Απόμακρος από την ποιητική τύρβη

Του Γιώργου Μπαλούρδου

Λευτέρης Πούλιος Η Κρυφή Συλλογή
Εικόνες: Χρόνης Μπότσογλου
Εκδόσεις Κέδρος, σ. 89

Ο Λευτέρης Πούλιος είναι μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική και άκρως ενδιαφέρουσα ποιητική παρουσία της Γενιάς του 1970. Της Γενιάς της αμφισβήτησης, όπως την έχουν ιστορικά αποκαλέσει. Από τη στιγμή της εμφάνισής του στα λογοτεχνικά γράμματα το 1969 -αρχές της δικτατορίας της 21ης Απριλίου- με τη συλλογή του «Ποίηση 1» έως την τελευταία του, με τίτλο «Η Κρυφή Συλλογή» από τις εκδόσεις Κέδρος, δεν παύει να μας εκπλήσσει, να μας εντυπωσιάζει, να μας χαροποιεί, παρά το βαθύ αίσθημα ναυτίας που προκαλούν η ανάγνωση του ποιητικού του έργου, ο φοβικός και διακριτικά λυγμικός λόγος του, η εριστική και νηπτική γραφή του. Ο ίδιος δεν υπήρξε καριερίστας ποιητής, κρατήθηκε μακριά, αλλά όχι απόμακρα από την ποιητική τύρβη.

Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα δώδεκα ποιητικές συλλογές που δεν πέρασαν απαρατήρητες, τόσο από το μικρό αναγνωστικό ποιητικό κοινό όσο και από τους κριτικούς. Μας υποβάλλει η διαπλαστική λεκτικοποίηση του ενοραματικού κόσμου που με ενάργεια αποτυπώνει. Μας έλκει η ισόθερμη εφιαλτική ατμόσφαιρα των ποιητικών του συνθέσεων. Μας πλημμυρίζουν ελπιδοφόρα αίσθηση οι αγαπητικοί δίαυλοι κοινωνικής αισιοδοξίας, όποτε τους συναντάμε στο έργο του. Η φωνή του, συνήθως πένθιμη, αν και θρυμματισμένη, είναι αδρή, ρωμαλέα, εξαντλητική όσον αφορά την κοινωνική παθογένεια και τις επιμέρους στα άτομα ξεχωριστά επιδράσεις της.

Το ύφος, πάντα μάλλον στρατευμένο προς την καθολική άρνηση, εκρηκτικό και σπινθηροβόλο, απελπισμένο αλλά και ευσπλαχνικό, σηματοδοτεί μια πορεία σταθερής αυθεντικότητας. Συνταράσσει η άσπιλη γοητεία του υπαρξιακού του σπαραγμού. Η φωτοσκιασμένη θεουργική του γλώσσα που εικονογραφεί με καθαρότητα την ταραγμένη ιδιοσυγκρασία του. Θέλγει η λειτουργικά προσοδοφόρα δημουργική του δυσαρμονία που ανακαλύπτουμε στο ποιητικό νόημα των στίχων του. Προκαλούν οι βιωματικοί, λεκτικοί του κώδικες που υιοθετεί για να αποδώσει το ψυχικό του αδιέξοδο. Η ερεθιστική, αν και σκόρπια πολυμορφία των εικονοποιητικών του προτάσεων (παραπέμπουν άμεσα στην αμερικανική γενιά των Μπιτ).

Ξαφνιάζει, αλλά δεν ξενίζει η αναμενόμενη ένθεση ποιητικών «ρήσεων» για το τετελεσμένο και απερίγραπτα αναπότρεπτο της ανθρώπινης μοίρας. Ο Πούλιος εκφράζει μια ποιητική ακοσμία, η οποία προέρχεται από την ανθρωπολογική που τον περιστοιχίζει και του προκαλεί ένα αβάσταχτο αίσθημα ασφυξίας και αφόρητης μοναξιάς. Μια ακοσμία που το ειδικό βάρος των λέξεων και οι νοηματικές μεταφορές που την ιχνηλατούν δεν την κατηγοριοποιούν κοινωνικά. Δεν την ταξινομούν ιδιελογικά. Δεν την προβάλλουν αισθητικά. Αλλά κραυγάζουν σπαρακτικά με τον στεγνό λυρισμό τους, την αδιόρατη μουσικότητά τους το τέλος της Κοσμικής συμμετρίας.

Το σταδιακό απανθρωπισμό ενός καταρρέοντος Πολιτισμού. Το αγωνιώδες ψυχομαχητό ενός Κόσμου που ξέμαθε ή δεν γνωρίζει πλέον πώς να πεθάνει. Την οριστική, μάλλον, ασυμβατότητα συνύπαρξης μεταξύ του ανθρώπινου όντος και του περιβάλλοντος. Που εδώ και αρκετές δεκαετίες αργά και ανοδικά έχει αρχίσει η συνύπαρξη αυτή να κακοφορμίζει. Αφού χάθηκε αυτή η πρωταρχική συναλληλία. Τα τραχύ ποιητικό έργο του Πούλιου έχει μια εσωτερική σπονδυλωτή οργανική συνέχεια που πυκνώνεται γύρω από έναν θρησκευτικό μηδενισμό. Αυτή την ανθρωπολογική παθογένεια μνημειώνει και στη νέα του ποιητική συλλογή. Ενός Κόσμου που είναι «αυθάδης» είναι «ανέκφραστος», είναι «διαλυμένος», είτε σποραδικά «καλός» είτε, τέλος, «παρωχημένος» και «κουρασμένος», ιχνογραφείται με τραγικό τρόπο για να εκθεωθεί σε μια ιερή πραγματικότητα του μηδενός. Μια γυμνή πραγματικότητα απομυθοποιημένη και εφιαλτική χωρίς σωστικά ψεύδη. Χωρίς τα κατά συνθήκη ψεύδη της που της αξονοποιούσαν τους στόχους της, την παράδοσή της, τον κοινωνικό της λειτουργισμό. Αποτροπιαστική, άμορφη, άγρια αποκρουστική, είναι η όψη της, όπως η σκοτεινή όραση του μυαλού του την αντιλαμβάνεται. Μια προβληματική για τον κόσμο συνειδητή, ειλικρινής, άμεση. Που οδηγεί προς μια αφηγηματική ροπή υπαρξιακών αποχρώσεων προς την απόγνωση. Που αποφέρει λεκτικά ποιητικά παραθέματα συνήθως, παρά μια ενιαία συμπαγή θεματογραφική εικονογραφία, αν τον μελετάω σωστά.

«Η κρυφή Συλλογή», με τα τριάντα ένα (να είναι άραγε τυχαίος ο αριθμός τους;) μικρά ποιητικά της κομψοτεχνήματα, που συμπληρώνεται το ειδικό τους βάρος από τη σκοτεινή και μουντή εικονογράφηση από τον Χρόνη Μπότσογλου – ανακαλεί έντονα στη μνήμη το έργο του Φράνσις Μπέικον- είναι το τελευταίο Crescendo της ποιητικής του αυτοπαρουσίασης. Εντονα «επισημασμένη» από τις κυματώδεις τρικυμίες του μυαλού τού ποιητικού υποκειμένου.

