντικά, πολιτισμικά θέματα και κινήματα, με θέματα φύλου και άλλα. Όλο αυτό έχει, βέβαια, την αντανάκλασή του στον τρόπο γραφής και στο πώς αυτός κοινωνικοποιείται. Μπορεί σε πολλούς/ές νέους/ες ποιητές/τριες ο στίχος να είναι απλός και μινιμαλιστικός, ωστόσο έχω την εντύπωση ότι συνομιλεί άριστα με το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι.

Προσωπικά, είμαι… θιασώτης του άμεσου, του ευθέως και του αγωνιστικού στίχου που θέτει ξεκάθαρα το όποιο ζήτημα.

Φέρνω ως ειδικό παράδειγμα τους ποιητές/τριες που συμπεριλαμβάνονται στην Ανθολογία “Austerity Measures” με την ευθύνη της ελληνίστριας, Κάρεν Βαν Ντάικ (Karen van Dyck), που εκδόθηκε αρχικά από το Penguin, το 2016, και οι οποίοι/ες είναι σφόδρα πολιτικοποιημένοι/ες και προέρχονται από ποικίλα ρεύματα και τεχνοτροπίες. Προέρχονται από διαφορετικά επαγγελματικά, κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα, αλλά συμμετέχουν ή είναι πολύ κοντά σε ριζοσπαστικές πολιτικές συλλογικότητες και οικογένειες της εργατικής τάξης. Έχουν τεράστια ποικιλία όσον αφορά τις ευαισθησίες και τις ποιητικές τους συγγένειες. Δεν περιορίζονται σε ακαδημαϊκά στρατόπεδα ή κίνητρα, αντιστέκονται στην πολιτική περιχαράκωση – αλλά εξακολουθούν να αρνούνται να σιωπήσουν ή να εξαφανιστούν στην εποχή τους και στον τόπο τους. Να σημειωθεί ότι η Ανθολογία “Austerity Measures” έχει εκδοθεί και στην Ελλάδα υπό τον τίτλο Μέτρα λιτότητας. Ανθολογία ποίησης, σε Εισαγωγή-ανθολόγηση-επιμέλεια Karen van Dyck (Άγρα, Αθήνα 2017, 281 σελ.).

Σε μια εποχή που κυριαρχεί η εικόνα και η μονοσήμαντη φράση, η ποίηση είναι η μόνη τέχνη που μπορεί -και πρέπει- να αντιπαραθέσει αποφασιστικά ένα γνήσιο και ανατρεπτικό λόγο. Η λεγόμενη γενιά της κρίσης με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μέσα με νέες μορφές γραφής και κοινωνικοποίησής τους και με ποικίλες τάσεις -ή και στάσεις- αμφισβήτησης ανέδειξε και συνεχίζει να αναδεικνύει την κοινωνική υφή της κρίσης, πώς αυτή μετουσιώνεται στο κοινωνικό σώμα ως όλον, δημιουργώντας ανεπαίσθητα επακόλουθα, φέροντας άμεσα και ωμά την κατάρρευση των κοινωνικών σχέσεων συνολικά και των όποιων πτυχών της στο προσκήνιο και μαζί με όλα αυτά τη δίκαιη οργή των νέων ποιητών/τριών η οποία αγωνίζεται να μετουσιωθεί σε παντελή κοινωνική κριτική. Στη διαδικασία αυτή η «γενιά» αυτή εναντιώνεται άμεσα στις κάλπικες και παρωχημένες δημόσιες σχέσεις, στους παλαιούς κριτικούς και τα τερτίπια τους και, αν μη τι άλλο, όλο αυτό χαρακτηρίζεται από μια αρκετά έντονη πολιτικοποίηση.

Ωστόσο, δεν γνωρίζω αν μπορούμε ακόμα να μιλήσουμε για νέα ποιητική γενιά, γιατί τα όρια και οι παράμετροι που συνθέτουν κάτι τέτοιο είναι ακόμα αρκετά δυσδιάκριτα, αλλά και γιατί το ό,τι κάνει αυτή η «γενιά» είναι ακόμα πειραματικό, εξελίσσεται, είναι σαν να λέμε ένα σχέδιο ή μια επιχείρηση υπό ανάπτυξη, άρα και υπό συνεχή αίρεση ή αναθεώρηση, μέχρι να φτάσουμε σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, σε τέτοιες συντεταγμένες που να μας κάνουν να πούμε με σιγουριά ότι εδώ έχουμε πλέον με κάτι ξεκάθαρο, κάτι αποκρυσταλλωμένο.

Εκείνο που σαφώς έχει αλλάξει είναι ο τρόπος πρόσληψης και ανάγνωσης της κοινωνικής πραγματικότητας με νέους όρους σε σχέση με την παλαιότερη. Εκφράζει την αγωνία της χωρίς να στεγάζεται κάτω από πολιτικά μανιφέστα, χωρίς να εντάσσεται σε κανένα συλλογικό ορίζοντα ή σχέδιο, μακριά από εθνικούς και ιδεολογικούς μύθους. Αναζητά την κοινωνική αλήθεια υπαρξιακά.

Εντέλει, είμαι πεπεισμένος ότι αυτές τις στιγμές των πολλαπλών και πολυσχιδών κρίσεων, ο ποιητικός λόγος, η ίδια η ποιητική πράξη διατηρεί την ίδια αισθητική, την παρατηρητικότητα και διορατικότητα ώστε να μην γίνεται μια απλή ουρά της καθημερινότητας και να μην εξαρτάται μόνο από αυτήν.

Εκείνο που επικρατεί στη σημερινή ποίηση είναι η επαναφορά του κοινωνικού βλέμματος και κριτικής. Γιατί η ποίηση λειτουργεί -και πρέπει- μέσα στον άνθρωπο και, κατ’ επέκταση, στην κοινωνία.

Σχετικά κείμενα

-Η Ελληνική Ποιητική Γενιά του 2000 https://voidnetwork.gr/2018/06/18/synentefksi-vasilis-lampropoulos-i-elliniki-poiitiki-genia-tou-2000/
-Μια διαλεκτική των εναντίων, παρά των αντιθέσεων, στην ποίηση του 2000 https://poetrypiano.wordpress.com/2017/06/23/a-dialectic-of-contraries-rather-than-opposites-in-four-2017-greek-poetry-cycles/
-Γραμματολογικά και άλλα τινά https://www.bibliotheque.gr/article/57664
-Ποίηση την εποχή της κρίσης: η επανάκαμψη του κοινωνικού βλέμματος https://bookpress.gr/stiles/eponimos/8175-poiisi-thn-epoxi-tis-krisis-makis-karayiannis
-Παίζουμε ένα ποίημα; https://www.hartismag.gr/hartis-3/klimakes/paizoyme-ena-poihma
-Kalliope X opens a door to the “hidden” treasures of Australian contemporary literature https://neoskosmos.com/en/2021/11/25/life/arts/kalliope-x-opens-a-door-to-the-hidden-treasures-of-australian-contemporary-literature1/
-Η αριστερή μελαγχολία στην Ελληνική ποιητική γενιά του 2000 https://thraca.gr/2018/12/2000_15.html
https://sites.lsa.umich.edu/poetrycrisis/2023/12/29/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%ae%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%82-%cf%84%cf%81%cf%89%ce%b1%ce%b4%ce%af%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%80%ce%bf%cf%85/

Έγραφε τότε ο ποιητής όπως κυλάει ένα ρέμα – Για τον Νάνο Βαλαωρίτη

Παναγιώτης Βούζης*

Ο Νάνος Βαλαωρίτης αντιπροσώπευε τις τάσεις και τις δυνατότητες στα ελληνικά λογοτεχνικά πράγματα, οι οποίες δεν επενδύονται με την αίγλη της καθιέρωσης. Κρατούσε πάντοτε απόσταση από το κέντρο, όπου έπεφταν οι προβολείς της επίσημης αναγνώρισης, προκειμένου να δημιουργήσει έναν εναλλακτικό πυρήνα ανάπτυξης καινοφανών καλλιτεχνικών ρευμάτων. Γι’ αυτό, από νωρίς ήδη, υπογράμμιζε εμφατικά τη διαφορά ανάμεσα στον επίσημο μοντερνισμό και την avant-garde στην οποία ο ίδιος ανήκε. Κι όμως είχε την ευχέρεια να πράξει το εντελώς αντίθετο.

