Τοπία μιας νυχτερινής ψυχής – Fernando Pessoa

fernando_pessoa1_logos+kai+texni

Του Νίκου Ξένιου 

από το http://www.bookpress.gr/, για τα ποιητικά βιβλία του Fernando Pessoa Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο καιΤα ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος  (Gutenberg).

pessoa_kaeiro_logos+kai+texni

«Οι μυστικιστές ποιητές είναι άρρωστοι φιλόσοφοι,
και οι φιλόσοφοι είναι άνθρωποι τρελοί»

F. Pessoa

Το 1912, κι ενώ ο Φερνάντο Πεσσόα (1888–1935) επιχειρούσε να γράψει κάποια ποιήματα παγανιστικού περιεχομένου, γεννήθηκε ένα από τα πιο σημαντικά του ετερώνυμα[1]: Ο Αλμπέρτο Καέιρο, το όνομα του οποίου είναι παραφθορά του ονόματος του πορτογάλου ποιητή Σα-Καρνέιρο, με μιαν εικονική ζωή τοποθετημένη ανάμεσα στο 1889 (Λισαβώνα) και το 1915. Τον Μάρτιο του 1912, λοιπόν, ο Πορτογάλος ποιητής έγραψε τον Φύλακα των Κοπαδιών, αποδίδοντάς τoν στην πέννα του Αλμπέρτο Καέιρο και ανασύροντας, έτσι, ποιμενικές μνήμες από τις δέκα Εκλογές (Βουκολικά) του Βιργίλιου. Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο –μέρος αυτών πρωτομεταφράστηκε στην Ελλάδα από τον Φίλιππο Δρακονταειδή, το 1982– τώρα, σε μια συνολική παρουσίασή τους από τη Μαρία Παπαδήμα στις εκδόσεις Gutenberg, δίνουν την ευκαιρία στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό να απολαύσει μιαν ισορροπημένη, ομαλή μετάφραση με ποιητικές αξιώσεις, μαζί με δύο κατατοπιστικά κείμενα εισαγωγής, ένα της μεταφράστριας και ένα του ίδιου του Πεσσόα, υπό το προσωπείο του Ρικάρντο Ρέις.

Poesia pastorale: μια πολυπλοκότητα εν εξελίξει

“Ακολουθεί τη φωνή της συνείδησής του για τον κόσμο και υπακούει στην προοδευτική ανάδυση των αισθήσεων, που θα εδραιώσουν μιαν ιδιόμορφη, σχεδόν θρησκευτική, εικόνα της φύσης”

Αντι-διανοούμενος, αντι-ρομαντικός, αντι-ϋποκειμενιστής, αντι-μεταφυσικός, ο Καέιρο δεν είναι πια αυτός που ήταν ο Πεσσόα, είναι ένας άλλος: αυτός ο «Άλλος» είναι, στην προκειμένη περίπτωση, οιονεί βοσκός, φέρει όλα τα γνωρίσματα αθωότητας που έχει κάθε βοσκός, ακολουθεί τη φωνή της συνείδησής του για τον κόσμο και υπακούει στην προοδευτική ανάδυση των αισθήσεων, που θα εδραιώσουν μιαν ιδιόμορφη, σχεδόν θρησκευτική, εικόνα της φύσης και της ανθρώπινης παρουσίας μέσα σ’αυτήν:

«να με ξετυλίξω και να είμαι εγώ, όχι ο Αλμπέρτο Καέιρο, αλλά ένα ανθρώπινο ζώο που γέννησε η φύση».

Continue reading

Νεότεροι κύπριοι ποιητές

Σάρωση+4

Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης. Η Κύπρος μετά το ’90,
επιμ. Βάκης Λοϊζίδης, Αθήνα, Μανδραγόρας, 2011, σελ. 150

Ανθολογίες κυπριακής ποίησης έχουν γίνει πολλές· προηγήθηκε η Ανθολογία των κυπρίων ποιητών 1878-1934 (1934) του Άδωνη Βερνάλη, ακολούθησαν η πιο ευπρόσωπη Ανθολογία κυπρίων ποιητών (1951) του Ανδρέα Σ. Ιωάννου και η πιο αναλυτική Ανθολογία κυπριακής ποιήσεως (1965, συμπληρωμένη έκδοση: 1973) των Κώστα Μόντη και Ανδρέα Χριστοφίδη, για να φτάσουμε σε πιο πρόσφατες ανάλογες εκδόσεις, όπως η Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης (1985) των Λεύκιου Ζαφειρίου και Λουκά Αξελού και η πιο πληθωρική και μάλλον ισοπεδωτική Ανθολογία κυπρίων ποιητών (2008) των Σωκράτη Σκαρτσή και Σωτήρη Βαρνάβα. Αξίζει να σημειωθεί ότι, με εξαίρεση την ανθολογία του Άδωνη Βερνάλη, οι υπόλοιπες τυπώθηκαν στην Αθήνα· και ότι οι περισσότερες από αυτές έγιναν από ποιητές. Υπάρχουν, βέβαια, αρκετές άλλες Ανθολογίες κυπριακής ποίησης, θεματικές, τοπικές ή πιο ειδικές, μερικές από τις οποίες είναι ενδιαφέρουσες. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι τέτοιες ανθολογήσεις κυπριακής ποίησης (και κυπριακής λογοτεχνίας γενικότερα) είναι αχρείαστες και βλαβερές, γιατί, κατά την άποψή τους, διαχωρίζουν, τάχα, την κυπριακή από την ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνία. Δεν συμφωνώ με μια τέτοια άποψη. Όσο ο Βασίλης Μιχαηλίδης και άλλοι σημαντικοί κύπριοι λογοτέχνες εξακολουθούν να απουσιάζουν και από τις πιο αξιόπιστες και πιο πρόσφατες Ανθολογίες νεοελληνικής ποίησης ή πεζογραφίας, είναι καλά να εκδίδονται τέτοιες ανθολογήσεις και άλλες εργασίες υποδομής· με την προοπτική οι κύπριοι λογοτέχνες (αλλά και συγγραφείς από άλλες περιοχές του ελληνισμού και της διασποράς) να αξιολογηθούν κάποτε όπως τους ταιριάζει στο πλαίσιο της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας: «Οι σημαντικότεροι με τους σημαντικότερους, και ο συρφετός με τον συρφετό», για να θυμηθούμε τα λόγια του Γ. Π. Σαββίδη.

Continue reading

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Η ποίηση ως αντίσταση

contemporary-artwork

…είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία…
Θ. ΓΚΟΡΠΑΣ, 1957

Όποιος αποπειράται σήμερα να παρεμβάλει τα ερωτήματά του ή της ενστάσεις του στην “φιλοσοφία” του κέρδους η οποία κυριαρχεί υπό τη μορφή της απαστράπτουσας τιποτολογίας των ημερών, θα εισπράξει το λιγότερο, τον χαρακτηρισμό του άκυρου και άκαιρου σχολιαστή ή του ξεπερασμένου “παλαιομαρξιστή”.

Μέσα σε αυτό το κλίμα σκέπτομαι κάποτε πως κάποια πράγματα έχουν όντως τελειώσει, όση και αν η αγάπη μας για τα “παλαιά” είναι ίσως το μόνο, πλέον, μέτρο της αντοχής μας σε μια πληθωριστική πίεση που κατατείνει στην πολιτική άπνοια, την πνευματική οξείδωση και την ιστορική αμνησία.

Δεν έχω καμία όρεξη να υπερασπιστώ εδώ της παλιές γνωστές αγκυλώσεις της αριστεράς· δεν τις υιοθέτησα άλλωστε ούτε καν την ώρα της δόξας τους. Άλλα όταν βλέπω τώρα τα αναρριχητικά και τα παράσιτα ενός όψιμου κερδαλέου αντικομμουνισμού, “νοσταλγώ” πράγματι, δηλαδή τιμώ και προσκυνώ, την όρθια στάση της δρυός που κάποτε πετροβολούσα.