Εκφραστικά αρμονική, χωρίς εξανθηματικές λεκτικές κορόνες λύτρωσης, χωρίς νοηματικούς αποπροσανατολισμούς από τον κυρίαρχο στόχο του, δίχως ρομαντικές βινιέτες εξιλέωσης του ποιητικού συναισθήματος. Με ευανάγνωστους υπαρξιακούς τόνους και επιτονισμούς. Καθώς «Αιχμηρές σκέψεις τρυπούν το μυαλό μου. / Στην ανυπαρξία και στη λήθη φεύγει η ζωή και χάνεται καθώς ρέει αιώνια». Η αφυπνιστική αφήγηση γίνεται συνήθως σε πρώτο πρόσωπο, όπως αρμόζει σε κάθε προσωπική εξομολογητική φωνή, στα μικρής φόρμας ποιήματα της συλλογής. Και υαλογραφεί πρωτίστως τη φθορά και την παγίδευση του εσωτερικού του κόσμου. Καθώς «κάνοντας έρωτα στον εαυτό του/ ρουφήχτηκε απ’ το μυαλό του/ και τώρα τρελός/ ψάχνει για μια διέξοδο». Αλλά και οι άλλοι γύρω του, άνθρωποι ποταποί, μικρόψυχοι, χαοτικοί, ναυαγισμένες μεταφυσικά υπάρξεις, από όλο το οικονομικό φάσμα της κοινωνίας, «επισκευάζονται καθημερινά στα συνεργεία της αθλιότητας».

Η φωνή του Λευτέρη Πούλιου μού φέρνει στο νου τη ρήση του Ελύτη: «Αν είναι να πεθάνεις πέθανε, αλλά κοίταξε να γίνεις ο πρώτος πετεινός μέσα στον Αδη». Ο ποιητής, δέσμιος των αδιεξόδων του, που στην πραγματικότητα είναι οντολογικά αδιέξοδα κάθε ευαίσθητου και συνειδητού ανθρώπου, βυθίζεται στον γνόφο του μυαλού του, αγωνιζόμενος με το μεθυστικό πανηγύρι των ποιητικών λέξεων να ψαύσει τη δική του αλήθεια, να βρει τους τρόπους που θα λυτρωθεί από το βάρος της φθοράς των πάντων γύρω του. Θρηνώντας για τη μυστηριακή, αλλά βεβηλωμένη ομορφιά της ζωής.

Μόνος και έρημος, τσακισμένος από τις ενοχικές επιθυμίες του Κόσμου, που αντανακλώνται καταλυτικά στις ανεξερεύνητες σπηλιές του μυαλού του, σκυφτός και δεητικός μέσα στον ιερό χώρο της προσωπικής του Πάτμου, στέκει συντροφιά με τους αμαρτωλούς αγίους του, να αναμένει το κάλεσμα της «Μαύρης Αράχνης στο υπερπέραν», όπως όλοι μας.

«Αντιλαϊκισμός», το ανώτατο στάδιο του λαϊκισμού

ΤΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΥ

«Ο προοδευτικός είναι εκείνος που κάνει τα πιο “εξτρεμιστικά” (φιλελεύθερα) πράγματα με το μειλίχιο και γλυκανάλατο τρόπο μιας μπαλάντας του Έλτον Τζον…» Νικόλας Σεβαστάκης

Τελευταία, και ιδίως μετά το ξέσπασμα της τρέχουσας κρίσης, έχει αρχίσει να παίρνει όλο και πιο ξεκάθαρη μορφή ένα καινούριο ιδεολογικό ρεύμα προωθούμενο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και συνεπικουρούμενο από ένα μέρος του ακαδημαϊκού κόσμου καθώς και από κάποιους τριτοκοσμικά μοντερνίζοντες λογοτέχνες και «οργανικούς» –ου μην αλλά και «ελευθέρας βοσκής»– διανοούμενους.

Κύριο χαρακτηριστικό αυτού του ρεύματος είναι μια τάση να αντιμετωπίζεται, αντανακλαστικά σχεδόν, κάθε εκ των κάτω διαμαρτυρία με μια ηθικολογική ρητορεία η οποία, εν ονόματι του πολιτικού ρεαλισμού, της ευθύνης και της ευταξίας, επιθέτει σε κάθε κοινωνική διεκδίκηση, κριτική ή καταγγελία το στίγμα της ανευθυνότητας και του λαϊκισμού.

Στην ουσία, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια πραγματιστική μετάλλαξη ή αντιστροφή του λαϊκισμού ο οποίος είχε επικρατήσει στη χώρα κατά τις προηγούμενες χαρισάμενες δεκαετίες. Φαίνεται μάλιστα να ξεκινάει, κατά τραγική ειρωνεία, από μια εύλογη κατ’ αρχήν κριτική του λαϊκισμού εκείνης της περιόδου, μεταστρέφοντας τώρα τις αιχμές της από τον παρωχημένο και παροπλισμένο πλέον πασοκικό «εθνολαϊκισμό» στα σημερινά δεδομένα. Και λέμε «φαίνεται», διότι στην πραγματικότητα κάποια συστατικά εκείνης της φανφαρόνικης λαϊκίστικης ιδεολογίας έχουν μεταφερθεί και ενσωματωθεί στον πνευματικά νεοπλουτίστικο ρητορικό κορμό του «προοδευτικού» ρεύματος και της «υπεύθυνης» πολιτικής σκέψης. Ένα από τα συστατικά που αναβιώνουν σ’ αυτό το (νέο) φιλελεύθερο «αντιλαϊκιστικό» λαϊκισμό είναι, «εκσυγχρονιστικά» μεταποιημένος, και ο αλλοτινός βαρβάτος αντιδιανοουμενισμός – θυμηθείτε τους χλευαζόμενους «κουλτουριάρηδες» και τους «λαπάδες ποιητές». Ιδού μια τυπική σημερινή αναβαθμισμένη εκδοχή της ίδιας απαξιωτικής θεώρησης:

«Το κλασικό μοντέλο του διανοούμενου υπήρξε αυτό του οραματιστή της ουτοπίας. Παλιότερα τους αποκαλούσαν προφήτες. Αθεράπευτα ρομαντικοί, αιώνια απαισιόδοξοι, πάντοτε θυμωμένοι, με δραματικό οίστρο και ατράνταχτη γνώμη περί παντός του επιστητού, αναφέρονται και προσβλέπουν σ’ έναν τέλειο κόσμο, η σύγκριση του οποίου με την καθημερινή πραγματικότητα αποβαίνει αναπόφευκτα καταλυτική σε βάρος της δεύτερης. Ρέπουν λοιπόν προς τη μεγαλόσχημη καταγγελία στο όνομα κάποιας, παρελθούσας ή μελλοντικής, αλλά πάντα ασαφούς, ουτοπίας θεωρώντας ταυτόχρονα πως κατέχουν την απόλυτη αλήθεια». (* Στάθης Καλύβας, «Διανοούμενοι και προφήτες» εφ. Καθημερινή 22/8/2010)

Στο σημείο αυτό, αν ρωτούσε κανείς ποιος είναι άραγε ο στόχος τέτοιων ορθοπολιτικών καταγγελιών του (ανυπόστατου στη σημερινή πραγματικότητα) ουτοπιστικού «αρχαϊσμού», θα έθετε ένα μάλλον ρητορικό ερώτημα: ο στόχος αναδύεται εκ των εντός και εκτός κειμένου συμφραζομένων: στο βάθος διακρίνονται ήδη τα υλικά με τα οποία στήνεται το νέο σκηνικό: η απομυθοποίηση των μεγάλων «αφηγήσεων» υπό τη μορφή μιας «ψύχραιμης» (ανα)θεώρησης του παρελθόντος λειτουργεί ως άλλοθι ακριβώς του παρόντος κακού. Από αυτήν τη σκοπιά, όσοι μέσα στην κρίση που βιώνουμε διαπιστώνουν συμπτώματα, καταδείχνουν αιτίες ή εκφράζουν το ασφυκτικό «μη περαιτέρω» της κατάστασης διαδηλώνοντας ότι δεν πάει άλλο, στοχοποιούνται ως αθεράπευτα ρομαντικοί, γκρινιάρηδες, αρχαϊστές, ουτοπιστές-λαϊκιστές μ’ ένα λόγο.

