“Ποίηση Οικουμενική”

Yeats – Καβάφης

δοκίμιο γράφει ο Απόστολος Θηβαίος

«Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη», γράφει ο Ιρλανδός με το γυάλινο προσωπείο. Και ο λόγος του φτάνει μέχρι την Αλεξάνδρεια και έρχεται και κουρνιάζει δίπλα στη σιωπή του Κωνσταντίνου. Δυο άνθρωποι, δυο διαφορετικοί κόσμοι, εκπρόσωποι των οριζόντων που δείχνουν οι μεταλλικοί ανεμοδείκτες των αιχμηρών σκεπών, ο Καβάφης και ο Γέητς συναντιούνται μες στους στίχους της ποιήσεώς τους. Η αγωνία, η κοινή τους αγωνία, η μεταφυσική, η ανήμερη, διαχρονική αγωνία τους συνιστά την ίδια αγωνία των δικών μας ανώφελων καιρών.

«Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος· με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.»

Ο Καβάφης, δίχως κανένα λεκτικό στολίδι περιγράφει μια οικεία εικόνα. Μια εικόνα από εκείνες που απαντά κανείς στα ερημικά καφενεία της υπαίθρου, με τις ψάθινες καρέκλες του κατσίβελου και τα ξύλινα, πολυκαιρισμένα τραπέζια, που έχουν ακόμα την οσμή του ούζου, τα καφετιά ψήγματα του ξεραμένου καπνού. Φαντάζομαι τον ποιητή, να στέκει παράμερα, τότε, στον καιρό της δεύτερης νιότης του και να συλλαβίζει το φόβο του γήρατος. Απέναντί του ένας ηλικιωμένος, αξιοπρεπής κύριος. Το καπέλο με το σκληρό γείσο και την κατάμαυρη κορδέλα, το κομποσκοίνι με τις πορφυρές χάντρες, λιγοστά, μεταλλικά νομίσματα πλάι στο φλιτζάνι του καφέ και έπειτα δυο χέρια. Δυο χέρια που έπαψαν πια να ανοίγουν δρόμους, που έπαψαν πια να κουβαλούν την ορμή των καταρρακτών. Δεν μιλά εκείνος ο γέρος, μονάχα συλλογίζεται τα ξοδεμένα χρόνια, δίχως καμιά αγωνία, δίχως καμιά έγνοια για τον καιρό που σώθηκε.

«Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη και με τρίχες λευκές πλάι στο τζάκι ως θα είσαι για στοχάσου και σκέψου τη γλυκιά τη ματιά σου. Μα και πάλι ονειρέψου τις βαθιές και χαμένες των ματιών σου σκιές.»

Ο Γέητς, στοχάζεται τις μέρες του, τις παμπάλαιες, ξοδεμένες μέρες του. Όπως και ο Αλεξανδρινός, έτσι και εκείνος, γνωρίζει καλά πως κάποτε θα καταφτάσουν μανιασμένες οι γερασμένες σκέψεις. Ξέρει καλά, πως κάποτε θα έρθουν τα περίφημα, αρχαιολογικά πρωινά και οι θλίψεις πια δεν θα έχουν άλλες μορφές για να αλλάξουν. Οι δειλές λατρείες θα έχουν λησμονηθεί και ξεθωριασμένες θα απομένουν, καθώς οι καφετιές προσόψεις των σπιτιών στις προσφυγικές συνοικίες της πόλεως. Οι σιδερένιοι δρόμοι, εκείνοι που κάποτε έφερναν ήχους ερώτων, επιθυμιών σφοδρών, θα μοιάζουν πια με λάβαρα ξεφτισμένα, παρατημένα πλάι στις σωριασμένες αψίδες των θρυλικών μας επετείων.

«Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.»

Η επώδυνη αποδοχή της ήττας. Εκείνης της τραχιάς ήττας που μόνο με τις νύκτιες συναλλαγές μας μπορεί να συγκριθεί. Ο Καβάφης πάντα σταθερός απέναντι στη μοίρα του, αγγίζει τα σπασμένα αθύρματά της, τα θρυμματισμένα απομεινάρια των επιλογών. Κάμει την αγωνία του συνήθεια και δεν στοχάζεται πια εκείνον τον ξένο που κάποτε συνάντησε στον καθρέφτη και εκείνος ψέλλιζε αλλόκοτες συλλαβές, ακατάληπτων φράσεων. Δεν μνημονεύει πια εκείνον που μιλούσε χρόνια τώρα, μέσα από το θολό τζαμωτό για τις νεκρές, επερχόμενες μέρες μας.

