Percy Bysshe Shelley, Περί Ζωής

shelley-image

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Αν η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού, τότε είναι σίγουρα πολύ πιο πολιτικό να ασχοληθούμε με την ποίηση ή και τη φιλοσοφία. Δυστυχώς, τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη δεν είναι άμεσα και αυτονόητα δεδομένες ως πολιτικός λόγος. Οι αίθουσες των catering και των εγκεκριμένων προϋπολογισμών χωρούν πολλούς «κρατικοποιημένους» ποιητές και πλήθος καθεστωτικών φιλοσόφων. Προς το παρόν. Γιατί οι εξουσίες δεν έχουν πραγματικούς φίλους και δικούς∙ μόνο συνεργάτες, που όταν δεν μπορούν πια να παράγουν ιδεολογία τούς πετούν στον δρόμο, χωρίς καν τις «νόμιμες αποζημιώσεις». Ποίηση και φιλοσοφία πράττουμε μόνον ως αυτόνομα, ανεπίτευκτα, ακατονόμαστα, αδιαβάθμητα υποκείμενα που στοχεύουν την αυτονομία, το ανεπίτευκτο, το ακατονόμαστο και το αδιαβάθμητο των άλλων. Και οι ριζικά πολιτικές αυτές πράξεις έχουν μια κάθετη προϋπόθεση: τη συνεχή αγωνία για το νόημα της ζωής και της ύπαρξης. Όχι τη συνεχή αναρώτηση, αλλά τη συνεχή αγωνία. Όταν αναρωτιέσαι για το νόημα της ζωής και της ύπαρξης, πραγματοποιείς το εφικτό. Όταν αγωνιάς, επιχειρείς το ανέφικτο, το πολιτικό. Τι νόημα έχει να δίνουμε εφικτές απαντήσεις στην κοινωνική αθλιότητα που δεν γνωρίζει όρια και προϋποθέσεις; Τι νόημα έχει να κατονομάζουμε την ευημερία ως υλική ευμάρεια; Η λογική της εξουσίας χρησιμοποιεί τα ονόματα ως σήματα σε άπειρους και άπειρα διασταυρωνόμενους δρόμους προς το ψεύδος. Ωστόσο, ακόμα και αυτή τη σημειολογική συνθήκη ‐για την οποία εργάζονται αρκετοί «ριζοσπάστες» διανοούμενοι‐ κάποτε την ξεπερνά.

Το κείμενο του Percy Bysshe Shelley είναι ένα από τα δοκίμια που σχεδίαζε και εγκατέλειπε, όταν έπρεπε να συνεχίσει με τα επιχειρήματα των απόψεών του. Αυτό που ήθελε να πει το είχε πει. Τα επιχειρήματα δεν ανήκαν σ’ αυτόν, αλλά στην τάξη της εξουσίας. Ας διαβαστεί με προσοχή. Περιέχει μερικές από τις ιδέες που συγκλόνισαν την σκέψη του δυτικού κόσμου. Ένα μόνο κείμενο κι αυτό ασυμπλήρωτο!

Η ΖΩΗ, ο κόσμος ‐ή όπως αλλιώς θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτό που είμαστε και νιώθουμε‐ είναι πράγμα καταπληκτικό. Η καταχνιά της οικειότητας μας κρύβει το θαύμα της ύπαρξής μας. Ορισμένες εφήμερες μεταβολές της μας αφήνουν κατάπληκτους, όμως το μέγα θαύμα είναι αυτή καθαυτή. Οι αυτοκρατορίες έρχονται και παρέρχονται, οι δυναστείες βουλιάζουν, παίρνοντας μαζί τους τις απόψεις που τις στήριζαν∙ τα θρησκευτικά και πολιτικά συστήματα γεννιούνται και σβήνουν. Μα τι είναι όλα αυτά μπροστά στη ζωή;

Τι είναι οι περιστροφές της σφαίρας που κατοικούμε, και οι λειτουργίες των στοιχείων που τη συνθέτουν, σε σχέση με τη ζωή; Τι είναι το σύμπαν των αστέρων και των ήλιων, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται ετούτη εδώ η γη, και τι είναι η κίνηση και το πεπρωμένο τους, σε σύγκριση με τη ζωή; Η ζωή, το μέγα ετούτο θαύμα, δεν μας καταπλήσσει επειδή είναι θαυμάσια αυτή καθαυτή. Και είναι προτιμότερο να μας οχυρώνει αυτή η οικειότητα για ό,τι είναι τόσο προφανές και τόσο ανεξιχνίαστο, παρά να εγκαταλειφθούμε σ’ έναν θαυμασμό που θα γνωρίσει και θα περιβάλει με στείρο σεβασμό τις λειτουργίες του αντικειμένου του.

Αν κάποιος καλλιτέχνης ‐δεν λέω πραγματοποιούσε‐ απλά συλλάμβανε την ιδέα ενός ανύπαρκτου ηλιακού συστήματος με αστέρες και πλανήτες, και μας το παρίστανε με λέξεις ή στον καμβά, το μαγικό θέαμα που μας παρέχει το νυχτερινό άμφιο του ουρανού, στολισμένο με τη σοφία της αστρονομίας, τι μεγάλος που θα ήταν ο θαυμασμός μας. Ή ακόμα‐ακόμα αν φανταζόταν το σκηνικό τούτης εδώ της γης: τα βουνά, τις θάλασσες και τα ποτάμια∙ το χορτάρι, τα λουλούδια, και τις αμέτρητες φυλλωσιές, τόσο διαφορετικές καθεμιά στο είδος της, και τα χρώματα που παίρνει ο ουρανός όταν δύει ο ήλιος κι ανατέλλει ο ήλιος, και τις αποχρώσεις της ατμόσφαιρας, θολές και ταραγμένες ή διαυγείς και γαλήνιες∙ όλα αυτά που μέχρι τότε δεν υπήρχαν, θα μας κατέπλησσαν πραγματικά, και δεν θα υπερβάλαμε αν αναφωνούσαμε για τον δημιουργό τους: Non merita nome di creatore, se non Iddio ed il Poeta [Κανείς δεν αξίζει το όνομα του δημιουργού εκτός από τον Θεό και τον Ποιητή]. Όπως, πόσο λίγος είναι ο θαυμασμός με τον οποίο τα περιβάλουμε τώρα! Και μήπως η συνείδηση του μεγαλείου τους δεν θεωρούμε πως χαρακτηρίζει τα εκλεπτυσμένα και άκρως εξαιρετικά άτομα; Το ανθρώπινο κοπάδι πολύ λίγο ενδιαφέρεται γι’ αυτά. Έτσι είναι το πράγμα με τη ζωή, που αγκαλιάζει τα πάντα.

Τι είναι ζωή; Σκέψεις κι αισθήματα ‐θελητά ή αθέλητα‐ εγείρονται μέσα μας και γυρεύουμε τις λέξεις για να τα εκφράσουμε. Γεννιόμαστε, και δεν θυμόμαστε τη γέννησή μας, και μόνο θραύσματα των παιδικών μας χρόνων απομένουν στην μνήμη μας. Μεγαλώνουμε, κι όσο μεγαλώνουμε τόσο πιο ακατανόητη μας γίνεται η ζωή. Είναι μάταιο να σκεφτούμε πως οι λέξεις θα μπορούσαν να διαπεράσουν το μυστήριο της ύπαρξής μας! Όσο πιο σωστά τις χρησιμοποιούμε, τόσο πιο προφανή καθιστούν την άγνοιά μας για τους εαυτούς μας. Διότι τι είμαστε; Από που ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε; Είναι η γέννηση η πρώτη αρχή; Είναι ο θάνατος το κλείσιμο της ύπαρξής μας; Τι είναι γέννηση και θάνατος;

Οι πιο καλοδουλεμένες αφαιρέσεις της λογικής τροφοδοτούν μιαν άποψη για τη ζωή, η οποία, μολονότι εκπλήσσει αρχικά την σκέψη, κατασβήνεται εν τέλει από τη συνεχή επανάληψη των λογικών αρχών που την γέννησαν. Οι λογικές κατασκευές, αφαιρούν, ούτως ειπείν, την πολύχρωμη αυλαία από την σκηνή των πραγμάτων. Ομολογώ πως ανήκω σ’ εκείνους που δεν μπορούν να στερήσουν τη συγκατάθεσή τους στο συμπέρασμα των φιλοσόφων, οι οποίοι μας διαβεβαιώνουν πως δεν υπάρχουν παρά μόνο τα πράγματα που βλέπουμε.

Είναι μια κρίση την οποία ενάγουν όλες οι πεποιθήσεις μας, και χρειάζεται να περάσουμε από μακρά ακροαματική διαδικασία, πριν καταστούμε ικανοί να αποφανθούμε πως ο συμπαγής, απτός, υλικός κόσμος των εξωτερικών αντικειμένων είναι «πλασμένος από το υλικό που πλάθονται τα όνειρα». Οι εντυπωσιακοί εξωφρενισμοί της εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας στο ζήτημα του πνεύματος και της ύλης, οι μοιραίες συνέπειές τους στα ήθη, και ο βίαιος δογματισμός τους σχετικά με την προέλευση όλων των πραγμάτων, με οδήγησαν αρχικά στον υλισμό. Αυτός ο υλισμός είναι ένα σύστημα που αποπλανεί εύκολα τα νεαρά και τα ρηχά πνεύματα. Παρέχει στους οπαδούς του τη δυνατότητα να μιλούν χωρίς να σκέπτονται. Με την πρώτη ευκαιρία, απαλλάχθηκα από μια τέτοια άποψη για τα πράγματα∙ ο άνθρωπος είναι ύπαρξη που ατενίζει μόνο τα υψηλά, «στρέφει το βλέμμα του στο πριν και στο μετά», «οι σκέψεις του περιπλανούνται στην αιωνιότητα», αποστρέφεται κάθε συμμαχία με το πρόσκαιρο και την αποσύνθεση: δεν μπορεί να φανταστεί τον αφανισμό του∙ υπάρχει μόνο στο μέλλον και στο παρελθόν∙ υπάρχει, όχι ως αυτό που είναι, αλλά ως αυτό που ήταν και αυτό που θα είναι. Όποιος κι αν είναι ο πραγματικός τελικός προορισμός του, υπάρχει μέσα του ένα πνεύμα που μαίνεται κατά του μηδενός και του αφανισμού. Αυτός είναι ο χαρακτήρας της ζωής και της ύπαρξης. Καθένας είναι ταυτόχρονα το κέντρο και η περιφέρεια, το σημείο στο οποίο αναφέρονται όλα τα πράγματα, και η γραμμή όπου κινούνται τα πάντα. Σκέψεις σαν τις παραπάνω, ο υλισμός και η εκλαϊκευμένη φιλοσοφία για το πνεύμα και την ύλη τις χαρακτηρίζει απλά ιδεαλιστικές.

