Εκδότες και συγγραφείς ζητούν επειγόντως διευκρινίσεις

Screen+Shot+2014-05-17+at+2.18.27+AM

Πλήρης σύγχυση επικρατεί στην αγορά του βιβλίου μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου το οποίο καταργεί στην ουσία την Ενιαία Τιμή του Βιβλίου, καθώς την περιορίζει μόνο στο “λογοτεχνικό” βιβλίο, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει πώς ορίζεται τούτο, και μόνο στην πρώτη έκδοσή του.

Μέσα σ’ αυτό το θολό τοπίο, η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου και η Εταιρεία Συγγραφέων με κοινή αναφορά – αίτησή τους στα υπουργεία Ανάπτυξης και Πολιτισμού ζητούν διευκρινίσεις καθώς “ανακύπτουν δυσεπίλυτα θέματα και καίρια ερωτήματα σχετικά σχετικά με το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, τα οποία δημιουργούν σκιώδεις περιοχές στον χώρο δράσης των εκδοτών, κωλύοντας και ουχί διευκολύνοντας τον στόχο εισαγωγής του νέου νόμου, που είναι η ίση πρόσβαση των πολιτών στα βιβλία και η αποφυγή φαινομένων συγκεντρώσεως στην εν λόγω αγορά του βιβλίου, με την αποτροπή φαινομένων αθέμιτου ανταγωνισμού”.

Προηγουμένως, όμως, σημειώνουν ότι ο νέος νόμος “ανακόπτει οποιαδήποτε παραγωγή νέων έργων, ακόμη και λογοτεχνίας” και κυρίως ότι “το ίδιο το βιβλίο αντιμετωπίζεται ως αμιγώς εμπορικό και όχι ως πολιτιστικό προϊόν”.

Καταρχάς ζητούν να οριστεί σαφώς ο όρος “βιβλίο”, αφού “ελλείψει σαφούς προσδιορισμού του καθίσταται ακόμα πιο δυσχερής η περαιτέρω διάκρισή του σε λογοτεχνικό και μη λογοτεχνικό”, μια διάκριση που είναι “καθοριστική και ουσιώδης για την εφαρμογή του νόμου”. Επιπλέον ζητούν να οριστεί με σαφήνεια αν οι εκδότες έχουν τη δυνατότητα “να ορίσουν λιανική τιμή για βιβλία που δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πλαίσιο του νόμου, σχολικά ή γενικά όσα χαρακτηρίζονται μη λογοτεχνικά”, όπως επίσης, σε ό,τι αφορά τις μεταφράσεις στην ελληνική γλώσσα, να διασαφηνιστεί “αν λογοτεχνικό βιβλίο θεωρείται μόνο η μετάφραση ξενόγλωσσου έργου ή και η μετάφραση αρχαίου κειμένου”.

Ζητούν να προσδιοριστεί σαφώς το χρονικό σημείο από το οποίο ξεκινά η διετία της ενιαίας τιμής, θέτοντας σε ισχύ τους περιορισμούς του νόμου, όπως επίσης να διευκρινιστεί ακριβώς αν η εκ του νόμου “απαγόρευση της διάθεσης λογοτεχνικών βιβλίων στο κοινό από τον ίδιο τον εκδότη ή από τρίτο σε τιμή που υπερβαίνει την τιμή που καθορίστηκε από τον εκδότη ή είναι μικρότερη του 90% της τιμής αυτής” ισχύει και για βιβλία που δεν υπάγονται στο καθεστώς προστασίας του νόμου.

Σημειώνουν μάλιστα ότι η αντιφατικότητα αυτή επιτρέπει “φαινόμενα συγκέντρωσης στην αγορά λιανικής πώλησης βιβλίων, δίνοντας την δυνατότητα, για παράδειγμα, διενέργειας υπερβολικών εκπτώσεων, δυνατότητα που πρακτικά έχουν μόνο μεγάλες επιχειρήσεις λιανικής πώλησης”. Τέλος ζητούν να οριστούν “τα δύο έτη ως ελάχιστο όριο παραμονής των βιβλίων στο καθεστώς προστασίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός εκδόσεων – εκτυπώσεων κάθε τίτλου”.