Το ξέρω πως τέτοιες δηλώσεις σε κατατάσσουν στους “νοσταλγούς” – και λοιπόν; Το αντικείμενο κάθε νοσταλγίας έχει τη δική του πραγματικότητα και το δικό του δίκιο. Μπορεί να “πάλιωσε”, λ.χ., ο νεαρός εκείνος ποιητής της δεκαετίας του 60′ ο οποίος είχε την – όχι μόνο ποιητική – τόλμη, σε πείσμα κάθε αντιαμερικανισμού από τη μια, και κάθε αντικομμουνισμού, από την άλλη, να σαβανώνει μέσα στον ίδιο στίχο τη Μέριλυν Μονρόε και το Νίκο Μπελογιάννη, μπορεί να “πάλιωσε”, λέω, εκείνος ο ποιητής αλλά πρόλαβε να αφήσει το ίχνος της γενιάς του, την ισχύουσα απάντησή του ενάντια στο πρόπλασμα του σημερινού γιάπη – του θύματος και μεταπράτη μιας εικονικής ζωής:

νεαρέ εμποράκο βλάκα
αύριο θα πεθάνεις για μιαν ένεση
που θα τιμάται με τη ζωή σου.

“Παλιές ειδήσεις” χαρακτήριζε ο Θωμάς Γκίρμπας τα ποιήματα του, εννοώντας ίσως αυτό το αεί ερχόμενο στοιχείο της ποίησης, την πρωθύστερη απάντηση στον Θάνατο – εκείνο το “παρά ταύτα” που επικαλέστηκε πρόσφατα ο Μάριος Μαρκίδης.

Αν κάποιοι στίχοι, λοιπόν, μας ξαναφέρνουν τις “παλιές ειδήσεις” της ψυχής, οι τρέχουσες ειδήσεις μας ξαναφέρνουν στα παλιά μας καταφύγια. Ο τρόμος της 11ης Σεπτεμβρίου ήρθα να μουδιάσει, να αιχμαλωτίσει, να πάρει όμηρο τη σκέψη μας. “Τίποτα δεν (θα) είναι πλέον όπως πριν”, σάλπισε η κυρίαρχη είδηση μεταξύ απειλής και θριαμβολογίας.

Παρά ταύτα. Η 11η Σεπτεμβρίου, δεν αναιρεί τις “παλιές ειδήσεις”, αναιρεί το μακάριο εκείνο γιάπικο ιδεολόγημα περί “τέλους” της Ιστορίας. Ξέρω, βέβαια, πως στις πολιτικές κόντρες των ημερών η ποίηση είναι εκ των προτέρων χαμένη. Διότι το να πετάς αντί άλλου επιχειρήματος ένα στοίχο στα μούτρα του αντιπάλου σου δεν είναι “πολιτικώς ορθόν” στην εποχή μας.

Ποτέ δεν ήταν. Αλλά κάποτε συνηθιζόταν, και τούτο σήμαινε κάτι – σήμαινε κάτι για τη ζωή, όχι για την ποίηση. Η ποίηση έτσι και αλλιώς δεν άλλαξε, υπήρξε πάντα ό,τι είναι και σήμερα: “παλιές ειδήσεις”. Αυτό ακριβώς συνιστά την ουσία της και την αντίστασή της.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σημειώσεις”, Ιούνιος 2002. Εμείς το πήραμε από εδώ: http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2014/12/blog-post.html#more

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

F.+Pessoa

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».

Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.

Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.

Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.

Continue reading

Για την Ελένη Βακαλό

Η Ελένη Βακαλό ποιήτρια και τεχνοκριτικός, γεννήθηκε το 1921 στην Κωνσταντινούπολη και μεγάλωσε στην Αθήνα όπου και πέθανε το 2001. Σπούδασε στο Παν/ιο Αθηνών Ιστορία και Αρχαιολογία, παρακολούθησε μαθήματα Ιστορίας της τέχνης στο Παρίσι. ‘Ιδρυσε -μαζί με τον σύζυγό της ζωγράφο και σκηνογράφο Γιώργο Βακαλό- την ομώνυμη σχολή διακοσμητικών και εφαρμοσμένων τεχνών, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την διδασκαλία ιστορίας της τέχνης. Δημοσίευσε πολλά βιβλία, ποιητικά, δοκίμια για την τέχνη κ.ά., έκανε εκπομπές τέχνης στο ραδιόφωνο, ενώ κατείχε συστηματικά τη στήλη της τεχνοκριτικής στην εφημερίδα «Τα Νέα» για 23 χρόνια, εκτός από την περίοδο της επταετούς δικτατορίας.

Είναι η πρώτη θεωρητικός στην Ελλάδα που θα χρησιμοποιήσει τον όρο «προσομοίωση» για να περιγράψει την σχέση θεατή – έργου τέχνης, η πρώτη που θα επισημάνει την ανάγκη μελέτης της τέχνης «Από την Πλευρά του Θεατή» (1989), ενώ θα αναφερθεί στην τέχνη ως γνωσιακό, διεπιδραστικό και ενσώματο εντέλει φαινόμενο. Η Βακαλό πρότεινε και δημιούργησε μια αυτόφωτη αισθητική θεωρία χωρίς ίχνος ακαδημαϊκού σχολαστικισμού. Ως τεχνοκριτικός -και αυτό είναι το κατ’ εξοχήν σημαντικό- πρότεινε μια ως ένα βαθμό δική της θεωρία που συνομιλούσε διεθνώς με τις μόλις ιδρυόμενες επιστήμες του δομισμού, της σημειολογίας, ή της πολιτισμικής ανθρωπολογίας.

Φιλοδόξησε με το πολυσχιδές έργο της, να εγκαινιάσει μια νέα ματιά, μια νέα γραμμή οράσεως των πραγμάτων. Η συνολική αναγνώριση του έργου της ήρθε το 1997 με το βραβείο της Ακαδημίας, ενώ το 1991 της απονεμήθηκε το Α κρατικό βραβείο ποίησης, και, τέλος, το 1998 αναγορεύτηκε επίτιμη διδάκτωρ του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Παν/ιου Θεσσαλονίκης.

Στην ελληνική λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1944 με δημοσίευση ποιημάτων της στο περιοδικό Νέα Γράμματα και μέχρι το 1997 εξέδωσε συνολικά 14 βιβλία ποιητικών συλλογών και δύο συγκεντρωτικές τους εκδόσεις (1981, 1995). Τοποθετείται από τους κριτικούς στην πρώτη μεταπολεμική γενιά των ποιητών, στον ευρύτερο χώρο του μεταϋπερρεαλισμού μαζί με τους Μ.Σαχτούρη, Ν.Βαλαωρίτη, Μ.Αραβαντινού, Τ.Σινόπουλο, Ε.Kακναβάτο, Τ.Bαρβιτσιώτη, Α.Nικολαΐδη, Ν.Δ. Kαρούζο. Το ποιητικό της έργο χωρισμένο σε τέσσερις περιόδους από το 1944 έως το 1997 αποτελεί ουσιαστικά ένα κειμενικό συνεχές, σπονδυλωτά διαρθρωμένο μέσα από τις επιμέρους συνθέσεις του.