Είναι παράλογο να μπούμε σε μια μακρά ανακεφαλαίωση επιχειρημάτων αρκετά οικείων σ’ εκείνα τα ερευνητικά πνεύματα, στα οποία μόνον οι συγγραφείς που ξέρουν να είναι δυσνόητοι διανοούνται να απευθυνθούν. Η πιο καθαρή και ρωμαλέα ίσως κατάθεση του ιδεαλιστικού συστήματος μπορείς να βρεθεί στα Ακαδημαϊκά Ερωτήματα [Academical Questions] του Sir William Drummond. Μετά από αυτήν την έκθεση, θα ήταν άσκοπο να μεταφράσουμε σε άλλες λέξεις αυτό που θα χάσει όλη την ενέργεια και τη λεπτή ισορροπία του, αλλάζοντας. Τα πιο διεισδυτικά πνεύματα, εξετάζοντάς σημείο προς σημείο και λέξη προς λέξη την εν λόγω έκθεση, δεν κατόρθωσαν να διακρίνουν στη συλλογιστική διαδοχές ιδεών που να μην οδηγούν αναπόφευκτα στο ίδιο συμπέρασμα.

Τι συνεπάγεται αυτή η παραδοχή; Δεν εγκαθιδρύει κάποια καινούργια αλήθεια, δεν μας δίνει μιαν εναλλακτική όψη της κρυμμένης φύσης μας, ούτε των ενεργειών ούτε αυτής καθαυτής. Η φιλοσοφία, βιάζεται να οικοδομήσει, αλλά έχει ακόμα πολλή δουλειά να κάνει, ξεριζώνοντας τα αγριόχορτα των αιώνων. Ένα βήμα κάνει προς το αντικείμενό της∙ καταστρέφει την πλάνη και τις ρίζες της πλάνης. Αφήνει αυτό που συχνά είναι χρέος του πολιτικού και ηθικού αναμορφωτή να αφήνει: ελεύθερο χώρο. Ανάγει το πνεύμα σ’ εκείνη την ελευθερία που θα έπρεπε ήδη να απολαμβάνει, αν δεν ήταν η εσφαλμένη χρήση των λέξεων και των σημείων, των οργάνων της ίδιας της δημιουργίας του. Λέγοντας «σημείο», εννοώ βέβαια αυτό που εν γένει αντιλαμβανόμαστε με το συγκεκριμένο όνομα ‐συμπεριλαμβανομένης της κοινής χρήσης του όρου‐ αλλά και αυτό που εγώ παραδόξως εννοώ. Με την τελευταία έννοια, σχεδόν όλα τα οικεία αντικείμενα είναι σημεία, που αντιπροσωπεύουν όχι μόνον τους εαυτούς τους, αλλά και πολλά άλλα, με την ικανότητά τους να εισάγουν μια σκέψη η οποία οδηγεί σε μια διαδοχή σκέψεων. Όλη μας η ζωή είναι μια εκπαιδευτική διαδικασία με αλλεπάλληλες πλάνες.

Ας ανακαλέσουμε για μια στιγμή στην μνήμη μας τι νιώθαμε όταν ήμασταν παιδιά. Πόσο σαφής και έντονη ήταν η αίσθηση που είχαμε για τον κόσμο και τους εαυτούς μας! Τότε βρίσκαμε ενδιαφέρουσες ένα σωρό περιστάσεις της κοινωνικής ζωής, που σήμερα δεν τους δίνουμε καν σημασία. Δεν είναι όμως σ’ αυτή τη διαφορά που θέλω να επιμείνω. Λιγότερο συχνά διακρίνουμε όλα όσα βλέπουμε και αισθανόμαστε από τους εαυτούς μας. Μοιάζουν, ούτως ειπείν, να συνιστούν μια ομοιογενή μάζα. Από αυτήν την άποψη, υπάρχουν άτομα που μένουν πάντα παιδιά. Όσοι αποτελούν υποκείμενα της κατάστασης που ονομάζουμε ονειροπόληση, νιώθουν σαν να εισχωρεί και να σβήνει η ύπαρξή τους στον κόσμο που τους περιβάλλει, ή σαν να απορροφά η ύπαρξή τους αυτόν τον κόσμο.

Δεν έχουν συνείδηση καμιάς διάκρισης. Τέτοιες είναι οι καταστάσεις που προηγούνται, ή συνοδεύουν, ή ακολουθούν μια συνήθως έντονη και ζωντανή εκτίμηση της ζωής. Καθώς οι άνθρωποι μεγαλώνουν, αυτή η δύναμη χάνεται μέσα τους, και μεταβάλλονται σε μηχανικά, συνηθισμένα εκτελεστικά όργανα. Έτσι, τα αισθήματα και οι συλλογισμοί είναι το σύνθετο αποτέλεσμα ενός πλήθους περίπλοκων σκέψεων, και μιας σειράς αυτού που ονομάζουμε εντυπώσεις, οι οποίες καλλιεργούνται με την επανάληψη.

Η όψη της ζωής που παρουσιάζουν τα λεπτότερα επεξεργασμένα συμπεράσματα της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, είναι η ενότητα. Τίποτα δεν υπάρχει παρά μόνο αν είναι αντιληπτό. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο τάξεις διανοημάτων, που διακρίνουμε με τα ονόματα «ιδέες» και «εξωτερικά αντικείμενα», είναι απολύτως ασήμαντη. Ακολουθώντας τον ίδιο συλλογιστικό μίτο, η ύπαρξη διακριτών, ατομικών πνευμάτων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που είναι απασχολημένα με την έρευνα για την ίδια τους τη φύση, δεν μας οδηγεί παρά σε μια παραίσθηση. Οι λέξεις, εγώ, εσύ, αυτοί, δεν είναι σημεία κάποιας πραγματικής διαφοράς που υπόκειται του συνονθυλεύματος των διανοημάτων, τα οποία διακρίνονται με τα παραπάνω ονόματα, αλλά απλά σημάδια κατασκευασμένα για να δηλώνουν τους διαφορετικούς τροπισμούς τού ενός πνεύματος.

Ας μην συμπεράνει ο αναγνώστης πως αυτή η διδασκαλία εισάγει την τερατώδη υπόθεση πως εγώ, το πρόσωπο που τώρα γράφει και σκέφτεται, είναι το ένα αυτό πνεύμα. Δεν είμαι παρά ένα μέρος του. Οι λέξεις εγώ και εσύ και αυτοί είναι γραμματικές συμβάσεις, που επινοήθηκαν για να διευκολύνουν τους κανόνες, και απολύτως απαλλαγμένες από κάθε αίσθηση βίαιου αποκλεισμού, που συνήθως τους αποδίδουμε. Είναι δύσκολο να βρούμε όρους ικανούς να εκφράσουμε την λεπτή ιδέα που μας χάρισε η ιδεαλιστική φιλοσοφία. Βρισκόμαστε στο χείλος εκείνου του γκρεμού, όπου οι λέξεις μας εγκαταλείπουν, και δεν είναι άξιο θαυμασμού το γεγονός πως ζαλιζόμαστε κοιτάζοντας κάτω, στην σκοτεινή άβυσσο, που τόσο λίγο γνωρίζουμε!

Κανένα σύστημα δεν μπορεί να μεταβάλλει τις σχέσεις των πραγμάτων. Με τη λέξη «πράγμα» θα πρέπει να αντιληφθούμε κάθε αντικείμενο σκέψης, σαν να λέμε, κάθε διανόημα πάνω στο οποίο δημιουργείται κάθε άλλο διανόημα, με μια πράξη διάκρισης. Οι σχέσεις τους, ωστόσο, παραμένουν οι ίδιες. Να, λοιπόν, ποιο είναι το υλικό των γνώσεών μας.

Ποια είναι η αιτία της ζωής; Σαν να λέμε, πώς παράχθηκε, ή ποιοι παράγοντες ξεχωριστοί από τη ζωή ενέργησαν ή ενεργούν πάνω της; Όλες οι γνωστές μας γενιές των ανθρώπων καταπιάστηκαν με την επίμοχθη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα∙ το αποτέλεσμα ήταν πάντα: Θρησκεία. Είναι απολύτως προφανές πως βάση όλων των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι ο νους, όπως ισχυρίζεται η εκλαϊκευμένη φιλοσοφία. Ο νους, στον βαθμό που η εμπειρία μας δείχνει κάποιος από τις ιδιότητές του –αλλά και πέρα από αυτήν την εμπειρία‐ δεν συνιστά καν αντικείμενο διαλόγου, σχετικού με την προέλευση των πραγμάτων. Έχει, επίσης, ειπωθεί πως είναι η αιτία. Αλλά η αιτία είναι μόνο μια λέξη που εκφράζει μια δεδομένη κατάσταση του ανθρωπίνου νου, σχετική με τον τρόπο με τον οποίο δύο σκέψεις εκτιμάται πως σχετίζονται μεταξύ τους. Όποιος θέλει να διαπιστώσει την ανεπάρκεια της εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας επί του μεγάλου αυτού ζητήματος, ας συλλογιστεί αμερόληπτα πάνω στον τρόπο με τον οποίο οι σκέψεις αυτο‐ δημιουργούνται στον νου του. Είναι απολύτως απίθανο να είναι αιτία του νου, της ύπαρξης –ούτως ειπείν‐ ο ίδιος ο νους.

Πέτρος Γκολίτσης, Η εξαΰλωση του απτού

81-8-630x420
προτιμώ τον πηλό που με χτίζει σιωπηλά

Ο ποιητής Γιώργος Λίλλης (1974), κάτοικος Βερολίνου, με μια ποίηση ρομαντική και λυρική συνάμα κατορθώνει να διατηρήσει στη νέα του ποιητική σύνθεση Αρλεκίνος μιαν απλότητα και μιαν αμεσότητα στην έκφραση, όχι τόσο συχνή στην τρέχουσα παραγωγή.

Πρόκειται για έναν ποιητή που νοιάζεται πραγματικά για τον παραλήπτη του έργου του και για την πρόσληψη της ποιητικής του διάθεσης. Διότι ενώ το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τον δημιουργό και το έργο προς τον κόσμο και τον αναγνώστη, ταυτόχρονα διατηρεί την τεχνική του αρτιότητα, τη δυνατότητα με το οπτικο-ακουστικό και αισθητικό του εκτόπισμα να ενεργοποιεί ποιητικό ζωτικό χώρο για τον αναγνώστη.