Διότι τώρα που ο παλιός λαϊκισμός έχει δύσει στην ανυποληψία του, νέοι αστέρες μεσουρανούν στους τεχνητούς ουρανούς των μίντια που διαφημίζουν νέα είδωλα. Έχουμε περάσει στη λατρεία του «νέου» – «νέα» νέα αρχή, «νέα» Νέα Δημοκρατία, «νέος» νεοφιλελευθερισμός. Όλοι θέλουν να μηδενίσουν το κοντέρ, να ξαναχτιστεί μια νεόκοπη «νοικοκυροσύνη» στον τόπο. Με κάθε θυσία (των άλλων), με το ψαλίδισμα των οραμάτων, με την ισοπέδωση των ερωτημάτων, με την («εξίσου») καταδίκη των «άκρων» και την (επ)ανάκαμψη του φαντασματικού πολιτικού «κέντρου». Σ’ αυτό το κλίμα, λοιπόν, ο πραγματικός στόχος των ρεαλπολιτικών πραγματιστών δεν είναι ο λαϊκισμός του ανύπαρκτου κομμουνισμού αλλά η υπαρκτή κριτική του παρόντος και όζοντος κακού. Έχουν περάσει πλέον οι καιροί του ένδοξου λαϊκισμού που λαφυραγωγώντας κάποτε τα εαμικά κειμήλια οικοδόμησε τα νέα τζάκια της ελληνορθόδοξης παλαιοπασοκικής εθνικοφροσύνης. Στο μεγάλο διάστημα που κύλησε έκτοτε, η πραγματική σύγχρονη δυστυχία, η ξένη, η «άλλη» δυστυχία που γίνεται μέρα με τη μέρα δική μας δυστυχία, η συνακόλουθη Κρίση που έρχεται να μας κρίνει όλους, από τον Άγιο Παντελεήμονα ως τα Κολωνάκια των βορείων προαστίων, έδειξε πλέον, μαζί με τα νύχια της, και τα όρια των παλιών και νέων (λαϊκίστικων και ορθοπολιτικών) ιδεολογημάτων – έδειξε γυμνά τα Κέρδη και τα Συμφέροντα και ξεκαθάρισε την πραγματική διαχωριστική γραμμή.

Τώρα εκείνοι οι χοντροί γαλάζιοι ραψωδοί, αφού ροκάνισαν τ’ αυτιά μας και την αντιεξουσιαστική γραβιέρα τρυπώνοντας από κόμμα σε κόμμα, έρχονται να σιγοντάρουν κι αυτοί τον «αντιλαϊσμό» της λιπαρής εξουσίας, η οποία υποδύεται από τα έδρανά της την «παρρησία»: «Όλοι μαζί τα φάγαμε!». Περιττό να πούμε πως αυτού του είδους ο «αντιλαϊσμός», αυτή η επίδειξη περιφρόνησης του «πολιτικού κόστους» δεν κοστίζει –αλλά ούτε και αξίζει– τίποτα.

37 χρόνια “Σημειώσεις”

Δεν ξέρω αν πρόκειται για πείσμα ή όχι, πάντως οι “Σημειώσεις”, μια περιοδική έκδοση που ξεκίνησε την πορεία της πριν από 37 χρόνια, ως μια συλλογική έκφραση ανοιχτής πολιτικής και πολισμικής ματιάς συνεχίζει τις άτακτες εμφανίσεις της μέχρι τις μέρες μας, με… τακτικές πάντοτε συνεργασίες. Τριανταεφτά χρόνια ιστορίας λοιπόν με 72 τεύχη εν συνόλω. Πιο πρόσφατο αυτό του περασμένου Νοέμβρη απ’ όπου και αποσπάσαμε «αυθαίρετα» το κείμενο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου το οποίο δημοσιεύουμε στις παράπλευρες στήλες. Εκτός από το κείμενο αυτό, στο πρόσφατο τεύχος των «σημειώσεων» θα βρείτε ακόμη: κείμενο του Στέφανου Ροζάνη «περί συμβόλων» των Βασίλη Αλεξίου και Παν. Καραγιάννη για τα όρια της μεταφοράς και τις μεταφορές των ορίων, κείμενο του Γιώργου Παπαπαναγιώτου για τον Αντον Πάνενουκ αλλά και του ίδιου του Πάννενουκ με τίτλο «Γιατί απέτυχαν τα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα». Τέλος θα βρείτε ένα σημείο συνάντησης του Φρανσουά Βιγιόν με τον δικό μας Μάρκο Μέσκο μέσα από «ποιητικό» πόνημα του δεύτερο που τιτλοφορείται «Οι κλοσάρ των Βοδενών». Αναζητείστε το τεύχος στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της πόλης, αξίζει τον κόπο!.

* Από το e-dromos.gr

Antonin Artaud, Από τη συλλογή Le Pèse-nerfs[1] (1925)

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής —

Αισθάνθηκα τότε και πραγματικά ότι ανακόπτετε την ατμόσφαιρα γύρω μου, ότι παριστάνετε το κενό ώστε να μου επιτρέψετε να προχωρήσω, ώστε να δοθεί ένας χώρος σε κάτι εντός μου που υπήρχε δυνάμει μόνο ακόμα, σε μια ολάκερη εικονική βλάστηση, και που όφειλε να γεννηθεί, χάρη στην επιθυμία που ο χώρος που της δινόταν της γεννούσε.

Πολλές φορές βρέθηκα σ’ αυτήν την κατάσταση του απίθανου παράλογου, ώστε να δοκιμάσω να γεννήσω εντός μου τη σκέψη. Δεν υπάρχουμε πολλοί σ’ αυτήν την εποχή που θελήσαμε να κακοποιήσουμε τα πράγματα, να δημιουργήσουμε εντός μας διαστήματα ελεύθερα για τη ζωή, διαστήματα που δεν ήταν και δεν φαίνονταν να έπρεπε να βρουν τη θέση τους στο χώρο.