«Στη θρακιά σκύβει τώρα- σιγοτρέμουν τα χέρια, μουρμουρίζει τη θλίψη, πώς η αγάπη περνά, ξεκινάει και ανεβαίνει σε βουνά μακρινά τη μορφή του να κρύψει σε κορών απ’ αστέρια.»

Δυο άνθρωποι, δυο ποιητές που έζησαν παράλληλους βίους, πιστά δοσμένοι στην υψηλή δοκιμασία της τέχνης. Γητευτές των πιο βαθιών νοημάτων, οι δυο ποιητές ανταλλάσουν σήματα ασθενικά. Και από την Αλεξάνδρεια μέχρι το Δουβλίνο, φεγγίζουν οι ιδέες και τα οράματα, τα πιο θλιβερά και ανθρώπινα μαζί.
Τα δυο, ετούτα ποιήματα αποδεικνύουν, πέρα από ρομαντικές προσεγγίσεις και αλληγορικά νοήματα, πως η ποίηση δεν είναι μονάχα λόγια αραδιασμένα στο χαρτί, με μέτρο και άξιο συλλαβισμό. Η ποίηση αντλεί τα θέματά της από τη ζωή και η ζωή δεν διαφέρει σε κανένα τόπο, σε καμιά αυλή ή κάμαρη. Ο Γέητς και ο Καβάφης, όπως τόσοι άλλοι που κατάφεραν να μιλήσουν, ξεπερνώντας τις γεωγραφικές αποστάσεις, κατόρθωσαν και κάτι πιότερο σπουδαίο. Κατάφεραν να επιβεβαιώσουν την οικουμενικότητα της ποίησης.

Σημείωση: Τα αποσπάσματα προέρχονται από το ποίημα «Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη», του Γέητς και το «Ένας Γέρος», του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη.

*Κείμενο και εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://www.sodeia.net/2012/06/blog-post_25.html

Ο Άρης Αλεξάνδρου και το Ελληνικό Γκουλάκ

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών

Μόνο ο Άρης Αλεξάνδρου έζησε ως ποιητής τη ζωή του κοινού αριστερού μετά τον Εμφύλιο. Υπάρχει ως ο μόνος ποιητής έξω από δίκτυο. (Άλλοι μέχρι και εξτρά επισκεπτήρια εξασφάλησαν στη Μακρόνησο, όπως σήμερα στέλνουν τους λογαριασμούς των εστιατορίων στο υπουργείο το λεγόμενο και πολιτισμού.)

Το ΚΚΕ ακόμα και στην ήττα του παραμένει δίκτυο αμύνης που με τίμημα την υποταγή στο Σταλινισμό προσφέρει μια στοιχειώδη προστασία. Αυτή η υποταγή και η κατ’ ουσίαν τυφλή εξάρτηση από την καθοδήγηση αποτελεί το Ελληνικό Γκουλάκ. Η αποπομπή ενός μέλους ισοδυναμεί με έκθεσή του στον εχθρό. Η λεπτή γραμμή που υποδεικνύει θύματα στο δεσμοφύλακα. ( Στις ανατολικές χώρες στο ίδιο διάστημα το ίδιο το Κόμμα αναλαμβάνει τη βρώμικη δουλειά)

Η απόδοση και η στοχοποίηση θυμάτων που είναι πιο εύκολη η εξόντωσή τους από τους δεξιούς παραμένει μόνιμη τακτική του ΚΚΕ σε όλη τη διάρκεια του Μεταπολέμου, ως σήμερα. Το εκτελεστικό όργανο του Ελληνικού Γκούλακ ήταν η Δεξιά. Κάποιες φορές υπήρξε πιο φιλάνθρωπο από το αντίστοιχο για τους πρόσφυγες στις Ανατολικές Χώρες.

Η ανυπαρξία του ανθρώπου ως μονάδας και φορέα δικαιωμάτων έξω από τα δίκτυα του κόμματος βρίσκει διέξοδο ως εκβιασμός στους σοσιαλδημοκράτες που εξαγοράζουν τη σιωπή μέσα από αφηρημένες ανακοινώσεις περί εργατικών δικαιωμάτων και παρέχει άλλοθι στην ολοκλήρωση της τελευταίας κρίσης.