Ενώ στην προηγούμενη συλλογή του, Μικρή διαθήκη, η δομική του μονάδα ήταν ο στοχασμός, εδώ κινείται σε μια αέρινη διαλογική σχέση με τον προσιτό-απρόσιτο ημι-φανταστικό άλλο. Τα κομβικά κλειδιά ώστε να κατανοήσουμε πού εντάσσεται και πώς λειτουργεί τελικά αυτό το έργο −στην αυτονομία του πάντοτε− τα συναντούμε στους Υμνους της Νύχτας του Νοβάλις και στο Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη.

Γιώργος Λίλλης, «Αρλεκίνος»

Συγκεκριμένα, η οπτασία της νεκρής αγαπημένης του Νοβάλις γίνεται στον Λίλλη μία γήινη και συνάμα θεϊκή παρουσία, σάρκινη και ταυτόχρονα αέρινη, στην οποία και απευθύνεται διαρκώς και στην οποία εναποθέτει την «υπερθετική μοναξιά» και το αδιέξοδό του.

Ενώ ενδεικτικά η «αγαπημένη μορφή» στον Νοβάλις δεν είναι καλυμμένη, στον Σολωμό −που επίσης εντάσσεται σε αυτή την προβληματική, αντλώντας όπως κι ο Νοβάλις από τη Νύφη της Κορίνθου του Γκέτε− αφαιρείται το «μαγνάδι» και περιβάλλεται η La donna velata του με φωτοστέφανο. Στην περίπτωση του γερμανοτραφούς Λίλλη, το γυναικείο σώμα και κατ’ επέκταση το ποιητικό συναντάται και «φωτίζεται» με γήινες κι άλλες οικείες μυρωδιές και σκιές. Σημειώνει ενδεικτικά:

Ο βουνίσιος άνεμος φέρνει στα ρουθούνια την μυρωδιά
του θυμαριού και της ρίγανης. Και μαζί
γυναίκες ντυμένες σκιές
που κάποτε με κοίμιζαν στην αγκαλιά τους […]

Η «μορφή», στην οποία απευθύνεται ο ποιητής και που τον βοηθά στην αυτογνωσία καθοδηγώντας τον, είναι παρούσα μέσα στην απουσία της και φιλική μες στην αόριστα απόμακρη θέση της. Σε αντίθεση με τη ρομαντική ανάγνωση βέβαια, ο Λίλλης δεν εξιδανικεύει την «αγαπημένη», ούτε τη θεωρεί νεκρο-ζώντανη, αλλά μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της αφήγησής του, στρέφεται στον εαυτό ως Αρλεκίνο καλώντας προς μια λύση-συμπόρευση «παραμυθητική».
Φλερτάροντας και επαναφέροντας τελικώς σε ένα ανανεωμένο σύγχρονο πλαίσιο την ιδέα της «μυστικής ένωσης με τη φύση», κι από εκεί την έξοδο από αυτή, κατορθώνει να μας μεταφέρει −με τον τόνο και τον ρυθμό του, αλλά κυρίως με τις εικόνες του και τη μυθο-ποιητική πλαστική του φαντασία− ένα πλαίσιο εντός του οποίου εξυψώνεται η ίδια η ζωή και παραμένει παρούσα και μετά τη διάλυσή της, καταφάσκοντας ταυτόχρονα στα εγκόσμια.

Μας λέει:

Σημασία έχει πως από τις γόνδολες των χειλιών ώς τις απύθμενες

λίμνες της όρασης

στρατιές οσμών και γεύσεων

καταθέτουν στεφάνι στην θερμότητα

των σωμάτων.

Τα δακτυλικά μας αποτυπώματα στην διάρκεια.

Το ποιητικό υποκείμενο ως οδοιπόρος-προσκυνητής κι ως ποιητής μύστης, διακριτικός, σεμνός μες στην ευγένειά του, επαναφέρει −έστω ως αξίωμα− όπως κι ο Ελύτης στο Μονόγραμμα, την ταύτιση των δύο τελικά «ιδιοτήτων».
Ο ποιητής με την «έκτη ή εσωτερική» αίσθησή του ενεργοποιημένη, χωρίς να ξενίζει τον σύγχρονο αναγνώστη, ταυτίζει το όνειρο με την ποίηση, και μέσω της ιδιοτυπίας του καταθέτει ένα ποίημα που κινείται παράλληλα με ένα από τα ερωτικότερα ποιήματά μας, το Μονόγραμμα. Αξιώνοντας, αν και προεξοφλώντας αρνητικά, την συν-πλήρωση του εαυτού μέσω του ερωτικού άλλου.

Ο έρωτας στον Ελύτη βέβαια, λόγω της έντασης και της «αγνότητάς» του, φαίνεται να μη γίνεται ακόμη αποδεκτός, ενώ στον Λίλλη έχουμε την αξίωση μιας διάρκειας και μετά τη διάλυση των προσώπων και του χρόνου. Πρόκειται για έναν ποιητή που σίγουρα αξίζει την προσοχή μας και που θα παρακολουθούμε.

*Δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, στο http://www.efsyn.gr/arthro/i-exaylosi-toy-aptoy

81-7-630x420

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

F.+Pessoa

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.
Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.
Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.
Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.
Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».

Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.
Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;
Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων. Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».
Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)
 
*Πρώτη δημοσίευση Ποιητικός Πυρήνας Βέροιας. Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο της Ειρήνης Παραδεισανού στο http://wwwpareisakth.blogspot.com

Poet and Artist Ashraf Fayadh Sentenced to Death in Saudi Arabia

11190928_1604519553122521_124686960_n

Sarah Cascone
Friday, November 20, 2015

After nearly two years in prison, Palestinian poet and artist Ashraf Fayadh, age 35, was sentenced to death by Saudi Arabia on Tuesday, November 17.

Fayadh is a member of Edge of Arabia, a British Saudi art organization, which on November 16 installed two murals at the United Nations as part of “Our Mother’s House,” an arts initiative run with Art Jameel in support of the women of southwest Saudi Arabia. The two groups were highlighted at the Armory Show’s Focus Section 2015.

Ashraf Fayadh with a woman at an art opening during Jeddah art week, which may have been used as evidence against him at his trial.

“He was instrumental to introducing Saudi contemporary art to Britain and connecting Tate Modern to the emerging scene,” Edge of Arabia co-founder Stephen Stapleton told the Guardian. “He curated a major show in Jeddah in 2013 and co-curated a show at the Venice Biennale later that year.”

Fayadh was arrested on January 1, 2014, having been accused of having promoted atheism in his 2008 book of poems, Instruction Within. He was initially detained by police in August of 2013, but was released on bail just a day later. On social media, Fayadh’s friends have alleged that when police were unable to prove his atheism, they became critical of his long hair and smoking habit.

“They accused me [of] atheism and spreading some destructive thoughts into society,” Fayadh told the Guardian, explaining that his poems were “just about me being [a] Palestinian refugee… about cultural and philosophical issues. But the religious extremists explained it as destructive ideas against God.”

Initially sentenced to four years in prison and 800 lashes in 2014, Fayadh was subsequently retried. He has 30 days to appeal the new ruling, which was made in accordance with Sharia Islamic law, on which the Saudi justice system is based.

A prosecution witness who testified in the trial reportedly accused Fayadh of cursing God, Muhammad, and Saudi Arabia. Fayadh believes that the complaint stemmed from an argument he had at a cafe with another artist about contemporary art.

The Guardian reports that court documents quote Fayadh as saying “I am repentant to God most high and am innocent of what appeared in my book mentioned in this case.”

“I was really shocked,” said Fayadh of the new verdict, “but it was expected, though I didn’t do anything that deserves death.”

“We condemn these acts of intimidation targeting Ashraf Fayadh as part of a wider campaign inciting hate against writers and using Islam to justify oppression and to crush free speech,” reads an online petition pushing for the poet’s release.

Soon after his initial imprisonment, 100 Arab intellectuals demanded his release. The Arabic Literature website has begun translating his poems, starting with Frida Kahlo’s Mustache and Asylum, into English. The Freedom for Ashraf Fayadah Facebook group has 57 members.
“This case is yet another black mark on Saudi Arabia’s dismal human rights record in 2015,” Human Rights Watch Middle East researcher Adam Coogle told the Guardian. “The trial records in this case indicate clear due process violations, including charges that do not resemble recognisable crimes and lack of access to legal assistance.”

*http://news.artnet.com/people/ashraf-fayadh-sentenced-to-death-in-saudi-arabia-368849#.VlDq7ReC1M0.facebook

e. e. cummings – επτά σημεία «σύγκλισης», επτά ποιήματα

cummings

Του Βασίλη Αμανατίδη

Η μετάφραση (κυρίως, μάλιστα, της ποίησης) όταν δεν υπαγορεύεται από στείρα επαγγελματική επιταγή (και στην ποίηση σπάνια υπαγορεύεται), είναι συνήθως μια αργή και απολαυστική διαδικασία, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις θα ήταν καλό να γεννιέται από περιέργεια, υποψία ή βεβαιότητα εκλεκτικής συγγένειας με το προς μετάφραση κείμενο. Μέσα από μια χρονοβόρα, πολύπλοκη και σχεδόν ατέρμονη διαδρομή αντιμεταχωρήσεων κι εγκολπώσεων, η μεταφραστική διαδικασία οφείλει πάντως να διατηρεί ως υψηλό στόχο έναν τελικό μεγαλειώδη «κανιβαλισμό»: ο μεταφραστής, αφού πολέμησε με την ατίθαση φύση του δυσμετάφραστου, προβαίνει κάποια στιγμή σε μια αποφασιστική «κανιβαλική ενσωμάτωση», δηλαδή «τρώει» το πρωτότυπο και το μεταμορφώνει σε «πρωτότυπο». Εννοώ πως: κάθε μετάφραση είναι, αναγκαστικά, μια παρερμηνεία, που για να μπορέσει να λάμψει με τρόπο ανάλογο αλλά διάφορο του πρωτοτύπου, οφείλει να είναι πραγματοποίηση μιας παράλογης αντίφασης – μια «αγαπώσα και σεβαστική άπιστη» ή μια «διαρκώς αμφιβάλλουσα και διερωτώμενη πιστή». Κοινώς, τίποτε στη μετάφραση να μη θυμίζει μετάφραση. Το μεταφρασμένο κείμενο ν’ αποτελεί ένα καινούργιο κείμενο που, αν και αναμετράται αδυσώπητα με τον αρχικό συγγραφέα ή ποιητή, ανήκει πλέον κυρίως στον μεταφραστή. Υπό την έννοια αυτή -και ασχέτως του δικού μου μεταφραστικού αποτελέσματος-, μια προσεγμένη και δημιουργική μετάφραση (δηλαδή μια μετάφραση -ό,τι άλλο θα έπρεπε να αποκαλείται «μεταγλώττιση», και είναι δυστυχώς η μεγάλη πλειονότητα) θα έπρεπε κανονικά να υπογράφεται εξίσου από τον αρχικό συγγραφέα και από τον δευτερογενή συγγραφέα (μεταφραστή), και επομένως από το αναγκαστικό δίδυμο αυτής της υπέροχα παρά φύσιν συνέργειας.