Την ποιητική μυθολογία και κοσμολογία της κατοικούν γυναίκες, τυφλοί, παιδιά, θηρία, ζωγράφοι και λογοτέχνες, πρόσωπα του κόσμου και οι ιστορίες τους, το νερό, το δάσος, το τρωκτικό των θεμελίων, τα έγκατα της γης, ο κήπος, η θάλασσα, φυτά και ψάρια, το πουλί. ‘Ολα αυτά είναι για την συγγραφέα δυνάμει ανατρεπτικές, δημιουργικές και ποιητικές εντέλει οντότητες. Eστιάζει στο γένος των ανθρώπων, στην ανθρώπινη κοινότητα και όχι στο πρόσωπο, παίζει με τις έννοιες της ιστορίας, της εξουσίας και της αθωότητας, χωρίς ποτέ η γραφή της να ολοκληρώνεται με ένα αφηγηματικό επιμύθιο.

Στοιχεία της φύσης, η ύλη και η ενέργεια, ο χώρος μέσα στην κοσμική του προοπτική, οι μορφές στο χώρο, τα έμβια όντα, όλα συνδέονται σε ένα οργανικό συνεχές, σε μια αλυσίδα αέναων μετασχηματισμών και μορφογενέσεων. Η αρχή της προσομοίωσης διαπερνά και την ποιητική της ματιά. Τίποτα δεν εξαφανίζεται ή δεν πεθαίνει, αλλά μετατρέπεται, παίρνει άλλες μορφές. Το ένα μπαίνει στην θέση του άλλου. Η αφή παίρνει την θέση της όρασης, ο πόνος και η τρέλλα την θέση της γνώσης, το φαινομενικά άδειο κυοφορεί τη νέα ζωή, η αθωότητα γίνεται άλλη εξουσία, η αρρώστια άλλος έρως ζωής. Το λίγο γεννάει το πολύ, από το γνωστό ή από το αισθητό οικειωνόμαστε το αφηρημένο ή το άγνωστο. Από το οργανικό στο ανόργανο, από την σύνθεση στην αποσύνθεση, αυτή η κίνηση που χαρακτηρίζει το αέναο κοσμικό γίγνεσθαι εμπνέει την ποιήτρια. Στα ποιήματά της καταγράφεται ένα κολλάζ κινούμενων εικόνων. Οι μορφές σχηματίζονται και αποσχηματίζονται, γεμίζουν και αδειάζουν από σάρκα και χρώμα, κίνηση και δράση, οι μορφές ξεχωρίζουν από το φόντο και μετά πάλι υποχωρούν στο φόντο. Είναι σαφής στα ποιήματά της η επίδραση και ο απόηχος από την θεωρία των μορφολόγων της Gestalt, αλλά και της θεωρίας του Arnheim για την οπτική αντίληψη. Εξ άλλου όλη η τέχνη (ζωγραφική, λογοτεχνία κ.ά.) συνιστούν για τη Βακαλό χειρονομία και «συμπεριφορά», κίνηση προς τον κόσμο (1989, 1975, 1999).

Στο ευρύ φάσμα του ποιητικού έργου της ενσωματώνονται ποικίλα και ετερογενή στοιχεία. Πρόκειται για μια ποίηση που αντλεί από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους ή τη βιολογία αλλά και συγγενεύει με ποιητές όπως ο Wallace Stevens ή η Marianne Moore. Χωρίς λοιπόν να ανήκει αυστηρά σε συγκεκριμένες ομάδες ή κινήματα, η ποιητική γραφή της Βακαλό με τις διαρκώς μεταβαλλόμενες εικόνες, αλλά και με ένα οριακό παιχνίδι με τη σύνταξη και με τη σχέση γλώσσας – νοήματος συγγενεύει εκλεκτικά με πολλά πρωτοποριακά μεταπολεμικά διεθνή κινήματα, όπως π.χ. ο νεοϋπερρεαλισμός, η «Συγκεκριμένη Ποίηση» [Konkrete Poesie] της δεκαετίας του 1950, ή η γλωσσοκεντρική ποίηση των δεκαετιών 1970 και 1980. ‘Ηδη από το 1970, με τα δοκίμιά και τα ποιήματά της, ανοίγει το δρόμο σε κάθε είδους πειραματισμούς που σχετίζονται με την διεπίδραση εικόνας και λέξης.

Πρωτοποριακή θα χαρακτηρίζαμε, επίσης, την άποψη της Βακαλό για το τι είναι ποιητικό και ποίηση: αποαισθητικοποιεί την σχέση ζωής-τέχνης. Η ποίηση υπάρχει παντού, φτάνει να τη δούμε, να «ανοίξουμε» τα μάτια, όπως είπε και η ίδια χαρακτηριστικά μιλώντας για την δική της ποίηση σε συνέντευξή της στο Μ. Μήτρα (Γ’ Πρόγραμμα 1992):

πρέπει να πω ότι είναι μια ποίηση που βγαίνει από τα όρια της δεδομένης αντίληψης της ποίησης, αλλά εγώ πιστεύω και γι’ αυτό πολεμάω και γι’ αυτό πολέμησα … ότι η ποίηση είναι παντού. Και στα πιο κοινά πράματα. Αυτή τη μαγεία δεν είναι ανάγκη να τη ζητάμε με φυγές. Ο σκοπός είναι να τη δούμε σε όλα γύρω μας και αυτό είναι το θέμα όλο.

«Κοινή» χωρίς ποιητική εκζήτηση είναι και η χρήση γλώσσας στα ποιήματά της. Ωστόσο, αυτή η απλή -λεξιλογικά- γλώσσα παίζει σε άλλο επίπεδο: διαρρηγνύει γραμματικούς κανόνες και σημασιοσυντακτικά πρότυπα, παίζει με την ταυτότητα των όρων της πρότασης, την σειρά των λέξεων, τους συντακτικούς δεσμούς ρήματος – αντικειμένου, κ.ά. Πειραματίζεται με την οπτική διάταξη των λέξεων στην τυπωμένη σελίδα, χρησιμοποιεί συχνότατα το σχήμα του υπερβατού, σχήμα της υψηλής ποίησης κατά το Λογγίνο, όπως π.χ. στον στίχο «Σα να η θάλασσα δοκιμάζει τον ήλιο ξανά» από την ποιητική συλλογή Ημερολόγιο της Ηλικίας (1958) ή το ποίημα «Η έλλειψη του νερού» από την ίδια συλλογή:

Την επάρκεια του σώματος η ηδονή

Η δίψα αρχίζοντας
‘Οπως τα χείλη φουσκώνουν
Στη σύσταση χλοερά που ήταν πιο πριν

Μ’ άλλον τρόπο απαίτησης
Μ’ άλλες κάμψεις
Αποθέματα ελάχιστα στιγμων δροσερών εξαντλεί

(123)

Πριν από τον λυρισμό

Εξάλλου και ο τίτλος Πριν από το Λυρισμό της πρώτης συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων (1981) δεν είναι τυχαίος. Δηλώνει μια στάση απέναντι στην ποίηση. Μια γλωσσική στάση που αποποιείται αυτό που η συγγραφέας ονόμαζε «λυρική αίσθηση»: δηλαδή την ευτελή αισθηματολογία, την αυτοδάπανη εξομολόγηση, τις στομφώδεις κορώνες. Χωρίς ρητορείες, γυμνός από επίθετα και φειδωλός στα ρήματα ο λόγος της, αφαιρετικός, υιοθετεί συστηματικά την γλωσσική απόσταση από το «εγώ». Από αυτή την γλωσσική αφαίρεση, προκύπτει το ποιητικό πλεόνασμα, από την εμμεσότητα , η αμεσότητα. ‘Οχι πως απαρνείται το συναίσθημα η ποίηση αυτή. Προσηλώνεται, αντίθετα, στην ανάδειξη πρωτογενών αισθημάτων όπως ο φόβος, η ανάγκη του άλλου, η ερωτική επιθυμία, το τραύμα της απώλειας. Στις συλλογές της ενότητας πριν από το λυρισμό, πολλές φορές η ποιήτρια θα αναφέρει το φόβο. Πρωτογενές, αρχέγονο συναίσθημα ο φόβος, καθολικό για ζώα και ανθρώπους, συνιστά για την ποιήτρια μια από εκείνες τις «καίριες αντιληπτικές και δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου» που έχουν απωθηθεί από τον δυτικό ορθολογικό πολιτισμό. Η γυναίκα, ωστόσο, θα προσθέσει η συγγραφέας το 1976 σε κείμενό της για την «φύση» της γυναικείας ποίησης, λόγω του αποκλεισμού που της επέβαλε αυτός ο πολιτισμός σε πολλά κεντρικά ζητήματα είχε την τύχη «να μην χάσει την επικοινωνία των πηγών». Το αγρίμι, τα ζώα, οι γυναίκες, το πουλί, «ξέρουν να φοβούνται». Η απόδοση του καθολικού συναισθήματος του φόβου από κοινού στη φύση και στους ανθρώπους, υπαγορεύει εκτός των άλλων και την αποπομπή του «λυρικού στοιχείου» από την ποιητική γλώσσα που υιοθετεί η συγγραφέας.