Κι όμως πολλές φορές εξεπλάγην από τούτη την ισχυρογνωμοσύνη του πνεύματος να επιθυμεί να στοχάζεται σε διαστάσεις και σε διαστήματα, και να συγκεντρώνεται σε καταστάσεις αυθαίρετες πραγμάτων ώστε να στοχάζεται, να στοχάζεται με θραύσματα, με κρυσταλλοειδή, έτσι ώστε κάθε τρόπος του όντος να παραμένει στερεοποιημένος σε μιαν έναρξη, έτσι ώστε η σκέψη να μην είναι σε άμεση και αδιάκοπη επικοινωνία με τα πράγματα, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε αυτή η εμμονή, αυτή η συγκέντρωση, ετούτο το ψύχος, αυτό το είδος της μνημειοποίησης της ψυχής να παράγεται κατά κάποιον τρόπο ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΚΕΨΗ. Πρόκειται προφανώς για την απαραίτητη προϋπόθεση της δημιουργίας. Αλλά εξεπλάγην ακόμα περισσότερο από αυτήν την ακαταπόνητη, μετεωρική ψευδαίσθηση, που φυσά εντός μας αυτές τις καθορισμένες, περιγεγραμμένες, στοχασμένες αρχιτεκτονικές, αυτά τ’ αποκρυσταλλωμένα θραύσματα ψυχής, σαν να μην ήταν αυτά παρά μια μεγάλη σελίδα, εύπλαστη και σε όσμωση με το υπόλοιπο της πραγματικότητας. Και η υπερπραγματικότητα[2] είναι σαν μία πύκνωση, σαν μία ξαφνική συγκέντρωση σε ένα και μόνο σημείο της όσμωσης αυτής, ένα είδος ανταποδομένης επικοινωνίας. Αδυνατώντας να διακρίνω έναν περιορισμό του ελέγχου, βλέπω αντίθετα έναν ακόμη στενότερο έλεγχο, έναν έλεγχο όμως που αντί να δρα, δυσπιστεί, έναν έλεγχο που εμποδίζει τα συναπαντήματα της καθημερινής πραγματικότητας και επιτρέπει τα πλέον εκλεπτυσμένα και τα πλέον σπάνια συναπαντήματα, συναπαντήματα τόσο εξαίρετα λεπτεπίλεπτα ίσαμε τη χορδή, που παίρνει φωτιά και που ποτέ δεν σπα. Οραματίζομαι μια κατεργασμένη ψυχή που ν’ αναδίνει το θειάφι και το φώσφορο από τούτα τα συναπαντήματα ως την αποκλειστικά αποδεκτή επικράτεια της πραγματικότητας. Είναι όμως κι εγώ δεν ξέρω ποια ακατονόμαστη, άγνωστη διαύγεια που μου δίνει τον τόνο και την κραυγή και τα κάνει ν’ αντηχούν μέσα μου. Τα αισθάνομαι σε μια συγκεκριμένη ολότητα αδιάλυτη, θέλω να πω στην αίσθηση εκείνη που καμιά αμφιβολία δεν δύναται να δαγκώσει. Κι εγώ σε σχέση μ’ αυτά τα διεγερτικά συναπαντήματα, βρίσκομαι σε μια κατάσταση ελάσσονος δόνησης· θα ήθελα για μια στιγμή να φανταστείτε ένα μη-είναι ακινητοποιημένο, μία μάζα πνεύματος να δραπετεύει για κάπου, να γίνεται εικονικότητα.

***

Continue reading

Σβουνιές

Ο τρίτος δρόμος είχε αυτούς τους σκοτεινούς υμνητές της αγοράς. Ο τρίτος δρόμος είναι στρωμένος με σβουνιές. Τον Μίμη Ανδρουλάκη που περιμένει προτομή μετά θάνατον, τη νευρωτική αμαζόνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης Μαρία Δαμανάκη, το Μπίστη, τα τρωκτικά του Κουβέλη κάτι καμένους πανεπιστημιακούς που συνεδριάζονται ακαταπαύστως. Ο τρίτος δρόμος άρχισε να γίνεται λεωφόρος το ογδόντα, όταν ο Κύρκος βγήκε στους δρόμους με μια σημαία να πανηγυρίσει τη νίκη του λαού, δίνοντας το μήνυμα στη νέα εξουσία που ξημέρωνε.

Ο Λεωνίδας έγινε ο ροζ πάνθηρας της αριστεράς, δίνοντας το σύνθημα στις μεγάλες φίρμες να εξαργυρώσουν τα πολυτεχνεία και τις νομικές. Απʼ τους διανοούμενους που φυλλορρόησαν στο ίδρυμα Φορντ και τα γιουσουφάκια της αριστερής καλλιτεχνίας ξεμπούκαραν τα νέα τζάκια. Λιμασμένοι για καρέκλα ξέχασαν τη βαρβαρότητα της εξουσίας, δίνοντας άφεση στον αμερικανοκίνητο πασοκικό μηχανισμό προπαγάνδας, που επί χρόνια κατήγγειλαν για κλοπή συνθημάτων, οραμάτων και ψηφοφόρων.

Το ΠΑΣΟΚ στήθηκε πάνω στην «προσαρμοσμένη ηθική» στελεχών της αριστεράς. Μιας αριστεράς των σαλονιών, που η μαγιά της ήταν παιδάκια των αστών που για να τη σπάσουν στη μαμά και το μπαμπά γράφτηκαν στο κόμμα. Αρχίζοντας απʼ τα κουπόνια και την αφισοκόλληση έφταναν στο ρετιρέ της κεντρικής επιτροπής. Οι ρητορείες και τα χρυσά σκάγια σημάδευαν όλο και πιο πολύ τις φτερούγες του λαού.

Το σύνθημα της εξουσίας ήταν «αγοράστε συνειδήσεις». Και οι συνειδήσεις αγοράζονται με λίγα ψίχουλα καλοζωίας. Με επιδόματα, αγαθά στα ράφια και τουρισμό με κουπόνια. Ο κόσμος, ο λαός, η βάση αφέθηκε στο χάδι του ηγέτη. Ο ηγέτης πετούσε σπίθες στη λαοθάλασσα. Η λαοθάλασσα άρχισε να κάνει τις δουλειές με το γνωστό του γνωστού. Απʼ το δεξιό περάσαμε στον πασόκο κομματάρχη. Στις υπηρεσίες άρχισε να γίνεται το μεγάλο μακελειό. Τα χαρτοφυλάκια άλλαζαν χέρια. Απʼ την παραδοσιακή άρχουσα τάξη όμως δεν πειράχτηκε τρίχα. Απλώς δημιουργήθηκε μια νέα τάξη-οχυρό, που κατέληξε να κυβερνά με αποκορύφωμα τον πολιτικό βερμπαλισμό του εκσυγχρονισμού που οδήγησε στο φιάσκο των ολυμπιακών αγώνων και της ανάπτυξης.

Τα μειράκια του πολυτεχνείου έγραψαν το πρελούδιο του νέου καπιταλισμού. Βγήκαν μπροστά για να σαρώσουν τις όποιες σαθρές κατακτήσεις. Οι πρώην συνδικαλιστές απʼ τον άμβωνα της ΓΣΕΕ τώρα χορεύουν σάμπα στο Βερολίνο. Είναι η εμπροσθοφυλακή της νέας χούντας. Μαζί με την λεγόμενη δημοκρατική αριστερά που εποπτεύει τα απολίτικα κινήματα θα βάλει πλάτη στο να ξεπεράσει το σύστημα την κρίση του.

Ο φασίστας της ακροδεξιάς είναι μια ευδιάκριτη φιγούρα στο πολιτικό φάσμα. Ο φασίστας όμως της κεντροαριστεράς είναι μασκαρεμένος. Δεν έχει στα χέρια όπλα και σιδερολοστούς, δεν στήνει στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους λαθρομετανάστες. Οι σιδερογροθιές του είναι αθέατες. Ξέρει να κουμαντάρει τη λαϊκή οργή. Στη σκακιέρα του στήνει προβοκάτσιες, συσσίτια, κοινωνικά παντοπωλεία. Ανταλλάσει σπόρους, ρούχα, κάνει τους νέους μαϊμούδες του χαζοχαρούμενου ευ ζην, διδάσκει πως πρέπει να ζήσουν με λιγότερα, να περνάν γριές απέναντι, να κάνουν δια βίου καλές πράξεις, να μην αντιδρούν, να μην πολεμούν, να μην διαμαρτύρονται, να μην οργανώνονται. Να μην πετάνε πέτρες στις βιτρίνες της ελεημοσύνης των πλουσίων που απαιτούν περισσότερα πλούτη, να μην εξεγείρονται στο σχολείο-κάτεργο, στο μεσαίωνα της ανάπτυξης που έρχεται, στην κυρίαρχη ιδεολογία που τους θέλει δουλοπάροικους και τροφοσυλλέκτες.