*Πηγή: http://www.avgi.gr Εμείς το πήραμε από εδώ: http://entefktirio.blogspot.com.au/2014/05/blog-post_17.html

Ηλίας Πετρόπουλος, Για τα ρεμπέτικα

10251905_445552515576490_3708078732253457410_n

– α – 
Στην πατρίδα μου
χειροκροτούν τον Ποιητή
μόνον όταν αυτοκτονήσει.

Αχ, αυτοί [εμείς] οι μετριοπαθείς επαναστάτες.
Αχ, αυτοί [εμείς] που φοράνε κουστούμι τρουά-πιες.
Αχ, αυτοί [εμείς] που γαμάνε με τα λεφτά τους.

– β -
Λόγος ἐπικήδειος
διὰ τὰ παλαιὰ ἄγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια,
ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἐλεγεία
εἰς ἀνάμνησιν τῆς ὀμορφιᾶς μιᾶς γυναίκας
ἐξαιρετικῶς ἀγαπηθείσης.

Καλοῦνται ρεμπέτικα τραγούδια τὰ ἄσματα τῶν πληγωμένων, ἁπλῶν, ἁγνῶν καὶ αἰσθαντικῶν ψυχῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ περιφρονημένη χωρὶς ἀνταπόκριση ἀγάπη καὶ τὸ τρισμέγιστον μαρτύριον τοῦ θαμένου ἑκουσίως ἔρωτος ἀπὸ τὰ ρεμπέτικα τραγούδια ἐξόχως ἀνιστορήθησαν. Τὰ ρεμπέτικα ὑπῆρξαν κάποτε ἡ παρηγοριά μας. Ἦταν οἱ λευκοὶ ἀσπασμοὶ τῶν παραγνωρισμένων. Ἀξιώθηκα νὰ κρατήσω στὰ χέρια μου τὸ βουβό, πλέον, μπουζούκι τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δὲν τραγουδοῦσαν οἱ γυναῖκες (αὐτὲς συνήθως ἀργὰ κατανοοῦν τὸ πόσο ἀγαπήθηκαν), οὔτε τὰ τραγουδοῦσαν οἱ σκληρόκαρδοι.

Ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀλήθειας νοιάζομαι. Μὴ μοῦ στείλεις περιστέρια· μαντεύω τὰ λόγια ἀγάπης ποὺ θὰ μοῦ πεῖς. Ὁ ἔρως συμβαίνει σὰν δυστύχημα. Κρατοῦσα, τότε, σὰν βιολὶ τὸ σῶμα σου, μὰ τώρα ποὺ εἴμαστε μακριὰ σ᾿ ἔχω φωτιὰ παντοτινὴ μὲς στὴν καρδιά μου. Θὰ ψάχνεις λυπημένη νὰ μὲ βρεῖς στοὺς ἄδειους δρόμους καὶ θὰ ρωτᾶς παντοῦ γιὰ μένα, καὶ στὴν περιρρέουσα μελαγχολία τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν θὰ ἀναζητᾶς ἐπὶ ματαίῳ παρηγοριά. Ἐφέτος ἀνήμερα τὸ Πάσχα ἔβρεχε καὶ ἡ δολιότης πίκραινε τὴν καρδιά μου. Τὸ ξέρω· ἡ θέση μου εἶναι στὸ νεκροταφεῖο. Εἴμασταν ἀκόμη παιδιὰ ὅταν μᾶς μάραναν καὶ ζήσαμε σὰν γέροι. Δὲν εἶμαι δικός μου. Σιωπῶ μὲν, ἀρνοῦμαι δὲ νὰ πεθάνω γιατὶ τὰ δακρυσμένα μάτια σου πάντα μὲ γνέφουν. Θλιβερὰ βλέμματα τέκνα τῆς σιωπῆς μου. Ὁ θάνατος ἀπόψε διώχνει τὸ κάθε τι ἀπ᾿ τὴν ψυχή μου. Χαίρομαι τὴν παραφροσύνη μου τώρα.