Οι αισθήσεις, το σώμα, η κίνηση, ο χώρος και η οπτικοκινητική του προσπέλαση, όλα αυτά είναι θέματα των αισθητικών της δοκιμίων που θα περάσουν και στα ποιήματα.

«Η πρώτη κίνηση χορού»

‘Ολες τις ώρες τα σώματα
Σχεδιάζουν γύρω μας
Μεγάλους
Μεγάλους
Διασταυρούμενους κύκλους
Περπατησιάς αγριμιών

(Περιγραφή του Σώματος, 1959, 61)

Ειδικά το σώμα έχει πολλαπλή σήμανση. Περιγράφεται ως η σκοτεινή, μυστηριώδης ζωική οντότητα όπως αναφέρει στην συλλογή Περιγραφή του Σώματος (1959): «σκοτεινό θαμπό δέρμα θηράματος που ακόμη δεν έχει μέσα μας νικηθεί» (60). Ενώ αρχικά τονίζεται το βιολογικό σώμα (αισθήσεις, μέλη, εσωτερικά όργανα), στη συνέχεια συνδηλώνεται ένα συμβολικό σώμα του φαντασιακού, των σκοτεινών ενορμήσεων, του ονείρου μαζί με ένα υπερρεαλιστικά εικονογραφημένο σώμα: το σώμα-χώμα, το σώμα-κήπος, κατοικία άγριων πουλιών, σώμα-τοπίο, μνημείο, μάζα φωτός, ζώο, φωλιά, κέλυφος. Στη συλλογή Του Κόσμου (1978) βλέπουμε το σώμα-σχήμα, το άδειο από ερωτική επιθυμία σώμα:

Το συμβολικά απονεκρωμένο από επιθυμίες σώμα , γίνεται ένα ακόμη «εντάφιο σχήμα». Το σχήμα στην ποίηση της Βακαλό, επίσης σημαντικό διανόημα, είναι εικαστικής καταβολής, είναι μέρος του τρίπτυχου σχήμα-μορφή-ύλη. Ο τυφλός στο ποίημα Η έννοια των τυφλών (1962) με την αφή νιώθει το σχήμα των πραγμάτων.

Αν μέχρι το 1966 διαφαινόταν ακόμη η νεωτερικής καταβολής αγωνία για τη γλώσσα, η τρίτη περίοδος του ποιητικού της έργου με τίτλο «Τα Κοινά» (1971-1990) έχει τα σημάδια της ωριμότητας. Απελευθερώνεται από συμβατικές χρήσεις και ειδολογικά όρια, γραμμικές κανονικότητες, επικοινωνιακές σταθερές. Ο τίτλος «Τα Κοινά» δηλώνει την αλλαγή θεματικής, το πέρασμα στην ανθρώπινη κοινότητα, στην «ανθρωπογονία». Ούτε τώρα η γραφή της Βακαλό αποχωρίζεται την προ-λυρική επιλογή της, το ‘εγώ’ εκλείπει ως ανάγκη αναφοράς. Εδώ όμως παίζει συνειδητά με τα είδη του λόγου. Τα ποιήματα μετεωρίζονται σε ένα διακείμενο που διαρκώς αλλάζει. Ο ποιητικός λόγος γίνεται αποικία άλλων λόγων: παιδικός λόγος, συνειρμικός αυθόρμητος λόγος, ποίηση συνομιλίας, προφητικός λόγος, απόηχοι και διάσπαρτες ή έμμεσες αναφορές στον Κάλβο, το Σολωμό, την ιστορική αφήγηση, τον έμμετρο στίχο, είδη και γένη λόγου παρελαύνουν αποσπασματικά. Απρόσωπη και η Ροδαλίνα, η πολυσχιδής γυναικεία φιγούρα των δυο ομώνυμων ποιητικών συλλογών, εμφανίζεται ως ένα πληθυντικό υποκείμενο, «Περπατώ περπατώ/ Η κυρά Ροδαλίνα κι εγώ/ Εγώ είμαι η Ροδαλίνα/ Αλλά η Ροδαλίνα δεν είναι εγώ» (Οι παλάβρες της κυρά Ροδαλίνας, 1987,196).

Οι άγλωσσοι ποιητές

Με το τελευταίο ποιητικό βιβλίο της Επιλεγόμενα (1997) κλείνει η 50χρονη παρουσία της Βακαλό στην ελληνική ποίηση. Σ’ αυτό όμως θα δώσει μερικούς από τους ωραιότερους στίχους που αφορούν την αγωνία να αποδοθεί η ζωή των πραγμάτων στο μεγάλο ‘έξω’, την εξορία της γλώσσας όπως ποιητικά το θέτει η ποιήτρια σε μια λακανικού τύπου αναλογική παρομοίωση της γλώσσας με καθρέφτη

Τα πράγματα στον καθρέφτη
Δεν είναι πράγματα
Στη γλώσσα μας το ίδιο

(26)

Στο θόλο του ομιλουμένου
Η λέξη εξαντλείται ως πράγμα
Και τότε το πράγμα υπάρχει
εξ αρχής
‘Αγλωσσοι οι ποιητές
γίνονται ποιητές
‘Ετσι όπως εγώ τους θέλω

(25)

Οι νύξεις στις ζωικές, μη λεκτικές καταβολές του «πράγματος», στην «αρχέγονη, άγλωσση, συγκινησιακή αφετηρία της γλώσσας», που θέλει τους ποιητές «άγλωσσους», είναι πολλές και σαφείς. Κάτω από τη «γλώσσα σκεπή» το «εγώ ως πράγμα φωνής», «άλεκτο», θυμίζει το φροϋδικό ‘id’, το κομμάτι της εμπειρίας που δεν μπορεί να λεκτικοποιηθεί, «αποφασίζει», ωστόσο τον λόγο

Εγώ, ως πράγμα φωνής
‘Αλεκτο
Η σιωπή αποφασίζει τον λόγο
Αναλογεί σ’ ένα της μέρος

(28)

«Δεν υπάρχει κόσμος αν δεν υπάρχει γλώσσα», θα πει σε ένα θεωρητικό δοκίμιο της για την τέχνη η συγγραφέας. Στις ευτυχισμένες στιγμές της η γλώσσα- καθρέφτης, η γλώσσα – κομμάτι σιωπής γίνεται λέξη-καταλύτης, ποίημα-πράξη που ξαναβαφτίζει το πράγμα, όπως το θέλει η ποιήτρια:

Είναι πράγμα
Το άλλο του πράγματος
Γιατί ενάντιο σε μένα
Και όμορφο
Το πλησίον που χάνεται
Το μετατρέπω σε ρήμα
Εννοείται ο αέρας
Και βόσκει
Ψηλώνοντας απ’ το χόρτο
Το πράσινο ως χρώμα

