H Kική Δημουλά για τη Μαρία Κυρτζάκη

kyrtzaki-300x336

Kαι τι θα πει δεν πέθανα και πώς
τον θάνατο θάνατο ονομάζεις
πώς να υπάρξει όνομα στον θάνατο πώς
να φθογγούται ο θάνατος και πώς
ο θάνατος να καρπωθεί το «ξέρω του θανάτου»
Ειδέναι Οίδα Οιδίποδας.
Μόνο με ψεύδη βεβαιώνεται η ζωή.

Μαρία Κυρτζάκη

(Εντευκτήριο, τχ. 72, 2006)

Σκέψεις για τη Μαρία Κυρτζάκη

Βαρύς σκάει κάτω ο υπαινιγμός μιας πτώσης: Στη μέση της ασφάλτου, τίτλος της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Μαρίας Κυρτζάκη. Ένας τίτλος-γδούπος. Σώα η πρωτοτυπία, πρόσθετα ανθεκτική με το να μην αποτελεί τίτλο καμιάς από τις περιεχόμενες συλλογές.

Μου επιβάλλεται η αινιγματική ηθική του: μόνος, πεσμένος στη μέση της ασφάλτου, δεν επιδιώκει νε επισύρει περίεργους γύρω του, δε βογκάει, δε ζητάει βοήθεια. Αντίθετα, προσφέρει βοήθεια, μας ψαύει όλους, μας δείχνει πού πονάμε, τι σπάσαμε πέφτοντας, και μας καθησυχάζει ότι είναι άθραυστη εκείνη η μεγάλη ανεξήγητη δύναμη που παράγεται από τα σπασμένα, ανήμπορα, σαστισμένα κομμάτια μας.

Ενας τίτλος καταμετρητής του πόσο όλους μας, λίγο-πολύ, μια βίαιη βουλή μάς αρπάζει από την ανυποψίαστη αγκαλιά της γέννησής μας και μας πετάει στη μέση της ασφάλτου, αφήνοντας να μας αναθρέψει ένας κίνδυνος. Θα μπορέσω άραγε να λεηλατήσω το σθεναρό μήνυμα αυτού του τίτλου;

Γιατί την ποίηση της Κυρτζάκη στο έπακρον την εκμεταλλεύτηκα, ταξιδεύοντας στα βάθη της και πολλά κερδίζοντας με το να πηγαινοέρχομαι δαπάναις της στην ανάγνωσή της. Την εκμεταλλεύτηκα ακόμα κι όταν τα βιβλία της έμεναν καιρό κλειστά τοποθετημένα κατ’ αλφαβητικό χρόνο και κατά χρονολογική αφοσίωσή μου στη βιβλιοθήκη, σε ράφι που έρχεται ακριβώς στο ύψος της μνήμης μου, για να τα βρίσκει εύκολα και να μη χάνομαι.

Χρόνια διανύω τις αποστάσεις τού τι πέτυχε από το ένα βήμα στο επόμενο και, παρόλο που η προσληπτικότητά μου δεν είναι τόσο γοργοπόδαρη όσο οι ικανότητες της Κυρτζάκη, ταξιδεύω εντούτοις και ευχερώς μεταφέρομαι με το ταχύ και ασφαλές μέσον της χαρούμενης, έστω αδέξιας, έκπληξης. Εκπληξης για τη νέα καλλιεργημένη έκταση που η κάθε καινούργια συλλογή της προσαρτά στον ποιητικό της χάρτη. Εκταση συναρπαστική, πριν καλά καλά την πλησιάσω, από εκεί που μόλις αρχίζει να προβάλλει θαμπή η καρποφορία της. Κλέβω κάθε φορά τους καρπούς, που έχουν τη σπάνια μεικτή γεύση: της απόλαυσης και της διδαχής. Διδαχή του τι σημαίνει οικονομία, τόλμη, αυθεντικότης, ρυθμός, αυστηρά λογοκρινόμενος λυρισμός και περιρρέουσα ουσία. Ιδιωτική γεύση, κανείς δεν με βλέπει. O,τι συλλαμβάνω το καταβροχθίζω με τα χέρια, χωρίς καλούς τρόπους, χωρίς μαχαίρι και πιρούνι ― το μαχαίρι άλλωστε το κρατούν σφιχτά οι στίχοι της Κυρτζάκη, είτε για να διαπράξουν έναν δίκαιο φόνο είτε για να αποτρέψουν έναν άδικο. Κλέβω, βάζω στην τσέπη μου ό,τι αντιστέκεται στην αντίληψή μου, επειδή ξέρω ότι στην επόμενη ανάγνωσή τους οι χυμοί θα μου έχουν εκμυστηρευτεί μια τουλάχιστον από τις πολλές οδούς τους.

Ξαναδιαβάζοντας τώρα τα ποιήματα της Κυρτζάκη, με κάπως πιο συγκρατημένη βέβαια βουλιμία, αφού αυτό το σημαντικό που μου υποβάλλουν είναι χορτάτο από τη συνεχή επιρροή τους επάνω μου, κρατώ ανοιχτές και τις παλιές συλλογές ―μια μια μόνη της, πεσμένη στη μέση της ασφάλτου―, γεμάτες από τα θαυμαστικά που είχα τοποθετήσει στις σελίδες τους να στέκουν σα φρουροί-προστάτες ποιημάτων, που με δέσμευαν να τα αγαπώ και να τα πιστεύω, θαυμαστικά που και τώρα προθυμοποιούνται να τα μεταφέρω ως φρουρούς και αυτής της εύφορης αναταραχής που μου γεννά η συγκεντρωμένη πια ποίηση της Κυρτζάκη, αυτό το κοινόβιο εντός του οποίου θα συνδημιουργηθούν ενωμένες όλες οι αρμονικές ιδιαιτερότητές της.