Continue reading

Πέθανε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες – Σε ηλικία 87 ετών

Screen+Shot+2014-04-17+at+11.26.55+PM

Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 87 ετών ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας κολομβιανός συγγραφέας, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.
Ο Μάρκες, που εδώ και δεκαετίες ζούσε μόνιμα στο Μεξικό, ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος.
Θεωρείται ως ο συγγραφέας που μέσα από τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες του, όπως τα «100 Χρόνια Μοναξιά», την «Κακιά Ώρα» και το «Φθινόπωρο του Πατριάρχη» καθόρισε το είδος του μαγικού ρεαλισμού.
Εδώ και αρκετά χρόνια είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή καθώς έπασχε από καρκίνο στους λεμφαδένες.
Στις 6 Μαρτίου έκλεισε τα 87 του χρόνια και με την ευκαιρία αυτή βγήκε για λίγα λεπτά από το σπίτι του για να χαιρετίσει τους φωτορεπόρτερ και τους δημοσιογράφους.
Στις αρχές Απριλίου είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο με πνευμονία. Ο Μάρκες βγήκε από το νοσοκομείο μερικές ημέρες αργότερα, αλλά η κατάσταση της υγείας του ήταν «πολύ εύθραυστη».
Η εφημερίδα του Μεξικού «El Universal» είχε γράψει ότι ο καρκίνος των λεμφαδένων από τον οποίο είχε προσβληθεί ο Μάρκες πριν από 15 χρόνια, εμφανίστηκε εκ νέου και έχει κάνει μετάσταση.

Continue reading

Ο Μίλτος Σαχτούρης για τον Dylan Thomas

Να ένας ποιητής καθαρός, που δεν πρέπει να ανοίγεις λεξικό, σαν τον Έλιοτ, για να αποκρυπτογραφήσεις τα ονόματα. Με συνέρπασε που αυτός, ένα χωριατόπαιδο από την Ουαλία, κατέβηκε στο Λονδίνο και διέλυσε όλους αυτούς τους πανεπιστημιακούς με τα συνέδριά τους: τον Όντεν, τον Μακ Νις. Αυτοί ταξινομήθηκαν σε επιτομές και πανεπιστήμια, ενώ ο Ντίλαν Τόμας είναι από τους τελευταίους μεγάλους λυρικούς του αιώνα μας. Μεταφράζοντάς τον κατάλαβα την αξία του, την ποιότητα και τον λυρισμό του, την οικονομία του λόγου του.

Η Μαρία Πολυδούρη των συνθετών

Μετά από τον Καρυωτάκη, σειρά έχει σήμερα – δικαιωματικά και αυτονόητα – η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη και η αναφορά μας σε μερικές μόνο από τις μελοποιήσεις της στην ελληνική δισκογραφία των τελευταίων χρόνων. Σε πολλές από τις δισκογραφικές εκδόσεις που περιείχαν ποιήματα του Καρυωτάκη, θα βρείτε και ποιήματα της γυναίκας που σημάδεψε τη ζωή του. Έτσι, στην “Ανθολογία Β” (1968) του Γιάννη Σπανού η Πόπη Αστεριάδη τραγούδησε το “Ω χαμηλώστε αυτό το φως”, στα “Τραγούδια για τους μήνες” ο Δημήτρης Παπαδημητρίου μελοποίησε και η Ελευθερία Αρβανιτάκη ηχογράφησε το “Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες” και στη “Δεύτερη ακρόαση” της “Μικρής Άρκτου” το ποίημα της Πολυδούρη “Ποιος ξέρει”, μελοποιημένο από το Μίλτο Σελητσανιώτη, τραγούδησαν μαζί η Νατάσσα Μποφίλιου και η Ελεονώρα Ζουγανέλη.