Διέθετε τα εχέγγυα όχι μόνο για μία μεγάλη λογοτεχνική πορεία αλλά και για μία λαμπρή καριέρα ως εδραιωμένος πνευματικός ταγός. Δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, σε ηλικία μόλις δεκαοχτώ χρονών δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό Νέα Γράμματα. Ήρθε, στη συνέχεια, σε επαφή με τους περισσότερους από τους σημαντικούς συγγραφείς και ποιητές. Παρευρέθηκε στην ανάγνωση της «Αμοργού» από τον Νίκο Γκάτσο, του «Μπολιβάρ» από τον Νίκο Εγγονόπουλο, της «Ενδοχώρας» από τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Με την προτροπή του Γιώργου Σεφέρη ταξίδευσε, το 1944, στο Λονδίνο και γνώρισε τον Ντύλαν Τόμας, τον Ουίσταν Ώντεν, τον Στήβεν Σπέντερ, τον Τόμας Στερνς Έλιοτ. Η δεύτερη σύζυγός του Μαρία Ουίλσον, σπουδαία ζωγράφος από την Καλιφόρνια, τον σύστησε στον Αντρέ Μπρετόν. Από το 1954 μέχρι το 1960 συμμετείχε στην ομάδα των σουρρεαλιστών του Παρισιού. Το 1968 του προσφέρθηκε θέση καθηγητού στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο, όπου δίδασκε συγκριτική λογοτεχνία, δημιουργική γραφή και συγγραφή θεατρικού έργου, έως το 1993. Το βιβλίο του My Afterlife Guaranteed & Other Narratives εκδόθηκε, το 1990, από τον διάσημο οίκο City Lights του Λώρενς Φερλινγκέττι. Τιμήθηκε από την Αμερικανική Εταιρεία Ποίησης, το 1996, με ένα βραβείο το οποίο είχε προηγουμένως δοθεί στους Φερλινγκέττι και Άλλεν Γκίνσμπεργκ. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας του απένειμε, το 2006, τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής. Του απονεμήθηκε, επιπλέον, το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2009.

Ωστόσο, τήρησε μία στάση διαφοροποιημένη -κάποιος θα έλεγε περιθωριακή- από τη συμπεριφορά την οποία όφειλε να επιδείξει, ώστε να επιτύχει τη μέγιστη αναγνώριση. Τα έτη 1963-1967, με συνεργάτες τη Μαντώ Αραβαντινού, τον Τάσο Δενέγρη, τον Παναγιώτη Κουτρουμπούση, τον Γιώργο Μακρή, τον Δημήτρη Πουλικάκο, τον Νίκο Στάγκο, τον Αλέξανδρο Σχινά και άλλους, διηύθηνε το πρωτοποριακό περιοδικό Πάλι, στο οποίο ο Νίκος Γκάτσος και ο Οδυσσέας Ελύτης αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, επειδή το θεωρούσαν αρκετά underground. Το 1976 αρνήθηκε την πρόταση να γίνει αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Μαζί με τον Αντρέα Παγουλάτο, διηύθηνε επίσης τη Συντέλεια, από το 1989 μέχρι το 1995, η οποία επανεκδόθηκε, το 2004, με τον τίτλο Νέα Συντέλεια, και έκλεισε τον κύκλο της, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Παγουλάτου, το 2012, ενσωματωμένη στο τεύχος 47 του περιοδικού Μανδραγόρας. Και με το Πάλι και με τη Συντέλεια ο Βαλαωρίτης υλοποιούσε το αίτημά του, το προερχόμενο από τον ρωσικό φορμαλισμό, για την ύπαρξη ενός απόκεντρου σημείου, το οποίο θα τροφοδοτεί το επίσημο -και γι’ αυτό στάσιμο- λογοτεχνικό κέντρο, θέτοντάς το ξανά σε δυναμική κίνηση. Όμως μία τέτοια δομή εξάρτησης κέντρου και περιφέρειας, την οποία είχε διακρίνει στις χώρες του εξωτερικού όπου έζησε, δεν υπάρχει σε μία μικρή και επαρχιακή χώρα, όπως η Ελλάδα. Αντίθετα, το κέντρο, εδώ, εξαρτάται από τις μεγάλες δυτικές πρωτεύουσες, ενώ η περιφερειακή καλλιτεχνική δράση περιφρονείται. Το καταλάβαινε, βέβαια, ώστε προσέγγιζε τα ελληνικά πράγματα με όρους της μεταποικιακής κριτικής. Εντούτοις, από ιδιοσυστασία, από αφοσίωση, από επιμονή, δεν μπορούσε παρά να συνεχίζει το εγχείρημα.

Σημείο εκκίνησης στην ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη, καθώς και σημείο διαρκούς επιστροφής, αποτελεί ο υπερρεαλισμός, με καταστατικό στοιχείο, όπως παραθέτει ο ίδιος («Η υπερρεαλιστική επανάσταση» στο βιβλίο Ή του ύψους ή του βάθους), το ενδιαφέρον για την τέχνη των πρωτόγονων, των ναΐφ και των ψυχωτικών, για τον εσωτερισμό και τον ερμητισμό στη φιλοσοφία, για τα υπερφυσικά φαινόμενα και τη μαγεία, για το περιθωριακό εν γένει, για το υψηλό ή το μαύρο χιούμορ, για την πολιτική. Συνακόλουθα, οι σουρρεαλιστές ανέδειξαν τον ρόλο του υποσυνείδητου, του κόσμου των ονείρων, της ουτοπίας και του έρωτα, με αποτέλεσμα την παγίωση της σχέσης του απραγματοποίητου με το πραγματοποιημένο, σχέση η οποία, με τη σειρά της, επέφερε την επιθυμία της εξέγερσης και της ανατροπής στις τέχνες, στη χρήση της γλώσσας, στη ζωή και στην κοινωνία, απλώνοντας την επενέργεια της ποιητικότητας στην καθημερινή πράξη. Κατά τον Αντρέ Μπρετόν τα βασικά κριτήρια για τον προσδιορισμό ενός έργου ως υπερρεαλιστικού είναι δύο, ο αυτοματισμός, ο οποίος εξαρτάται από την έμπνευση, και η πνευματικότητα.

Πιστεύω

Πιστεύω σε μια χημική ένωση Πατέρα Παντοκράτορα
Πιστεύω σε μια ηλεκτρική εκκένωση Άγιο Πνεύμα
Πιστεύω σ’ έναν Γιο Μονογενή που βγήκε από το σπέρμα
Πιστεύω σε μια φυσική εξέλιξη Μητέρα Αειπαρθένα
Πιστεύω σε μιαν Εκκλησία διακόπτρια του φωτός
Και σε δώδεκα Αποστόλους του Έρωτα
Πιστεύω σ’ ένα Εσταυρωμένο Δέντρο
Και σε μιαν αρχική ουσία Π
Πιστεύω σ’ έναν άγνωστο παράγοντα
Που γεννάει την περιέργεια
Πιστεύω σ’ ένα πονηρό και σ’ ένα αθώο πνεύμα
Πιστεύω σε μιαν ωραία γυναίκα
Που θα με κάνει ευτυχισμένο
Πιστεύω στη μεγάλη δύναμη της φαντασίας
Που μπορεί στην κόλαση να δει έναν παράδεισο
Στο καθετί που βλέπω που ακούω που μαντεύω που αγαπώ
Πιστεύω
Πιστεύω σ’ έναν άνθρωπο αποφυλακισμένο
Απ’ τα δεσμά της σκέψης του του φόβου του το αυγό

Άγιος ελεύθερος στον Αιώνα τον Άπαντα. Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Εστίες Μικροβίων, η οποία εκδόθηκε το 1977 στο Σαν Φρανσίσκο, από τον εκδοτικό οίκο Wire Press του Ντίνου Σιώτη, και, τώρα, περιλαμβάνεται στα Ποιήματα, 1 (1944-1964). Σε ένα πρώτο επίπεδο, αφήνεται η εντύπωση πως πρόκειται για μία παρωδία του χριστιανικού Συμβόλου της Πίστεως, όμως, στην ουσία, η δομή και το ύφος του Συμβόλου χρησιμοποιούνται κατά την απόπειρα να αναπαραχθεί ένα ομόλογο αποτέλεσμα: Να προκύψει ένας τελεστικός λόγος με την ικανότητα της μυστικής ένωσης με ανατρεπτικές και απελευθερωτικές δυνάμεις, που βρίσκονται πέρα από τη σφαίρα του ορατού. Το «Πιστεύω», λοιπόν, αποτελεί την προσπάθεια να μετασχηματιστεί η γλώσσα σε τελετουργική διαδικασία επαφής με την υπερπραγματικότητα, προβάλλοντας έτσι τη θρησκευτική πτυχή του σουρρεαλισμού.