Ξαναδιαβάζοντας, αναβιώνει η παλιά προτίμησή μου να κάνω πάλι το ταξίδι σ’ αυτές τις ιδιαιτερότητες, μέσα από τους τίτλους των ποιητικών συλλογών της Κυρτζάκη, ελκόμενη ιδιαίτερα από τον ιδιότροπο βυθό της «Μαύρης Θάλασσας», περίεργη να δω τι αναπνέει στον βυθό αυτού του τίτλου που έδωσε η Κυρτζάκη στην προτελευταία της συλλογή, τίτλου που της επεβλήθη άνωθεν και που το αποδέχτηκε, μη ξέροντας γιατί, αλλά σίγουρη πάντως ότι αυτός ο τίτλος δεν παραπέμπει στη συνήθη, ευκολοσυμβολική μαυρίλα της διαθέσεως, τη γεμάτη σκυλόψαρα απελπισίας. Χωρίς να ζητήσω την άδεια της παραθέτω εδώ ποια εξήγηση ανακάλυψε η ίδια, αφού υιοθέτησε τον τίτλο:

Η επιλογή μου από τα ποιήματα που γράφτηκαν αυτά τα χρόνια είχε ως μόνο σημείο αναφοράς την έννοια Μαύρη Θάλασσα. Αφού κυκλοφόρησε το βιβλίο, μού ζήτησαν ένα μικρό κείμενο γι’ αυτό. Δεν ήξερα και πάλι τι να γράψω. Ανοιξα την εγκυκλοπαίδεια στη λήμμα «Μαύρη Θάλασσα». Εμεινα έκπληκτη. Νάτος λοιπόν ο τόπος της διαφοράς. Ο βυθός αυτής της θάλασσας, έγραφε, δεν έχει οξυγόνο πέρα από κάποια μέτρα και πάνω, αλλά παραδόξως αναπτύσσονται εκεί οργανισμοί – υπάρχει ζωή. Πιστεύω πολύ στην εσωτερική νομοτέλεια των πραγμάτων και αυτό εγώ ονομάζω φυσικότητα. Έκλεισα την εγκυκλοπαίδεια αναγνωρίζοντας αυτή τη νομοτέλεια. (περ. «Διαβάζω», 2000)

Μέσω λοιπόν αυτής της μυστηριώδους, της αυτοδύναμης ―της χωρίς οξυγόνο― αναπνοής προσεγγίζω, εξερευνώ δειγματοληπτικά και τις άλλες άκρως ευαίσθητες περιοχές όπου έχει αφήσει τα μισόκλειστα όστρακά της η ποίηση της Κυρτζάκη. Συγκρίνω, καταμετρώ, κάτι λείπει εδώ. Μια συλλογή: λείπουν οι «Σιωπηλές κραυγές» (1966), με την πρώτη νεανική τους οξύτητα. Πού τις κατέπνιξε άραγε, σε ποια σκληραγώγησή της, εν τω μεταξύ, η ποιήτρια; Ωστόσο εμένα αυτή η απουσία μού φέγγει να

Συλλογιέμαι τη μέρα
Που θα σφίξεις το μαχαίρι
Και θα καρφώσεις το βλέμμα στην πλάτη…
Διαπλέοντας αυτή την προφητεία που τρεμοσβήνει βγαίνω στις εκφοβίζουσες «Λέξεις»:
Οπως και να ‘χει το πράγμα
Οπως και να ‘χει
Περικυκλώνει ο φόβος
Οπως και να ‘χει
Η επικοινωνία εκτελείται…
Γδέρνεται η έλευσή μου στα τοιχώματα του «Κύκλου»:
Ωραίο που είναι το αυγουστιάτικο φεγγάρι
Ματώνει κάθε χρόνο στον πνιγμό μου.

Γέρνει έτοιμος να μπατάρει ο προορισμός της ισορροπίας. Είναι που κάθεται μόνοπαντα στην πρόθεσή μου η «Γυναίκα με το κοπάδι» ― πράξεων αδειασμένων από τα λόγια τους, κι όμως τι βάρος:

Εσύ πατρίδα μου είσαι μια πόρνη
[…]
καθόλου αθώα ― θύμα των ισχυρών ή
κάτι τέτοιο
την κλίση σου τη διάλεξες προσεχτικά
όπως προσεχτικά την πόρτα μου χτυπάς
και μεταμφιεσμένη σε ταλαίπωρο λαό
μου απαιτείς να παραδώσω την ψυχή
μου

Ανακόπτω πορεία. Στη βιασύνη μου να βγω από τον κύκλο πριν σκοτεινιάσει η εξ ορισμού μοιραία περίμετρός του, προσπέρασα κάτι ομάδες στίχων που επιπλέουν με γρήγορο ρυθμό οργισμένης μουσικής, ακαταπόνητοι και ανθεκτικοί. Οι περισσότεροι είναι πιασμένοι από τον αβύθιστο τίτλο τους: «Εταζέρα». Και παρακάτω δέκα μικροκαμωμένα ποιήματα επί σχεδίας τίτλου φτιαγμένης από το ίδιο το μικροκάμωμά τους και τον συνδετικό αριθμό τους: «Δέκα μικρά ποιήματα».

Ολα τα ποιήματα κρατούν αναμμένες λάμπες θυέλλης. Ναυαγοί; Μάλλον για σπηλαιολόγοι φαίνονται. Επειδή διακρίνω να κείνται επί της «Εταζέρας», δίκην μπιμπελό, σκελετοί αγωνίστριας προϊστορίας και μεταλλάξεώς της σε:

Εκατομμύρια έτη αυτοκινήτων
διανύουν την απόσταση
του κορμιού σου…

Ανιχνευτές σπηλαιώδους λυτρώσεως πρέπει να είναι αυτά τα «Δέκα μικρά ποιήματα», καθώς μεταφέρουν παμπάλαια πλην ζώντα κρανία διασήμων ζωγράφων που διδάσκουν μιαν εξαίσια παρακαμπτήρια μέθοδο όρασης, προσεγγίσεως:

Για να σε κοιτάξω
Ζωγραφίζω τρυπούλες στο τζάμι.

Ρίχνω φωτοβολίδες-σινιάλο. Απαντούν όχι, δεν είναι ναυαγοί. Είναι διορισμένοι από τον Θεό ανιχνευτές της επανορθώσεως των ίδιων των λαθών του.
Τινάζω τη σκόνη της πολύλογης αγάπης μου από την «Περίληψη για τη νύχτα», όπως αυτή η περίληψη αναπτύχθηκε, επεξετάθη, συμπεριέλαβε, πρωτοφόρεσε σώμα και θριάμβευσε ως «Ημέρια νύχτα»:

Ανενδοίαστα και σαν άρρωστη
Τ’ όραμά σου τραυλίζω
Με τις λέξεις σου φτιάχνω εικονίσματα
Και μετά στη φωτιά
Ανενδοίαστα εύχαρις σε ζυμώνω στις
στάχτες…

κι όλην αυτή την ευπαθή αντήχηση των αστραπόβροντων να πρέπει να την περάσω με προσοχή μέσα από τη «Σχιστή οδό», που λάξευσε η ποιήτρια κατά μήκος της γης των αισθήσεων, για να περάσουν άθικτες «οι ακτίνες της αλήθειας της».