Τη Μαρία Πολυδούρη τη βρίσκουμε και στις “Κυριακές μες στο χειμώνα”. Έτσι τιτλοφορείται ο κύκλος τραγουδιών του συνθέτη Δημήτρη Μαραμή σε ποίηση Κ. Γ. Καρυωτάκη, Μ. Πολυδούρη, Ν. Λαπαθιώτη, Τ. Άγρα και Μ. Παπανικολάου, που κυκλοφορεί σε cd – βιβλίο. Τα μελοποιημένα τραγούδια ερμηνεύει ο Κωνσταντίνος Κληρονόμος, με τη συνοδεία του Δημήτρη Μαραμή στο πιάνο. Δύο φορές μέσα στη δεκαετία του ’90 η Νένα Βενετσάνου “συναντήθηκε” δισκογραφικά με τη Μαρία Πολυδούρη. Την πρώτη, εν έτει 1990, στο δίσκο της “Το κουτί της Πανδώρας” και τη δεύτερη στο άλμπουμ του ’98 “Το πρόσωπο της αγάπης”, με τραγούδια της Καλλιόπης Τσουπάκη. Το ‘παμε και την προηγούμενη εβδομάδα: Όπως τον Καρυωτάκη, έτσι και την Πολυδούρη την αγάπησε μια ευρεία γκάμα ελλήνων συνθετών και τραγουδοποιών από το ’60 μέχρι τις μέρες μας – με πρώτο το Μενέλαο Παλλάντιο στα τέλη του ’30 – και σε πολλά της ποιήματα έδωσαν νότες και φωνή.

Continue reading

Federico Garcia Lorca, Πού είναι το ντουέντε;

1896846_304290839726258_7981792_n

”[…] Πού είναι το ντουέντε; Μέσα από την άδεια αψίδα υψώνεται ένας άνεμος του νου που πνέει ακατάπαυστα πάνω από τα κεφάλια των νεκρών σε μιαν ατέλειωτη αναζήτηση για καινούργια τοπία κι ανυποψίαστους τόνους. Ένας άνεμος που μυρίζει σάλιο παιδιού, φρεσκοκομμένο χορτάρι και πέπλο μέδουσας αγγέλλοντας το αιώνιο βάπτισμα των νιογέννητων πραγμάτων…”

—-
Ν τ ο υ έ ν τ ε

Κάθε σκαλί που ανεβαίνει ένας άνθρωπος, ή όπως θα ’λεγε ο Νίτσε, ένας καλλιτέχνης, στον πύργο της τελείωσής του γίνεται ύστερα από σκληρή μάχη μ’ ένα ντουέντε. Όχι μ’ έναν άγγελο όπως έχουν πει, ούτε με μια μούσα. Είναι ανάγκη να γίνει αυτό το βασικό ξεχώρισμα για να φτάσει κανείς στην καρδιά ενός έργου. […]

Για να βρούμε το ντουέντε δεν υπάρχει τίποτε να μας βοηθήσει. Ούτε χάρτης ούτε «σωστοί τρόποι». Το μόνο που ξέρουμε είναι πως καίει το αίμα σαν κοπανιστό γυαλί, πως εξαντλεί, πως σβήνει τη γλυκιά γεωμετρία που μάθαμε.[…]

Continue reading

Octavio Paz, Ο ρόλος της τέχνης

malevich

Ο ρόλος της τέχνης δεν είναι να έχει επαφή με το μεγάλο κοινό… Η τέχνη είναι φως στο σκοτάδι και όχι σκοτάδι στο φως! Με τα “ναι” της η τέχνη το μόνο που καταφέρνει είναι να κολακεύει το κοινό! Με την κολακεία δεν προχωρούμε… Στεκόμαστε στο ίδιο σημείο, βλεπόμαστε στον καθρέφτη και αυτοθαυμαζόμαστε. ­Προχωρούμε με τη συνεχή κριτική. Η “κολακεία” του κοινού είναι ο θάνατος της τέχνης και η κατάργηση της μοναξιάς του καλλιτέχνη. Για να δεις το μέλλον, πρέπει να μην καθοδηγείσαι από το γούστο του κοινού!