Όσο κι αν η ιδιοτροπία της ποίησης του e.e.cummings βολεύει έναν τέτοιον ισχυρισμό, δεν υπάρχει εύκολα ποίημά του που να μην μπορεί να μεταφραστεί. Νομίζω, άλλωστε, πως όλα τα ποιήματα είναι μεταφράσιμα, αν διευρύνουμε ελάχιστα το εννοιολογικό πλαίσιο της λέξης «μετάφραση». Απλώς, ένα δυσμετάφραστο ποίημα δε ζητάει διστακτική μετάφραση αλλά επανεγγραφή, η επιτυχία της οποίας, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη αυτού του νεφελώδους, δυσπρόσιτου αλλά υπαρκτού συνδετικού ιστού που δένει τον μεταφραστή με τον ποιητή, και το οποίο λέγεται «εκλεκτική συγγένεια». Κατευθύνθηκα προς τον e.e.cummings το 2000. Υπηρετούσα τη θητεία μου στην Πολεμική Αεροπορία. Βαριόμουν φρικτά. Μέσα σ’ ένα περιβάλλον που επιδιώκει την επανάληψη, τη ρουτίνα και την εξομοίωση, χρειαζόμουν επειγόντως ενέσεις αμετανόητης εφευρετικότητας και υπερήφανα ιδιοσυγκρασιακής διαφοροποίησης. Ξεκίνησα να τον μεταφράζω σαν ηδονικό παιχνίδι. Την εποχή εκείνη είχα ήδη αρχίσει να γράφω το τρίτο μου ποιητικό βιβλίο Τριαντατρία (Γαβριηλίδης 2003), στο πλαίσιο του οποίου κατευθυνόμουν συνειδητά προς μια απενοχοποιημένη υβριδοποίηση των στιλ και των ειδών. Παντιέρα του Τριαντατρία ήταν το εξής τριμερές σχήμα: Αποδοχή του ναρκισσισμού – Διαίρεση αλλά και τήξη των ειδών – Τεμαχισμός του εγώ, του ύφους, του στίχου. Ο e.e.cummings, που ήρθε σε μένα στα μισά της διαδρομής εκείνου του βιβλίου, καθόρισε αρκετά, υποθέτω, τον κυματισμό αυτής της παντιέρας. Η ελευθερία του, ο παιδευμένος παιδισμός του, η σοφή του αφέλεια, ο παραδόξως πειστικός και ιαματικός ρομαντισμός του, η «άτσαλη» φόρμα της γλώσσας του, ο αγέραστος μοντερνισμός του πειραματισμού του, η πρωτοπόρος δυναμική του προδρομικά λετριστικού κοσμοειδώλου του, σε συνδυασμό με την επανανακάλυψή του από τα καινούργια ιντερνετικά παιδιά, τους νέους ηλεκτρονικούς ποιητές και την αενάως παίζουσα αβάν γκαρντ της σύγχρονης μετα-ποπ σκηνής (Bjork) με ώθησαν κατά τρόπο αβίαστο να τον ανακαλύψω ως έναν παράλογα μοντέρνο, ως έναν εντελώς σημερινό, ως κάποιον το παράδειγμα του οποίου όφειλα ν’ ακολουθήσω. Αν ο Beckett είναι για μένα ο ένας πόλος που μπορεί να καθορίσει και τον αιώνα που διανύουμε, ο e.e.cummings -παρά το «μικρότερο» και πιο περιθωριακό δέμας του- έγινε αυτόματα ο άλλος. Γύρω από αυτούς τους τόσο διαφορετικούς πόλους, ανακάλυψα ένα άνυσμα που με τις άπειρες ταλαντώσεις του ορίζει, αλλά και διευκολύνει, την υπαρξιακή και καλλιτεχνική μου αναπνοή. Στην ποίησή του -μια ποίηση ιδιότροπα ατελή, τεμαχισμένα ολόκληρη- ανακάλυψα έναν σπάνιο αναπνευστήρα. Είμαι όμως σίγουρος πως το στόμιο αυτού του αναπνευστήρα ταίριαζε ήδη στο σχήμα του στόματός μου. Στο εξής, έπιανα τον e.e.cummings, δοκίμαζα, μετέφραζα. Πυρετικά ή οργανωμένα. Με διαλείψεις, παύσεις, επανακάμψεις, διαρκείς αναθεωρήσεις. Ξανά και ξανά. ‘Εχοντας πρoηγουμένως βρει ένα μεταφραστικό στίγμα, άρχισα να μαζεύω και τις λίγες μεταφράσεις του e.e.cummings στα ελληνικά που δεν είχα υπόψη μου. ‘Αρχισα έτσι να υποπτεύομαι τις ξεχωριστές προϋποθέσεις, τους συμβιβασμούς, τις επιτυχίες και τις διαφοροποιήσεις κάθε μεταφραστή, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου. ‘Εχοντας πια μεταφράσει πάνω από τριάντα ποιήματά του, προχωρώντας και σε άλλα, και ετοιμάζοντας σιγά σιγά ένα βιβλίο, διακρίνω πια αρκετά καθαρά πού κάνω τον e.e.cummings «κυκλικό» και πού τον «τετραγωνίζω». Πού αφήνομαι (ελάχιστα είναι η αλήθεια) να τον προδίδω και πού παρουσιάζομαι εμφανέστερα σαν ιδιωτικό «μας» παιχνίδι ανάμεσα στους στίχους, πού επιθυμώ να τον μπολιάσω (παράλογα, αλλά και ταιριαστά με ένα π.χ. «ελυτικό» ή ακόμη και «τσελανικό» στοιχείο) και πού να εφαρμόσω αναλογίες και να πάρω ελευθερίες. ‘Ετσι, μεταφράζοντας τον ποιητή που έχει αναγάγει το απόσπασμα και την τμήση σε αισθητική αξία, πώς θα μπορούσα π.χ. να μην προβώ μια-δυο φορές σε εσωτερικές τομές λέξεων, όταν η ελληνική γλώσσα το ευνοεί, ακόμη κι αν ο ίδιος στον στίχο εκείνο δεν το πράττει. (Το «spine», φερ’ ειπείν, έγινε με τομή στίχου «σπονδ/υλική στήλη», υποθέτοντας ότι η ευρηματικότητά του θα συναινούσε, αν ο ίδιος μπορούσε να γνωρίζει τις δυνατότητες επήρειας της ελληνικής επί του λόγου του). Το σίγουρο, πάντως, είναι το εξής: από τις μεταφράσεις αυτές δεν επιθύμησα ποτέ να εξαφανιστώ ως ποιητής. Αντιθέτως, επιδίωξα παθιασμένα να συμπλεύσω μαζί του εμφανώς, και -για να το πω έτσι- κατά έναν τρόπο ισότιμο: ως δύο ποιητές που συμπαθιούνται και αγαπιούνται, ακόμη κι αν ο e.e.cummings αυτό το αγνοεί. Δηλαδή, ενσωμάτωσα μερικά ποιήματα του e.e.cummings διά της βίας (αναγκαστικά, χωρίς τη συναίνεσή του), με την ελπίδα να βγουν από μέσα μου με καισαρική τομή προς το ενδιάμεσο πεδίο μιας άλλης γλώσσας, με φαινομενικά ανώδυνη ύπνωση, χωρίς εμφανείς τους πόνους του τοκετού, αλλά με τη μοιραία ρήξη της γέννας, και μάλιστα με το στίγμα του «μη φυσιολογικού» τοκετού. ‘Οπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε μετάφραση που επιχειρεί -με έκβαση επιτυχή ή μη- να σεβαστεί τον εαυτό και την πηγή της.