Επιμένω στα παραδείγματα
Εξηγώ έτσι κάθε αντικατάσταση
Στη φύση της γλώσσας

(21)

Αλληγορίες της όρασης

Η όραση, μια αίσθηση που κατ’εξοχήν αφορά την τεχνοκριτικό Βακαλό, απομυθοποιείται στα ποιήματά της. Αλληγορίες της όρασης μας δίνει η ποίησή της, μας υπενθυμίζει την ευθύνη της όρασης, μια ευθύνη που μας εξομοιώνει με τους τυφλούς, γιατί η οπτική εμπειρία του πραγματικού είναι συχνά δεύτερο χέρι, πολλά από όσα βλέπουμε έχουν προ-παραληφθεί, τίποτα δεν προσφέρεται γυμνό και ακατέργαστο σε ένα αθώο μάτι. Η όραση προϋποθέτει την απόσταση, είναι η πιο δεσποτική των αισθήσεων, και στη θέση της η ποιήτρια Βακαλό αντιπροτείνει την αφή, την μετωνυμική αίσθηση της εγγύτητας ή της τυφλότητας.
Την πρωτογενή αθωότητα του τυφλού ματιού επιζητεί στο ποίημά της Η ‘Εννοια των τυφλών (1962) και συνδέει την τυφλότητα με την ποίηση. Τυφλές γυναίκες δεν ιστορεί βέβαια πολλές και σημαντικές ο κανόνας του δυτικού πολιτισμού, διαθέτει όμως τον τυφλό ποιητή, τον τυφλό μάντη, τον τυφλό τραγικό ήρωα (‘Ομηρος, Τειρεσίας, Οιδίποδας), φιγούρες που περνούν μέσα στο ποίημα αυτό ακριβώς γιατί νοιώθουν, κυρίως, το τρομερό κάτω από το ωραίο.

Η έννοια των τυφλών

– Απ’ το ημερολόγιο των τυφλών –

Απλώθηκε σα σκιά απειλής κι ησυχίας μεγάλης, όταν
μέσα της βρίσκεσαι και δεν έχεις να λες
το «πότε πια θάρθει»
Εφηβεία καινούργια με χλόη που μαύρη, τώρα καθώς
το μπορούσα κατάματα να βλέπω τον ήλιο, στις παρυφές του
φυτρώνει
Κι όπως τότε που έρωτα περιμένοντας την καρδιά μου φοβόμουν
Πολλά γύρω μου και αόριστα κι ακοές πιο ωραίες
‘Οπως πάντα πλησιάζοντας τη σιωπή και οι ψίθυροι και
τα νεύματα που διακρίνεις
‘Ολα μοιάζαν πως χάνονταν κι όλα τότε ξανοίγαν
Νοσταλγία αργής μεταμόρφωσης συνοδεύει το ποίημα
Γιατί τάχα πώς να βρεθήκανε οι επιθυμίες στο ποίημα και τα άλλα
που τον θάνατο ετοιμάζουν;

Αυτά ένας συλλογισμός βαθύς τα αναπαύει

Ζώνες που αστράφτουν έρημες κι απρόσκοπτος ο αέρας τους
περνάει από τη γη
Με το γυμνό κεφάλι του και τις μικρές ψιλές φωνές, τις γρήγορες
Του λάρυγγα
Διασχίζοντας – τι γρήγορα – τις ζώνες του καιρού
‘Οχι με μιάς
Με πάλεψε, σ’ όλο το σώμα μου έσκαψε για τα όμοιά του φωλιές
Κι έγινα κατοικία άγριων πουλιών
Στη μέση ερημιάς

Τώρα εκεί θα κατοικεί τ’ ωραίο πουλί
Σ’ ένα κουβάρι συνωστίζεται αναπνοής
Το τρωκτικό των θεμελίων

Η συμβολή του έργου της Β. δεν εξαντλείται στις ακραίες και πειραματικές χρήσεις του λόγου, όπως π.χ. η αποκάλυψη των βαθιών δομών της γλώσσας, η λέξη αντικείμενο, κλπ. Σε βάθος χρόνου μένει κάτι άλλο σημαντικότερο. Το αίτημα για την παλινδρόμηση της γλώσσας στο πράγμα, την γείωση του γλωσσικού συμβόλου στην ενσώματη καταβολή του, την επιστροφή του λόγου στο μύθο. Με την ποίησή της αποζητά εκείνη την χαμένη διάσταση του ποιείν, όταν ονομάζοντας το πράγμα ταυτόχρονα το δημιουργείς. Η ποιήτρια στρέφεται στον αρχαϊκό κόσμο της ταύτισης λέξης και πράγματος και αμφισβητεί τον ορθολογικό δυϊσμό που κατά τη γνώμη της καταδυνάστευσε την δυτική σκέψη. Στην ίδια την ποίησή της ο μύθος είναι ο λόγος του πράγματος, ένας λόγος-μύθος που θέλει να συναντήσει το φαντασιακό όλων μέσα σε μια ίδια αναπαράσταση. Το εγχείρημα όμως αυτό επιχειρείται με ανορθόδοξα μέσα, με μια «δύσκολη» γλώσσα, μια σκληρή αγάπη που ως τέτοια ακριβώς εξανθρωπίζει τη λέξη:

Και δαίμονας και άγγελος, έτσι γεννιέσαι,
να είσαι άνθρωπος το μαθαίνεις

(Του Κόσμου, 1971, 147)

Η ποίηση της Ελένης Βακαλό συνιστά έναν τρόπο να βλέπεις τα πράγματα, μια πλευρά από όπου μπορείς να δεις τον κόσμο, είναι μια ποίηση αγωγής, μια ποίηση που ήταν «μπροστά από τον καιρό της» και τώρα μόλις συναντά τους αποδέκτες της, εμάς τους αναγνώστες-θεατές του 21ου αιώνα.

*Παρμένο από το http://www.poema.gr
**Στο βίντεο στιγμιότυπα από εκδήλωση για την Ελένη Βακαλό στη σειρα “Ποιητές στη σκιά”.

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ντουέντε

984182_718657121503606_227080172327487979_n

(…) Απλά, με τον τόνο της ποιητικής μου φωνής που δεν έχει ούτε αποχρώσεις ξύλου, ούτε λαβύρινθους δηλητήριου, ούτε αρνιά που ξαφνικά γίνονται μαχαίρια ειρωνείας, θα προσπαθήσω να σας δώσω ένα μάθημα απλό για το κρυμμένο πνεύμα της πληγωμένης Ισπανίας. (…)

Ο Μανουέλ Τόρρες, ένας μεγάλος καλλιτέχνης της Ανδαλουσίας, είπε κάποτε σ΄ έναν άλλο τραγουδιστή: «Έχεις φωνή, έχεις στυλ, όμως ποτέ δε θα πετύχεις γιατί δεν έχεις καθόλου ντουέντε».