Σ’ αυτή τη λεπτή και δυσδιάκριτη γραμμή όπου ο Σταλινισμός βρίσκει στη ήττα μια αληθοφανή πρόφαση για την παράλογη καταπίεση κινείται η μαρτυρία του Άρη Αλεξάνδρου, και τον κάνει ελληνικό ανάλογο της συμπεριφοράς που επιφύλαξε στους ποιητές της η Σοβιετία.

Ένα μέρος του έργου του Άρη Αλεξάνδρου και της συντρόφου του Καίτης Δρόσου είναι κατ’ ουσίαν καταγγελία αυτής της ιδιαίτερης κατάστασης. Η συμμετοχή στο Κομμουνιστικό Κόμμα για πολλούς ήταν η σύνθλιψή τους υπό τους όρους ενός εκβιασμού. Απο΄δω η φυλακή του ταξικού εχθρού, αποκεί ο καταδότης στη δομή του κόμματος. Στη μέση η γραφή του πάσχοντος σώματος καθώς διαλύεται στη ομάδα.

Κάποτε θα πρέπει να υπολογιστούν τα θύματα του ιδιότυπου Ελληνικού Γκουλάκ.

Η ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου βοηθάει να μην ξέχαστούν.

*Κείμενο και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://giorgosmixos.blogspot.com.au/2012/07/blog-post_9830.html

Ασημίνα Ξηρογιάννη: Χωρίς πόνο δεν γράφεται ποίηση

Νικόλας Βουκκαλής / Εκδότης

Η προοπτική στα έργα των καλλιτεχνών, δίνει το στίγμα της ποιότητας των έργων που παράγονται με σχήματα, χρώματα και σχολές που ακολουθεί ο εκάστοτε καλλιτέχνης. Ένα έργο όμως λογοτεχνικό, δεν κατατάσσεται σε κάποια σχολή, όταν μέσα από τις λέξεις, πετάει το μυαλό σε βάθη συλλογισμών και οροσειρές εικόνων που οραματίστηκε ο συγγραφέας. Οι λέξεις, μπορεί να μην έχουν την υφή των χρωμάτων που χρησιμοποιεί ο ζωγράφος. Εντούτοις όμως, κουβαλούν τη μυρωδιά, τον ήχο και το… κορμί του συγγραφέα, με τέτοια πιστότητα που τρομάζει κι ο φωτογραφικός φακός, όταν απαθανατίζει ένα τοπίο, μια κατάσταση ή μια μορφή. Ανέκαθεν η τέχνη της γραφής και των συλλογισμών της, έκρυβε καλά μέσα της, μυστήριους κόσμους, εσώτερες αποκρίσεις του λογοτέχνη και σκέψεις που αναρριχώνται από το μελάνι μέχρι την αναμέτρηση με το λευκό χαρτί.
Σε μια τέτοια αναμέτρηση, επιδίδεται εδώ και χρόνια, η Ασημίνα Ξηρογιάννη, ψάχνοντας να εντοπίσει τα υλικά που θα φωτίσουν την ποιότητα της εξωτερίκευσης των συναισθημάτων της. Με δύο ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της κι ένα πλούσιο βιογραφικό με διακρίσεις σε ποιητικούς διαγωνισμούς, με το θέατρο να έχει σημαδέψει την ζωή και να ορίζει την καριέρα της, η Ασημίνα μας μίλησε για την τέχνη της γραφής και τα ζητούμενά της. Πρόσφατα, δοκίμασε τις δυνάμεις της και στην διηγηματογραφία, με την κατάθεση μιας νουβέλας που πραγματεύεται τις επιδράσεις του αγώνα για τέχνη στον ίδιο τον καλλιτέχνη.

Νικόλας Βουκκαλής: Ένας πίνακας για να «χτιστεί» θέλει χρώμα, σχήμα και προοπτική. Ένα ποίημα τι υλικά χρειάζεται για να ταξιδέψει τον αναγνώστη σε μια συνοπτική και λακωνική συναισθηματική φόρτιση;