Πουλάκι είναι και λαλεί πουλάκι είναι
Κι ας λέει
Ερχεται πέρασμα στενό έρχονται αγάπης
Λόγια
Σχιστή τη γλώσσα διασχίζει η οδός
Φάνηκε φόνος.

Προφυλαγμένο, τέλος, στα πιο μέσα σωθικά μου το πολύτιμο καταστάλαγμα της ποιητικής ωριμότητας της Κυρτζάκη, αλλά και καταστάλαγμα όλων των προσδοκιώ μας σε «Λιγοστό και να χάνεται».

Πλαταίνουν τα μάτια μου όταν ανατρέχουν σ’ αυτόν τον τίτλο. Σα να καταλήγουν σ’ έναν σοφό σταθμό. Εκεί όπου μαζεύονται και κατοικούν «γυμνές οι σημασίες». Καλώντας σε να μυηθείς στην απάρνηση του άφθονου και εύθυμου χρόνου, που γλεντοκοπάει με την αρχή των καταστάσεων, παρασύροντάς σε να χρειάζεσαι εκείνο το χρονοβόρο ενδιάμεσο μεταξύ αρχής και τέλους, που μόνο μισή τελικά ξεσηκώνει μεταξύ αρχής και τέλους και φόνοι διαπράττονται στο όνομα της αναμονής σου. Ναι, αυτός ο τίτλος είναι σα να ασπάζεσαι εκείνη την όλο και πιο αδύνατη γραμμή που αφήνουν οι διάττοντες σαν «λαμπαδίτσα που έκαιγε πριν την δείξει η νύχτα», σαν αυτή να είναι η έννοια του βίου μας. Λιγοστή και να χάνεται, πριν αρχίσει, πριν ακόμα λιγοστέψει και πριν ακόμα χαθεί.

Αχ νύχτα, νύχτα των ερώτων που
Κουβαλούν τα σώματα. Λυγίζουν
Απ’ το βάρος του σκληρού φωτός
Και σ’ απαρνούνται. Σε λησμονούν,
Καλύτερα.

Προσπάθησα εδώ να βιογραφήσω τη ρητή επιβλητικότητα και υποβλητικότητα των τίτλων που έδωσε η Μαρία Κυρτζάκη στις εννέα ως σήμερα ποιητικές συλλογές της. Ενόχλησα έτσι, ανεπίτρεπτα μάλλον, κάποια ποιήματα αποσπώντας τους στίχους τους οποίους θεώρησα ικανούς να αποδείξουν την άκρατη συνέπεια μεταξύ προανακρούσματος και αντηχήσεως, τη ριγηλή τάξη του ύφους, το ήθος των πνοών και τη σκιερή ατμόσφαιρα που κάτωθέ της ευδαιμονικά αναπαύεται το οδοιπόρο αποτέλεσμα. Ενήργησα έτσι όχι μόνον γιατί μόνο έτσι μπορούσα, αλλά γιατί μέσω αυτού του τρόπου μου ακουγόταν να παιανίζει νικηφόρος ο απόηχος της σκυταλοδρομίας, με πόση εμβέλεια το μαχαίρι που διαισθάνθηκαν οι πρώτες κιόλας νεανικές «Σιωπηλές κραυγές» της Κυρτζάκη περνάει από χέρι σε χέρι της κάθε συλλογής, για να καταλήξει νικηφόρο στη σφαγμένη κραυγή του «Λιγοστού και να χάνεται»

Τι μοναξιά Θεέ μου και πού μας έσπειρες
Και δεν μας ελυπήθης.

Κι ακόμα, ενήργησα έτσι θέλοντας να υπογραμμίσω πόσο πολύκλαδο, πόσο άθικτα πράσινο διατηρείται αυτό το γενεαλογικό δέντρο των παθών και της τιμωρίας τους που κατάστρωσε η Κυρτζάκη με μαθηματική γενναιότητα και εμβάθυνση στα αίτια και τα αιτιατά, εξασφαλίζοντας μελωδικό θρόισμα στο στωικό του φύλλωμα μέσω της έγχορδης γλώσσας της, διότι

Χωρίς τη γλώσσα πώς ν’ αρθρωθεί
Η φύση των πραγμάτων συλλογίζεται
Κι η μήτρα που τα γέννησε
Πώς να την ψαύσεις

Ενα γενεαλογικό δέντρο αξιόπιστο, βασισμένο σε πληροφορίες που συνέλεξεη ποιήτρια από έγκυρους επιζώντες θανάτους, πληροφορίες για την καταγωγή τους, για το ποια μακραίωνη τυχαιότης ή σκοπιμότης τους διαιώνισε, γιος ποιας δυσκολίας είναι ο έρωτας και από αυτόν και την έρμαιη ανάγκη να τον νιώθουμε ποιοι αμετανόητοι έρωτες γεννήθηκαν και ποιοι ψυχοπονιάρηδες εν συνεχεία στεναγμοί μάζεψαν από τον δρόμο και περιέθαλψαν όλες τις ορφανές συνέπειες, αφού

Ας μου ήταν γνωστό
Δεν εγνώριζα
Τα ονόματα σαν τα δέντρα
Πως έχουν τη ρίζα τους
Σκοτεινή και υπόγεια

Συλλογή πληροφοριών, που αφού τις βίωσε πρώτα η «σάρκα του αισθήματός» της για να τις μυρώσει με αυθεντικότητα, μας τις παραδίδει για να συμβάλουμε στην επαλήθευσή τους, συγκρίνοντας την αλληλέγγυη ομοιότητά τους με τα πάθη των δικών μας προσωπικών στεναγμών.