Η λεγόμενη δημοκρατική αριστερά είναι το ανάχωμα της κυρίαρχης τάξης. Είναι η παραφυάδα ενός χώρου μέσα στον οποίο διεξάγεται ένα ανοιχτός πόλεμος μεταξύ ολοκληρωτικά αντιτιθέμενων ομάδων. Πόλεμος βαφτισμένος ως «εσωκομματική δημοκρατία» που καταλήγει πάντα σε διάσπαση, αφού στην πραγματικότητα η «προσαρμοσμένη ηθική» αυτών των στελεχών προσβλέπει πάση θυσία στην κατάληψη κυβερνητικού θώκου. Ο Ανδρουλάκης, η Δαμανάκη, ο Μπίστης αποτέλεσαν την εμβληματική αγία τριάδα αυτής της συναλλαγής. Το κατεστημένο τους προώθησε, τους έδωσε βήμα, δημοσιότητα. Παρόλʼ αυτά τους κρατούσε πάντα στον προθάλαμο για την κυβερνητική λάντζα. Τροφή για τα κανόνια της αντιπολίτευσης και αποδέκτες της λαϊκής οργής.

Αν ο Ανδρουλάκης δεν πατήσει το απαραίτητο γλείψιμο στον εκάστοτε αυτοκράτορα του ΠΑΣΟΚ, ο Καστανιώτης δεν θα του τυπώσει βιβλίο κι ο Καψής δεν θα τον ξαναπάρει τηλέφωνο, ο Πρετεντέρης δεν θα τον ξανακαλέσει στο μέγκα κι η Τρέμη δεν θα του ξαναμιλήσει στη Λυρική. Κανένα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ δεν έγλειψε με τόση σπουδή και τόσο πάθος. Απʼ τον εκσυγχρονιστή Σημίτη ο Μίμης έγραψε διθυράμβους για τον μεταρρυθμιστή Παπανδρέου και τώρα ύμνους για τον ανανεωτή Βενιζέλο.

Βεβαίως ο Μίμης δεν είναι μόνος. Μια ολόκληρη διανόηση της πορδής, ένας συρφετός από αριβίστες, έχοντας προίκα τον αριστερισμό της εφηβείας τους μπουκάρουν σε τηλεοράσεις, εφημερίδες, ραδιόφωνα. Αποβλακώστε το κοινό. Διαιωνίστε τις εξαγορασμένες συνειδήσεις. Η δημοκρατική αριστερά είναι εδώ. Οι φωτισμένοι, οι δημοκράτες. Οι πρώην ευρωκομουνιστές που ξέπεσαν σε εξώγαμα της Θάτσερ.

Μα προς θεού να φύγουμε απʼ το ευρώ! Το ιερό ευρώ, το άγιο το ζωοποιό το ευλογημένο ευρώ! Δεν υπάρχει ζωή μετά το ευρώ. Τα χωράφια θα γίνουν στείρα, η θάλασσα δεν θα βγάζει ψάρια μετά το ευρώ. Τα αρνιά και τα κατσίκια δε θα τρώγονται. Οι αγελάδες δε θα κατεβάζουν γάλα. Μετά το ευρώ ο άντρας δεν θα έχει στύση κι οι γυναίκες θα είναι στέρφες. Χωρίς το ευρώ έρεβος και κατακλυσμός. Θαʼ ρθουν οι κουμουνιστές να σφάξουν τα παιδιά σας. Θα σας πάρουν τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, θα σβήσουν τον ήλιο, θα σας ψεκάζουν με μπαϊγκόν.

Ζήτω λοιπόν η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ο οίκος μούντις, η γκόλντμαν σάξ. Ζήτω ο Μόντι, ο Παπαδήμος, ο εθελοντισμός. Ζήτω η δημοκρατική μας αριστερά, ο τρίτος δρόμος. Οι στελεχάρες.

Ω καθηγητάκο της Παντείου, φιλόσοφε του μεσονυχτίου που περιμένεις υπομονετικά το υπουργείο σου, σε παρατηρώ, κινήσεις ζυγωματικών, σπάσιμο μέσης, τσαλίμι φωνής. Έτοιμος να καρποφορήσεις γενοκτονία. Να πετάξεις τʼ αποφάγια σου στων καιρών τη μανιασμένη θάλασσα.

*Κείμενο και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://dromos.wordpress.com

Η Μάζα των Ποιητών

Κανείς ποιητής δεν γράφει ήθος στα κοινά σήμερα. Τα μεταδικτατορικά αφηγήματα περί ποιητικής και πολιτικής ηθικής, βρήκαν την εκπλήρωσή τους σε κάποιες εξαγορές του αριστερού παρελθόντος από την κλεπτοκρατία, που κουρέλιασε κάθε ήθος, μετατρέποντας τον ποιητή σε δευτέρας κατηγορίας κλεπταποδόχο και τζουτζέ, με τη σιωπηλή αποδοχή μιας αριστεράς που συνοδοιπορούσε με την κλεπτοκρατία.

Πρώην τραπεζικοί υπάλληλοι με κομμένα τα φτερά τους στο ευρωπαικό γήπεδο, με φιλάρεσκη υποταγή στον ακαδημαϊσμό των δεξιών καταβολών τους, δεν μπορούν να κρύψουν τις οικονομικές αποβλέψεις των επιλογών τους συν το θέαμα. Μια κοινωνία μετρίων τιμωρούσε επαρκώς το γεγονός ότι της ξέφυγαν δύο Νόμπελ.

Από εκεί και πέρα η ποίηση μπήκε στο μηχανισμό της εξάρθρωσης της ποιότητας με την ποσότητα, συμπλέοντας με τα φωτεινά μηδενικά που εξέθρεψε και επέβαλε ο βαλκάνιος περονισμός που κατέλαβε το κράτος. Η ποίηση πια στη δημόσια σύγκρουσή της με την εξουσία, είναι ακκίσματα γεροντοκόρης με πολύ εσώρουχο που τραβάει το ηδονοβλεπτικό της δημοσιότητας. Αυτό δεν σημαίνει διόλου ότι δεν υπάρχουν ποιητές που με προσωπικά έξοδα ανέλαβαν το πρόταγμα του ήθους.

Η κοινωνία αντίστοιχα ανέλαβε το πρόταγμα της λήθης. Αφού κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες, οι ποιητές έγιναν μάζα. Δεν χρειάζεται πάρα μια μικρή συμφωνία από δημοσιογράφους του πολιτιστικού φάσματος με σταλινικές οπτασίες και σκοτεινών υποκειμένων του χώρου των εκδόσεων να θεσμίσουμε την ύπαρξη αυτής της μάζας, σαν μιας ακόμη συντεχνίας δικαιούχων, με ποιά αόριστη αναπηρία άραγε, σε λιτανείες στην πρωτεύουσα.