Η ποίηση του e.e.cummings, ειδικά η οψιμότερη, βασίζεται πολύ (θα έφτανα στο σημείο να πω ότι βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά) σε μια πολύ ιδιαίτερη χρήση του μέτρου, του ρυθμού και της ρίμας. Σε μεγάλο μέρος της ποίησής του γράφει σατιρικά ποιήματα ή δοξαστικά ερωτικά «τραγούδια», τα οποία μοιάζουν (περιέργως; τυχαία;) με μια ιδιόμορφη «λευκή» εκδοχή των γκόσπελ, ή ακόμη, όσο παρακινδυνευμένος κι αν ακούγεται ένας τέτοιος ισχυρισμός, του σημερινού ραπ. Πρόκειται για μια παιγνιωδώς λόγια εκδοχή «λαϊκής» και «αχειροποίητης» ποίησης, που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη φωνηματική και φωνητική λειτουργία του λόγου και των παρηχήσεων, στο παιχνίδισμα των ήχων και των σημασιών τους – στοιχεία, πάντως, που εγνωσμένα προορίζονται να ξετυλιχθούν πάνω στην οπτική παγίωση του λευκού «καμβά» της τυπογραφικής σελίδας. Με αυτόν τον υψηλά δημιουργικό περιορισμό κατά νου, στα περισσότερα ποιήματά του, παίζει διαρκώς με την ομοιοκαταληξία στο εσωτερικό των στίχων, και κυρίως μ’ ένα πολύ προσωπικό είδος «οπτικής ρίμας», που στην ηχητική της εκδοχή ακούγεται λοξή, ατελής, «στραμπουληγμένη» και παραφθαρμένη ή μπορεί και να προσπερνιέται ως αθέατη – και εννοώ ανήκουστη (π.χ. know-grow-how / proclaim-dream-seem / amaze-paradise-yes κ.ο.κ.). Αυτή, λοιπόν, η καίρια -για να μην πω πρωταρχική- ηχητική-οπτική διάσταση της ρίμας και του ρυθμού, η ακολουθία και η τήρηση της ιδιόρρυθμης ρυθμολογίας και μουσικότητας του e.e.cummings (που λόγω της εκτεταμένης αγγλικής χρήσης των μονοσύλλαβων λέξεων αποτελεί στην ελληνική μετάφραση ένα μάλλον δύσκολο εγχείρημα), στη συγκεκριμένη μεταφραστική προσέγγιση καταβλήθηκε προσπάθεια όχι απλώς να μην παραμεριστεί αλλά και να τηρηθεί απαρέγκλιτα, ακριβώς επειδή είναι κατεξοχήν ένας ποιητής «σωματικός» (δεν έχω άλλη λέξη), τα ποιήματα του οποίου είναι «πράγματα» που ηχούν και φαίνονται και όχι ιδέες που απηχούν και παραπέμπουν. ‘Αλλα βασικά μεταφραστικά ζητούμενα ήταν η αναλογική ισορροπία του ποιήματος ως μορφολογικής ολότητας και όχι απλώς η κατά λέξη ακρίβεια. Η ανάγλυφη αποτύπωση, και σε καμία περίπτωση η εξομάλυνση, των εσωτερικών ρήξεων, των ασυνεχειών, των επιτηδευμένων υπερβολών και των γραμματικών «λαθών», ακόμη και των αντιφάσεων της γλώσσας του. Ενώ ταυτόχρονα, και παρά την αντίξοη επιβάρυνση των προηγούμενων όρων και ζητούμενων, εδώ καταβλήθηκε προσπάθεια να τηρηθεί, κατά το δυνατόν απαράβατα, και η πιστότητα του νοήματος, φροντίζοντας να περιορίσω στο ελάχιστο ακόμη και τη χρήση των αναλογιών. Σε κάποιες περιπτώσεις έκρινα απαραίτητο να πάρω ορισμένες «χτυπητές» ελευθερίες, κυρίως όμως ως ένα εκ των υστέρων κλείσιμο του ματιού προς έναν πραγματικά ελεύθερο, ανένταχτο και ακατάτακτο ποιητή-εφευρέτη, που αποτέλεσε διά βίου μια ανακουφιστικά «αυθαίρετη» δημιουργική εξαίρεση. Θα θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, εάν μόνο λίγα από αυτήν την προσπάθεια φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού στην τελική μετάφραση, και τελικά εάν αυτή δεν μοιάζει και τόσο με μετάφραση. Επομένως, εάν η «κανιβαλική ενσωμάτωση» του πρωτοτύπου έχει επιτευχθεί με ισορροπία απόλυτης βίας-ρήξης και απόλυτης τρυφερότητας-επανόρθωσης.

1.
άνοιξη!μάης –
το παντού είν’ εδώ
(με ένα χάμω πάνω χάμω
και το πουλί στο κλαδί)
πώς όμως; γιατί;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(φίλα με άρα)σεμνή μου γλυκιά με λαχτάρα και πιο
λατρευτή μου στον κόσμο αυτό
(πέθανε!ζήσε!)
το νέο είν’ τ’ αληθινό
και το να χάνεις το να έχεις
μα δεν μας είν’ εμάς γνωστό-γενναίος!γενναία (αντέχω΄ αντέχεις; απόψε η γη
κι ο ουρανός γίναν ένα)ω χαρούμενή μου τόσο,εσύ που για μένα
η νεαρή μου αγάπη είσαι
γιατί όμως;πώς;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(μ’ ένα πάνω χάμω πάνω
μες στην άνοιξη στον μάη)
πέθανε!ζήσε
(χαμένο τίποτα δεν πάει:το για πάντα είν’ εδώ)
και δέντρο μου στα ξαφνικά που ανθοβολείς,χόρευε εσύ
-εγώ θα τραγουδώ

2.
αυτά τα παιδιά που τραγουδούν σε πέτρα μια
σιωπή της πέτρας αυτά
τα μικρά παιδιά που τυλιγμένα με πέτρας
ανθούς ανοίγουν για
πάντα αυτά τα σιωπηλά μικρά γεμά-
ταφος παιδιά είναι πέταλα
το άσμα τους είναι ένα λουλούδι του
πάντοτε τα άνθη τους
από πέτρα είναι
οι σιωπηλοί τραγουδιστές
ενός τραγουδιού σιωπηλότερου
από σιωπή αυτά τα πάντοτε
παιδιά για πάντα
που τραγουδούν στεφανωμένα με ασμα-
νθούς τα παιδιά της
πέτρας με άνθη
στα μάτια
αυτά ξέρουν καλά αν ένα
μικρό δέντρο
ακούει
για πάντα τα πάντοτε παιδιά που τραγουδούν για πάντα ένα
άσμα πλασμένο
από σιωπηλή σαν πέτρα σιωπή
τραγουδιού

3.
τον καιρό του ασφόδελου (που γνωρίζει
πως στόχος του ζην είναι ν’ ανθίζεις)
το γιατί ξεχνώντας, θυμήσου το πώς
τον καιρό της πασχαλιάς που διακηρύσσει πως το
να ονειρεύεσαι είναι του ξυπνήματος μόνος σκοπός
(ξεχνώντας το φαίνεται)θυμήσου το τόσο
τον καιρό των ρόδων (που εκπλήσσουν σαν άβυσσος
το εδώ και το τώρα μας με παράδεισο)
ξεχνώντας το αν, θυμήσου το ναι
τον καιρό των γλυκών παραπέρα πραγμάτων
ό,τι και αν κατανοεί ο νους εκ των θαυμάτων
θυμήσου το ψάχνω (ξεχνώντας το βρίσκω)
και σ’ ένα μυστήριο που θα έλθει να σώσει
(όταν απ’ τον χρόνο ο χρόνος μάς ελευθερώσει)
ξεχνώντας με, θυμήσου με

4. μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα. Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ’ το σώμα σου να νιώθω τη
σπονδυλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή
κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν’-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα … Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,
και ίσως μου αρέσει το ρίγος
του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο

5.
η αγάπη είναι πιο πυκνότερη του λησμονώ
πιο λεπτότερη του θυμούμαι
πιο σπάνια απ’ ό,τι είναι το κύμα υγρό
πιο συχνή του θ’ αποτύχουμε
είναι φεγγαρόπληκτη και πιο σαλή
και πιο δεν θα ξε-είναι
απ’ ό,τι όλη η θάλασσα η αλμυρή
που μόνο από τη θάλασσα βαθύτερή ‘ναι
η αγάπη είναι λιγότερο πάντα του κερδίζω
πιο λίγο ποτέ του ζωντανός
λιγότερο μεγαλύτερη απ’ το ελάχιστα αρχίζω
πιο λίγο μικρότερη του συγχωρώ
είναι πιο ηλιόλουστη και λογική
και πιο ποτέ της δεν πεθαίνει
απ’ ό,τι ο ουρανός όλος που στη γη
από τον ουρανό μόνο ψηλότερος μένει

6.
σε πείσμα του οτιδήποτε
αναπνέει και κινείται, μια κι ο Θάνατος
(με χέρια λευκά μακρύτατα
που στρώνουν κάθε ζάρα)
ολοσχερώς θα λειάνει τον νου μας
πριν βγω απ’ την κάμαρά μου
γυρνώ, και(γέρνοντας
μες στο πρωινό)φιλάω,
το μαξιλάρι αυτό, αγάπη μου,
όπου τα κεφάλια μας ζούσαν και ήταν.

7. αν «πάνω» είναι η λέξη΄και πρασινίζει μια γη κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο-αν είν’ ο θάνατος ο χαμένος και νικητής η ζωή (κι είν’ ο ζητιάνος πλούσιος μα ο τσιγκούνης φτωχός)
πάμε να πιάσουμε ουρανό:
με ένα πέρα δώθε πού
(και ένα εδώ εκεί όπου)και κινάμε γι’ αλλού και στο πιο τεμπέλικο πλάσμα ανάμεσά μας υπάρχει μια σοφία ορθή:να τη θανατώσει δεν μπορεί γνώση καμιά-τώρα η αμβλεία όραση είν’ οξεία, βλέπει όλο και πιο πέρα (αφού πριν λίγο άρχισε η χρονιά, πριν λίγο άρχισε η χρονιά)
πάμε να πιάσουμε ουρανό:
με μια μεγάλη(κι εύθυμη κι απότομη)βαθιά ορμή μέσα από την εκπληκτική ημέρα μόνο μυαλά χωρίς καρδιές έβαλαν τον αμαρτωλό κόντρα στον άγιο΄ πάνω απ’ την ευφροσύνη το κέρδος και κάτω από την έγνοια τη χαρά-ας κάνουμε όπως μία γη που φύσει αδύνατον ποτέ να κάνει λάθος (κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο)
πάμε να πιάσουμε ουρανό με άλμα εις βάθος: με μια περίεργη(και αληθινή) πτώση -ψηλοκρεμαστή-, προς το μακρινά κοντινό γαλανό αν είν’ ο ζητιάνος πλούσιος(και στον κοκκινολαίμη του τραγουδήσει ο κοκκινολαίμης τραγούδι)μα ο τσιγκούνης φτωχός-ας αγαπηθούμε ωσότου δε μείνει κανείς(πριν λίγο έχει αρχίσει, καλή μου,η χρονιά)που θα είναι όσο εγώ κι όσο εσύ ζωντανός -πάμε να πιάσουμε ουρανό: μ’ ένα εσύ κι ένα εγώ κι ένα καθ(όλα,που είν’ όποιος,που είναι κάποιος,που είν’)ένα,που είναι: εμείς

*Από το http://www.poets.org/poet.php/prmPID/156

Ξαναδιαβάζοντας την ποίηση του Γιώργου Ιωάννου

giorgos+ioannou

Του Δημήτρη Ι. Καραμβάλη

Τριάντα ολόκληρα χρόνια από την εκδημία του ποιητή και συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, του λογοτέχνη που σφράγισε με τον δικό του, ανεπανάληπτο τρόπο και το ξεχωριστό του ύφος και ήθος, τη λογοτεχνία μας. Γυρνώντας, μετά από τρεις δεκαετίες στο ποιητικό έργο, καταθέτουμε μερικές ίχνιες σκέψεις για το ποιητικό του σώμα και αίμα.