Ώστε
Μη γελαστούν και
Πλανηθούν και χάσουνε και δεν το
Δυο αυτοί το μέσα που κυβερνάει
Τις ζωές του κόσμου

Ή, όπως ακόμη πιο παρήγορα συμπτύσσει τους τέσσερις αυτούς στίχους σε έναν:
…και κάθε σώμα τις σημασίες του ανταλλάσσει.
Δωρήθηκε στην ποίηση της Κυρτζάκη να μην άγεται και φέρεται από εκείνη τη σκόρπια ανώνυμη θλίψη που επιδαψιλεύει σε πολλούς ποιητές ένα δακρύβρεχτο εύκολο κέρδος. 

Κλαίει μεν η σοφία της, αλλά
Εχει το χάρισμα και του Θεού
Το δάκρυ. Σαν φυλακτό. Να οδηγεί
Σαν φως αυτή νυκτούρο στα
Σκοτεινά στη νύχτα και το έρεβος…

Καλλιεργεί και ξεκουράζει ότι λόγω της βαθύτατης παιδείας της βρίσκεις συχνά στα θέματά της και στον χειρισμό τους κλωστούλες και χνούδια που φέρνει από μακριά ο αθάνατος αέρας της μυθολογίας και των τραγωδιών που έγραψανοι πρόγονοί μας. Αλλά αυτά δεν είναι ως αποκλειστικό έδαφος για να πατήσει η ποιητική της εκτίναξη. Είναι για να γίνει πιο σφιχτό, πιο αδιαμφισβήτητο το πέρασμά μας από αυτόν τον περιπετειώδη πλανήτη.

Ο λόγος της ορθώνεται σαν ρομφαία. Λέει ή θανατώνει. Καρφώνεται με ένταση απαραχάρακτη και τιμωρεί τα αυτονόητα, τα κοινότοπα, είναι άγρια, τρυφερή, χαϊδεύει τις αδυναμίες, αλλά χαϊδεύει με τις ίδιες εκείνες γρατζουνιές που της προκάλεσε η γαμψή αφή των πραγμάτων. Ακούω συχνά το ουρλιαχτό του στίχου της: «Πεινάω σαν λύκος», αλλά δεν ανησυχώ. Ξέρω ότι είναι εκλεκτικός, δεν τρώει παραχωρήσεις.

Ποτάμι ορμητικό του πόθου
Χύνεται κάποτε η φωνή
Που στα κυλίσματά του θεριεύουν
Οι σκιές και στους χείμαρρους του
Ορμούν τα σύμφωνα αγκομαχητά
Να ξεψυχήσουν
Προς την ακρούλα
Τα φωνήεντα κοιτάζοντας
Όπως σε όχθη ναυαγός.
[…]
Κρυστάλλινη της μοναξιάς η όψη. 

[«Μαύρη θάλασσα», 2000]

Και ασφαλώς και φυσικά η φωνή της Κυρτζάκη πρωτίστως απευθύνεται στον «Aλλον», τον επιζητά υπόκωφα, γλείφει με τον ρυθμικό παφλασμό της και δροσίζει την ακρογιαλιά του. Αν η ακρογιαλιά αυτή είναι πολύκοσμη, τότε αυτοδύναμη η ποίησή της χτυπάει δυνατά το βέτο της σε εκπτώσεις και εκβιασμένους συγκερασμούς και αποσύρεται στα δικά της ανταριασμένα νερά, περισυλλέγοντας ωστόσο με αγάπη ναυαγούς του ξένου αρνητή κόσμου.

Δεν είναι βέβαια μόνον αυτά η ποίηση της Κυρτζάκη. Είναι και ό,τι αποσιωπήθηκε απ’ όσα δεν ειπώθηκαν. Οσα δεν ειπώθηκαν όχι από δική μου παράλειψη, αλλά από την απαίτηση της ίδιας της ποίησης να μη γνωρίζουμε γι’ αυτήν παρά μόνον όσα εικάζουμε ή επινοούμε ως «λαμπαδίτσα» που καίει «πριν τη δείξει η νύχτα».

*Από το http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/01/blog-post_22.html

Ινδιάνικη ποίηση: Η «ζωντανή» λέξη της ψυχής

AmericanIndianHistoric

Ω, Μητέρα Γη/γέρνουμε πάνω σου κάθε νύχτα/
κι απ’ τα σφαλιστά μας βλέφαρα/ δραπετεύουν τα
όνειρά μας./ Σκιές μέσα στο φεγγαρόφωτο/
περπατάνε οι ψυχές μας./ Εσύ μας κρατάς στο
σύντομο ύπνο του θανάτου/ κι εσύ μας ξαναδέχεσαι
στη Ζωή.

(Cherokee)

Όλη η καταγεγραμμένη ιστορία των Ινδιάνων βρίσκεται μέσα στους ψαλμούς, στις προσευχές και στα τραγούδια τους. Τα πάντα για τον Ινδιάνο μεταφράζονται σε ήχο, η μουσικότητα είναι συνδεδεμένη άμεσα με την ύπαρξή τους. Ακόμα και τα ονόματά τους φανερώνουν αυτή τη σύνδεση της ψυχής με τον ήχο, την ανάγκη του ψυχισμού για ρυθμό κι αρμονία. Το Γελαστό Νερό, το Τραγούδι του Ανέμου, το Μάτι του Γερακιού, το Σιγανό Ποτάμι, είναι αντηχήσεις από τον εσωτερικό δικό τους ρυθμό, που αντανακλά τη ροή της ζωής.

Παιδιά της φύσης οι αυτόχθονες αμερικάνοι, έζησαν και έγραψαν τη δική τους ποίηση. Ποίηση «τρόπο ζωής», μια και η κίνηση, ο ήχος και η δράση, είναι ιδιότητες της ινδιάνικης ιδιοσυγκρασίας. Το θρόισμα των φύλλων, ο ήχος της βροχής, η βροντή της αστραπής, το κελάηδημα των πουλιών, το κελάρυσμα του ποταμού, είναι οι νότες της δικής τους μουσικής, αλλά και τα λόγια οι μουσικές λέξεις της ποίησής τους. Πάνω στο τύμπανο με δέρμα από ελάφι δονούνται και έπειτα εκρήγνυνται τα σπλάχνα της γης.