*Το απόσπασμα και η εικόνα του Μάλεβιτς είναι αναδημοσίευση από το http://callinos.blogspot.com.au/2014/03/octavio-paz.html

Δημήτρης Ραυτόπουλος, Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, εκδ. Σοκόλη

dtbook050414

Στο πλαίσιο των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας 2013 το Υπουργείο Πολιτισμού απένειμε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων στον κριτικό συγγραφέα Δημήτρη Ραυτόπουλο για το σύνολο του έργου του, έναν στην κυριολεξία μαχόμενο κριτικό.

Ο Ραυτόπουλος, κριτικός από τις αρχές της δεκαετίας του ʼ50, μετάφρασε και Γάλλους πεζογράφους μιας και με τη γαλλική λογοτεχνία διατηρούσε και διατηρεί προσωπικούς και πολιτικούς δεσμούς, αλλά ποτέ δεν υπήρξε μαζί κάτι άλλο, ποιητής ή πεζογράφος. Το εν λόγω βιβλίο είναι ένα από αυτά που, προσωπικά τουλάχιστον, με έχει επηρεάσει βαθιά για την ευρύτητα και αμεσότητα με την οποία αποτυπώνει τα πάντα γύρω από τη ζωή αλλά και τη συγγραφική τέχνη του Άρη Αλεξάνδρου (κατά κόσμον Αριστοτέλη Βασιλειάδη), ο οποίος, για μένα, είναι ίσως ο πλέον εμβληματικός ποιητής της ευρύτερης ελλαδικής Αριστεράς που αποτυπώνει όσο κανένας άλλος το τεράστιο δράμα της με τον Εμφύλιο, την ήττα και τη ζοφερή δεκαετία του 1950 και τα όσα επακλούθησαν.

Ο Άρης Αλεξάνδρου έγραψε μόνο ένα πεζογράφημα, “Το Κιβώτιο” (εκδόσεις “Κέδρος”), έργο-ορόσημο, έργο-σταθμό στην ελληνική λογοτεχνία, ειδικά τη λεγόμενη “λογοτεχνία της ήττας”, με το οποίο έκανε τη δική του παρέμβαση στο πεδίο της λογοτεχνικής δημιουργίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Δημήτρης Ραυτόπουλος ασχολείται ιδιαίτερα εδώ με “Το κιβώτιο” και τον συγγραφέα του.

Continue reading

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο γενιές στην ποίησή μας

1__#$!@%!#__1797133_10152158392928446_1577847427_n-300x233

(από τον πρόλογο κριτικού βιβλίου ποίηση)

I

Οι Baby-boomers, η κατάρρευση και η ποίηση μας.
Απ’ τον Γκανά και τον Σιώτη στον Βλαβιανό και τον Παστάκα.
Μια συνοπτική αποτίμηση.
`
Αμήχανος ο Σιώτης (γ. 1944) όπως το σύνολο της γενιάς του (οι αποκαλούμενοι baby boomers) απέναντι στην κρίση και τη διαχείριση της, αφού πρώτα προσέλαβαν την «παράδοση» ως «κραυγαλέα κακογουστιά προς πώληση στα καταστήματα των αεροδρομίων», την μεταμόρφωσαν και την αδρανοποίησαν από την ιστορική και την κοινωνική της λειτουργία, ώστε να την παραδώσουν απονευρωμένη προς χρήση σε μια μάζα που ενώ φέρει την κυρίαρχη ευθύνη είναι αυτή που πρώτα κατηγορεί και δακτυλοδείχνει.