Τα περισσότερα ποιήματα έχουν ένα ή δύο στίχους στο τέλος, που λειτουργούν σαν επιμύθιο ή συμπέρασμα ή καρπός αντίθεσης με το όλο σώμα του ποιήματος, ή ακόμη λειτουργούν σαν μπούσουλας και σαν σηματωρός στη συνέχεια του ποιήματος, στη συνέχεια της ζωής, όπως:

 «Ας κατεβούμε γρήγορα – ξέρει ο Θεός τι κάνει» (δράση) ή
«Αυτοί αντλούνε από κάπου εξουσία»

(ή προσπάθεια ερμηνείας του απύθμενου θράσους) ή

«Τώρα γυρίζω για να βρω τον εαυτό μου»
(η αλήθεια – η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας)

ή ακόμη
«Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο»
(η διέξοδος-λύση)…

Μέσα στους στίχους του Γιώργου Ιωάννου, αναπτύσσεται με σφοδρότητα μεγάλη η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους – της σιωπής της γόνιμης και της φλύαρης και ανούσιας πολυλογίας, η υποκρισία και το ξέσπασμά της με την αιμάσσουσα καταγραφή της ειλικρίνειας, το μαρτύριο γιατί τα πάντα οδηγούν στην απευχόμενη λύση:

«Κι όμως για κει όλα τραβούν.
Το βλέπω με τα μάτια μου, το ξέρω»…

Ο Γιώργος Ιωάννου υπήρξε ένας «ελεύθερος πολιορκημένος» από τους σκληρούς ανθρώπους των γραφείων, με μια «σφραγίδα μοναξιάς» στο μέτωπο, αρνούμενος παρ’ όλ’ αυτά να συνθηκολογήσει:

«Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω
από γραφείο σε γραφείο
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,
να κάνω υποκλίσεις»…

Έτσι περνά με αλληλοδιαδεχόμενα ρεύματα από την ελπίδα («Πάλι θαρθεί όμως ο καιρός/πάλι θα πάμε ραντεβού όλο γλυκά απρόοπτα») στην απελπισία («Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτή τη νύχτα;») μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πεδίο βολής με τη νοσταλγία των αγαπημένων του προσώπων όπως «η μάνα του των πρώτων πρώτων παιδικών του χρόνων» με την ιδιαίτερη επισήμανση ακατάλυτη και καθοριστική «Τότε που τον φωνάζαμε μοναχογιό»…

Τα ποιήματα του Γιώργου Ιωάννου είναι προπομπός για τη δημοσίευση των πεζογραφημάτων του, μέσα από μια διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται και οριοθετεί το ποίημα αλλά και μια γόνιμη αμφιβολία και μια σκληρή αυτοκριτική απολογισμού που τρυπά κατάσαρκα τον ίδιο:

«Και δεν σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,
Γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν»….

Η αναμονή, η διάψευση, η προσμονή, η απογοήτευση, η αξία και η απαξία, το ανελέητο μαστίγωμα και η αναζήτηση της ταυτότητας, η πίκρα και η απογύμνωση μέσα σε τρεις μόνο στίχους, το παράπονο, το μεγάλο σχολείο του πόνου, η συνειδητοποίηση πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα, το γενικότερο κλίμα αδυναμίας διαφυγής μέσα από μια έξοδο κινδύνου:

«Νιώθω σαν σπόρος αγκαθιού
με γαντζωμένο το κεντρί
στην αγκαθένια την καρδιά μου»…

Μέσα στο καμίνι της ερημιάς ψυχής του ο ποιητής νιώθει αδύνατο να περιγράψει αφού θα πρέπει πρώτα να διαγράψει κι αυτό το ρολόι είναι ανήμπορο να δείξει τα πραγματικά όρια του χώρου και του χρόνου. Η μοναξιά φτάνει φορές που δεν παλεύεται αφού εξαντλημένη η φαντασία αδυνατεί να φέρει πίσω τις ξεθωριασμένες μνήμες. Και μπορεί να έχει την αίσθηση του ρολογιού, όμως αυτό σε τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τα λιμνάζοντα και τα σήποντα:

«Ύστερα έχασα τον ύπνο.
………………………………….
Άκουγα μόνο το ρολόι ως το πρωί»…
Δεν επιθυμεί τέτοια σιγουριά κι ασφάλεια, προκαλεί ακόμη κι αυτό τον ίδιο το θάνατο, ν’ αλλάξει κάτι, και μέσα σ’ αυτή την εξομολόγηση τη λυρική, η σπαραχτική κραυγή του ανθρώπου όπου γης, προσλαμβάνει πλατύτερες διαστάσεις, όταν θυμάται τις εκτελέσεις των αθώων, τις ριπές των πολυβόλων τις ανατριχιαστικές!

«Ο τοίχος είναι απέναντί μου που τους έστηναν
στο δέντρο που ακουμπάω τους κρεμνούσαν.
Το όπλο αυτό ζωντάνεψε κάτω απ’ τη νύχτα»…

Η ερωτική προσμονή, η αφοσίωση, έστω και η καταδίκη και η τιμωρία αντέχεται φτάνει ναρθεί το αγαπημένο πρόσωπο που χρόνια έχει να φανεί. Ως τότε κάποιο σημείωμα, η θολή μνήμη, η ψευδαίσθηση θα συντηρούν την ελπίδα:

«Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους
να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου.
Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε»…

Ποίηση με θραυσματικές απολήξεις, με αγώνα και αγωνία, γνήσιες λυρικές καταθέσεις, απόσταγμα ζωής:

«Και με το στήθος ίδιο ρόδι να τριζοβολά,
να χαίρεται να αποστάζει την ανάσα»!

Σημ.: Αναδημοσίευση από το βιβλίο “Γιώργος Ιωάννου – οκτώ κείμενα για την ποίησή του” του Δ. Ι. Καραμβάλη (εκδ. Δρόμων, 2015) στο οποίο ο συγγραφέας επιχειρεί μια προσέγγιση στο ποιητικό έργο του Ιωάννου “Τα χίλια δέντρα” (εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1963), όπου “βρίσκεται σε μικρογραφία το κατοπινό πεζογραφικό του έργο”. Τα κείμενα που περιλαμβάνει το βιβλίο έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr

Vedem: Λογοτεχνικό περιοδικό σε στρατόπεδο συγκέντρωσης

1024px-%C4%8Casopis_Vedem

Vedem (του), ήταν ένα λογοτεχνικό περιοδικό στην Τσέχικη γλώσσα που υπήρξε από το  1942 έως το 1944  στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Terezin κατά τη διάρκεια του Oλοκαυτώματος.Δημιουργήθηκε  από  μια ομάδα αγοριών που ζουσαν  σε  στρατώνες, με επικεφαλής τον Petr Ginz. Συνολικά, περίπου 700 σελίδες του Vedem επέζησαν κατά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το περιοδικό  έγραψαν ,επιμελήθηκαν και εικονογράφησαν εξ ολοκλήρου  νεαρά αγόρια, ηλικίας δώδεκα έως δεκαπέντε, που  έζησαν στο Στρατόπεδο L417, ή ένα Σπίτι που  αναφέρεται ως Δημοκρατία της Shkid . Το περιεχόμενο του  Vedem  περιελάμβανε ποιήματα, δοκίμια, αστεία, διαλόγους, λογοτεχνικά περιοδικά, ιστορίες και  σχέδια. Τα θέματα αυτά στη συνέχεια αντιγράφονται με το χέρι και να διαβάζονταν γύρω από τους στρατώνες κάθε Παρασκευή βράδυ. Για κάποιο χρονικό διάστημα, το πόσταραν  στον πίνακα ανακοινώσεων του στρατώνα , ωστόσο, αποφασίστηκε να σταματήσει αυτή την πρακτική, επειδή κρίθηκε επικίνδυνο σε περίπτωση SS επιθεωρήσεων.

Περισσότερα διαβάστε εδώ: http://en.wikipedia.org/wiki/Vedem

*Το πήραμε από το http://varelaki.blogspot.com

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Ποίηση – η καρδιά της τέχνης

beauty

Η ποίηση
ρουφήχτρα αστραπής και κεραυνού
αίμα τρελό στις αρτηρίες
στραπάτσο φύλλο
ή φλέβα νταμαριού.
Η ποίηση κόκκινη φέτα σελήνη
και κρύπτη μυστική
ήχος σε πηγάδι με μπαμπάκι
το μουγκρητό
ο παφλασμός
και το κλάμα 
στις πανάρχαιες κοίτες.

Ποίηση είναι η καρδιά της τέχνης. Είναι οι εκρήξεις της εσωτερικής έντασης πέρα από τις διαστάσεις του ορατού και του αόρατου, από τα όρια του χρόνου, του μύθου και της Ιστορίας, η ολοκληρωτική κατάλυση των φραγμών του υπαρκτού και του επινοημένου.

Αυτό που ονομάζουμε έμπνευση στην ποίηση, είναι η εκδήλωση της ανθρώπινης ελευθερίας. Η διεργασία της είναι σαν τον αέρα. Έρχεται, σε χτυπάει, σε ζεσταίνει, σε δροσίζει ή σε κρυώνει και πάντοτε φεύγει. Φέρνει μέσα της τα σπέρματα του αιφνίδιου. Υπάρχει μια υποδόρια ταραχή και οι ξαφνικές λάμψεις των πρώτων οιωνών που σηματοδοτούν το μυστηριώδες αλφάβητο μιας άγνωστης μετάλλαξης. Οι φλέβες της διογκώνονται, αποκαλύπτονται οι υπόγειες διαδρομές, οι πόροι της γεμίζουν από τους υπόκωφους τριγμούς του επικείμενου.

Περισσότερο υπαινίσσεται ο ποιητικός λόγος και λιγότερο εκφράζει καθαρά, κοφτός, αγωνιώδης κι ελλειπτικός πάντα. Εκτός από εκείνο που λέγεται, συντίθεται και από εκείνο που δε λέγεται κι από εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Με τα κενά, τα διφορούμενα και τα σκοτεινά του σημεία Σημαίνει και Δείχνει.

Η ποιητική εμπειρία δεν είναι άλλο από ρυθμός ενσαρκωμένος με λέξεις, χωρίς καθορισμένα μορφικά μέτρα. Ρυθμός που εισδύει ανεπαίσθητα, γρήγορα ή ακατάληπτα και άλλοτε βίαια στο βάθος των πραγμάτων, στο λόγο που διέπει τις σχέσεις τους. Είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ιδιαιτερότητας του ποιητικού λόγου, το μόνο στοιχείο που μπορεί να αντισταθεί στην τυποποίηση της γλώσσας και στην εκφραστική της αφυδάτωση.

Ιέρεια των μυστηρίων της ύπαρξης η ποίηση, εξανθρωπίζει την ύλη. Με λέξεις οδηγούς και ρήματα κλειδιά, περνάει από περάσματα μυστικά, από λάμψεις πυκνές, φως δυνατό, σκοτάδι άχρονο. Έχοντας τις ρίζες της στο βαθύ και αόρατο πυρήνα της αλήθειας, εισέρχεται σε χώρους πανανθρώπινους, βιώνοντας, έτσι, την ιστορία όλων των ανθρώπων.