Σ΄ ολόκληρη την Ανδαλουσία, απ΄ το βράχο του Χαέν μέχρι το όστρακο του Καντίθ, οι άνθρωποι μιλούν συνέχεια για το ντουέντε κι όταν φανεί, το ένστικτό τους δεν τους γελάει ποτέ. Το αναγνωρίζουν αμέσως. (…) Η γριά τσιγγάνα χορεύτρια Λα Μαλένα φώναξε κάποτε ακούγοντας τον Μπραϊλόφσκυ να παίζει ένα κομμάτι του Μπαχ: «Όλε! Αυτό έχει ντουέντε». Όμως ο Γκλουκ, ο Μπραμς κ ο Νταριύς Μιλώ την έκαναν να βαρεθεί. Κι ο Μανουέλ Τόρρες, που μες στις φλέβες του τρέχει περισσότερη κουλτούρα απ΄ ό,τι σ΄ οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο που γνώρισα ποτέ, ακούγοντας τον ίδιο τον Ντε Φάλια να παίζει το «Νοκτούρνο ντελ Χενεραλίφε», είπε αυτή τη θαυμαστή κουβέντα: «Ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει Ντουέντε». Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια. (…)

Αυτοί οι «μαύροι ήχοι» είναι το μυστήριο, οι ρίζες που απλώνονται κάτω βαθιά στο πλούσιο χώμα, γνωστό μα κι άγνωστο σε όλους μας, απ΄ όπου όμως βγαίνει ό,τι αληθινό έχει να δείξει η τέχνη. Ο Ισπανός άνθρωπος του λαού μίλησε για «μαύρους ήχους» και λέγοντας αυτό, συμφωνεί με τον μεγάλο Γκαίτε που έδωσε τον ορισμό του ντουέντε όταν μιλώντας για τον Παγκανίνι του απέδωσε «μια μυστήρια δύναμη που όλοι νιώθουμε μα που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε ποτέ».

Continue reading

Francesco Marotta: «Η ποίηση: μια μορφή αντίστασης»

marotta

Συνέντευξη στην Ευαγγελία Πολύμου
`
«να γράφεις είναι μια μοίρα που τρέφεται από τον ίσκιο των ωρών
το ερωτικό αγκάθι όποιου δεν αφήνει τίποτα πίσω του
για να ʼναι στάχτη, στοιχείο του ανέμου
είναι χαραγμένο πάντα με γράμματα φωτιάς
μες στις ίριδες των σημαδιών που σέρνει»

-Κύριε Μαρότα, σας καλωσορίζω στον ιστοχώρο του «Ποιείν». Τι είναι για εσάς η ποίηση και τι ρόλο παίζει στη ζωή σας;
-Καταρχάς, ευχαριστώ για την προσοχή σας και την πρόσκληση, είναι αληθινά τιμή και χαρά να φιλοξενούμαι στις σελίδες του «Ποιείν».
Η ποίηση, λοιπόν. Για μένα, δεδομένου ότι έχω ωριμάσει στην πορεία των χρόνων, ενώ συνεχίζω να θεωρώ σχεδόν αδιαχώριστες τη μελέτη και την περίσκεψη με την κειμενική πρακτική, είναι μία από τις υψηλότερες μορφές έκφρασης αντίστασης, κατά κύριο λόγο προς την εξουσία, τα εμβλήματά της, τα είδωλά της, τις μάσκες της και τα τελετουργικά της: εν ολίγοις, αντιπολίτευση σε όλα όσα ανέκαθεν αρνούνται το ανθρώπινο σε κάθε του εκδήλωση και διαφοροποίηση.
Ο ποιητής, σεβόμενος την ιδιότητά του, θα πρέπει να γίνει ενσυνείδητος κομιστής «καταιγίδας» και «ανατροπής», για να παραθέσω τη σκέψη ενός δημιουργού που μου είναι ιδιαίτερα αγαπητός, του Ρενέ Σαρ· θα πρέπει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να ανατρέψει, μαζί με τις προθεσμοθετημένες δομές της πραγματικότητας, ακόμη και την παράδοση της ίδιας της γλώσσας στις λογικές που συμβάλλουν στον καθορισμό εκείνων των δομών κι εκείνης της πραγματικότητας: αλλά, για να γίνει αυτό πράγματι εφικτό, ο ποιητής θα πρέπει να είναι σε θέση να εδραιώσει μια μοναδική και διαχρονική ηθική σχέση με τη λέξη, δίχως την οποία η άσκηση της γραφής γίνεται καθαρή καλλιγραφία, ένα «κεντίδι στο δέρμα του τίποτα».
Η ηθική δεοντολογία, στην περίπτωση αυτή, δεν θέλει να υποβάλλει μόνο μια ανάκληση στο μήνυμα του κειμένου και στις υπονοούμενες ή δηλωμένες αλληλο-συσχετιζόμενες αξίες, όσο μάλλον μια αναγνώριση της ελευθερίας, της αναγκαιότητας ύπαρξης του άλλου, δηλαδή της λέξης ως τέτοιας: όχι πλέον μόνον ένα εργαλείο, αλλά μια οντότητα, που στα έγκατά της καθιζάνουν κι ενοικούν στιγμές ασυμβίβαστες με την καθαρή παρουσίαση του δεδομένου: η μεταμόρφωση και η ακρότητα, ως εκ τούτου, ενάντια στην υπόσταση, δηλαδή την άρνηση όλων όσων, ακατάσχετα, περνούν πέρα από τους στατικούς κλωβούς, αμείλικτα βίαιους και απαγορευτικούς, της κυρίαρχης άποψης.
Ναι, η ποίηση κατέχει βεβαίως έναν εξέχοντα ρόλο στη ζωή μου, αλλά δεν την εξαντλεί, αυτό όχι, έστω κι αν από αυτήν είναι που παίρνει ώθηση και ρέει, ίσως επειδή είναι ακριβώς ο διαλεκτικός ριζοσπαστισμός στις αντιφάσεις της κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας μες στην οποία γεννήθηκα, μαζί με την ηθικο-πολιτική ουσία των αξιών μες στις οποίες μεγάλωσα, για να ανατροφοδοτούν, αν και σε μορφές τελείως δικές μου, εκείνη τη διερεύνηση, εκείνο το ακατάπαυστο experimentum mundi (πείραμα του κόσμου) διαμέσου κι εντός της λέξης που τώρα πια δεν θα μπορούσα επ’ ουδενί ν’ απαρνηθώ.

Continue reading

Η ποιητική κιβωτός της κρίσης

kleftiko
 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΚΛΕΦΤΙΚΟ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΡΕΒΕΔΟΥΡΑΚΗ

Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου

διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική

υστερικές, γυμνές και χρεωμένες

να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους

την αυγή γυρεύοντας

τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση,

ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη

τους μεταφέροντας πίτσες,
φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη υγιεινής,