Μαζί με τον υπερρεαλισμό, ο Νάνος Βαλαωρίτης αφομοίωσε μία σειρά ρευμάτων, τα οποία επακολούθησαν: Το κίνημα του παραλόγου, το νέο γαλλικό μυθιστόρημα, το μπιτ και την ηλεκτρική ποίηση, η οποία εμφανίστηκε, επίσης, στη Γαλλία, τη δεκαετία του ’60, ως μία μετεξέλιξη του υπερρεαλισμού, σε υπερβολικά όμως μπαρόκ ύφος. Τόσο στο παράλογο όσο και στο αντιμυθιστόρημα και στη μεταμυθοπλασία, εφαρμόζεται η κειμενικότητα (textualite), ένα είδος γραφής το οποίο: χαρακτηρίζεται από τον λεκτικό περιορισμό και τη νοηματική έλλειψη, έχει ρυθμό recitativo, βασίζεται σε λίγα, παραλλάσσοντα μοτίβα, εμμένει στα άψυχα πράγματα και στις λεπτομέρειές τους, υποκαθιστώντας την περιγραφή με την καταγραφή. Αποτυπώνει, επιπλέον, την αταξία της εμπειρίας, αφού χρησιμοποιούνται τεχνικές, όπως η ροή της συνείδησης και το παραλήρημα. Επειδή υπονομεύονται η μίμηση, ο ορισμός και η ερμηνεία, η γλώσσα γίνεται μη παραπεμπτική, με συνέπεια να εγκλείεται στον εαυτό της. Η κειμενική γραφή διακρίνεται από την τραγικότητα, το ερωτικό και υπαρξιακό αδιέξοδο. Η σειρά των λογοτεχνικών ρευμάτων, τα οποία αφομοίωσε ο Βαλαωρίτης, απολήγει στην αμερικανική γλωσσικά επικεντρωμένη ποίηση (language-centered poetry). Η γλωσσοκεντρική, όπως τη μεταφράζει ο ίδιος, ποίηση, που οριοθετείται χρονολογικά μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του 1990, επηρεάζεται από την κειμενικότητα και, στη θεωρία, από τον στρουκτουραλισμό του Κλωντ Λεβί-Στρως, τον μεταστρουκτουραλισμό του Ρολάν Μπαρτ και του Μισέλ Φουκώ και τον αποδομισμό του Ζακ Ντεριντά. Οι εκπρόσωποί της, τόσο από την πλευρά της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, ο Μπρους Άντριους, ο Τσαρλς Μπέρνσταϊν, όσο και στη Δυτική Ακτή, ο Μπάρετ Ουάτεν, ο Ρον Σίλιμαν και οι άλλοι, κατασκευάζουν καινοφανείς εκδοχές της γλώσσας. Τον πυρήνα, από τον οποίο τροφοδοτούνται οι μέθοδοί τους, συνιστά η βασική αρχή της γλωσσικής στροφής (linguistic turn), ότι η ανθρώπινη πραγματικότητα συγκροτείται από τον λόγο. Από τη συγκεκριμένη αρχή προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο κυρίαρχος σε μία κοινωνία λόγος επιβάλλει και μία ορισμένη μορφή του πραγματικού. Ώστε οι γλωσσοκεντρικοί ποιητές αποδιαρθρώνουν συστηματικά αυτόν τον λόγο, προκειμένου να αποσυνδέσουν τη γλώσσα από την εξουσία που ασκεί και, ταυτόχρονα, να αποδιοργανώσουν τη δεδομένη πραγματικότητα. Οι τεχνικές της γραφής τους συναποτελούν μία πολιτική πράξη, μία, ειδικότερα, μεταμοντέρνα εξέγερση.

ΜΙΑ ΣΥΝΕΧΗΣ ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ

…τι είπα που δεν το κατάλαβες διαρκώς αλλάζω θέση δε βολεύομαι εύκολα πουθενά βρίσκομαι πάντα κοντά σου θέλω να παρασύρω ολόκληρη την ελληνική γραμματεία με το μέρος μου ένα κύκνειο άσμα σκέφτομαι έτσι γλωσσοκεντρικά όπως μιλάω δεν κάνω διαχωρισμούς άλλοτε καλύτερα κι άλλοτε χειρότερα.

Με το ίδιο χωρίς καμιά είδηση
Αμφιβολία από το πρώτο εδώ κι εμπρός
Έξω από τόπο είναι και κάτι όπως αυτό
Ποτέ μου αν δεν ήταν κάπως αδύνατο
Όλοι προχώρησαν τίποτα εργάστηκες κι από

Μα δεν κατάφερα να ξαναελέγξω τον εαυτό μου
Μια ικανότητα να εκφράζεσαι για κείνο
Μα που δεν είναι κάτι συγκεκριμένο ακόμα
Για να το πιάσεις με τα δυο σου χέρια
Είναι το σύνολο ενός χώρου που οργανώνεται.

Η «Μία συνεχής παρέκβαση» βρίσκεται στο βιβλίο Η ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη, του 1993. Εφαρμόζονται τεχνικές αντίστοιχες με εκείνες στο Tjanting, το εκτενές πεζό ποίημα του Ρον Σίλιμαν. Αντί όμως για τις βαθμιαία μεγεθυνόμενες παραγράφους του Tjanting, οι μικροπερίοδες ή οι υπερβολικά μακροπερίοδες και άστικτες σχεδόν παράγραφοι εναλλάσσονται με ενότητες σε στίχους. Η γλώσσα, εδώ, συμπεριφέρεται όπως τα αυτοποιητικά συστήματα του ριζοσπαστικού κονστρουκτιβισμού, μετατρέπεται, δηλαδή, σε ένα δίκτυο κλεισμένο στα όριά του, αποκομμένο από την εξωτερική πραγματικότητα. Μόνο προς το τέλος του ποιήματος δρομολογείται μία επανασύνδεση με τον έξω κόσμο, η οποία συνεπάγεται και μία νέα γλωσσική οργάνωσή του.

Ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, ο Νάνος Βαλαωρίτης επέτυχε μία ανανέωση της τέχνης του και, από το 2000 και εξής, έγραψε ποιήματα τα οποία αποβλέπουν σε ένα σταδιακά παγιούμενο μοντέλο. Έτσι διαμορφώνεται η τελευταία ποιητική περίοδος του, στην οποία περιλαμβάνονται το Γραμματοκιβώτιον ανεπίδοτων επιστολών (2010), τα Άνθη του θερμοκηπίου (2010), ο Ουρανός χρώμα βανίλιας (2011), τα Χρίσματα (2011), το Πικρό καρναβάλι (2013) και, τέλος, η συλλογή Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα, του 2015. Στα στοιχεία αυτής της ποιητικής φάσης συγκαταλέγονται τα ακόλουθα: Ο ρυθμός, ο οποίος εξασφαλίζεται χάρη στις τετράστιχες στροφές και στους συχνούς και, σε αρκετές περιπτώσεις, απροσδόκητους διασκελισμούς. Η αδιάπτωτη επέκταση του ποιήματος μέσω συμβατών και ασύμβατων προσθηκών, ώστε να προκύπτει ένα γραμμικό κολλάζ, ένα προσαυξητικό ύφος, όπου ο λόγος ξεδιπλώνεται με διαδοχικές προωθήσεις. Το χιούμορ, το αίνιγμα, η παιγνιώδης ή παραμυθική διάθεση που δημιουργούν μία συνάφεια με την ποίηση χωρίς νόημα, τη nonsense poetry. Οι μέθοδοι του γλωσσοκεντρισμού και του μεταγλωσσοκεντρισμού, οι οποίες στρέφουν την προσοχή στην υπονόμευση της αφηγηματικότητας, ώστε να υπενθυμίζουν διαρκώς ότι ζητούμενα παραμένουν η γλώσσα, η καταστροφή και η επανασύστασή της. Το πλήθος των πληροφοριών, που αντιστοιχεί στον σύγχρονο μιντιακό βομβαρδισμό. Τέλος, η πολιτική διάσταση, η οποία δεν συνδέεται τόσο με τις διάσπαρτες και προφανείς πολιτικές αναφορές όσο με τον σχηματισμό, όπως από τους πρώτους παρατήρησε ο Κώστας Βούλγαρης, ενός τύπου κοινωνικής ποίησης.

Ο συγκεκριμένος τύπος χαρακτηρίζεται από τη διαλογική γλώσσα, μολονότι ο Μιχαήλ Μπαχτίν καταλόγιζε στην ποίηση τη μονολογικότητα. Η γλώσσα αντιπροσωπεύει εδώ μία συλλογική εκδήλωση, χάρη στην προφορική ποιότητά της και χάρη στην εκμετάλλευση του εύρους των σύγχρονων ιδιωτικών και δημόσιων ομιλιών, οι οποίες φέρουν ποικίλους κοινωνικούς ρόλους. Ενώ λοιπόν το υποκείμενο απαλείφεται, υποκειμενοποιείται ο λόγος, συνιστώντας την καθαρότερη προσωποποίηση. Εάν δηλαδή η προσωποποίηση εντοπίζεται εκεί όπου κάτι μη ανθρώπινο εμφανίζει ανθρώπινες ιδιότητες, η καθαρότερη προσωποποίηση έγκειται στον ίδιο τον λόγο που μιλά. Απαλλαγμένη από τα οντολογικά και τα υπερβατικά κατηγορήματα η γλώσσα μετατρέπεται ξανά σε κοινωνική πρακτική, μίας όμως δυνητικής κοινωνίας, η οποία διαπερνάται από την καρναβαλική και ερωτική ευφορία. Συνακόλουθα, ο λόγος ανακτά την αναφορικότητά του, καθώς επιστρέφει στην πραγματικότητα, για να την αποδιαρθρώσει και να την αναδιοργανώσει. Η κοινωνική και πολιτική ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη, στην τελευταία περίοδο των συλλογών του, ισοδυναμεί συνεπώς με ανθρωπιστική διόρθωση της πραγματικότητας και με επαναμαγευμένη παραλλαγή της.

ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΜΕ


κινδυνεύουμε όμως από διάφορα
που δεν μπορούμε να διακρίνουμε
μεσ’ στη γαλήνια παραζάλη
που τη φαιά ουσία μας περιβάλλει
να τ’ αριθμήσουμε ένα ένα θα ’ταν
απλοϊκό από έναν τέτοιο απολογισμό
να πούμε ότι κινδυνεύουμε από
μετεωρίτες και κομήτες δεν είναι σοβαρό
απ’ την έκρηξη μιας υπερνόβας π.χ.
ή από μια μαύρη τρύπα στο υπόγειο
του αντιδραστήρα πρωτονίων της Cern
ή μια έλλειψη γλυκού νερού ή καθαρού αέρα
ή μια θάλασσα εξαντλημένη χωρίς
ψάρια πουλιά σφουγγάρια και κοράλλια
θα ’ταν ίσως πρόωρο να πούμε ότι θα πνιγούμε
απ’ την άνοδο της στάθμης των ωκεανών

κινδυνεύουμε από ιούς μεταλλαγμένους
σε προϊόντα υπερατλαντικά μάλλον
θα ’πρεπε να πούμε ότι κινδυνεύουμε
απ’ τους φόβους που δημιουργούμε
για το κάθε τι και ότι από τον ίδιο
τον εαυτό μας κινδυνεύουμε επαρκώς

(Άνθη του θερμοκηπίου) Ας εξεταστεί, τώρα, η εξής υπόθεση εργασίας: Ο Νάνος Βαλαωρίτης δεν έχει πεθάνει, ώστε βιώνει τη συγκυρία της πανδημίας, της καραντίνας, την παγκόσμια κατάσταση εξαίρεσης. Πώς αντιδρά; Πώς ανταποκρίνεται στη συγκυρία με τη συγγραφή και, προπάντων, με την ποίησή του; Πρέπει, βέβαια, να γίνει ένας διαχωρισμός ανάμεσα στην ίδια την πανδημία και στη σχετική ρητορική η οποία αναπτύχθηκε, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της καραντίνας, από τα μέσα ενημέρωσης. Η συγκεκριμένη υπόθεση εργασίας εστιάζει στη δεύτερη. Όσον αφορά, λοιπόν, τη μιντιακή ρητορική, αποδεικνύεται πρωτοφανής η αποτελεσματικότητά της, η οποία είχε ως επακόλουθο τη καθολική σχεδόν συμμόρφωση. Μία αιτία για αυτόν τον απροσδόκητο βαθμό αποτελεσματικότητας εντοπίζεται στην παντελή έλλειψη αντίλογου. Την περίοδο της μέγιστης κοινωνικής απόστασης και του ασφυκτικού περιορισμού των ελευθεριών, σε επίπεδο σημαντικών διανοούμενων και μεγάλων πολιτικών κομμάτων, δεν διατυπώθηκε, ούτε στην Ελλάδα ούτε παγκοσμίως, η παραμικρή ένσταση, δεν σημειώθηκε καμία αντίδραση, με μοναδική εξαίρεση τις «Παρεμβάσεις» (interventi) του Τζόρτζιο Αγκάμπεν. Η αριστερή διανόηση είτε επαναλάμβανε αμήχανα τα στοιχεία και τα επιχειρήματα των μέσων είτε προέβαινε σε σοφίσματα του τύπου «η απόσταση είναι εγγύτητα» και «οι τοίχοι δεν χωρίζουν αλλά ενώνουν» είτε μελλοντολογούσε περί μίας ουτοπικής ευκαιρίας, μετά τη λήξη της κατάστασης εξαίρεσης, για επανιεράρχηση των αξιών του δυτικού πολιτισμού. Το προηγούμενο οφείλεται, σε ικανό ποσοστό, στο γεγονός ότι οι αριστεροί στοχαστές έχουν, εδώ και καιρό, οδηγηθεί στην παραδοχή της εξάλειψης των εννοιολογικών αντιθέσεων. Ο Στήβεν Γκρήνμπλατ, για παράδειγμα, σε διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας, στις 4 Σεπτεμβρίου του 1986, με αφορμή τη συλλογή δοκιμίων του Φρέντρικ Τζέιμσον Το μεταμοντέρνο ή Η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, επισημαίνει ότι έχει, πλέον, συντελεστεί η διαγραφή αντιθετικών διπόλων, όπως το μέσα και το έξω, η κουλτούρα και η κοινωνία, η ορθοδοξία και η ανατροπή, μέσω των οποίων καθίστατο δυνατόν να υποβληθούν σε κριτική οι διάφορες δομές ισχύος και να διαρθρωθεί ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα. Εάν υποτεθεί, λοιπόν, ότι ο Νάνος Βαλαωρίτης είναι ζωντανός και δραστήριος, τότε συνεχίζει να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: να σαρώνει την πραγματικότητα με τη διαλυτική γραφή του. Να διαχωρίζει τον αντικειμενικό φόβο από την εκστρατεία για την ασύμμετρη εξάπλωση του τρόμου, όπως στο ποίημα «Κινδυνεύουμε», πιο πάνω. Να παρωδεί τα υγειονομικά πρωτόκολλα -ενώ ανήκει στις ευπαθείς ομάδες- τα οποία μετατρέπουν την καθημερινή τυχαιότητα και την ευτυχία της έκπληξης σε στερεότυπη συμπεριφορά μέσα στο πλαίσιο μίας τεράστιας κλινικής. Να επιτίθεται στη μεγιστοποίηση του ελέγχου επάνω στην προσωπική διαχείριση, εν γένει, της ζωής και, ειδικότερα, του ανθρώπινου σώματος. Να ενεργοποιεί την ποιητική γλώσσα του στο έπακρο, ώστε αυτή να αποκτά πλήρως τη διαλογικότητα, χάρη στην οποία ανάγεται στο ιδίωμα μίας καρναβαλικής δυνητικής κοινωνίας χωρίς περιορισμούς και απαγορεύσεις. Να προβαίνει, συνεπώς, επαναφέροντας τις εννοιολογικές αντιθέσεις, σε πολιτικές, ουσιαστικά, δηλώσεις τέτοιες που, σήμερα, δεν τολμούν να διατυπώσουν ούτε οι πολιτικοί ούτε οι διανοούμενοι. Το πιο σημαντικό, ως συμπέρασμα στη συγκεκριμένη υποθετική εκδοχή, είναι ότι, στα ποιήματά του, εφόσον ζούσε σήμερα, θα αναδεικνυόταν η ελευθερία με την οποία ισοδυναμεί η εγγύτητα και μάλιστα η ερωτική. Η ποίησή του θα αποτελούσε την αποζημίωση, η οποία θα καταβαλλόταν, επειδή η έννοια της απόστασης προωθείται ως το θεμελιώδες στοιχείο των προσεχών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Γιατί, για τον Νάνο Βαλαωρίτη, η ίδια η γλώσσα αντιστοιχούσε στη σωματική εγγύτητα και στην επαφή, καθώς αντιπροσώπευε την ερωμένη η οποία παραμένει ασώματη, εκτός και αν κάποιος γνωρίζει, όπως γνώριζε αυτός, να την κατακτά εκ νέου κάθε φορά.

*Από το περιοδικό Τα Ποιητικά, τχ. 38, Ιούλιος / Σεπτέμβριος 2020, σελ. 5.

Nikola Madžirov, Το αίμα και η ποίηση του μη ανήκειν

“Σε σύγκριση με την εκλεπτυσμένη κουλτούρα των σκληρωτικών μορφών και των πλαισίων, που καλύπτουν τα πάντα,
ο λυρικός τρόπος είναι εντελώς βάρβαρος στην έκφρασή του.
Η αξία του έγκειται ακριβώς στην άγρια ποιότητά του:
Είναι μόνο αίμα, ειλικρίνεια και φωτιά”.

(Emil M. Cioran)

“Έρχεσαι από τα Βαλκάνια και δεν υπάρχει αίμα στην ποίησή σου;”, με ρωτούν συχνά. Στη μνήμη μου τρέχει αίμα. Κάθε φορά που βλέπω ένα μοναχικό δέντρο, οι κληρονομημένοι και μαρτυρούμενοι φόβοι του πολέμου με κάνουν να σκέφτομαι το πτώμα ενός στρατιώτη κάτω από τις ρίζες του. Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι λέω κάτι καινούργιο, γιατί όλα είναι παρόντα ακόμη και χωρίς να έχουν καταγραφεί, όπως τα ορυκτά σε ένα ορυχείο που δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί. Πιστεύω περισσότερο στα κρυμμένα παιχνίδια παρά στα κορυφαία μυστικά των πολέμων. Μερικές φορές, για να γράψει κανείς, πρέπει να μείνει στη μοναξιά που δεν ενσταλάζει φόβους και αναμνήσεις μεγαλύτερες από τον ίδιο τον θάνατο. Ο πιο σίγουρος τρόπος για να θυμηθείς το τελευταίο σου όνειρο είναι να μην κοιτάξεις από το παράθυρο όταν ξυπνήσεις. Πιστεύω ότι η παρόρμηση για (ανα)διήγηση θα υπάρχει όσο υπάρχει το μυστήριο της αναχώρησης και της επιστροφής. Πολύ συχνά αισθάνομαι πιο ασφαλής όταν μιλάω στα όνειρα και σιωπώ στην πραγματικότητα. Οι κριτικοί έχουν πει ότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να θυμόμαστε για τον “μεταφυσικό” John Donne είναι ότι ήταν καθολικός και το δεύτερο ότι είχε προδώσει την πίστη του. Νομίζω ότι αυτή είναι η σιωπηλή κατάρα που ακολουθεί τους συγγραφείς: να προδίδουν το ανήκειν τη στιγμή που νιώθουν ότι έχουν αρχίσει να ανήκουν. Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις με τίτλο “Είμαι ένας αποτυχημένος Καθολικός, αλλά εξακολουθώ να είμαι Καθολικός”, ο Adam Zagajewski είπε: “Η αναζήτηση βρίσκεται στην αναζήτηση, όχι στους ισχυρούς ορισμούς”. Τις περισσότερες φορές αισθάνομαι νομάδας, ακόμη και χωρίς να μετακινώ το σώμα-κλουβί μου από τη μια επιβαλλόμενη πραγματικότητα στην άλλη. Ταξιδεύω και ψάχνω εκτενώς για περισσότερα από είκοσι χρόνια, ωστόσο η γιαγιά μου συνήθιζε να μου λέει ότι είχε αλλάξει τόσες χώρες απλά και μόνο καθισμένη στον παλιό της καναπέ στο σαλόνι. Στα Βαλκάνια μπορείς να κάνεις αυτά τα ατελείωτα ταξίδια μέσα από ιδεολογίες, βασίλεια και νέα σύνορα απλά και μόνο καθισμένος στην καρέκλα σου.