Υποθέτοντας λανθασμένα πως δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να αντισταθούν οδήγησαν σε μια «υπο-πολιτική», δηλαδή αφαίρεσαν από το κοινωνικό σώμα και κατ’ επέκταση από την ποίηση την πολιτική της πρόθεση και λειτουργία. Επιπρόσθετα αφελέστατα και λανθασμένα στην καθυστερημένη αστικοποίηση τους, ως γενιά πίστεψαν στην ξεπερασμένη και στην πραγματικότητα ολότελα διαψευσμένη ιδέα της ιστορικής προόδου εμπιστευόμενοι την δυναμική των πραγμάτων στον «αυτόματο πιλότο», ενδεικτικά στην ελεύθερη χρηματιστηριακή πρωτίστως κίνηση των κεφαλαίων διεθνώς, αλλά και στην κομματικοποίηση του βίου εντός της χώρας, υποθέτοντας πως ήρθε η σειρά τους για το μεγάλο και ανέξοδο φαγοπότι.


Αντί να δουν και να περιγράψουν, μεταποιημένο σε ποίηση στην περίπτωση που μας απασχολεί, το ατέλειωτο σημειωτόν που κάνανε στην κινούμενη άμμο, επιλέξανε είτε στην καλύτερη των περιπτώσεων (του Γκανά) να στραφούν σε έναν νέο μετα-λορκικό (μετα-γκατσικό στην επικράτεια μας) εκμοντερνισμένο δημοτικό λόγο προς την ιδιωτική του πλέον έκφανση, είτε στην περίπτωση του Σιώτη σε ένα χλευαστικό επιφανειακά μυστηριακό προσωπο-κεντρικό ποιητικό λόγο που καλλιεργεί το μυστήριο για χάρη του μυστηρίου, παραιτούμενο από οποιαδήποτε ουσιαστική στόχευση πέρα από μια εύκολη κριτική τού άλλου και το στένεμα της παράδοσης στους εύπλαστους και εγωκεντρικούς, αν όχι αυτιστικούς, ορίζοντες τους, που υπηρετούν πρωτίστως τελικά το εκάστοτε μεταβαλλόμενο και ρευστό πρόσωπό τους.
`

Continue reading

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Η ύψιστη επαναστατική πράξη

1383757_290656767756533_1636692874_n

Η ποίηση είναι αίνιγμα. Τίποτα απολύτως δε γνωρίζουμε για το αόρατο πνεύμα που καθοδηγεί το χέρι μας τη στιγμή που το ποίημα γεννιέται απ’ το τίποτα. Είναι χορός σημαινόντων κι ερωτοτροπία σημαινομένων, ψίθυρος λέξεων που κυματίζουν εντός μας είτε από μόνες τους είτε εν παρατάξει, κραυγή, παιχνίδι ή ανταρσία. Και πυροτέχνημα. Πυροτέχνημα εσωτερικής καύσης κι εξωτερικής θέας.

Ποίηση είναι τ’ όνειρο που δεν ξέρει να ξυπνήσει ή ένα όνειρο που διαρκώς αναβάλλεται. Είναι ν’ ανοίγεις το παράθυρο να πέσεις και να σε σώζει μια παγωμένη ριπή ανέμου σε μια νύχτα απόλυτης άπνοιας. Να πηγαίνεις στον πόλεμο χωρίς ελπίδα νίκης ή ήττας, απλώς από ανάγκη να παλέψεις για κάτι. Μόνο στη μάχη της νιώθεις βολικά, μια οικειότητα τρόμου, μια γλυκύτητα τρέλας, μια διέγερση πόθου. Μια ψυχική ακροβασία είναι η ποίηση. Για κάθε συνάντηση μαζί της ανταλλάσσεις λίγο ζωή και λίγο θάνατο. Η γοητεία έγκειται στο ποιος ανάμεσά σας θα πάρει τι. Είναι η κόκκινη φέτα σελήνη. Ο τρόπος που υπάρχουμε στο περιθώριο και μια καταφυγή για το παιδί του μέλλοντος μας, το προϊόν μιας εγκεφαλικής χημικής αντίδρασης ενάντια στη ματαιότητα της ύπαρξης, ενάντια στο δολοφόνο χρόνο, ένα χαστούκι στο πρόσωπο που χάσαμε πριν το βρούμε, το τελευταίο τσιγάρο του μελλοθάνατου, η πιτζάμα του ισοβίτη.