Οι αυτόχθονες αμερικάνοι γράφουν τη δική τους ιστορία με το δικό τους τρόπο. Στο βιβλίο της ζωής τους δε θα βρεις ονόματα φυλάρχων, ιστορικές νίκες και ήττες, θα βρεις όμως την ανθρώπινη ανωτερότητα, το σεβασμό της έμφυτης ανάγκης για ειρήνη, τη συναίσθηση της ομαδικής προσπάθειας για την επίτευξη κάθε ανθρώπινου στόχου. Θα βρεις το αίσθημα εξάρτησης απο τις θείες δυνάμεις, καθώς και τον ασίγαστο πόθο της επιστροφής, την αναμμένη ιερή φλόγα της θύμησης για την πατρίδα των προγόνων, τις Πλειάδες των ουρανών. Ξεφυλλίζεις νοερά αυτό το βιβλίο όχι για να βρεις στρατιωτικές νίκες και κατακτήσεις, αλλά για να ακούσεις το ξεχασμένο τραγούδι της φύσης. Γυρίζεις σελίδα σελίδα κι αποστηθίζεις την αρμονία και το ρυθμό που κρύβει μέσα της η ανθρώπινη ψυχή.

Για τον Ινδιάνο τα γεγονότα είναι αδιαχώριστα δεμένα μεταξύ τους, ζωή και θάνατος, χαρά και λύπη, ουρανός και γη, νύχτα και μέρα, γίνονται τραγούδι, τα αιώνια συναισθήματα γίνονται ποίηση. Η συμπάθεια, η αγάπη, η χαρά της νίκης, η γλυκιά θλίψη για κάτι που έφυγε, ο πόνος της απουσίας, όπως και η ανάγκη για ειρήνη κι ευτυχία, γίνονται αφορμή για τούτο το σιγανό ψέλλισμα στα χείλη του, που άλλοτε μοιάζει μοιρολόι κι άλλοτε ύμνος γεμάτος ευχαριστίες: με την ψυχή του ανοιγμένη στο θρίαμβο της ύπαρξης γύρω απο το φως της φωτιάς, με τα άστρα μετέωρα στον ουρανό, τις παρυφές των ιερών βουνών φωτισμένες από το πορτοκαλί φεγγάρι και με τη νύχτα να αντηχεί από θρύλους, μύθους και παραδόσεις.

Η ινδιάνικη ποίηση παραβιάζει με τον πιο ανώδυνο τρόπο, άτεχνο σχεδόν, με αστόλιστες απλές κι επαναλαμβανόμενες εκφράσεις το χώρο του αισθητού, για να μας πάει εκεί όπου οι λέξεις αφήνονται από την ουσία και μόνο της αλήθειας να οδηγηθούν. Η μαγεία του ινδιάνικου στίχου είναι η αλήθεια του. Ειλικρίνεια, που προβάλλει σαν ακατέργαστος πολύτιμος λίθος από τα έγκατα της γης, για να μας θαμπώσει από τη λιτή μεγαλοπρέπειά του. Όταν η απλότητα και η δύναμη συνυπάρχουν, όταν η ομορφιά εκφράζει τη φιλοσοφία, όταν το πάθος ενώνεται με τη γαλήνη της αποδοχής, τότε γεννιέται ο ινδιάνικος στίχος.

Η ποίηση των Ινδιάνων παρ’ όλο που δεν έφτασε ολόκληρη και πλήρης ως εμάς, από την έκταση της λευκής καταστροφής και την αδιαφορία του κατακτητή για οποιοδήποτε στοιχείο των κατακτημένων, ερευνήθηκε και ψάχτηκε από τους εραστές της ποίησης αλλά και τους εραστές της ζωής, σαν κοίτη ενός ποταμού γεμάτη ψήγματα χρυσού. Για ν’ αφήσει στον καθένα ξεχωριστά τούτο το πολύτιμο πετράδι, «τη ζωντανή λέξη» της ψυχής, την καθαρότητα, την απλότητα και τη δύναμη ενός κόσμου ξεχωριστού, συγκινώντας πάντοτε.

Η ινδιάνικη ποίηση – το μονοπάτι του Ωραίου – είναι ακόμη ένας δρόμος προς την ελευθερία του πνεύματος. Τα παιδιά του Ήλιου, τα παιδιά των αστεριών, οι έφηβοι Ήρωες, το γνώριζαν και το περπατούσαν. Ακολουθώντας τα ίχνη του ανέμου, με τα μάτια στραμμένα στο πέταγμα του Αετού…

Το φεγγάρι και ο χρόνος/ταξιδεύουν
ταξιδεύουν και φεύγουν:
το ίδιο κι η μέρα
το ίδιο και ο άνεμος.
Έτσι και η σάρκα φεύγει
στον τόπο της γαλήνης της 

(Maya).

Δημήτρης Α. Δημητριάδης

*Από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/01/blog-post_20.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

‘The leap over the bounds of self’: a tribute to the poetry of Dimitris Tsaloumas – In celebration of two recent bilingual poetry publications honouring the poet and his art

By Jena Woodhouse*

Un chant du soir [selected poems from Tsaloumas’s collections in English], translated into French by Pascal Laurent. A bilingual edition [English and French], 128 pages. France: Orphee/ La Difference, 2014. ISBN 978-2-7291-2066-5

41OD4u-olcL._SX347_BO1,204,203,200_

Dimitris Tsaloumas, A Winter Journey.(Chapbook) A bilingual edition in English and Greek. New Greek-language versions of the original English poems prepared by the poet. Brighton, Victoria, Australia: Owl Publishing, 2014. ISBN 0 9775433 1 5

tsaloumas

The Introduction to both publications is by Helen Nickas, author, academic, and a publisher who, along with the GACL Committee who publish Antipodes, has done so much to bring Greek-Australian writers and writing to the attention of a wider readership.

As ever, Dimitris Tsaloumas brings to his creative practice a distillation of experience, observation and perception enriched and filtered by several cultural and linguistic sources, animated by personal memory and a mythopoeic imagination that characteristically taps into memory’s aquifers to elicit dramatisations and evocations unconstrained by time. It seems that he is able to bring a divinatory instinct to bear on this process.

Although Dimitris Tsaloumas was born in Greece, on the island of Leros in the Dodecanese archipelago, his formal education was initially in Italian, as those islands were under Italian hegemony from 1912 to 1947. By the time he left Greece in 1951 to migrate to Australia, he had already published two collections of poetry in Greek. In the course of his studies at the University of Melbourne, he later acquired fluency in French, and embarked on what would be a lifelong journey into the English language, which was to become the medium for nine collections of poems.