που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας

μπροστά από υπερφυσικές οθόνες

μ’ έναν τρόμο παράλυτο
για τα βιογραφικά τους,

που βρήκαν την κόμισσα Seroxat

να σέρνεται ξημερώματα στην Ηπείρου

συντροφιά με τον βαρόνο Tavor

και τη μακρινή εξαδέλφη του –

αναιμική δεσποινίδα του ιδιωτικού

παροράματος -Xanax,

που σκάλισαν μ’ έναν ξεκούρδιστο τζουρά

χιτζάζ, ουσάκ, σαμπάχ

και πειραιώτικους δρόμους,

αυλακωμένα απομεσήμερα με καύσωνα
μέσα σε τυφλά δυάρια και γρίλιες ασφυκτικές,

που πάρκαραν τα Cherokee τους

στα λιθόστρωτα του Ψυρρή

κι έχασαν το σκαλπ τους για μια φυσική
ξανθιά –που δεν ήταν φυσική ξανθιά–

που τρέκλισαν και σκόνταψαν

στο ανυπόληπτο φιλιατρό

επιστρέφοντας με σκάρτη καρδιακότητα

στη Κατανάγκα,

που άκουσαν τον Σωκράτη να ουρλιάζει

«Τα Πάγια» με σπασμένες χορδές

απ’ τη Συκιά Χαλκιδικής ίσαμε τη Στουτγάρδη,

που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή

με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ

και το Πρόβλημα της Αναπηρίας

στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν

στην Αθήνα

θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ

το μακρύτερο

μανίκι της μεταμοντερνίλας,

που έψαξαν ανάμεσα στις 7.284 πληγές

του Φαραώ

μήπως και βρουν τη δική τους,

που το ’ριξαν στο Ζεν και μπόλιασαν

τον Στάλιν

με στούντιο-πιλάτες και γιόγκα-πλαστικές,

που χαιρέτησαν με τρόπους ευγενικούς

καθώς αρμόζει στ’ αστόπαιδα

το άδειο κρεμασμένο σακάκι στην πλάτη

της καρέκλας του Γενικού,

που έβαλαν σε λειτουργία τον αυτόματο

πιλότο της νεύρωσης δίχως τρέλα

και χώνεψαν τη Μέθοδο και την Δομή

εκδίδοντας ιδίοις αναλώμασιν

τ’ αβρόχοις ποσίν

για να συνδιαλέγονται τα νούφαρα

του νάρκισσου μεταξύ τους,

που γύρεψαν την αγάπη τους ανεμίζοντας

σημαίες της Κρονστάνδης,

που διπλώθηκαν από τη μοναξιά

μέσα σε γυμνά δωμάτια, καίγοντας

τα πτυχία τους στον κάδο ανακύκλωσης

κι ακούγοντας το διπλανό

σκυλάδικο μέσ’ απ’ τον τοίχο,

που ήπιαν νέφτι, χλωρίνη κι έφαγαν

κουκούτσια ελιάς τη μέρα της μετάταξής τους

στο 724 ΤΜΧ, στο 482 ΤΔΒ, στο Κ.Ε.Υ.Π.

στο Γ.Ι.Α.Τ.Ι. και στο Μεγάλο Πεύκο,

που γυάλισαν ερπύστριες, ερπύστριες,

ερπύστριες, ζάντες παροπλισμένων Leopard,

κάνιστρα και διόπτρες νυκτός,

και πιάσαν φωτιά απ’ το τσιγάρο κάποιου

καφρόκαυλου ΕΠΟΠ

κι έχασαν το πρόσωπό τους > πού είναι το δέρμα σου Παναγόπουλε;

> δεν ξέρω κύριε Στρατηγέ, κάνω πλεονασμό; σχωράτε με…

που τάισαν το τέρας που τους τάιζε δειπνώντας μ’ έναν ντεφορμέ θεό,

που χάραξαν στο μπράτσο τους με σκουριασμένο κοπίδι το πρώτο χαδάκι

του έρωτα σε δίωρους γαμηστρώνες art deco,

(από το πρώτο μέρος του «Κλέφτικου», Γιώργος Πρεβεδουράκης,
εκδόσεις Πανοπτικόν, 2013)

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Η κρίση γεννά απελπισία, κόμπους συναισθήματος, τσακισμένους παλμούς και αδιέξοδα. Μαζί με αυτά ή παρόλα αυτά ή εξαιτίας αυτών (η κάθε περίσταση θα επιλέξει τη δική της απάντηση ξεχωριστά) γεννά και σημαντικά βιβλία. Το «Κλέφτικο» του Γιώργου Πρεβεδουράκη κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 2013 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν και αποτελεί το δεύτερο βιβλίο του ποιητή. Χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, αποτελεί μια ελεύθερη μεταγραφή τεσσάρων ποιημάτων του Άλεν Γκίνσμπεργκ στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, δεμένα σε ένα ενιαίο σώμα (πρόκειται για το πρώτο και το τρίτο μέρος του «Ουρλιαχτού» και για τα ποιήματα «Αμερική» και «Θεία Ρόζα»). Τις μεγάλες συνθέσεις χωρίζουν μικρά ποιητικά ιντερμέδια χαμηλής φωνής.


Ο Πρεβεδουράκης δεν μεταφράζει, ούτε μιμείται τον αμερικανό ποιητή. Επιλέγει τους βασικούς του άξονες, τις επαναλαμβανόμενες λέξεις του και τα χαρακτηριστικότερα τοπία του και τα μεταστοιχειώνει, χρησιμοποιώντας τα με παιγνιώδη διάθεση στα όρια της ειρωνείας (συχνά και της αυτοϋπονόμευσης). Έτσι, οι δόσεις της πρέζας της Αμερικής του ’50 θα παραχωρήσουν τη θέση τους στις δόσεις των τραπεζών της Ελλάδας του 2010, η στοιχειωμένη φιγούρα του φίλου του Άλεν Γκίνσμπεργκ, Καρλ Σόλομον θα αντικατασταθεί από τον ποιητή Ανδρέα Παγουλάτο και ο ποιητικός τόπος της Αμερικής θα μεταμορφωθεί στον εθνικά λοξό μη-τόπο της Φευγάδας. Το διακειμενικό παιχνίδι με το πρωτότυπο είναι ορατό σε πολλά σημεία, ενώ σε άλλα υφέρπει διακριτικά, παρόλα αυτά δεν κατέχει κεντρικό ρόλο (χαρακτηριστικά είναι επίσης και τα παιχνίδια με στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ, της Γερτρούδης Στάιν, του Γιώργου Σεφέρη, του Βύρωνα Λεοντάρη, του Γιάννη Βαρβέρη και άλλων). Ο ποιητής γνωρίζει πως ο καλύτερος τρόπος για να μείνεις πιστός στον ενθουσιασμό του αρχικού ερεθίσματος είναι απιστώντας, σε αναζήτηση εκείνης της παλαιάς φόρτισης που υπήρχε πριν την πρώτη ανάγνωση του κειμένου και που τελικά το κείμενο θα την καλύψει. Εκείνης της συγκίνησης που είναι αδύνατον να μεταφραστεί, όχι μόνο από γλώσσα σε γλώσσα αλλά και από εποχή σε εποχή.


Ο Πρεβεδουράκης δανείζεται από τον Γκίνσμπεργκ τους αρμούς πάνω στους οποίους θα απλώσει τον δικό του μακροσκελή παραθετικό λόγο, εικονογραφώντας τα δικά του πορτρέτα, φωτογραφίζοντας τις δικές του εικόνες, ψιθυρίζοντας τις δικές του στροφές. Ανεξάρτητα από την όποια αναφορά, το «Κλέφτικο» δεν προϋποθέτει τη γνώση του αρχικού κειμένου στο οποίο αναφέρεται και παραμένει αυτοτελές.

καλό μου θήραμα,

πες μου, σε παρακαλώ

τι’ ναι προτιμότερο από τα δύο;

να σε κυνηγάνε

ενώ έχει απαγορευτεί το κυνήγι;

ή να σε κυνηγάνε

ενώ επιτρέπεται;

Το «Κλέφτικο» αποτελεί το ημερολόγιο μιας στιγμής, το στιχουργικό άπλωμα γύρω από ένα σημείο που όλο βαθαίνει. Στο κέντρο της σύνθεσης τοποθετείται η απόγνωση, η οργή και ο θυμός για τη σύγχρονη ελληνική κρίση. Γύρω από το σημείο αυτό θα απλωθεί ο λεκτικός στρόβιλος των αναφορών: η Ελλάδα του 2010 που ψιθυρίζει χαμένα όνειρα και αμαρτίες, μιλάει τα κακά αγγλικά των μετοχών στα χρηματιστήρια μιας χαμένης γλώσσας, βιώνει ένα παράλογο βαλκανικής κοπής, στον στρατό, στις υπηρεσίες, στα δελτία ειδήσεων και στα ιδιωτικά οράματα του καθενός. Μια χώρα που θρηνεί τη νέα μεγάλη ιδέα, μια ιδέα ισχύος που γέρασε απότομα ανάμεσα στο άνοιγμα και το κλείσιμο των ματιών και ταυτόχρονα βλέπει εφιάλτες από το παρελθόν της Χούντας, αναρωτιέται για το αμφίβολο παρελθόν της καταγωγής της και τελικά απλά προσπαθεί να ζήσει στο τώρα. Και δίπλα σε όλα αυτά τα προσωπικά βιώματα του ποιητή, οι εμπειρίες και οι παιδικές αναμνήσεις, τα αναγνώσματα και οι ήρωες, οι φίλοι και οι ενσαρκωμένες απογοητεύσεις. Το κείμενο όσο πιο πολύ εισχωρεί στο προσωπικό, αντί να αναδιπλώνεται προς τα μέσα εκτείνεται προς το πέρα και συναντάει τους άλλους. Το «Κλέφτικο» αποτελεί ποιητική σύνοψη μιας γενικότερης διάθεσης μέσα την κρίση, η οποία καταγράφεται και απλώνεται σε έναν μακροσκελή λόγο στα όρια της αναπνοής (της εκπνοής και όχι της εισπνοής).