Ποίηση είναι εκείνο το Πλήρες, απ’ το οποίο πάντα κάτι θα λείπει. Μια ματιά πίσω απ’ τις γρίλιες και μια διαρκής πάλη με τον άλλο σου εαυτό. Διάχυτη και ρευστή, υπάρχει παντού. Μπορεί να υπάρχει σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής, στη θεατρική σκηνή, στη διατύπωση μιας σκέψης, στον κινηματογράφο, στην αθωότητα ενός παιδιού, στην τρυφερότητα του ζώου. Και σ’ ένα βιβλίο βέβαια ή σ’ ένα κομμάτι μουσικό που παραλύει τη σκέψη σ’ έλλογες ερμηνείες. Είναι στον αέρα πάντοτε, ωσάν το κάτι με τα φτερά της Έμιλυ Ντίκινσον. Ένας αυτόματος μηχανισμός είναι η ποίηση, σε τοξικό περιβάλλον. Μια άμορφη, ατέλειωτη μάζα, που άοκνα διασπάται, συντίθεται κι αποσυντίθεται. Είναι ο τρελός λαγός του Σαχτούρη, η καραμπίνα του Χεμινγουαίη και το περίστροφο του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Ποίηση είναι το κάλεσμα του υπέροχου αόριστου, μια φωνή Σαιξπηρικής στρίγγλας, ο ύστατος των πειρασμών, ίσως ο πιο μεγάλος. Είναι υπόγειο ρεύμα, μετατροπή του μικρόκοσμου σε Σύμπαν, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός, αμφισβήτηση όσο και πίστη, ταπεινότητα όσο και πείσμα, προσανατολισμός προς το μεγάλο και διαρκές Ερώτημα. Είναι το κουβάρι της Αριάδνης, τροχός και μάτι και κεφάλι αρχαγγέλου, κεραυνός και βροχή, μια λέξη κι ένας στίχος που θα τρέξει απ’ το μελάνι πίσω στο αίμα. Είναι κακή. Καλή. Καλύτερη. Σπουδαία. Μεγαλοφυής. Όλες οι μορφές της είναι χρήσιμες. Όπως και η ασχήμεια, που ταυτοποιεί την έλλειψη της ομορφιάς.

Ποίηση είναι η προσπάθεια να βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο με το κουκούτσι της σκέψης, όπου κρύβεται η Ευρυδίκη. Αν είναι απόγνωση, σοφά είναι. Είναι ο αντίποδας του αυτονόητου, του χρηστικού, της συνήθειας. Έχει μέσα της το σπέρμα της ανυπακοής. Ποτέ δε γίνεται καθεστώς, αρνείται την ακινησία κι εξοστρακίζει την προσαρμογή, θαμπώνοντας μέρα-νύχτα τα κουτοπόνηρα μάτια της πραγματικότητας. Γυμνή περιφέρεται στους κοινόχρηστους χώρους, κοντά σε ρημαγμένα ένστικτα, πλάι στα κομπρεσέρ, στα πεζοδρόμια, ψάχνοντας έναν λόγο σαν το πληγωμένο φάντασμα του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Ξέρει ν’ αφουγκράζεται, συμπάσχει, οργίζεται, δεν ξεχνά να μιλά για Υποτέλεια κι Υπολογισμούς, πνίγεται στην αρένα και συντρίβεται κάθε στιγμή στα φλέγόμενα πεδία βολής.

Η ποίηση δε μας ανακουφίζει, ούτε παρηγορεί, ούτε καθησυχάζει. Δε δικαιώνει, δεν εκπολιτίζει, δεν εξωραΐζει. Είναι συνεχής εκχωμάτωση, η αναζήτηση του άλλου, του πέρα από μας, του άλλου τρόπου, του άλλου χρόνου. Η ύψιστη επαναστατική πράξη. Η έκρηξη της εσωτερικής έντασης, όπου ο ποιητής λιγοστεύει για να υπάρξουν μέσα του οι άλλοι.