Η Elizabeta Sheleva γράφει ότι οι συγγραφείς, ανεξαρτήτως του τόπου όπου ζουν, είναι πάντα ξένοι, και είναι πάντα προορισμένοι -με βάση την ισχύ της δημιουργικής τους ανησυχίας- να παραμένουν και να υπάρχουν ως άστεγοι [1]. από τη μια πλευρά, άστεγος σημαίνει να κάθεσαι μπροστά στην εστία και να νιώθεις την οξύτητα του ανέμου, αλλά όταν είσαι μακριά από το σπίτι, σημαίνει να διαβάζεις τον κόσμο κάτω από το φως του τζακιού.

Αισθάνομαι ασφαλής στην ανοιχτή σπηλιά του μη ανήκειν. Το μυστήριο της καλλιτεχνικής δημιουργίας βρίσκεται στην καρδιά της εκπληκτικής μεταμόρφωσης όταν το αιώνιο μετατρέπεται σε εφήμερο και το αντίστροφο – όταν ένας άγγελος χρειάζεται μάσκα οξυγόνου για να μπει στο νοσοκομείο προσπαθώντας να βοηθήσει έναν ετοιμοθάνατο ασθενή ή όταν μια μπάλα που κλωτσάει στη στέγη γίνεται μέρος ενός ανεξερεύνητου αστερισμού. Μια σύγχρονη μεταμόρφωση συμβαίνει τώρα – οι άνθρωποι ανοίγουν τις κουρτίνες της καθημερινότητάς τους και κατεβάζουν τη μάσκα για να δείξουν ένα ψεύτικο πρόσωπο. Η Dubravka Ugrešić ξεσκέπασε τη σημερινή πραγματικότητα όταν είπε ότι “οι συμμετέχοντες στο καρναβάλι στις προ-ψηφιακές εποχές φορούσαν μάσκες, σήμερα ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί για να δείξει το δικό του πρόσωπο. ”[2] Στην πρώιμη παιδική μου ηλικία έγραφα στους τοίχους των δωματίων πριν καν μάθω για τα γράμματα και την ατέλεια των λέξεων. Οι γονείς μου έπρεπε να ξαναβάφουν τους τοίχους λευκούς κάθε καλοκαίρι. Ακούγεται παράλογο, αλλά αυτοί οι τοίχοι ήταν το πρώτο παλίμψηστο της ελευθερίας μου. Άρχισα να γράφω ποίηση όταν κατάλαβα τα γράμματα, όμως άρχισα να καταλαβαίνω την ποίηση όταν έμαθα για τη σιωπή. Φυσικά, αυτό συνέβη πριν από τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία. Ο πόλεμος με βοήθησε να καταλάβω την ανάγκη να είμαι δυνατός στο χαρτί όταν όλα και όλοι γύρω μου γίνονται πιο δυνατά. Ξέρω ότι στις μέρες μας ακούγεται αξιολύπητο όταν ακούς ότι ένας ποιητής χρησιμοποίησε το αίμα του αντί για μελάνι για να γράψει τους τελευταίους του στίχους, αλλά στην περιοχή όπου ζω κάποιοι χρησιμοποίησαν το αίμα άλλων ανθρώπων για να γράψουν νέες ιστορίες και να επιβάλουν μύθους.

Οι πόλεμοι ξεκινούν με την αλλαγή των ονομάτων των πόλεων και των γεφυρών, με την αναδόμηση της προσωπικής μνήμης – η σκληρή γλώσσα της σφαίρας έρχεται μετά. Στα Βαλκάνια οι άνθρωποι συχνά δοξάζουν την ιστορία με λάθος τρόπο, επειδή φοβούνται ότι οι γλώσσες τους θα γίνουν ιστορία. Τη γλώσσα στην οποία γράφω μιλούν μόνο δύο εκατομμύρια άνθρωποι που μεταναστεύουν καθημερινά αναζητώντας ένα ασφαλές σπίτι, τοποθετώντας τις αναμνήσεις τους στους νέους χώρους πριν ακόμη τακτοποιήσουν τα έπιπλά τους. Μέσα σε αυτόν τον πανικόβλητο φόβο της εξαφάνισης, πολλά έθνη και προσωρινοί ηγέτες στα Βαλκάνια στράφηκαν στην ιστορία, η οποία τους προσέφερε έναν χώρο και μια φωτιά γύρω από την οποία μπορούσαν να διηγηθούν τρομακτικές ιστορίες. Η ποίηση χτίστηκε πάνω στην αισθητική της εξαφάνισης (όπως είπε ο Paul Virilio) και τρέφεται από τις ρίζες όσων ειπώθηκαν και δεν γράφτηκαν ακόμα. Στα Βαλκάνια, ήμασταν μαζί στον πόλεμο και μόνοι στην ποίηση. Η κλειστοφοβία έγινε η κορυφαία φιλοσοφία ζωής – διαμερίσματα με μικρά μπαλκόνια και χαμηλά ταβάνια για την καλύτερη διατήρηση της ανασφάλειας του καθενός. Ο κατακερματισμός της μνήμης κοιμάται σε κάθε σπίτι. Οι πρόγονοί μου ήταν πρόσφυγες και δεν έγραφαν ποίηση όταν διέσχιζαν σύνορα και βουνά με τα πόδια, ούτε έπαιρναν μαζί τους βιβλία όταν εγκατέλειπαν την πατρίδα τους, λόγω του βάρους τους. Από την άλλη πλευρά, έχουν γραφτεί τόσα πολλά βιβλία για τις εξόδους, τα οποία πιστεύω ότι δεν χωράνε σε όλα τα εγκαταλελειμμένα σπίτια ανά τον κόσμο. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, πιστεύω, το γράψιμο είναι σαν να φυτεύεις έναν σπόρο σε ένα ηφαίστειο που κοιμάται.