Ασημίνα Ξηρογιάννη: To ποίημα χρειάζεται λέξεις, αλλά κι αυτές από μόνες τους δεν αρκούν. Είναι ο κατάλληλος συνδυασμός των λέξεων που απαιτείται για να δώσει αισθητικό αποτέλεσμα. Το ποίημα στην ουσία του είναι μια έλλογη κατασκευή. Μπορεί να υπάρχει μια αρχική «έμπνευση», μια αρχική ιδέα που προέκυψε από κάποιο ερέθισμα, αλλά αυτή χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία από τον ποιητή. Και αυτή η επεξεργασία, σε καμία περίπτωση δεν είναι τυχαία. Ο ποιητής φιλτράρει τα γεγονότα με τον δικό του προσωπικό τρόπο και δίνει έτσι το δικό του στίγμα. Μπορεί να μιλήσει για πράγματα κοινά, αλλά με τρόπους ανοίκειους. Το νέο στην ποίηση έχει να κάνει με το «πώς» δηλαδή. Ο έρωτας, ο χρόνος, ο θάνατος, είναι θέματα κοινά, λίγο πολύ όλοι οι ποιητές του κόσμου με αυτά καταπιάνονται. Το ζήτημα είναι η ποιότητα και η οπτική του ποιητικού τους βλέμματος. Γενικά, η ποίηση είναι παίδεμα. Ο ποιητής έχει να παλέψει με πολλά τέρατα. Ο Καβάφης περισσότερο έσβηνε παρά έγραφε. Ο Ελύτης μπορεί να πάλευε μήνες ολόκληρους για τη συνέχεια ενός στίχου του.



Continue reading

Θεόδωρος Ντόρρος, ένας μυστηριώδης υπερρεαλιστής

Στο δρόμο αρχίζουν όλα.
Ανάμεσα στους περιπατητές.
Του Κώστα Στοφόρου

«…Τον Ντόρρο τώρα τον ήθελε για τον εαυτό του. Σαν να συνομιλούσαν, τον ένιωθε κοντά του. Με τον καιρό τον πονούσε σαν άνθρωπο. Σκεφτόταν τη ζωή του, τον ζωντάνευε σε μια φανταστική πραγματικότητα, στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη. “Ήρθε ποτέ στην Ελλάδα, γιατί δεν έγραψε άλλα ποιήματα, στερεύει ποτέ ένας ποιητής;” Μες στη μοναξιά του υπήρχε δίπλα του ο Ντόρρος του 1930. Κι ας μην είχε βρει ούτε μια φωτογραφία του. Καλύτερα ίσως, τον έφτιαχνε με το νου του».

Λάκης Παπαστάθης, Όλοι οι θάνατοι πιθανοί

Αφορμή το βιβλίο του Λάκη Παπαστάθη, Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα* (Πόλις). Στο διήγημα Όλοι οι θάνατοι πιθανοί, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας ζει σε ένα σπίτι κυριολεκτικά πνιγμένο στα βιβλία. Αναζητά τη νεωτερικότητα την τέχνη. Ανακαλύπτει εκεί που οι άλλοι δεν βλέπουν τίποτα. Ένα βράδι πηγαίνει σε μια διάλεξη όπου η ομιλήτρια «ανέλυε την ποίηση ενός σχεδόν άγνωστου, χαμένου ποιητή που κατά την άποψή της ήταν από τους πρωτοπόρους του μοντερνισμού στην Ελλάδα. Αυτός, ακούγοντάς την ένιωσε πως τον χτύπησε κεραυνός. Θυμήθηκε πως το βιβλίο με τα ποιήματα αυτού του ποιητή το είχε στο σπίτι του. Πώς είναι δυνατόν αυτός να μην είχε διαγνώσει εγκαίρως τη σημασία του;».

Ο ποιητής δεν ήταν άλλος από τον Θεόδωρο Ντόρρο. Θυμήθηκα την εντύπωση που μου είχε κάνει κάποτε. Κατέβασα από τη βιβλιοθήκη μου την ανθολογία υπερρεαλισμού Δεν άνθισαν ματαίως της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου. Διάβασα ξανά τα ποιήματα και το σύντομο βιογραφικό, όπου πληροφορήθηκα για μια ακόμη φορά πως ο Ντόρρος είχε εκδώσει μια και μοναδική ποιητική συλλογή, το 1930. Στου γλυτωμού το χάζι, ο περίεργος τίτλος της. Στο βιογραφικό σημείωμα αναφέρεται πως γνωρίζουμε ελάχιστα για τη ζωή του. Μερικοί αμφισβητούσαν ακόμη και την ύπαρξη του… Το σίγουρο είναι πως στις πρώτες σελίδες του βιβλίου αναφερόταν: «Το βιβλίο τούτο δεν πουλιέται. Στέλνεται δωρεάν σε όποιον το ζητήσει». Ο συγγραφέας για κάθε ενδιαφερόμενο έδινε και τη διεύθυνση του: Theodore Dorros, 17 Rue Bachaumont Paris ή 1 East 33rd Street, New York…

Το γεγονός, επίσης, είναι ότι επηρέασε σημαντικά το υπερρεαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα.