Δεν έχει σημασία, αν εξευγενίζοντας την πρόφαση, αναλάβει κανείς την παιγνιώδη κατάθλιψη που έχουν οι μαζώξεις των ποετάστρων, όπου οι αναγνώστες βλέπουν στα μάτια των ακροατών το μίσος που προκαλεί ο αποκλεισμός από τη δημοσιότητα, αφού και οι ακροατές το πάνε το γράμμα τους, γράφουν κι αυτοί. Δεν έχει ακόμα σημασία ούτε να αρνηθείς γιατί ποιός νοιάζεται για το τι κάνουν οι ποιητές.

Έχει σημασία όμως να ξέρεις ότι κάποιοι από τους διοργανωτές, πριν καιρό, διοργάνωναν στα κρυφά ανθολογίες όπου το συμμετέχον ψώνιο θα ανθολογείτο αντί 90 ευρώ. Και είναι αυτοί οι ίδιοι που ίσως επαναφέρουν την πρόταση για μιαν ανθολογία λιτανευόντων ποιητών.

Γιατί το ήθος της εποχής εξακολουθεί από αδράνεια να είναι το ταμείο. Οπότε στη λιτανεία των ποιητών, εμείς άλλο δεν έχουμε παρά να καθήσουμε παράμερα, να τους βλέπουμε όπως εποχούνται στην Ιστορία με άλφα κεφαλαίο, και να τους χαρίσουμε τη λιτανεία του μάγκα. Είναι το μόνο σοβαρό που στοχεύει αυτό το κείμενο.

*Το πήρα από το http://giorgosmixos.blogspot.com

Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΔΕΣΠΟΙΝΙΑΔΗ*

Στον Ζήση Σαρίκα

Θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου τον σημαντικότερο έλληνα πεζογράφο μεταπολεμικά, κι ας έγραψε ένα και μοναδικό (και με τις δύο σημασίες της λέξης) μυθιστόρημα: «Το κιβώτιο». Θεωρώ, επίσης, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους πολύ σημαντικούς μεταπολεμικούς μας ποιητές κι ας έγραψε μοναχά τρεις ποιητικές συλλογές. Θεωρώ, τέλος, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους καλύτερους μεταφραστές που πέρασαν από αυτή τη χώρα, χάρη στον οποίο όλοι εμείς που δεν γνωρίζουμε ρωσικά είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε τον Ντοστογιέφσκι και όχι μόνο.

Στο δικό μου σύστημα αξιών, θα αρκούσε ένα μόνο από τα τρία παραπάνω για να θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου «δικό» μου· μέρος του κόσμου μου· πανταχού παρόντα συνομιλητή· έναν από τους φωτεινούς οδοδείκτες, δίχως την ύπαρξη των οποίων η ζωή μας δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.

Continue reading

Για την ποίηση του Άρη Ταστάνη

Ομιλία της Νάντιας Βαλαβάνη σε εκδήλωση στο Θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης», στην Αργυρούπολη, την Κυριακή, 4 Μάρτη 2012. Αναδημοσιεύεται από το http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=2141

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Βρισκόμαστε σήμερα εδώ με μια διπλή ιδιότητα: Tων φίλων της ποίησης και των παλιών και πιο πρόσφατων φίλων του Άρη Ταστάνη. Για να γιορτάσουμε ένα πραγματικά πολύ σημαντικό σταθμό στη ζωή ενός ποιητή – την πρώτη αναδρομική ποιητική συλλογή του μετά από 12 ατομικές. Τα ταξίδια μου [1976-2011] αποτυπώνουν μια ποιητική διαδρομή 35 χρόνων από την κυκλοφορία της πρώτης συλλογής του με τίτλο Πίσω από γυάλινους τοίχους το 1976 – ένα χρόνο μετά την καθήλωση του στο αναπηρικό καρότσι. Κι υπάρχει ένας ακόμα λόγος γιορτής εδώ σήμερα όλων εμάς μαζί με τον Άρη: Το ίδιο το γεγονός της έκδοση ενός βιβλίου, και μάλιστα ενός βιβλίου ποίησης, αποτελεί πλέον από μόνο του ένα κατόρθωμα: του ίδιου του δημιουργού, αλλά και του εκδοτικού οίκου που αναλαμβάνει το εγχείρημα. Κι όχι μόνο επειδή εδώ και τρεις δεκαετίες η εποχή μας χαρακτηρίζεται ως «αντιποιητική», μια εποχή όπου η ποίηση ως η πιο προσωπική μορφή αισθητικής έκφρασης του ανθρώπου δεν έχει πολλές ευκαιρίες να συναντηθεί με το κοινό της, τους ανθρώπους που τη διαβάζουν και την αγαπούν – «…αυτές τις μέρες που λένε ότι τα ποιήματα έχουν τελειώσει», όπως γράφει στο ποίημα του «Ανοιχτή επιστολή» κι ο Άρης.

Αλλά κυρίως επειδή εδώ και δύο χρόνια, προκειμένου να μη γίνει στάση πληρωμών απέναντι στους διεθνείς δανειστές της χώρας, ακολουθείται ο δρόμος της λεγόμενης «εσωτερικής υποτίμησης» – σε τελευταία ανάλυση, της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Βιώνουμε έτσι την πιο βίαιη επέμβαση αναδιοργάνωσης της προσωπικής ζωής του εργαζόμενου ανθρώπου από μεριάς της εξουσίας. Προς όφελος του πιο επιθετικού τμήματος του διεθνούς κεφάλαιου, του χρηματοπιστωτικού, σε μια επιχείρηση υπέρβασης της κρίσης χρέους, που αποτελεί την κυρίαρχη μορφή της δομικής κρίσης του συστήματος, μέσω μιας τεράστιας αναδιανομής εισοδήματος από τους «κάτω» στους «πάνω» και, ειδικά στο πλαίσιο της Ε.Ε., από τις πιο αδύνατες στις πιο ισχυρές, πλεονασματικές οικονομίες και χώρες: Όταν ήδη οι άνεργοι καλούνται να ζήσουν με 7,5-11,5 ευρώ τη μέρα και υπολογίζεται ότι μέχρι τέλος 2012 αυτοί θα κυμαίνονται μεταξύ 1.200.000-1.300.000 αντρών και γυναικών, ενώ η πλειοψηφία των εργαζόμενων Ελλήνων κι Ελληνίδων χάρη στο Μνημόνιο Νο 2 και τη νέα δανειακή σύμβαση θα τείνουν να ζουν με 15 ευρώ τη μέρα, θα απαιτείται προσωπική γενναιότητα για κάθε βιβλίο που αγοράζεται, άρα και για κάθε βιβλίο που βρίσκει το δρόμο της έκδοσης. Και νομίζω ότι είναι περιττό να σας πω την εποχή που γκρεμίζεται το εντελώς υποτυπώδες κοινωνικό κράτος στη χώρα μας, τι αυξημένη γενναιότητα απαιτείται από μεριάς δημιουργών, όπως ο Άρης Ταστάνης, για να συνεχίσουν να δημιουργούν. «Η δική μας ζωή όνειρο, ενέχυρο και δρόμος χωρίς τέλος», γράφει στο «Καημός και παράπονο», πολύ περισσότερο στις σημερινές συνθήκες γενικής κοινωνικής ερήμωσης: Τώρα καλούνται να παλέψουν για τα αυτονόητα, για το δικαίωμα τους σε μια αξιοπρεπή ζωή, κυριολεκτικά από την αρχή.