Γράφω για πράγματα, ανθρώπους και διαδικασίες όχι για να τα επαινέσω, αλλά για να απομυθοποιήσω το φωτοστέφανο της ιστορίας που τα περιβάλλει. Ζω σε μια μικρή πόλη κοντά σε τρία σύνορα -το μακεδονικό, το βουλγαρικό και το ελληνικό- οπότε το να διασχίζω ένα σύνορο για μένα ήταν σαν να διασχίζω το δρόμο όταν τα φανάρια είχαν σταματήσει να λειτουργούν. Η Κάπκα Κασάμποβα έγραψε: “Οι άνθρωποι πεθαίνουν διασχίζοντας τα σύνορα, και μερικές φορές απλώς και μόνο όντας κοντά τους. “[3] Μερικές φορές νομίζω ότι κάθε ρυτίδα στο σώμα μου είναι απλώς μια αντανάκλαση των συνόρων που έχω διασχίσει. Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα ήταν να διασχίσω τα σύνορα του χρόνου, τα σύνορα της ιστορίας, καθώς όλοι οι βαλκανικοί πόλεμοι ξεκινούν πρώτα με την κατάκτηση του παρελθόντος – μόνο μετά από αυτό μιλούν για εδάφη. Ιστορικό και υστερικό – μια τέλεια δολοφονική ενότητα! Υπό αυτή την έννοια, βλέπω τον εαυτό μου ως έναν παράνομο αρχαιολόγο που, γράφοντας ποίηση ή δοκίμια, προσπαθεί να απομυθοποιήσει την κληρονομημένη μυθομανία και όλες τις μεγάλες αφηγήσεις, βάζοντάς τις σε μια διαφορετική προοπτική, πιο φωτεινή ή πιο σκοτεινή. Η αφήγηση ιστοριών για ξεχασμένα αντικείμενα είναι πιο σημαντική από τις επιστολές και τις διαταγές που υπογράφουν οι ηγέτες του πολέμου. Καθώς ταξίδευα στον Καύκασο, σταμάτησα σε κάποιους απομακρυσμένους τάφους επειδή ήταν διαφορετικοί από όλους τους τάφους που είχα δει ποτέ πριν: δεν υπήρχε ούτε μια ταφόπλακα δίπλα στους τύμβους. Ωστόσο, είδα σχέδια στην οριζόντια πέτρινη πλάκα που κάλυπτε τον τάφο – σχέδια που απεικόνιζαν τη ζωή και τον θάνατο των ανθρώπων που ήταν θαμμένοι κάτω από την πέτρα. Ένα όμορφο παράδειγμα για το πώς οι άνθρωποι μπορούν να μεταμορφωθούν σε ιστορίες και να συνεχίσουν να ζουν μέσα από τις φωνές μαρτύρων που δεν τους είχαν καν συναντήσει όσο ήταν ζωντανοί. Κάποτε έγραψα ότι η ποίηση ήταν πάντα μακριά από τις στατιστικές της συμβατικής δημοτικότητας. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, είχε το υψηλό κύρος μιας αυλικής μορφής τέχνης, αλλά υπήρξε επίσης μια πανκ-ροκ απάντηση στην κοινωνική στειρότητα ή στους άχαρους εθνικούς ύμνους. Η ποίηση δεν είναι ανάγνωση- η ποίηση είναι διάλογος. Στολισμένοι ή όχι, οι στίχοι θα έχουν έναν μικρότερο κύκλο αναγνωστών, όπως οι καθρέφτες – με ή χωρίς διακοσμημένα πλαίσια, η αντανάκλαση είναι εξίσου περιορισμένη. Η ποίηση είναι κοντά στη σιωπή, τόσο όταν διαβάζεται σε ένα μπαρ υπό τον ήχο μιας καφετιέρας όσο και όταν διαβάζεται σε μια αίθουσα αναμονής περιμένοντας ένα καθυστερημένο τρένο. Δεν με ενοχλεί το γεγονός ότι οι στίχοι είναι τυπωμένοι στο περιτύλιγμα των ζαχαρωτών που σερβίρονται με τον καφέ. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι προάγει την εγρήγορση. Όπως όλα τα πράγματα που παράγονται από ισχυρές βιομηχανίες, η ποίηση αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα, πράγμα που δεν απέχει πολύ από μια από τις ιδέες του Χάιντεγκερ σχετικά με την προέλευση των έργων τέχνης. Ωστόσο, είναι η αισθητική που κινεί την ποίηση μέσα στο βάθος του χρόνου. Κάθε στίχος γυαλίζεται από τα χρόνια, όπως ένα βότσαλο γυαλίζεται από τη θάλασσα. Δεν είμαι σίγουρος τι είναι πιο “εμβληματικό” σήμερα: ένα βιβλίο ποίησης τοποθετημένο στο ταμείο ενός σούπερ μάρκετ δίπλα στα ξυραφάκια και τις τσίχλες ή ένα βιβλίο ποίησης γραμμένο για κάποιον τοπικό ήρωα που εκτίθεται πίσω από μια βρώμικη προθήκη μουσείου. Η παιδική μου ηλικία πλαισιώθηκε από ένα ιδεολογικό σύστημα στο οποίο η ποίηση έπρεπε να μαθευτεί απ’ έξω. Ήταν μια αγγαρεία και όχι μια πράξη απομνημόνευσης. Οι πολιτικοί ηγέτες είναι σύγχρονοι θεοί που θέλουν να μετατρέψουν την ποίηση σε ρουτίνα, και οι θεοί και οι ρουτίνες έχουν θανατηφόρα δύναμη επειδή είναι απαρατήρητοι και αόρατοι.

Η Szymborska λέει ότι η γραφή είναι “η εκδίκηση ενός θνητού χεριού”[4], και η δυνατή εκφορά των λέξεων δεν είναι τίποτα περισσότερο από την επιστροφή τους στην πηγή, στα όρια του μη ανακοινώσιμου. Στη μακεδονική γλώσσα, υπάρχει μια ιδιαίτερη λέξη για τη μετάφραση της ποίησης: “prepev”, κυριολεκτικά “ξανατραγουδώντας” ή “νεοτραγουδώντας”, που σημαίνει ότι η ποίηση τραγουδιέται εκ νέου, ξανατραγουδιέται. Κάθε φορά που διαβάζω ένα ποίημα που “ξαναεγκρίνεται”, αναζητώ την αυθεντική φωνή του συγγραφέα, αν και γνωρίζω ότι αυτό είναι σαν να ψάχνω για μια υπογραφή στο κάτω μέρος μιας εικόνας. Ο μεταμοντερνισμός γράφει για τον αναγνώστη ως ένα αφυπνισμένο μυαλό που συνεχίζει ή ανακατασκευάζει την ιστορία και την αρχειοθετημένη ποιητική, αλλά όλο και περισσότερο βρίσκω τον εαυτό μου να πιστεύει στον αναγνώστη ως έναν διαφορετικό απο-κατασκευαστή, μια ενεργή συνείδηση που κατευθύνεται στην πρωτοτυπία του κειμένου. Ως τέτοιος, ο αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει τα μυστικά ακόμη και στους πιο συγκεκριμένους στίχους και να ενσαρκώσει τη σιωπή του αρχέγονου. Μια από τις γιαγιάδες μου ήταν αμειβόμενη θρηνήτρια σε κηδείες, συνήθιζε να “ξανατραγουδάει”, όπως έλεγαν στη γενέτειρά μου. Μετέφραζε όλο το σιωπηλό πένθος σε μια δυνατή κραυγή, και με μια φωνή που έπνιγε τον ιερέα έθαβε τις ελπίδες της οικογένειας που πενθούσε, δημιουργώντας μια κοσμογονική κραυγή στον τάφο ενός ανθρώπου που δεν γνώριζε καν. Πολλές φορές με ξυπνούσε το πρωί δοκιμάζοντας τη δύναμη της φωνής της στον πίσω κήπο, μπαίνοντας στο όνειρό μου ως μια ξένη απουσία, σαν κλειδί για την πόρτα ενός κατεστραμμένου σπιτιού. Κατάλαβα αυτό το τελετουργικό του πένθους ως την ακουστότητα της απουσίας και η επίγνωση της ησυχίας ως το μοναδικό σημάδι της παρουσίας θα φωλιάσει μέσα μου. Δεν υπάρχει ήχος πιο ήσυχος από την παρουσία μιας σκιάς. Όλα τα παραμύθια που είχα ακούσει ποτέ με κράτησαν ξύπνιο, και μέσα μου γέννησαν τον σπόρο της μεταμόρφωσής τους. Η ευελιξία της προφορικής αφήγησης με καθάρισε από το φόβο της παροδικότητας και εμβάθυνε την πίστη μου στη μεταμόρφωση, απαλλάσσοντάς με από το φόβο ότι οι σκόροι του χρόνου θα καταβρόχθιζαν το κείμενο που θα μπορούσε να ξετυλιχτεί χωρίς την παρουσία του δημιουργού του. Στη Μαλαισία, και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή Kelantan, εξακολουθεί να ασκείται μια υπερβατική τελετουργία που ονομάζεται Mak Yong, η οποία, παράλληλα με το χορό και το παίξιμο του rubab, περιλαμβάνει τη φωνή των αφηγητών που μιλούν πάντα κάτι διαφορετικό, συχνά με τη μορφή διαλόγου, συμβολίζοντας τη συνάντηση με το αόρατο, γιορτάζοντας το “angin” – τον μεταφυσικό άνεμο που διασκορπίζει τις λέξεις μέσα στο χρόνο και τις χύνει στις ψυχές. Αυτή η προφορική τελετουργία περιλαμβάνει όχι μόνο το θάρρος να μιλήσει κανείς, αλλά και το φόβο για το τι θα καταγραφεί. Παρ’ όλα αυτά, η λογοτεχνία ως μαρτυρία για τον κόσμο είναι σημαντική για να μη χάσουν οι “λέξεις […] το νόημά τους”, όπως θα έλεγε ο Danilo Kiš[5].Μερικές φορές όταν γράφω, αισθάνομαι ότι οι φωνές του παρελθόντος κινούνται μέσα στον ιστό αράχνης του παρόντος προσέχοντας να μην τον σκίσουν. Το να γράφεις τον στίχο με τον οποίο ζεις και τον οποίο αναδιαμορφώνεις με κάθε νέα αναδιήγηση, είναι σαν να τον σκαλίζεις με πόνο στα κόκκαλά σου. Η Hannah Arendt, αφού γνώρισε τον W. H. Auden, έγραψε: “Αναθεωρούσε συνεχώς τα ποιήματά του, συμφωνώντας με τον Valéry ότι ένα ποίημα δεν τελειώνει ποτέ, παρά μόνο εγκαταλείπεται”[6].

Οι γραπτές λέξεις είναι σαν τα ψάρια που ρίχνονται στο πηγάδι μιας νέας πραγματικότητας – ο στροβιλισμός τους διατηρεί το νερό καθαρό.