Ανακαλύπτοντας τον Ντόρρο

Από τους ανθρώπους που κατάφεραν να αναδείξουν, εκ νέου, το έργο του ποιητή είναι ο Γιώργος Γιάνναρης. Όπως αναφέρεται σε σχετική παρουσίαση της εφημερίδας της ομογένειας Greeknews, η πρώτη επαφή του σημαντικού αυτού Έλληνα ερευνητή με το έργο του Ντόρρου έγινε τυχαία, όταν ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη του γραφείου Τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας στη Νέα Υόρκη, βρήκε ένα αντίγραφο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου του Στου γλυτωμού το χάζι, με αφιέρωση της αδελφής του Μαίρης Ντόρρου-Ξέρων, προς τον τότε γενικό πρόξενο της Ελλάδας. Στη συνέχεια βρήκε ένα ακόμη αντίτυπο στα σκονισμένα ράφια του τυπογραφείου Divry’s της 7ης Λεωφόρου, με ιδιόχειρη αφιέρωση στον σατυρικό ποιητή Κώστα Ζαμπούνη.

Continue reading

Οι ποιητικές συλλογές του Νίκου Νομικού

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Το σημείωμα αυτό είναι κατά βάση η σύντομη εισαγωγή μου για το Νίκο Νομικό που έκανα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Συγγραφέων Αντίποδες προχθές Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012.

Ο Νίκος Α. Νομικός γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1934, από γονείς Συριανούς. Στο Γαλλικό Γυμνάσιο του Αγίου Μάρκου ανέπτυξε το φυσικό του ταλέντο στη ζωγραφική, μαθητεύοντας κοντά στον Αλεξανδρινό ζωγράφο Γιώργο Γώγο, αλλά και τον καθηγητή Jean Rouvrier. Είναι πτυχιούχος Σχεδιαστής Μηχανικός της Τεχνικής Σχολής Αλεξάνδρειας. Το 1960 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και το 1963 απεφοίτησε ως Μηχανολόγος Υπομηχανικός από τη Δημόσια Τεχνική Σχολή Αθηνών. Το 1965 μετανάστευσε στην Μελβούρνη, όπου διαμένει οικογενειακώς από τότε.

Βραβεύτηκε για το ζωγραφικό και ποιητικό του έργο και για την πνευματική του προσφορά στα ελληνικά γράμματα.

Άρχισε να δημοσιεύει τα ποιήματά του στα περιοδικά «Σφίγγα» (της ΕΕΑΜΑ), «Αντίποδες» και «Λόγος» της Μελβούρνης και αργότερα στον «Κώδικα» της Θεσσαλονίκης και «Aκτή» της Λευκωσίας.

Ο Νίκος Νομικός είναι πολυσύνθετη πνευματική προσωπικότητα, ένα αναμφισβήτητο ταλέντο στην ποίηση και τη ζωγραφική, στην καλλιέργεια και προώθηση της ελληνικής γλώσσας. Οι ποιητικές ευαισθησίες του και το υψηλό καλλιτεχνικό του επίπεδο, εκφράζονται στην ομορφιά των στίχων του και της απεικόνισης των έργων του. Η ποίησή του είναι γεμάτη συναισθήματα αγάπης και πόνου που απορρέουν από σκληρές εμπειρίες και κοινωνικές περιστάσεις που για τον Νίκο Νομικό είναι απαράδεκτες. Πάντοτε συνεπής, προσιτός και συνεργάσιμος, μια ευχάριστη προσωπικότητα χαμηλών τόνων.

Η ποίηση του Νίκου Νομικού χαρακτηρίζεται από κάποια προσωπική ιδιομορφία που απαιτεί εξοικείωση με την τεχνική και τα σύμβολά του, ακόμη και τον τρόπο έκφρασής του. Είναι ευχάριστη αλλά δεν είναι εύκολη η ανάγνωση των ποιημάτων του Νομικού. Χρειάζεται ένας τρόπος προσέγγισης. Ο στίχος του πλούσιος, υπέροχος, λυρικότατος, γεμάτος καρτερία, ηρωικός…

Σύμφωνα με τον επιστήθιο φίλο του, επίσης συγγραφέα και εικαστικό, Σωτήρη Μανταλβάνο, «για να δείξει πως δεν φοβάται τον αθάνατο θάνατο, τον ονομάζει φίλο, και στολίζει το δήμιό του με λουλούδια… Αντιμέτωπος με τον αμείλικτο Ιππότη του δε σκύβει το κεφάλι. Ατενίζει με Προμηθεϊκό θράσος τον ουρανό, αντιμιλάει, αμφισβητεί: ‘πώς εφαπλώνεται ο ουρανός από της γης τους μύθους’… Είπα να τον ονομάσω ‘ο Ποιητής του πόνου’, αλλά φοβάμαι ότι ο τίτλος θα τον αδικούσε, γι’ αυτό προτιμώ: Νίκος Νομικός, ο νικητής του πόνου».