Continue reading

Οι Ουρανοί της Αναγέννησης

Α. Μπελεζίνης: Στο ποίημα σας “Σχέδια για δύο εικόνες” αποδίδετε στους δυτικούς ευθύνη για την νοσηρότητα που εμφανίζουν τα σύννεφα “στο χρώμα και στα σχήματα”, υποθέτω όχι μόνο στην ζωγραφική αλλά και στον τρόπο που τα βλέπαμε στην φύση. Στον τελευταίο στίχο ρωτάτε: “Δεν το βλέπετε το σκοτάδι των χειραψιών σας;” Θεωρείτε γενικά νοσηρή την αναγεννησιακή και ευρωπαϊκή ζωγραφική και “σκοτεινά” τα έργα των χεριών και της αφής (χειρ+άπτω) των Δυτικών;

Ν. Καρούζος: Η αναγέννηση μου φέρνει πάντοτε πλήξη στα εικαστικά της φανερώματα, θυσιάστηκαν εκεί μεγαλοφυΐες. Ο Μεσαίωνας ήτανε διαδικαστικά σκοτεινός, είχε το ομόψυχο φως της κοινότητας, η Αναγέννηση υπήρξε ποιοτικό σκοτάδι. Δεν παραβλέπω την δημιουργική σημασία της, με την αστείρευτη βοήθεια της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, του “ήθους” και του “πνεύματός της” […] Δεν παραβλέπω την ωθητική της αποτελεσματικότητα για ό,τι προέκυψε τους επόμενους αιώνες-φιλοσοφική λευτεριά, διαλάμπει το άτομο και η επιστημονική συνείδηση αναπτύσσεται σε αλλεπάλληλες εξελίξεις. Αλλά ακριβώς το άτομο τελικά συνιστά το κακό της. Κι αυτό το κακό κυριαρχεί στην τέχνη της και κυρίως στην ζωγραφική της που είναι ολότελα διαιρετική. Γιατί στην Αναγέννηση είναι αλλού η ζωή και είναι αλλού το “απείκασμα”. Συνέπεια, η “φιλολογία” (μεγαλοφυών διαστάσεων). Εγκαινιάζοντας την υποκειμενικότητα η Αναγέννηση, έπληξε θανάσιμα το νόημα της θρησκείας, το νόημα του κοινοτικού είναι. Κι αυτά συνέβησαν επειδή ορφάνεψε από πίστη. Βέβαια ο Λούθηρος πήγε να ξεσκατώσει την κατάσταση , πρόταξε την αυθεντικότητα του βιώματος “πίστη”, μα ωστόσο έχωσε την Ευρώπη πιο βαθιά μέσα στο βάλτο “άτομο” παρά τις αγνότατες -ίσον κοινοτικές-προθέσεις του. Η καλλιτεχνική πράξη με αφετηρία την αναγέννηση και μέχρι τις ημέρες μας είναι subjective στον ευρωπαϊκό χώρο. Πρέπει τούτο να το ονομάσουμε αρρώστια. Εγώ τουλάχιστον αισθάνομαι άρρωστος. Δεν είναι μονάχα εικαστικό το ζήτημα.

* Το απόσπασμα είναι από συνέντευξη του Νίκου Καρούζου στον Ανδρέα Μπελεζίνη, που δημοσιεύτηκε το 1981 στο περιοδικό “Διαβάζω”.

Μιας και πολλοί φίλοι μας επιμένουν ακόμη στη μαγική υπόθεση που λέει πως η ανθρώπινη ιστορία είναι μια αμετάκλητη μονόδρομη πορεία προς την βελτίωση, ας επιμείνουμε κι εμείς. Δεν είναι μονάχα εικαστικό το ζήτημα. Γενοκτονίες, υπερπληθυσμός, καταστροφή του περιβάλλοντος, φρικωδίες και πόλεμοι. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η προπαγάνδα, ο αμείλικτος περιορισμός, η προσφυγιά και το ξερίζωμα, ο συνολικός έλεγχος και η άσκηση της κυριαρχίας στο κάθε δευτερόλεπτο. Το υπνωτισμένο πλήθος συνεχίζει να οικιοποιείται, τον “μεταπολεμικό” κόσμο της προόδου.

Βυθισμένο στην ιδιοτελή του ευπιστία δεν υπολογίζει τα δισεκατομμύρια σκλάβων που υπάρχουν εδώ-τώρα! Δεν “υπολογίζει” τους “μετά”-πολέμους στην Κορέα (’50-’53), στο Βιετνάμ (’55-’75), στο Ιραν και το Ιρακ (’80-’88), στην Σομαλία (’91-), στο Σουδάν(’88-) και στο Κονγκό (’98- ) και το Αφγανιστάν, και δεν υπολογίζει την “μεγάλη προσφορά” της ανάπτυξης και της προόδου στην ανθρωπότητα – το λιμό, που τον κατηγοριοποιεί ακόμη και σήμερα στις “φυσικές καταστροφές”, στην ξηρασία, στις αρρώστιες και τις ακρίδες, ή κάποιους κακούς εξωγήινους. Δεν υπολογίζει την πνευματική του ακύρωση και την ολοκληρωτική του υποταγή.

Ζούμε ανάμεσα στην απόλυτη αποξένωση και τον διχασμό (την ψευδή συνείδηση , την απροσμέτρητη άγνοια αυτού του “πάντα ενθουσιώδη πάντα απογοητευμένου ματαιόδοξου συρφετού” των δυτικών πόλεων που ζαβλακωμένος από το ειδησιογραφικό υπερθέαμα πιστεύει στην “ανάπτυξη” τον “ανταγωνισμό” την “τάξη” και την “νομιμότητα” την “εγκυρότητα” της επιστήμης και την “αλήθεια” το “πείραμα” και τις “αποδείξεις”) και στην μεθοδική και εξορθολογισμένη στο έπακρο, εξουσιομανή προοπτική του είδους. Προς την άβυσσο. Χρωστάμε στον εαυτό μας και χρωστάμε ο ένας στον άλλο, τον αναστοχασμό, την σύνοψη και τον εμπλουτισμό της κριτικής που έχει ήδη δεχτεί ο κόσμος μας. Έχουμε και τις λέξεις και τις ιδέες.

Το βαρύ φορτίο της θλίψης δεν μπορεί να κάμψει τις ελπίδες μας, ούτε τα σχέδια και τις επιθυμίες μας. Το αντίθετο. Δεν έχει τελειώσει τίποτα. Υπάρχει και το περιθώριο και το κουράγιο.

α. Οι πολεμικές συγκρούσεις από την ύστερη αναγέννηση μέχρι σήμερα στοίχισαν σε αριθμό ανθρώπινων ζωών περίπου τον συνολικό πληθυσμό που είχε ο πλανήτης μας το μεσαιωνικό 1100μΧ. τότε ήμασταν μόλις 300εκ. ενώ σήμερα είμαστε 7δις και σε τριάντα χρόνια λένε θα είμαστε 9. Φαινόμενο γνωστό και ως “Το στρίμωγμα της πενικιλίνης” (Penicillin squeez)

β. Να σημειώσουμε ότι η Ιερά Εξέταση είναι κατ’ εξοχήν παιδί της “Αναγέννησης” παρ’ ότι συνδέεται από τους ιστορικούς της συμφοράς συστηματικά με τον “Μεσαίωνα”.