Στη σιωπή βρίσκει η ποίηση τον εαυτό της και την έκφρασή της, γνωρίζοντας καλά, πολύ καλά, να μετουσιώνει τη σιωπή σε δημιουργία, σε ανάταση, σε έκπληξη και κατάπληξη, σε ευδαιμονία ή εξαίσια απόγνωση. Όσοι έζησαν τη γοητεία της, εκείνοι που ένιωσαν διαρκή τη νοσταλγία του απόλυτου και καταστράφηκαν προσπαθώντας να αγαπήσουν, μόνον αυτοί μπορούν να καταλάβουν το όνειρό της και το δράμα της.

Η ποίηση αρνείται το φθαρτό υλικό της καθημερινής πραγματικότητας κι εκτοπίζοντας κάθε φορά ένα μέρος από τα ύδατα της λογικής, εκφράζει την αόρατη πραγματική πραγματικότητα που είναι η ευθύτητα της ζωής και του θανάτου, η άφθαρτη επιθυμία του ανθρώπου να υπερβεί την καθημερινή του κατάσταση.

Φύση και θέση η ποίηση είναι αντεξουσιαστική. Η διαδικασία της είναι μια συνεχής εικονοκλαστική πρόοδος, η κατάργηση κι αμφισβήτηση κάθε κανόνα και αρτηριοσκληρωτικής ακαδημίας, μέσω της αναζήτησης νέας φόρμας και αιτίας. Είναι από μόνη της ελευθερία. Ελευθερία επιλογής, ελευθερία κινήσεων, απελευθέρωση των συναισθημάτων, των οραμάτων, των σκέψεων, των ονείρων.

Το αν η ποίηση ξεσηκώνει ακόμη τις συνειδήσεις ή ανάγεται σε πρωτογενές όχημα κάθε επαναστατικής σκέψης, η απάντηση είναι «ναι». Το θέμα είναι να ανακαλύψουμε τα μαγικά συστατικά της και να δούμε τι είναι αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει από τη μονιμότητα, την κανονικότητα και τον ισοπεδωτικό λόγο. Γιατί, ποιος ξέρει, ίσως οι κατά Σαίξπηρ τρελοί, οι ερωτευμένοι και οι ποιητές, να κατακτήσουν κάποια στιγμή τον κόσμο.

Συνήθως οι τεχνοκράτες απωθούν την ποίηση, γιατί είναι εκείνο το κομμάτι της ύπαρξης που δεν ελέγχεται. Δεν την επικαλούνται ή μάλλον καλύτερα έχουν νομιμοποιήσει την τάση όλων όσων ποτέ, και κάτω από όποιες συνθήκες κι αν ζούσαν, δε θα ένιωθαν την ανάγκη της πλατιάς και σύνθετης ικανοποίησης που δίνει η τέχνη. Παρ’ όλα αυτά και μη μπορώντας να βρουν πληρότητα, κάποια στιγμή της ζωής τους θα αισθανθούν την ανάγκη να πλησιάσουν τον κόσμο αναζητώντας τον ξεχασμένο άνθρωπο μέσα τους, που η απουσία του θα σημάνει αδιέξοδο, φτώχεια και υποβάθμιση, αδυναμία του ανάπηρου ανθρώπου μπροστά στο μέγεθος των μονομερών επιτευγμάτων του.

Στο σύγχρονο κόσμο μας μπορεί να διατηρούμε τη γνώση σε σκληρούς δίσκους, αλλά δεν πάψαμε ποτέ να κρατάμε τις μεγάλες και σπουδαίες αλήθειες φυλαγμένες μέσα μας, με τη βοήθεια του μέτρου και του στίχου της ποίησης που ζεσταίνει τις καρδιές μας. Η ποίηση έρχεται κοντά μας ανά πάσα στιγμή. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, χαρίστε ένα ποίημα, ανταλλάξτε ένα ποίημα, στείλτε ένα ποίημα, γράψτε το σε ένα κομμάτι χαρτί και πετάξτε το κάτω από την πόρτα, δώστε ένα ποίημα στον άλλον.

Η ποίηση θα είναι άχρηστη μόνον όταν οι άνθρωποι ολοκληρωθούν, γίνουν τόσο διάφανα πλάσματα από την έκσταση που φέρνει η ολοκλήρωση, που θα καταντάει πια ανούσια, θα πέφτει σαν ξεραμένο φύλλο η όποια προσπάθεια περιγραφής της ζωής μας. Ως τότε, η ποίηση θα περπατάει πλάι μας.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2015/11/blog-post_9.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Εκδόσεις-Περιοδικό Πανοπτικόν – Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιτσίμη, περιοδικό Ένεκεν, τχ. 30, Δεκέμβριος 2013

12107797_10153761778874887_4439856233434672890_n

Η ποιητική συλλογή “Kλέφτικο’ του Γ. Πρεβεδουράκη είναι τελείως διαφορετική και μη συνηθισμένη στη δομή της από τα συνήθη “ποιητικά σχέδια” της εποχής μας. Αυτός είναι και ένας λόγος που την εκδώσατε, η εκκεντρικότητα σε σχέση με το ουσιώδες περιεχόμενο σάς ώθησαν ως αφετηρία έκδοσης;
Το «τελείως διαφορετική» και «μη συνηθισμένη» που αναφέρετε, αν ισχύει, αρκεί από μόνο του για να εκδώσω ένα ποιητικό βιβλίο· αλλά αυτό δεν συνιστά κατ’ ανάγκη «εκκεντρικότητα» (η εκκεντρικότητα πολλές φορές μπορεί να συνοδεύεται από απουσία περιεχομένου, γι’ αυτό και δεν μ’ αρέσει ως όρος). Μπορεί να είναι τόλμη, τάλαντο, καινοτομία. Το «Κλέφτικο» το εξέδωσα γιατί ήταν ένα ποιητικό κείμενο που μου ήρθε από τον άγνωστό μου τότε Γιώργο Πρεβεδουράκη, το οποίο με συγκίνησε βαθύτατα. Θεωρώ ότι είναι από τα σημαντικότερα ποιητικά βιβλία νέων ανθρώπων που έχουν βγει τα τελευταία χρόνια (τουλάχιστον από όσα έτυχε να δω) και περιμένω πολλά από τον άνθρωπο που το έγραψε.

Τι είναι αυτό που εσείς θα αποκαλούσατε “εκδόσιμη ποίηση” στα 2013;
Ό,τι δεν είναι παραλογοτεχνία (που δυστυχώς αφθονεί γύρω μας) θεωρώ ότι είναι καταρχήν εκδόσιμο. (Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι και πολύ καλό). Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι επειδή τις περισσότερες φορές οι ποιητές χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις εκδόσεις των βιβλίων τους (και σε ορισμένους οίκους πανάκριβα) πολλοί εκδότες είναι έτοιμοι να τυπώσουν οτιδήποτε, χωρίς κανένα κριτήριο, αρκεί ο υποψήφιος συγγραφέας να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Έχω δει με τα μάτια μου Θεσσαλονικιό εκδότη να κλείνει οικονομική συμφωνία με νεαρό συγγραφέα δίχως να έχει κοιτάξει καν το δακτυλόγραφο που του προσκόμισε. Και είναι επίσης γνωστό ότι πολλοί εκδότες δεν διαβάζουν ούτε τα βιβλία που οι ίδιοι εκδίδουν…

Πόσο μακριά από την ποίηση βρίσκεται ο μέσος έλληνας αναγνώστης και ειδικά ο νέος κατά την άποψή σας; Πού οφείλεται αυτό;
Οι Έλληνες γενικά δεν διαβάζουν. Περαιτέρω, η ποίηση είναι κατ’ ουσίαν εκτός εμπορίου (αυτό βέβαια ίσως και να την σώζει με μια έννοια). Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι η εκδοτική βιομηχανία (υπάρχει και τέτοια και καταλαμβάνει το 80% της πιάτσας) έχει ρίξει το βάρος της στο μυθιστόρημα που είναι ογκωδέστερο, συνεπώς και ακριβότερο. Δεν ξέρω ποια άλλη εξήγηση μπορεί να δοθεί, γιατί κατά τεκμήριο η Ελλάδα είχε πάντοτε καλύτερους ποιητές από ό,τι πεζογράφους.

Θεωρείτε ότι οι μεγάλοι ποιητές της χώρας μας κατά τα παρελθόντα έτη στοιχειώνουν τους σύγχρονους δημιουργούς και τους οδηγούν σε τέλμα μάλλον αξεπέραστο και σε μιμητικές επαναλήψεις;
Τίποτα δεν είναι αξεπέραστο, απλώς ενώ η ματαιοδοξία πέφτει με το τουλούμι, το ταλέντο πέφτει με το σταγονόμετρο. Μεγάλοι ποιητές (και θεωρώ ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λέξη με φειδώ) δυστυχώς βγαίνουν ελάχιστοι. Έτσι συνέβαινε πάντα. Κατά τα άλλα, μάλλον δεν είμαι αρμόδιος να απαντήσω πιο συγκεκριμένα στο ερώτημά σας, μιας και δεν έχω εποπτεία της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής.

Τι εκπροσωπούν λοιπόν οι εκδόσεις “Πανοπτικόν”, με ποια φιλοσοφία αναζητούν μια θέση στα βιβλιοπωλεία της ζωής μας;
Δεν εκπροσωπούν τίποτα (συγγνώμη, αλλά η λέξη εκπροσώπηση μου προκαλεί δυσφορία, σε ό,τι κι αν αναφέρεται). Όπως έχω ξαναπεί, το Πανοπτικόν είναι ένας μικρός, προσωποπαγής, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος, έξω από τα κυκλώματα της διαφήμισης και της οργανωμένης προβολής. Είναι ένας οίκος που τον ξεκίνησα με ανύπαρκτο –κυριολεκτικά– αρχικό κεφάλαιο και περίσσευμα από μεράκι το 2001, μαζί με το ομώνυμο περιοδικό, όπου τα πάντα σχεδόν τα κάνω μόνος μου. Εκδίδω λίγα βιβλία κάθε χρόνο και δεδομένου ότι δεν βιοπορίζομαι αποκλειστικά και μόνο απ’ το Πανοπτικόν (επί χρόνια η βασική πηγή βιοπορισμού μου ήταν μεταφράσεις και επιμέλειες εκδόσεων που έκανα για λογαριασμό τρίτων) έχω την πολυτέλεια να εκδίδω βιβλία που μου αρέσουν, χωρίς να λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου εμπορικά κριτήρια. Η θεματολογία των εκδόσεων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: είναι κυρίως πολιτικά δοκίμια (ελευθεριακής και αντιεξουσιαστικής, με την ευρεία έννοια, κατεύθυνσης), υπάρχει μια λογοτεχνική σειρά, με κείμενα που θέλω να «ξεφεύγουν» από την πεπατημένη, τόσο ως τρόπος γραφής όσο και ως συνολική αντίληψη για το τι είναι και ποιον ρόλο επιτελεί η λογοτεχνία στην εποχή των βιομηχανοποιημένων best-seller, η συγγραφή των οποίων διδάσκεται σε κάτι απερίγραπτα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί η σειρά των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε, στις κλασικές πλέον μεταφράσεις του Ζήση Σαρίκα. Μακάρι τα βιβλία που εκδίδω να είναι για κάποιους –όπως θα το ήθελε ο Κάφκα– τα τσεκούρια που θα σπάσουν την παγωμένη θάλασσα μέσα τους.