Ο Νίκος Νομικός έχει δημοσιεύει οκτώ ποιητικές συλλογές μέχρι τώρα: Αναλαμπές 1983, Ηχορροές και Σύμβολα του Νότου 1990, Οραματικές Ψηφιδώσεις 1990, Η Τρίτη Μετάδοση 1993, Η Όγδοη Σκιά 1993, Το Αθέατο Ημερολόγιο 1997, Ώρες Απόλυτες 1998 και Ροδάνθημα του Δειλινού 2008. Ετοιμάζει, δε, νέα συλλογή τον τίτλο της οποίας δεν γνωρίζουμε ακόμα.

Αφιέρωμα στην ποίησή του έγινε στο περιοδικό Αντίποδες Νο 41-42 1997, ενώ το 2010 τιμήθηκε σε εκδήλωση του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης.

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται και στην ελληνόφωνη εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, Σάββατο, 23 Ιούνη 2012.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η κρίση είναι μια φάλαινα

(Ομιλία με θέμα: «Η πνευματική ζωή σε καιρούς κρίσης: η παιδεία, η παραγωγή σκέψης και η συγγραφή σε μια εποχή γεμάτη αντιξοότητες», 9η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, εκδήλωση του περιοδικού Intellectum)
……………………………………………………………….

Είναι η εποχή της σιδερένιας κυριαρχίας των δυνατών. Ήδη οι ορδές των βαρβάρων έχουν μαζευτεί έξω από τα τείχη. Το πιο τραγικό όμως είναι αυτό που συμβαίνει μέσα στα τείχη. Γιατί μέσα απλώνεται η σιωπή. Γιατί μέσα στα τείχη εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού. Γιατί μέσα στα τείχη οι προδότες ήδη έχουν αποφασίσει την τύχη μας. Τώρα αυτή την εποχή, στην καθολική επικράτηση της σιωπής χρειαζόμαστε την τέχνη, την παιδεία, την σκέψη, την πνευματική ζωή. Αυτή είναι η μόνη ελπίδα, το μόνο αντίβαρο. ………………………………………………………

Σήμερα περισσότερο από ποτέ ο καλλιτέχνης δεν έχει την πολυτέλεια να είναι στραμμένος μέσα του. Πρέπει να ακούσει τους ήχους από τις πολιορκητικές μηχανές πριν να είναι αργά. Πρέπει να ακούσει τις κραυγές και τις χαρμόσυνες σάλπιγγες των νικητών που έρχονται να αλώσουν και να αντιδράσει.

Το μενού στην Α΄ θέση για δείπνο στον “Τιτανικό” Menu Α΄ Θέσης 14 Απριλίου 1912 Ποικίλα ορεκτικά-Στρείδια Κονσομέ Olga-Κρέμα από κριθάρι Σολωμός με σάλτσα mousseline-αγγουράκια Filet Mignon Lili-Σωτέ κοτόπουλο α λα Lyonnaise-Γεμιστά κολοκυθάκια

Ούτε θέλω να ξέρω τι έτρωγε ο κόσμος στα αμπάρια της τρίτης θέσης… Ο Τιτανικός, το αβύθιστο πλοίο, προσέκρουσε σε ένα παγόβουνο και βυθίστηκε στις 14 Απριλίου του 1912.

Η τέχνη δεν είναι ένα άχρηστο μενού στην πρώτη θέση ενός υπερπολυτελούς υπερωκεανίου που σε λίγο θα βυθιστεί. Δεν αφορά μόνο την πρώτη θέση, ούτε είναι προνόμιο της υψηλής κοινωνίας. Όπως ο Θάνατος δεν επέλεξε μόνο τους επιβάτες του αμπαριού του Τιτανικού.