Σημειώσεις
[1] Elizabeta Sheleva: “Otadžbina/domovina/tuđina” (“Πατρίδα/Πατρίδα/Ξένη γη”). Sarajevske sveske, no. 45/46, 2014.
[2] Dubravka Ugrešić: The Age of Skin. Ανοιχτή επιστολή, 2020.
[3] Kapka Kassabova: Border: Ένα ταξίδι στην άκρη της Ευρώπης. Graywolf Press, 2017.
[4] Από το ποίημα της Wisława Szymborska “The Joy of Writing” (View with a Grain of Sand: Selected Poems, Harcourt Brace, 1995).
[5] Danilo Kiš: Lauta i ožiljci”). Dalkey Archive Press, 2012.
[6] Hannah Arendt: Arendt: Thinking Without a Banister: Essays in Understanding, 1953-1975. Schocken, 2018.

*Ο Nikola Madzirov (ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής) γεννήθηκε το 1973 στη Strumica, σε οικογένεια προσφύγων από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Όταν ήταν 18 ετών, η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας προκάλεσε μια αλλαγή στην αίσθηση της ταυτότητάς του – ως συγγραφέας επαναπροσδιορίστηκε σε μια χώρα που έμοιαζε καινούργια αλλά εξακολουθούσε να τρέφεται από βαθιά ριζωμένες ιστορικές παραδόσεις. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες. Για το βιβλίο του Relocated Stone του 2007 του απονεμήθηκε το διεθνές βραβείο ποίησης Hubert Burda για συγγραφείς που γεννήθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη, καθώς και το πιο σημαντικό μακεδονικό βραβείο ποίησης Miladinov Brothers στις βραδιές ποίησης Struga. Άλλες διακρίσεις περιλαμβάνουν το βραβείο Studentski Zbor για το καλύτερο ποιητικό ντεμπούτο και το βραβείο Xu Zhimo Silver Leaf για την ευρωπαϊκή ποίηση στο King’s College του Cambridge στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι Αμερικανοί συνθέτες Oliver Lake, Michael League, Becca Stevens και Du Yun έχουν συνθέσει μουσική βασισμένη σε ποιήματα του Madzirov. Του έχουν χορηγηθεί πολλές διεθνείς υποτροφίες: DAAD στο Βερολίνο, Marguerite Yourcenar στη Γαλλία και Civitella Ranieri στην Ιταλία. Επιμελήθηκε τη μακεδονική έκδοση της Ανθολογίας της Ποίησης του Κόσμου: και XXI αιώνα. Είναι ένας από τους συντονιστές του διεθνούς ποιητικού δικτύου Lyrikline με έδρα το Βερολίνο (https://www.lyrikline.org/en/home/) και μέλος της κριτικής επιτροπής του 2023 για το μεγαλύτερο διεθνές βραβείο ποίησης για ένα μόνο βιβλίο ποίησης στον κόσμο, το Griffin Poetry Prize.

**Μετάφραση στα Αγγλικά: Gorjan Kostovski. Μετάφραση στα Ελληνικά: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Βαρειά η μπότα της πατριαρχίας βυσσοδομεί, θέτοντάς τους στην υπηρεσία της 