Βιβλία
– Νίκος Καρούζος Πρώτη Εποχή
– Νίκος Καρούζος Συνεντέυξεις
– George Steiner Στον Πύργο του Κυανοπώγονα
– W.G.Sebald Η Φυσική Ιστορία της Καταστροφής

**Κείμενο και φωτογραφίες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://dangerfew.blogspot.com.au/2012/03/blog-post_06.html?spref=fb&fwcc=1&fwcl=1&fwl&m=1

Πιπίνα Ιωσηφίδου-Έλλη, Η Διαφορά του Νου και της Ψυχής στο “Ο Ορέστης”, ποίημα από την “Τέταρτη Διάσταση” του Γιάννη Ρίτσου

Απόσπασμα από τις ανέκδοτες Κριτικές Mελέτες

Στο “Ο Ορέστης”, η αυθόρμητη διατύπωση των συλλογισμών του Ρίτσου, ως κύριων χαρακτηριστικών, στοχεύουν σε μορφή ορισμού, στο πλάσιμο του δικού του μύθου, με αφορμή την ανανέωση του αρχέτυπου.

Ο Ορέστης επιστρέφει στις Μυκήνες, συνοδευόμενος από τον φίλο του Πυλάδη. Το ερώτημα: ‘‘γιατί ήρθαμε, γιατί πολεμήσαμε, γιατί και πού επιστρέφουμε;’’ βασανίζει. Σκοπός του Ορέστη είναι η εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα του. Οδηγείται από τη Μοίρα του και το θέλημα των Θεών προς αυτή την κατεύθυνση. Εκτός από το πεπρωμένο και τη μοίρα που ορίζονται από ανώτερες δυνάμεις, ο ποιητής τονίζει τη διαφορά του Νου και της Ψυχής, το θυμοειδές από το συναίσθημα, τα κίνητρα πίσω από το καθήκον ή την απόρριψή του.

Ο φόβος προηγείται της δικαιοσύνης και η ‘‘εκδίκηση’’ φαίνεται γελοία, επιμένει ο άτυχος Ορέστης, που έχει επίγνωση τι θέλει ο ίδιος και τι επιβάλλεται εκ των πραγμάτων. Η δολοφονία της ενόχου μητέρας του, Κλυταιμνήστρας, για τον θάνατο του πατέρα του, του προκαλεί αφόρητο πόνο. Αγαπούσε τη μητέρα του για όλα όσα εκπροσωπούσε γι’ αυτόν: τον γέννησε και τον ανάθρεψε, ‘‘επιμένει να ετοιμάζει υδρομέλι και τροφές για πεθαμένους’’, λέει και επικαλείται το αλάθητο των νεκρών, κι αναρωτιέται γιατί η ίδια δεν φοβάται την τιμωρία για τις πράξεις της. ‘‘Τη θαύμαζα πάντα και την τρόμαζα’’, ομολογεί δυστυχισμένος. Διαισθάνεται ότι παρόμοια όπως εκείνος, η αδερφή του Ηλέκτρα, τρέφει αγάπη και μίσος για την τελευταία εκπρόσωπο του Μητριαρχικού Συστήματος, τη μητέρα τους Κλυταιμνήστρα.

Η Ηλέκτρα ‘‘δοσμένη στην άρνηση της ομορφιάς και της χαράς / ασκητική, αποκρουστική στη σωφροσύνη της μόνη κι ασύνδετη’’, οδηγεί τον Ορέστη στο να σκέπτεται: ’‘Ίσως αυτό δεν της συγχώρεσε ποτέ η αδερφή μου / την αιώνιά της νεότητα’’, εννοώντας πάντα τη μητέρα τους. Θεωρεί ότι η Ηλέκτρα ίσως να φοβάται την εκδίκησή του, γιατί αν λείψει η μητέρα τους δεν θα έχει κανέναν πλέον, για να ψέγει. Η αδερφή του παρόμοια όπως εκείνος δεν θέλει την εκδίκηση. Θέλει να φύγει μακριά από τη μιασμένη γη των Μυκηνών και να έρθει στην Αττική.

*Απόσπασμα από πιο μεγάλο κείμενο. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 56, 2010, του περιοδικού “Αντίποδες” του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου.

**Η Πιπίνα-Δέσποινα Ιωσηφίδου-Elles γεννήθηκε στα Γιάννινα. Σπούδασε στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία, Ιωαννίνων και στο Γυμνάσιο Θηλέων και μετέπειτα στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το 1968 παντρεύτηκε τον Γιώργο Elles (Ελευθεριάδη) και τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου φτάνει στο Σίδνεϊ. Σπούδασε Νεοελληνική Λογοτεχνία) στα Πανεπιστήμια Νέας Αγγλίας και Σίδνεϊ. Το διάστημα 1991-2010 δημοσίευσε έρευνα, ποίηση, διήγημα, λογοτεχνική κριτική, παιδικό θέατρο, παιδικό σε διάφορα έντυπα σε Αυστραλία και Ελλάδα. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο SBS και το Community Radio και σε Βιβλιοθήκες στην Αυστραλία και την Ελλάδα. Έχει εκδώσει 26 βιβλία (με όλα τα είδη του λόγου), στην Ελληνική (τέσσερα στην Αγγλική). Έχει βραβευτεί αρκετές φορές (θέατρο 3, ποίηση 3, γενικά 2). Στο διάστημα 1970-2010 συμμετείχε σε ατομικές και συλλογικές Εκθέσεις Ζωγραφικής.

Λόγος, γλώσσα, μουσική και καθαρή ποίηση

TΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΛΑΕΡΤΗ
(Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, τεύχος 193)

Μια μέρα είπε ο Ντεγκά στον Μαλλαρμέ: «το επάγγελμά σας είναι κόλαση, δεν κατορθώνω να κάνω αυτό που θέλω κι όμως είμαι γεμάτος ιδέες». Κι ο Μαλλαρμέ του ανταποκρίθηκε: «Οι στίχοι, αγαπητέ μου Ντεγκά, δεν γίνονται με ιδέες αλλά με λέξεις».(1) Ο Μαλλαρμέ όταν λέει λέξεις, όπως είναι γνωστό, δίνει το βάρος στους ήχους των λέξεων, στη μουσικότητά τους. «Ο Μαλλαρμέ είχε δίκιο» επικροτεί ο Βαλερύ. Και διευκρινίζει: «Ο ποιητής όμως δεν διαθέτει τα τεράστια πλεονεκτήματα του μουσικού. Δεν έχει μπροστά του έτοιμο, για μια περίτεχνη χρήση, ένα σύνολο από μέσα δημιουργημένα επίτηδες για την τέχνη του. Πρέπει να δανειστεί τη γλώσσα –τη δημόσια φωνή, μια συλλογή από όρους και κανόνες, παραδοσιακούς και ά-λογους, οι οποίοι δημιουργήθηκαν και διαμορφώθηκαν περίεργα, και ακούγονται και προφέρονται με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Στην ποίηση δεν υπάρχει ο φυσικός να καθορίσει τις σχέσεις αυτών των στοιχείων, ούτε η διαπασών, ούτε οι μετρονόμοι, ούτε οι δημιουργοί της κλίμακας, ούτε οι θεωρητικοί της αρμονίας. Αντίθετα υπάρχουν οι φωνητικές και σημαντικές διακυμάνσεις του λεξιλογίου. Τίποτα το καθαρό».(2)

Continue reading