Μια αντι-ιστορία, μια βάση δεδομένων για την αγάπη και τον πόνο – Π.Ο., Fitzroy: The Biography, Collective Effort Press, 2015

po2

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ*

Το 1974, στην παρουσίαση ενός φωτογραφικού βιβλίου Robert Ashton για το Fitzroy, ένας νεαρός ντόπιος ποιητής, γνωστός ως Π.Ο. άρπαξε μερικά βιβλία και άρχισε να τρέχει στο δρόμο φωνάζοντας ότι τα απελευθέρωσε για χάρη του πραγματικού κόσμου του Fitzroy. Σαρανταένα χρόνια αργότερα, το περασμένο Σάββατο, στο , ο Π.Ο. παρουσίασε το δικό του προφίλ του πιο παλιού προαστίου της Μελβούρνης.

Ο Π.Ο. γράφει πάντα για το Fitzroy για πάνω από 40 χρόνια τώρα, αλλά μόλις τώρα κατάφερε να κυκλοφορήσει έναν ολόκληρο τόμο 740 σελίδων, ένα έργο ολκής και μεγάλης τόλμης, το οποίο συγκεντρώνει αρκετές πρωτιές και πρωτοτυπίες, με την πλέον χαρακτηριστική, ότι είναι ένα βιογραφικό βιβλίο, το οποίο, όμως, είναι γραμμένο εξ ολοκλήρου με στίχους. Ωστόσο, «η ειρωνεία», λέει ο ίδιος, «είναι ότι το εν λόγω βιβλίο είναι πολύ μικρό σε σχέση με το αντικείμενο που πραγματεύεται…»

Το Fitzroy: The Biography είναι μια σειρά πορτραίτων ανθρώπων, γεγονότων και τοποθεσιών που έχουν άμεση σχέση με το εν λόγω θρυλικό εσωτερικό προάστιο της Μελβούρνης. Πασίγνωστες φυσιογνωμίες του Fitzroy παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου όπως ο Squizzy Taylor, ο Robert Hoddle -αυτός που χάραξε και σχεδίασε τους δρόμους και το ρυμοτομικό σχέδιο της πρώιμης Μελβούρνης-, ή ο ντόπιος ποδοσφαιριστής Kevin Murray, και ακόμα προσωπικότητες όπως οι Allen Ginsberg, Mary MacKillop και πάμπολλοι άλλοι. Ωστόσο, την τιμητική τους έχουν και λιγότερο γνωστές προσωπικότητες της περιοχής όπως η Ellen Fincham -η οποία μάλλον δολοφονήθηκε απόν εραστή της το 1899 ενώ ήσαν και οι δύο μεθυσμένοι-, ή ο William Keyang, που τυφλώθηκε σε ένα εργατικό ατύχημα το 1916 και, στη συνέχεια, αυτοκτόνησε. Θέση έχουν ακόμα και ονομαστοί επισκέπτες στο Fitzroy, όπως ο Bob Dylan ή ο Muhammad Ali.

Ο Π.Ο. εργάστηκε ως σχεδιαστής (draughtsman) επί 40 χρόνια και έχει εδώ και πολλές δεκαετίες τη φήμη ενός από τους πλέον αναγνωρισμένους και καθιερωμένους avant garde ποιητές, όχι μόνο στην Αυστραλία αλλά και έξω από τα σύνορά της. Άλλαξε το ονοματεπώνυμό του αφού ερωτεύθηκε τα Μαθηματικά. «Συνειδητοποίησα ότι καθώς το Π, το οποίο ήταν το αρχικό γράμμα του ονόματός μου, ήταν το επόμενο γράμμα από το O, στο ελληνικό αλφάβητο, τότε το Π ήταν αντανάκλαση του κύκλου. Για μένα αυτό από μόνο του ήταν έναν ποίημα» λέει. Έτσι, κατά τη διάρκεια μιας παρουσίασης στο Πανεπιστήμιο La Trobe Uni υιοθέτησε το Π.Ο. το οποίο και καθιερώθηκε έκτοτε.
Η οικογένειά του μετανάστευσε από την Ελλάδα στην Αυστραλία το 1954 όταν ο ίδιος ήταν τριών χρόνων, με ενδιάμεσο σταθμό στο μεταναστευτικό κέντρο της Bonegilla. «Ζήσαμε σε περίπου 20 σπίτια στο Fitzroy και η οικογένειά μου λειτούργησε γύρω στα 10 διαφορετικά καταστήματα στην περιοχή. Μεγαλώσαμε σε μια αρκετά δύσκολη περιοχή η οποία ήταν γνωστή τα στενά (the Narrows), τα δρομάκια δηλαδή γύρω από το Gertrude Street, και λειτουργούσαμε ένα καφενείο όπου έπαιζαν χαρτιά και άλλα τυχερά παιχνίδια, εκεί που τώρα είναι το συγκρότημα των πολυκατοικιών (commission flats). Είμαστε οι προτελευταίοι που φύγαμε από εκεί πριν τα κατεδαφίσουν» λέει.

Με μια τέτοια … ισόβια -θα λέγαμε- θητεία στην περιοχή του Fitzroy, ο Π.Ο., όχι μόνο ανέπτυξε μια αγάπη και ένα ασίγαστο ενδιαφέρον για το εμβληματικό αυτό προάστιο, αλλά το χρησιμοποίησε και ως βάση της έρευνάς του, άρα και ως πηγή της πειραματικής ποίησής του.

«Όταν μού καρφώθηκε η ιδέα να κάνω ένα πορτραίτο του Fitzroy δεν είχα κατά νου να γράψω για μένα ή την οικογένειά μου. Νόμιζα ότι θα ήταν μια παρουσίαση αυτών των ανθρώπων του Fitzroy, αλλά όταν άρχισα να ταξινομώ τις διαφορετικές αυτές ιστορίες κατά χρονολογική σειρά ήταν σαν να έβλεπα μπροστά μου ολόκληρη την τοπική ιστορία» λέει ο ίδιος.

Έτσι, λοιπόν, στο βιβλίο παρελαύνουν γεννήσεις και θάνατοι, διαμάχες και βεντέτες, οίκοι ανοχής και μπυραρίες, η ανάδυση του τοπικού κομμουνιστικού κινήματος, ο ερχομός των μεταναστών και η εμπειρία τους.
«Ως παιδιά ζούσαμε όλοι σαν σε συμμορίες. Η δική μου παρέα ήταν γνωστή ως “η συμμορία με τα πλακάκια” γιατί είχαμε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε πλακάκια δίπλα μας και όταν έρχονταν οι άλλες συμμορίες παιδιών στο δρόμο και στο μικρό μας πάρκο για να μας πετάξουν πέτρες εμείς αμυνόμασταν πετώντας πλακάκια, που τα κομμάτια τους έκοβαν σαν μαχαίρια» θυμάται.

Όπως και οι περασμένες δουλειές του Π.O. – για παράδειγμα, τα Number Poems, τα οποία αποτελούνται ολοκληρωτικά από μαθηματικά και αριθμούς– το ογκώδες αυτό έργο του πηγαίνει ακόμα πιο πέρα από την καθιερωμένη αντίληψη του τι ακριβώς είναι η ποιητική γλώσσα και τι μπορεί να πετύχει. Ο ποιητής πειραματίζεται με τα όρια μεταξύ πρόζας και ποίησης, δίνοντας έμφαση σε παλιές εφημερίδες και το τοπικό φολκλόρ. Είναι μια αντι-ιστορία που δεν χωράει σε καμιά Wikipedia, είναι όμως και μια βάση δεδομένων για την αγάπη και τον πόνο.
Όπως και η ίδια η αρχιτεκτονική του Fitzroy, στο βιβλίο δεν υπάρχει χρονολογική σειρά, ο αναγνώστης πηδά δεκαετίες ακόμα και αιώνες πίσω και μπροστά. Έτσι δεν μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο αυτό σελίδα τη σελίδα, αλλά αναζητείς ονόματα και τοποθεσίες από τον πίνακα περιεχομένων.

Ο ίδιος λέει ότι δεν επιχειρεί να χαράξει κάποιες διαχωριστικές γραμμές αλλά να παραδεχτεί ότι η δημιουργία μιας βιογραφίας οικοδομείται μέσα του, στον δικό του εσωτερικό κόσμο, ως προσαύξηση. Ως βιογραφία δεν στέκει, γιατί το βιβλίο αυτό δεν αρχίζει με την ημερομηνία γέννησής του ή με τον ερχομό του στην Αυστραλία μέχρι και την 500ή σελίδα.

Αναδύεται από αυτή την ολάκερη εμπειρία, των καυγάδων, της έντασης, της βίας αρκετές φορές, ένα ασύλληπτο χιούμορ, μια ασυναγώνιστη ζωτικότητα στην ποίησή του. Η εικόνα της οικογένειας του Π.O. , τα μέλη της οποίας εργάζονται όλοι μαζί για να εξυπηρετήσουν τζογαδόρους, πόρνες, μεθυσμένους, πάνκηδες και μηχανόβιους, ξεχειλίζει από ενέργεια.

*Για τη συγγραφή του παρόντος χρησιμοποιήθηκαν (και) αποσπάσματα του ρεπορτάζ του Jason Steger στην εφημερίδα The Age (Δευτέρα, 28 Σεπτέμβρη) καθώς και από σχετικό δημοσίευμα στη The Saturday Paper. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Νέος Κόσμος”, Πέμπτη, 22 Οκτώβρ 2015, σελ. 6.

po1