Φευγάδα με κέρασες Maalox

και σε συμπάθησα

Μα σύντομα αποδείχτηκες

γκιόσα του παρακράτους

Το βιβλίο σκαλισμένο με την αρχιτεκτονική του γραπτού λόγου και την αμεσότητα του προφορικού δεν ειρωνεύεται, αλλά περιγράφει τον κόσμο ως ειρωνεία. Έτσι, τόσο σε επίπεδο αναφοράς όσο και σε επίπεδο μεγέθους του στίχου, το καθημερινό και το τετριμμένο θα συνδιαλεχθεί διαλεκτικά με το ποιητικό και με το μέταλλο του βάθους. Στη διαδικασία αυτή, τα επικαιρικά χαρακτηριστικά δεν παίρνουν την μορφή χρονογραφήματος, αλλά αντίθετα μεταμορφώνονται σε μια δομική παραδοχή ταυτότητας και εαυτού, περιγράφοντας μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ανεξάρτητη από το χρόνο του αναγνώστη.


Ο ποιητής, κυνηγημένος από τις λέξεις μοιάζει συνεχώς να συνδιαλέγεται σε ένα διάλογο χωρίς αποκρίσεις. Ο ίδιος δεν μοιάζει, άλλωστε, να τις περιμένει μια και το βιβλίο μιλά για εκείνους «που άλλαξαν γνώμη και πλευρό την ώρα που ξεπιανόταν το σύμπαν». Αποδεχόμενος τον κατακερματισμό του παρόντος μας, ο ποιητής παραθέτει απέναντι στην αλήθεια της κρίσης τη δική του αλήθεια, χωρίς να περιμένει απαντήσεις, τοποθετώντας μια κακοτράχαλη μαγεία απέναντι σε έναν απομαγεμένο κόσμο και ένα συναίσθημα απέναντι σε μια εποχή αποξηραμένη από τρυφερότητα.
Το «Κλέφτικο» μας υπενθυμίζει γιατί στις εποχές της κρίσης τραγουδάμε τα τραγούδια της κρίσης.

«Φευγάδα όπου και να ελλαδίσω με ταξιδεύει η πληγή»

http://tsalapatis.blogspot.gr/

shortlink: http://wp.me/p1pa1c-iDH

H κριτικογραφία του ποιητή Bύρωνα Λεοντάρη

leodaris

Aπό την «ποίηση της ήττας» στο «Kαβάφης ο έγκλειστος» δύο μικρές συλλογές που κυκλοφορούν εδώ και χρόνια ως αυτόνομα βιβλία

ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ*

H συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών δοκιμίων του Bύρωνα Λεοντάρη, όσων έχουν γραφτεί από το 1971 κι εντεύθεν (εκτός από τα δύο δοκίμια για τον Kαβάφη που απαρτίζουν τον σχετικό τόμο), μας δίνει την ευκαιρία να επισκοπήσουμε το σύνολο της κριτικογραφίας του, η οποία συνοδεύει, πλαισιώνει και από πολλές πλευρές φωτίζει με ένα ερμηνευτικό φως την καθαυτό ποιητική του παραγωγή. Για λόγους πληρότητας ωστόσο, πριν συζητήσουμε το σώμα των κειμένων που περιέχει τούτη η έκδοση της Nεφέλης με τίτλο «Kείμενα για την ποίηση» (2001), θα ήταν σκόπιμο να ρίξουμε μια σύντομη ματιά στις δύο μικρές συλλογές που δεν έχουν περιληφθεί και οι οποίες, άλλωστε, κυκλοφορούν εδώ και χρόνια ως αυτόνομα βιβλία από τον «Eρασμο», με τους τίτλους «H ποίηση της ήττας» και «Kαβάφης ο έγκλειστος».

Eχουμε ξαναπεί πως η ουσιαστική ανυπαρξία θεωρητικού στοχασμού στην Eλλάδα είναι αποκαρδιωτικά εμφανής και στον χώρο της λογοτεχνικής κριτικογραφίας. Iδίως εδώ, μάλιστα, είναι που γίνεται οδυνηρό το παράδοξο, σε μια χώρα με πληθωρική πρωτογενή παραγωγή, κυρίως ποίησης και διηγηματογραφίας, να μην μπορεί να αναδειχθεί ένας αντίστοιχα σημαντικός και βαρύνων κριτικός λόγος. Kαι παραμένει διδακτικό επ’ αυτού το πολυπαρατηρημένο άλλωστε, ότι οι σημαντικότεροι κριτικογράφοι ήταν οι ίδιοι μείζονες ποιητές – παραδείγματον χάριν ο Παλαμάς, ο Σεφέρης…

Continue reading

Diane Di Prima’s 80th Birthday


Diane Di Prima in a reading with Michael McClure

The great poet-activist-wise-woman-scholar, Diane Di Prima turned 80 years old yesterday (6 August)!  – 

Happy Birthday Diane!

She, in the past year, has been teaching a course (at the Bay Area Public School) – “The Dream of Pre-History”
From her catalog note: “This class explores the beginnings of what we call “human” – the fall of Neanderthal and the rise of Cro-Magnon culture – the beginnings, dominance, and eclipse of matriarchy – the double invasions of patriarchy and oligarchy – and the persistent dream of a non-hierarchical society”

“The dream of a non-hierarchical society” – a beautiful and pure dream, these past four-score years, (despite the increasing brutality of “patriarchy and oligarchy”), a dream she has unflinchingly and heroically pursued – and continues to pursue.

Her Recollections of My Life As A Woman is required reading

Her Recollections of My Life As A Woman is required reading

Her poetry, for that matter, is (also) required reading

d

We conclude with her elegy for fellow cultural warrior, Amiri Baraka, published in the San Francisco Chronicle, on the occasion of his passing, last February:

For Amiri Baraka

don’ matter was it
yr left foot went bad
or yr right
don’ matter yr lungs
or yr heart
don’ matter if that
mass
on yr liver was
malignant
or what’s been wrong
so long
w/yr kidneys
don’t matter
drugs
or herbs
or acupuncture
or why you didn’t
go
to those appointments
don’t matter how much you drank
or if you drank
don’t matter you did or you didn’t
take drugs
meaning meds
or take drugs
meaning drugs
what matters now
what matters &
what’s gonna matter
a hundred
a thousand years
what matters when
what we wrote
what we thought
is lost
(& don’t kid yourself,
Ginsberg
it’s all of it
gonna be lost)
what matters:
every place
you read
every line
you wrote
every dog-eared book
or pamphlet
on somebody’s shelf
every skinny hopeful kid
you grinned that grin at
while they said
they thought they could write
they thought they could fight
they knew for sure
they could change the world
every human dream
you heard
or inspired
after the book-signing
after the reading
after one more
unspeakable
faculty dinner
after that god-awful flight
& the drive to the school
what matters:
the memory
of the poem
in thousands of minds
that quantum
of energy
passed over
passed
all the way over
to the other
to thousands
of others
what matters
Revolution
what matters
Revelation
what matters
the poem
taking root in
thousands
of minds …

“Revolution/what matters/Revelation/what matters”..

Happy Birthday, Diane!

f