Rich textures of language and structures of thought are matched by thematic abundance, yet while the heart of the matter may sometimes prove elusive, luminous presences pervade the poems that deal with love and ideal beauty, loss and memory. Tsaloumas has commented that Helen of Troy is his symbol of beauty in general, and this title poem of the collection Helen of Troy and Other Poems (2007) is one of those included in Pascal Laurent’s beautifully presented bilingual selection of 45 poems, Un chant du soir (pp. 108-9), translated into French in consultation with the poet, thereby giving Francophone readers access to the stylistic and linguistic pleophony and polyphony of Tsaloumas’s poetry.

Other iconic poems that seem to travel effortlessly from the original English texts to the French – testimony to the dedication, care and skill of the translator, Pascal Laurent — include selections from Falcon Drinking (UQP 1988); Portrait of a Dog (UQP 1991); The Barge (UQP 1993); The Harbour (UQP 1998); New and Selected Poems (UQP 2000) and Helen of Troy and Other Poems (UQP 2007).

Tsaloumas’s abiding themes and concerns cohere as a preoccupation with beauty, the ideal as sometimes glimpsed in the actual, but more often purged of worldly impurities by memory or art, as in the case of Helen, the poet’s mnemonic for beauty. But the supreme muse is perhaps memory, not only personal, but also collective and cultural, whose role is pivotal to poetry. Without memory, beauty lacks awareness of its antecedents.

The quest, the journey, the return, nostalgia in the Greek sense of the word (a yearning for the homeland); the hovering, luminous presences of seasons past; mutability and the idea of the immutable, which exists as memory: these motifs recur in the fabric and fibre of Tsaloumas’s poems as guests and visitants of the cosmology from which he draws consolation and renewed inspiration. Persephone incarnate, ‘partridge-breast proud’: a local girl glimpsed gathering flowers in spring near the mouth of the Underworld at Cape Tainaron (‘The Traveller and the Maiden’ Un chant du soir, pp. 102-3); Eurydice (‘Orpheus’ lament’ , number 11 in the sequence A Winter Journey); the mother (who is a recurring visitant in the corpus of Tsaloumas’s poetry, as for instance in ‘Visits’, poem number 4 of A Winter Journey); the mysterious ‘lady of ships’ in the poem “Aubade for the Lady of Ships’ (Un chant du soir, pp. 56-7) are among many feminine personae who perform multiple roles, as couriers of memory and psychopomps plying between past and present, between dream archetype and the physical world of sensory impressions.

The sequence of 14 poems titled A Winter Journey (originally published in Helen of Troy and Other Poems), references Schubert’s eponymous song cycle in its title, and also seems to contain allusions to Ovid, the poet in exile, in images of deprivation, wolves, the steppe. Hints and clues in the sequence seemingly support a reading of it on one level as an encrypting of Ovid’s experience, paralleled in part by that of Tsaloumas himself.

However, when I decided to put this hypothesis to the test, and asked the poet in a letter (in early 2008) if this were the case, he replied as follows:

‘It amazes me that the Ovid association never occurred to me before, during the writing or after. And yet your comment makes the connection so obvious that I can only wonder. However, this is only circumstantial…. My sequence has to do with the burden of memory in the desolation of old age and the return or revival of that mysterious sense of guilt that was ‘buried’ and forgotten in the vigour of youth. Memory, even the memory of beautiful moments, is now a source of pain….

‘This collection (Helen of Troy and Other Poems), in spite of the sadness of its tone, was meant to constitute a celebration of beauty in all things in life, including death!’

Irrespective of how readers may interpret A Winter Journey, the calibre of the work places it among Tsaloumas’s finest achievements, a poetic ‘leap/ over the bounds of self’.
….
yet I know temptation
is in the weave of sainthood
the test by fire before the leap
over the bounds of self

(A Winter Journey 9, ‘Temptation’)

Although the title of this sequence seems to presage a journey, the persona of the poems is snowbound, waiting for the spring, the thaw, and his journey is an inward one. Visitants arrive from afar in place and time, as do wolves:

After the wolves came mother
though the door was barred
….
others too came from albums
of yellowing years
faces blurred
though not unfamiliar
….
mother’s eye steady
burning through the hut’s murk

(A Winter Journey 4, ‘Visits’)

‘Summoned by unknown spirits’, ‘against [his] will’, the poet waits at a

point of static motion
dead centre of the rose
of winds

(A Winter Journey 1, ‘The call’)

But the reader is given to understand that

this is no public gesture
this voyage
no trespassing on alien land

(A Winter Journey 9, ‘Temptation’)

The essential paradox (in various guises) that lies at the heart of many of Tsaloumas’s poems here surfaces in the eleventh poem of this cycle, ‘Orpheus’ lament’:
….

Back under the sun
Orpheus blinks and sings again
of love regained and lost
never bestowed whole
and therefore imperishable.

Strange that Orpheus’ song
should have made famous
love’s impotence
and its division beautiful
beyond compare and reach
of man-born time.

The cycle ends with a burial in poem no. 14, ‘Songs of the woodworm’, alluding to the ambiguous nature of the poet’s journey, with implications for the ultimate and inescapable destination of each person’s life.

While Tsaloumas’s language of choice in the original poems of the present collections is English, his poetics are illumined by ‘the rich glow of an older tongue’ (‘Washing-up’, Un chant du soir, pp. 106-7), and informed by structures of thought and emotion whose origins lie elsewhere. Tsaloumas’s art is nourished by many sources, among them the context and continuity of cultures older than the one whose language he composes in. Perhaps it is this circumstance that imbues the content and language of the poems with a distinctive timbre and patina, the rich glow of an older tongue: resonances from a cultural milieu not alien to English – since Greek culture and thought is one of the antecedents of modern European cultures – but not innate to it either. Tsaloumas’s nightingale, his rossignol (Un chant du soir, pp. 60-61), is a far cry from Keats’s bird of the same name:

Last night in our square of rubble,
on the stroke of twelve, a nightingale
was heard. And panic-stricken folk
leaned out of gutted windows
above lamp-posts that bent distraught
over the brinks of craters
wondering, bitter that such a bird
should visit in their grief with not
a tree, not even a spire to support
its crazy song.