Είναι μια πολύ σκοτεινή εποχή αυτή που ζούμε. Η κρίση είναι μια πελώρια φάλαινα, ένα κήτος που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Όπως ο Καρχαρίας του Κάρλο Κολόντι στον Πινόκιο, το κήτος συγκεντρώνει στην κοιλιά του τραπεζάκια, έπιπλα, μικρά ψάρια, ανθρώπους. Καταπίνει αμάσητες συνειδήσεις, αξίες, θεσμούς, ιδέες. Μέσα στην ερεβώδη λιπαρή κοιλιά του χάνονται τα περιγράμματα, χάνεται η ταυτότητα ανθρώπων και πραγμάτων, όλα ισοπεδώνονται και πολτοποιούνται. Καταλύονται τα δικαιώματα, χάνονται τα χρώματα, η μοναδικότητα, η κοινωνική μέριμνα, η αγάπη. Πρέπει να ανάψουμε λοιπόν μέσα στην κοιλιά της φάλαινας μια φωτιά, να αναγκάσουμε το κήτος να φτερνιστεί και να μας εκπνεύσει. Αυτή η φωτιά είναι η τέχνη, η παιδεία, η παραγωγή σκέψης.

*[Η φράση «Η κρίση είναι μια φάλαινα» είναι του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου].

**Από το http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com

Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Γράφοντας ποίηση μετά το Άουσβιτς

Το τερατώδες στίγμα που ακούει στο όνομα Άουσβιτς, παραμένει κάτι το ασύλληπτο και κάτι που αποτελεί τέτοια τομή, ώστε να είναι σχεδόν αυτονόητο, να χρονολογούμε την ιστορία της ανθρωπότητας με γεγονότα που συνέβησαν προ και μετά το Άουσβιτς.
Γκύντερ Γκρας (1)

Το 1949 διατυπώνει ο φιλόσοφος Τέοντορ Αντόρνο, όταν επέστρεψε από τον εκπατρισμό του στο Παρίσι, την εξής πρόταση, που προκαλεί σάλο στους διανοούμενους της Γερμανίας. «Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση». Πολλοί ποιητές ερμήνευσαν αυτή την πρόταση ως απαγόρευση της έκφρασης και αρκετοί ήταν πρόθυμοι να την ακολουθήσουν. Αυτό που έκφραζε η ρήση του Αντόρνο, ήταν βαθύς σκεπτικισμός – τι πρέπει ή τι μπορεί να σημαίνει η ποίηση μετά το Ολοκαύτωμα; Αυτή η απαγόρευση του Αντόρνο, να μην αναφέρονται τα απερίγραπτα μαρτύρια των Εβραίων από τους Ναζί ούτε σε ποιήματα, δημιουργεί ένα ταμπού ακριβώς εκεί που είναι αναγκαία όχι η σιωπή αλλά η έκφραση της ανείπωτης φρίκης. Ανάμεσα στις φοβερές απώλειες δεν χάθηκε κυρίως η γλώσσα. Όμως έπρεπε να περάσει μέσα από την αφωνία, να διαπεράσει τα «συμβάντα» για να βγει στην επιφάνεια εμπλουτισμένη απ’ αυτά, όπως αναφέρει ο Παούλ Τσέλαν στον λόγο του «Μεσημβρινός».

Η γλώσσα επέζησε του Αουσβιτς σε μερικά από τα πιο δυνατά κείμενα της ποίησης όπως η Φούγκα του θανάτου, κράτησε τη φωνή της, φωνή συχνά πνιγμένη στην αφωνία, προπαντός ως γλώσσα των θυμάτων. Οι επιζώντες δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να στερηθούν την έκφραση του πόνου και του πένθους γιατί πού αλλού θα έβρισκαν έναν τάφο οι νεκροί αν όχι στην ποίηση;

Continue reading

Η διαχείριση του φόβου ή τώρα μιλάμε εμείς

*Ένα μη ποιητικό κείμενο, αλλά που όταν το διάβασα με έκανε να συμφωνήσω, πέρα από επιμέρους ενστάσεις. Το προσυπογράφω γιατί δίνει ανάγλυφη την εικόνα και την κοινωνία που επιδιώκουν.

…το πολιτικό σύστημα επιστρατεύει το βαρύ όπλο της χειραγώγησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς που είναι ο ΦΟΒΟΣ…

Ο φόβος είναι ένα βασικό συναίσθημα του ανθρώπου που προκαλείται από τη συνειδητοποίηση ενός πραγματικού ή πλασματικού κινδύνου ή απειλής.

Είναι ένας μηχανισμός προστατευτικού χαρακτήρα, μια φυσιολογική αμυντική αντίδραση του οργανισμού χωρίς να απαιτείται συνειδητή σκέψη.