Λεωνίδας Καζάσης

Η κοινωνία προόδευσε ξαφνικά: σύμφωνο συμβίωσης για τους ομοφυλόφιλους· γάμος μεταξύ τους· ανατροφή παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια· δικαίωμα αλλαγής φύλου διά χρήσεως ορμονών και ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων – ό,τι πιο επώδυνο, πιο καταστροφικό!
Μεγάλες νίκες, ανέλπιστες των ομοφυλοφίλων· κατά τα άλλα, αποκαλούν πουτάνα, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες, όποια γυναίκα συνουσιάζεται άνευ υλικών ανταλλαγμάτων, την φύση της ακολουθώντας, ποθώντας τα αρσενικά, επιδιώκοντας την ανυπέρβλητη του οργασμού χαρά!
Γι’ αυτό οι γυναίκες δεν λένε καλημέρα στους άνδρες, ούτε καν τους κοιτούν, για να μην χαρακτηριστούν εύκολες! Οι γυναίκες ενοχλούνται ακόμη και όταν τις  κοιτούν οι άνδρες, αγριοκοιτάζοντάς τους!  Τέτοιο πουριτανικό μίσος μεταξύ των δύο φύλων! Προοδευτικό! Οι ομοφυλόφιλοι λοιπόν, θα πρέπει, με τις ευλογίες του συστήματος να μοιάσουν στους αναφρόδιτους, οικογενειόπληκτους ετεροφυλόφιλους (που ούτε ετεροφυλόφιλοι είναι, αφού η μονογαμική αποχή και η πολύωρη εργασία, έχει καταστήσει αυτούς ευνούχους), μήπως και τους δεχτούν στην εκπαίδευση, στα ιερατεία, στα νοσοκομεία, στο δικαστικό σώμα, στα σώματα ασφαλείας, στις ένοπλες δυνάμεις (όσοι ομοφυλόφιλοι-ομοφυλόφιλες παρεισέφρησαν στα σώματα αυτά, κρύβουν την ερωτική τους προτίμηση για να μην τους αποβάλλουν από αυτά) να διδάσκουν, να λειτουργούν, να δικάζουν, να διοικούν, ως λειτουργοί, αξιωματούχοι και ως πρωθυπουργοί ακόμη!
Χρήσιμο είναι να αναφερθεί, ότι στην αρχαία Ελλάδα πολλές πόλεις είχαν νομιμοποιήσει την ομοφυλοφιλία (ενώ άλλες ήσαν ελαστικές προς αυτήν, όπως η Αθήνα) μεταξύ ερωμένου και ερώντος, δηλαδή, μεταξύ εφήβου και γυμναστού-δασκάλου ο οποίος προσπαθούσε τόσο για τη σωματική άσκηση, όσο και για την ψυχοπνευματική καλλιέργεια του εφήβου, και ότι στη Θήβα, είχαν συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα από ερωτικά ζευγάρια ομοφύλων (τον λεγόμενο Ιερό Λόχο), διότι θεωρούσαν ότι ως ερωτευμένοι θα έφθαναν, αισθανόμενοι την υπερβατική έκσταση που ο έρωτας χαρίζει, σε πράξεις απαράμιλλης γενναιότητας, σε περίπτωση πολέμου.
Αυτά μεταξύ άλλων, έγραψε ο Ιωάννης Συκουτρής (φιλόλογος, υφηγητής της φιλοσοφικής σχολής) στην εισαγωγή του Συμποσίου, όταν μετέφρασε και σχολίασε το γραπτό αυτό μνημείο του Πλάτωνος, του οποίου την εισαγωγή, την μετάφραση, τον σχολιασμό ολοκλήρωσε το 1934.
Ο Ιωάννης Συκουτρής, για την αναφορά του στην ομοφυλοφιλία των αρχαίων Ελλήνων, στην εισαγωγή του Συμποσίου, κατηγγέλθη το 1936 για ανηθικότητα (προβολή της ομοφυλοφιλίας) και κυνηγήθηκε από την Ελληνική, μικροαστική, φασιστική, ομοφοβική κοινωνία των γονέων και κηδεμόνων της Πάτρας, των διαφόρων επαγγελματικών σωματείων, της Ιεράς Συνόδου, των ακαδημαϊκών κύκλων της εποχής, εξωθούμενος στην αυτοκτονία από υπερβολική δόση βερονάλ, τον Σεπτέμβρη του 1937 σε ξενοδοχείο της Κορίνθου.
Η ομοφυλοφιλία η οποία είναι έμφυτη στους ανθρώπους (αλλά αυτό δεν βροντοφωνάζεται από κανέναν, ούτε από τους ομοφυλόφιλους, που έχουν κάθε λόγο με την απομόνωση που υφίστανται, να το χρησιμοποιήσουν, βγάζοντάς το από την φαρέτρα της επιχειρηματολογίας τους), δεν καταστέλλει την ανδρεία ούτε άλλη αρετή και ικανότητα, που μπορούν να καλλιεργήσουν οι άνθρωποι, είτε έχοντας a priori, είτε αποκτώντας διά της διδασκαλίας.
Η ομοφυλοφιλία ενώ πριν από εκατό-διακόσια χρόνια εδιώκετο, και μέχρι τις μέρες μας ευρίσκετο εις το περιθώριο, ως διαστροφή γενετήσια (ερμηνεία που δίνει το λεξικό του Τεγόπουλου το 1988) εδώ και κάποια χρόνια το εκμεταλλευτικό σύστημα, που παραμένει βαθειά πατριαρχικό ( πως θα ήτο δυνατόν άλλωστε, να πελεκήσει ένα από τα θεμέλιά του ), αποφάσισε, να χρησιμοποιήσει την ομοφυλοφιλία, για να πλήξει ακόμη περισσότερο την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Έτσι, το σύστημα υποκρίνεται ανοχή στην ομοφυλοφιλία (η οποία ως αποκλειστική έκφανση έρωτος, που εξοβελίζει την ετεροφυλοφιλική διάσταση των ανθρώπων, καταδεικνύεται απότοκο ψυχικού τραύματος) διασύροντάς την, προβάλλοντας από τα μέσα μαζικής εκμαυλίσεως, γελοία υποκείμενα (επιτηδευμένους θηλυπρεπείς), που κάνουν γελοιότητες αλλά και συστηματική προπαγάνδα, δείχνοντας, πως πλασάρονται στη χλίδα οι πουτάνες πολυτελείας, ηθοποιοί, μοντέλες, χορεύτριες, χορευτές, τραγουδιστές, τραγουδίστριες, δείχνοντας επίσης, φουσκωμένες κοιλιές γυναικών, κατουρημένες πάνες οι οποίες υποχρεώνουν τους ευυπόληπτους οικογενειάρχες και τις καθαγιασμένες μητέρες, να εξευτελίζονται (υπονομεύοντας ο ένας τον άλλον) από τα αφεντικά και το κεφάλαιο, μήπως και τους αποσπάσουν κάνα κόκκαλο για τα παιδιά τους.
Από την εισβολή του εργαστηριακού ιού που ο καπιταλισμός έντρομος, με τους ρουφιάνους του, επιστήμονες, επενόησε για να πλήξει τον αρχέγονο, μοναδικό εχθρό του, τον έρωτα-σεξουαλικότητα (που τα κινήματα της δεκαετίας του 1960 αναγνώρισαν σαν απαραίτητη προϋπόθεση αλλαγής-καλυτέρευσης του κόσμου) έχουμε μεταξύ άλλων παλινορθώσεων και την αλλαγή στάσεως των ομοφυλοφίλων.
Αυξήθηκαν πάρα πολύ, οι ομοφυλόφιλοι που αρνούνται να παραδεχτούν (αρνούμενοι ουσιαστικά τον εαυτό τους, με ολέθριες για την ψυχική υγεία τους συνέπειες), την ερωτική διάθεσή τους, και για να είναι στη μόδα, παντρεύονται γυναίκες και γίνονται γονείς. Ενώ παλαιότερα οι ομοφυλόφιλοι αποστρέφονταν την οικογένεια και δίνονταν πολυγαμικά στο φύλο που τους γοήτευε, αντίθετα με τις γυναίκες που δεν ήθελαν, και δεν θέλουν τους άνδρες, παρά την τσέπη των ανδρών και την κοινωνική καταξίωση της μητρότητας που οι άνδρες προσφέρουν στις γυναίκες.
Όσοι ομοφυλόφιλοι αποδέχονται την ομοφυλοφιλία τους, κοιτούν να ενταχθούν στο σύστημα (πλην ελαχίστων) ζητώντας να γίνουν γονείς ανατρέφοντας παιδιά, μέσα από μια πληκτική, αντιερωτική, μονογαμική σχέση, και τελώντας (σε 22 χώρες έχει νομιμοποιηθεί η παντρειά μεταξύ ομοφυλοφίλων) το μυστήριο της παντρειάς (αποφεύγω την φράση, μυστήριο γάμου, γιατί γάμος σημαίνει συνουσία, και την συνουσία καταργεί η παντρειά).
Αντί λοιπόν, να ξεπεραστεί, αποβαλλόμενο, το μυστήριο της παντρειάς σαν ρατσιστικός-φασιστικός διαχωρισμός των ανθρώπων (του οποίου ο σκοπός δεν είναι άλλος από το να αποκλείσει κανείς διά δημοσίας δηλώσεως ζευγαρώματος με ένα άτομο (στην εκκλησία ή στον δήμο), τους άλλους ανθρώπους από το αισθητικό-συναισθηματικό του φίλτρο), έχουμε τους ομοφυλόφιλους να θέτουν εαυτόν, στην υπηρεσία του θεσμού της μονογαμικής οικογένειας, αποκλείοντας την επικοινωνία μεταξύ τους, αφού αποκλείουν την ποικιλότητα του έρωτα, μιμούμενοι τα πληκτικά, ευνουχισμένα, ετερόφυλα ζευγάρια.
Από τις ενέσεις ορμονών, οι όρχεις της Κιάρα, οι όρχεις της Μιρέλα ήταν ατροφικοί, σακούλες άδειες! Τα πέη τους καχεκτικά, τα στήθη τους εξογκωμένα! Όμως δεν τολμούσαν, να προβούν σε εγχείρηση γεννητικών οργάνων, διότι θα έχαναν την εκτόνωση, της εκσπερμάτισης, και θα έπρεπε να τους αφαιρούν διά σύριγγος το σπέρμα από την σπονδυλική στήλη όπου ευρίσκεται ο νωτιαίος μυελός, για να μην τρελαθούν, όπως οι ίδιες μου έλεγαν.
Η Κιάρα, η Μιρέλα όπως και όλοι οι τραβεστί, εγχειρισμένοι και μη, είναι ομοφυλόφιλα αγόρια που από υπερβολική ευαισθησία στον αποκλεισμό-κατακραυγή που υφίστανται, από την πουριτανική-ομοφοβική-εμπορευματική κοινωνία του χρήματος, αντιδρούν έτσι!
Οι όροι αρσενικό, θηλυκό, είναι ορισμοί-διαχωρισμοί που η ανθρώπινη νόηση επέβαλλε με πρόσχημα την διαφορετική μορφή (και όχι υφή) των γεννητικών οργάνων, η οποία κατά τη γνώμη μου δεν αποτελεί εχέγγυο προσδιορισμού-διαχωρισμού του αρσενικού από το θηλυκό.
Τηρώντας διώματα πολυτερπή
στη Φιληδία υποκλίθηκα.
Ιθύφαλλοι, θηλές, γλουτοί διαπερατοί!
Άρεως, Αρτέμιδος τα γένη,
Κύπρι αφομειώνεις.
Όμως τα γεννητικά όργανα του πέους, των όρχεων, του αιδοίου με το εφήβαιο, τα μικρά, μεγάλα χείλη και την κλειτορίδα είναι η απτή πραγματικότητα της φύσης που δεν παραβλέπεται, και πολύ περισσότερο δεν ακρωτηριάζεται! Θα ήταν έγκλημα, αυτοκαταστροφή αυτού που θα επιχειρούσε κάτι τέτοιο! Αλλά έχει το δικαίωμα να το κάνει, όπως ο καθένας μπορεί να πιεί ποντικοφάρμακο ή να πέσει από ουρανοξύστη, τερματίζοντας την ζωή του – στους τρόπους αυτοκτονίας που ανέφερα πιο πάνω θα συμπεριελάμβανα και τη χρήση ηρωίνης, εάν δεν την είχαν για λόγους κερδοσκοπίας ποινικοποιήσει, και την πουλούσαν στα σούπερ μάρκετ και στα περίπτερα για πέντε ευρώ.
Όμως, το να σε παροτρύνει η πολιτεία, που με την μονογαμική αποχή, απαγορεύει την ερωτική συνεύρεση ως ανήθικη, η πολιτεία που έχει για θεούς, το αλλοτριωτικό χρηματικό κέρδος, την άπληστη εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, τον εξολοθρευτή ανταγωνισμό, η πολιτεία που κατέστρεψε το φυσικό περιβάλλον να σε παροτρύνει να σφάξεις τα γεννητικά σου όργανα, είναι ύποπτο! Αλλά και συνεπές προς την μακραίωνη προσπάθεια των ανθρώπων, να καταλύσουν την φύση, πριονίζοντας πέη, όρχεις, κλειτορίδες αλλά και το κλαδί επάνω στο οποίο κάθονται.
Όσο για τους αντρακλάδες, τους νεαρούς, τους πατεράδες, τους παππούδες μας που υπερηφανεύονται για τον πολλά βαρύ ανδρισμό τους, έχω να πω (και ας με διαψεύσουν οι γιατροί οι οποίοι ξέρουν να λένε δημοσίως, ότι οι γυναίκες που κάνουν έρωτα από τα 13, 14 χρόνια τους κινδυνεύουν από καρκίνο του τραχήλου, ενώ αποκρύπτουν ό,τι αντιβαίνει στα παραδεδεγμένα, και ας το ορίζει η φύση) ότι κάθε άνδρας, από κατασκευής είναι σεξουαλικά διαπερατός, διότι το νεύρο της στύσεως που ευρίσκεται σχεδόν επάνω στον προστάτη, εντοπίζεται και αγγίζεται με την διείσδυση οιουδήποτε αντικειμένου μέσα στον πρωκτό του ανδρός. Με την διείσδυση, το νεύρο της στύσεως αγγιζόμενο, προκαλεί ηδονή, στύση πέους, εκσπερμάτιση.
Βέβαια, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πρέπει να αναφέρω ότι το νεύρο της στύσεως, καθώς και ο προστάτης, συνορεύουν με τον χώρο των εντέρων από τον οποίο μολύνεται ο προστάτης, κατά τη διείσδυση στον πρωκτό.
Εάν υπάρχει κάποιο πρόβλημα από τη διαπερατότητα του ανδρικού πρωκτού, αυτό είναι  πρόβλημα υγιεινής και όχι ηθικής.
Το ανθρώπινο σώμα είναι μια πυρίκαυστος ζώνη έρωτος με πολλούς ρόλους ηδονικούς, από τους οποίους ουδείς αποκλείεται, παρά μόνο, αν και όταν η υγιεινή το επιτάξει.
Δεν υπάρχει αμιγής αρρενωπότης, ούτε θηλυκότης αμιγής!