.…

I laughed, and from the shadows cried
don’t be such fools, brothers,
the song proffers no hope. That gift
you’ve squandered long since.
This is the hour of its perfection.
Be grateful to the bird that scores
the vastness of that loss.
….

The haunting texts selected for translation into French by Pascal Laurent include, in addition to those already cited, many of Tsaloumas’s finest poems: songs for out times and for all times, of the here and the hereafter, embodying an uncanny instinct for locating the eternal in the moment. They include the iconic ‘Falcon Drinking’; Old Man with Canary’; ‘The Barge’; ‘To the Poet’, with its sardonic, slant allusions to Plato’s Republic; ‘A Summer House’; ‘The Harbour’; ‘The Shrine’; ‘Morning Coffee’ — a dual portrait viewed in the light of the quotidian; ‘Stoneland’; ‘The Veranda’; ‘The Inheritance’; ‘Helen of Troy’…. and, among my personal favourites, the delicately drawn charm of ‘A Postcard to Matina’, which I quote in full:

A Postcard to Matina

The boats by the tamarisks on the far left
will sail again before dawn, and with the sun

dripping forge-red a mere three fathoms
above my bed in the horizon-filled window

I’ll be thinking again of my fishing days and all
the water loveliness of child-bright summers.

I linger under the sun. There’s no pleasure
in triumphs no longer shared. I write this card

a mile past its frame, on the far right, against
the harbour breeze. Splinters of laughter point

the lime-rock light thorn-deep, and as before
you walk between the festive sea

and the white of houses as if these days
belonged to another year. Yet nothing’s changed,

in spite of memory. A stained-glass autumn
hangs near the door on our pomegranate tree,

olives are crushed and fish is fried at dusk
in every kitchen, and all the island cats

shine peaceably in the bounty of the season.
The moon’s back huge as ever, platter-full.

(Un chant du soir, pp. 38-9)

This symbiosis between cultures, paralleled in these two new publications by the twin versions of the poems presented side by side, in English and Greek (A Winter Journey) and English and French (Un chant du soir), evokes sublimated relationships and nostalgias, as well as generating productive tensions, implicit rather than explicit, between different emotional landscapes and the syntactical shapes of ideas, the grammar of thought.

Ambiguity, ellipsis, antithesis and dichotomy, contradiction and paradox, shadows and luminosity abound in the art of Dimitris Tsaloumas, romantic idealist, peerless lyricist, excoriating sceptic, and poet of all life’s seasons. Yet amplitude and kenosis, feast and frugality and fast, flow and ebb are surely also the rhythms of the natural world, and Tsaloumas, who for much of his long life has migrated annually between homelands, Australia and the Aegean, is attuned to this language as well, the primal and maternal one, an awareness of origins and eternal cycles of renewal, and the blueprint for beauty that is nature’s gift to art and memory.

Note: Dimitris Tsaloumas’s most recent publication of new poems in Greek is Thirst (Dipsa), a chapbook published by the literary journal Planodion, Nea Smyrni, Athens 2010, which contains some of the most remarkable poetry he has ever composed. Only Dimitris Tsaloumas could have written these incandescent poems.

*This piece firstly published in “Antipodes” 2015, annual literary journal of Greek-Australian Cultural League of Melbourne.

images

Two events – A 100 years of the start of the DADA movement and the launch of the second “Audacious” CD

dada a

One hundred years ago the poster attached here signalled the first evening of cabaret Voltaire which was also the start of the DADA movement, come help us celebrate the anniversary of this event

on 
5th Feb 2016 around 7.30 pm. 


In “Some Velvet Morning” 123 Queens Parade, Clifton Hill.

Performers: Razor Hope, Jeltje, Peter Murphy, Ashley Higgs, Sjaak de Jong, Anna Fern, Santo Cazzati, Harry Williamson

Also the launch of the second “Audacious” CD, and if it’s anything like the first “Audacious”, this promises to be a truly wonderful event:

Friday, 29 January, 7pm @ Under the Hammer, 158 Sydney Rd., Coburg!

http://www.ftloose.com.au

The history of the Dada movement is imbricated in the lightning-fast intellectual break-through set off, simultaneously and independently, in various parts of the world by several groups of young artists, writers and philosophers: in just a few years, from 1916 to 1923, it was to shake the aesthetic foundations of the period, be they traditional or avant-garde, and set off a revolution which, from surrealism to pop art, would in half a century upset our vision of the world.

A somewhat unexpected announcement appeared in the Zurich press on 2 February 1916: “The Cabaret Voltaire. Under this name a group of young artists and writers has formed with the object of becoming a centre for artistic entertainment. In principle, the Cabaret will be run by artists, permanent guests, who, following their daily reunions, will give musical or literary performances. Young Zurich artists, of all tendencies, are invited to join us with suggestions and proposals.”

The Cabaret was inaugurated three days later in the back room of the Holländische Meierei, a popular tavern located in a seedy section of Zurich. Jan Ephraïm, the owner of the establishment, turned the job of emcee over to Ball with the hope of attracting a large audience. Ball took as his model the Parisian cabaret tradition, born with the Chat Noir in 1881, which he associated with the cabaret spirit that had existed in Berlin before the war. For him, no one other than the emblematic figure of Voltaire could play the role of godfather for his association. It was from the pamphleteer and master of satire that he drew his vision of a reality radically out of step with its time.


Refugee artists from all over Europe quickly besieged the scene at the establishment. Emmy Hennings, a German singer and Hugo Ball’s partner, sang her own songs as well as many from the repertoires of Aristide Bruant, Erich Mühsam and Frank Wedekind. Those individuals, who were to become the “hard core” of Dada, were present from the beginning of the Cabaret: the Alsatian artist, Hans Arp and the Romanians Tristan Tzara and Marcel Janco. Richard Huelsenbeck joined the festivities on 11 February 1916 at the behest of Ball, who had met him in Munich in 1912 in connection to the Der Blaue Reiter group.