Όταν όμως ο φόβος συνεχίζει να υφίσταται, ενώ δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος και σε καταστάσεις υπερβολικού στρες, τότε μετατρέπεται σε φοβία και γίνεται εμπόδιο στην φυσιολογική αντιμετώπιση της καθημερινότητας του ατόμου.

Continue reading

Νίκος Καρούζος: Η ποίηση ως ενσάρκωση

ΤΗΣ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ ΛΥΜΠΕΡΗ

Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πατέρες (και μητέρες) του Νίκου Καρούζου τον Τ.Κ. Παπατσώνη και τη Ζωή Καρέλλη, πράγμα που θα έθετε ένα σημείο αναφοράς για το υπαρξιακό περιεχόμενο του έργου του και την ιδιαίτερη πνοή μιας πνευματικότητας η οποία αντλεί από το θρησκευτικό βίωμα (στη δική του περίπτωση, βεβαίως, ιδιότυπο και πολύ διευρυμένο). Όμως, αυτό δεν θα ήταν αρκετό για να φωτιστούν όλες οι πτυχές της ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας. Το καθολικό βλέμμα, η πολυεπίπεδη σύλληψη του κόσμου, η δυνατότητα σύνθεσης όλων των πνευματικών παραδόσεων, η επαναστατική αντίληψη, είναι μερικά από τα στοιχεία που ευθύνονται για την μοναδικότητα αυτού του ποιητή.

Ο Νίκος Καρούζος είχε αφομοιώσει την ελληνική παράδοση -αρχαία και νεώτερη- με πολύ φυσικό τρόπο, χωρίς αγκυλώσεις• κατόρθωσε έτσι να αξιοποιήσει τους καρπούς της γενιάς του 30, συμπεριλαμβάνοντας την εμπειρία του μοντερνισμού, και, ταυτοχρόνως, παραμένοντας σταθερά σ’ ένα ελληνικό κέντρο. Για τη σχέση του αυτή με τις δομές της παράδοσης (δομές της σκέψης αλλά και της κουλτούρας) έχω την αίσθηση ότι αποτελεί και τον πιο ώριμο εκπρόσωπο της μεταπολεμικής ποίησης.

Η φιλοσοφική και θεολογική παιδεία του Ν.Κ, καθώς και ένα ισχυρό κριτήριο – πολιτικό, αισθητικό, ηθικό- ήταν οι βασικοί μοχλοί της τέχνης του. Ωστόσο προσέγγισε τις ιδέες χωρίς τον στείρο εγκεφαλισμό του ψυχρού διανοούμενου, με την περίσσεια της αισθαντικότητάς του, η οποία καλούσε κάθε σκέψη για να την εντάξει δημιουργικά στην εμπειρία της ύπαρξης. Έτσι, το ποιητικό του βίωμα έγινε ο μεσοσταθμός αυτής της μεταμόρφωσης των ιδεών σε υπαρκτικές φανερώσεις.

Continue reading

Μιχ. Γ. Μπακογιάννης, Το περιοδικό του Μανόλη Αναγνωστάκη “Κριτική” (1959-1961) – Ρήγματα στην εσωστρέφεια

Το τέλος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου το 1949 μπορεί να σηματοδοτεί τη στρατιωτική ήττα της αριστεράς και την αποκατάσταση στοιχειωδών κανόνων πολιτικής και κοινωνικής ζωής, ταυτόχρονα, όμως, οριοθετεί και την αρχή μιας περιόδου αντιπαλότητας. Η πνευματική ζωή φάνηκε ιδιαίτερα ευάλωτη στις επενέργειες της ιδεολογικής αυτής διαμάχης και χρειάστηκε να περάσει μεγάλο διάστημα μέχρι να αναδρομολογήσει τον προσανατολισμό της.

Τα δύο άκρα του συγκρουσιακού πνευματικού περιβάλλοντος εξέφραζαν αφενός εκείνοι που, σε γενικές γραμμές, στρατεύονταν σε μια λιγότερο ή περισσότερο ιδεαλιστική άποψη για την τέχνη και τη λογοτεχνία και αφετέρου εκείνοι που θεωρούσαν την τέχνη ως παράγωγο των σχέσεων ή της διαπάλης των κοινωνικών τάξεων. Ιδιαίτερα φιλόξενοι χώροι για την αντιπαράθεση αυτή αποτέλεσαν το περιοδικό Νέα Εστία και η εφημερίδα Η Καθημερινή για την πρώτη ομάδα, το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης και η εφημερίδα Η Αυγή για τη δεύτερη.

Continue reading