Έρμα Βασιλείου, Η επόμενη μέρα από τις πυρκαγιές (και ένα ποίημα)

468212-medium

Με αφορμή τις Πυρκαγιές του Μαύρου Σαββάτου της 7ης Φεβρουαρίου 2009 στην επαρχιακή Βικτώρια (έξω από τη Μελβούρνη) το άρθρο μου αυτό δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα του Σίδνεϊ την ίδια χρονιά. Αναδημοσιεύεται εδώ στη μνήμη όσων χάθηκαν τη μέρα εκείνη τόσο άδικα (173 ψυχές) αλλά και όσων τραυματίστηκαν (414 άτομα).
Θυμόμαστε πάντα το μεγάλο ηρωισμό του Αυστραλού προς τον συνανθρωπό του. Τη μέρα αυτή κάναμε όλοι μια ευχή να μην υπάρχει ποτέ όμοιά της, να μην υπάρχει άλλη ίδια. Επίσης, το άρθρο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο “Έργα του Νότου”.

epa03527647 Unfamiliar territory.....A kangaroo hops through a burnt out paddock after a grassfire in Sunbury north of Melbourne,Victoria  Jan. 8, 2013. The fire has been contained.  High winds and record temperatures fanned fires in the south east region of the country,. More than 130 fires are preently burning in neighbouring New South Wales state.  EPA/JULIAN SMITH

epa03527647 Unfamiliar territory…..A kangaroo hops through a burnt out paddock after a grassfire in Sunbury north of Melbourne,Victoria Jan. 8, 2013. The fire has been contained. High winds and record temperatures fanned fires in the south east region of the country,. More than 130 fires are preently burning in neighbouring New South Wales state. EPA/JULIAN SMITH

Η τηλεόραση και τα υπόλοιπα Μέσα Ενημέρωσης είχαν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που πλησίαζε. Μα ο καθένας κρίνει μόνος του πότε θα πρέπει να τα εγκαταλείψει όλα για τη ζωή του. Γιατί ζωή είναι αυτή που βλέπει κανείς μπροστά του, αλλά κι αυτή που μένει πίσω του. Είναι και ο χρόνος μεγάλος μάρτυρας σε όλα αυτά. Βιάζεται, και δεν είναι διαθέσιμος πάντα σύμφωνα με το βηματισμό του καθενός. Και κείνη τη μέρα, χρόνος και άνεμος, φωτιά και κόλαση βάδιζαν αντάμα. Οι φλόγες ξεπετάχτηκαν και αγκάλιασαν διπλά, γερά ό,τι έβρισκαν. Και έμεινε η απορία, η έκπληξη και ο πόνος στα συντρίμμια. Πότε! …Πότε πρόλαβε η φύση να δείξει αυτό της το πρόσωπο; Πότε ένα αυστραλέζικο μαγευτικό τοπίο γίνηκε στάχτη; Και μια αγνή εικόνα της υπαίθρου, μια οικογένεια της κόκκινης, παιδεμένης γης έγινε μνήμη; Και σκέφτεται κανείς να μετρήσει παραπάνω…μα…πότε μπορεί μέσα σ’ αυτό να χαθούν τόσο γρήγορα, τόσο αστραπιαία…ανθρώπινες ψυχές…όντα από το ζωικό βασίλειο…η φύση όλη, το βιος, οι ελπίδες, τα όνειρα. Πότε πεθαίνει ένα δέντρο όρθιο, και μια φρεσκοφυτεμένη γλάστρα φωνάζει βοήθεια; Ο θάνατος είναι θάνατος αλλά μπορεί να έρθει πιο γλυκός…ποτέ στη φλόγα μέσα. Πότε φοβούνται τα κατοικίδια και μένουν πίσω, στον αφέντη τους, να μοιραστούν το φόβο του θανάτου μαζί… Η κόλαση γίνεται μεγαλύτερη όταν προχωρά η ίδια σε σένα!

Και βγαίνουν μέσα από τη φωτιά ζωντανά πρόσωπα, με κοκκινόμαυρο χρώμα με ρούχα που η φωτιά άρπαξε…και καραδοκεί να βάλει μεμιάς στο στόμα της…Με το μαρτύριο της αγωνίας στο πρόσωπο, τη δύναμη της ζωής να ζήσει στα μάτια τους…η μάχη ολόρθη για τη γη του ανθρώπου του γενναίου Αυστραλού, που πάλαιψε να την δαμάσει, να την κτίσει με πράσινο χρώμα να έρχονται μαζί, κόποι και πουλιά να τραγουδούν τη δόξα της. Και να η γη τώρα, η κόκκινη να παίρνει πιότερο το χρώμα της φωτιάς.

Γιατί…δεν υπάρχει σκληρότερος τρόπος να περιγράψει κανείς τις φλόγες από το αποτέλεσμά τους, τη στάχτη.  Και για τη στάχτη δεν υπάρχουν περιγραφικά, εκτός από το χρώμα της.

Όλα όσα πορεί να θυμηθεί η ψυχή και να πονέσει την περιγράφουν

Ξημέρωσε η επόμενη μέρα της 7ης Φεβρουαρίου, και η μεθεπόμενη, όπως θα ξημερώσουν κι άλλες. Και μέσα από την εικόνα της τέφρας που βράζει και αχνίζει ακόμα στάχτη, φάνηκαν τόσες άλλες, δυναμικές εικόνες, που ανασαίνουν την ψυχή, δίνουν φτερά στην καρδιά. Άνθρωποι ν’ αναζητούν τους δικούς στα πύρινα τείχη, να βαδίζουν στη λάβρα του αέρα, που δεν ξεχώριζε τη μέρα εκείνη από τη λάβρα της φωτιάς, να ψάχνουν στις φλόγες με ατσαλένια θέληση να βρουν το γείτονα, να χάνουν αδιάφορα πολύτιμες στιγμές για να σώσουν τα κατοικίδια ζώα  τους, να τα ευθανατίζουν ορισμένοι για να μην παρατείνουν τον πόνο τους, με κίνδυνο να χαθούν μαζί τους, να θυσιάζονται για τον δικό, να παγιδεύονται στις γλώσσες της καταστροφής… και ηλικιωμένα ζευγάρια να περιμένουν χέρι με χέρι το τέλος της ζωής τους, παγιδευμένα σ’ ένα γκαράζ με σιδερένια πόρτα, όπου οι φλόγες ούτε το σίδερο θα φοβηθούν για να χωθούν.

Ξένοι να γίνονται δικοί για σωτηρία. Αυτή η αγάπη είναι ο εχθρός της φλόγας. Από το δράμα στον ηρωισμό είναι το θαύμα της ζωής.
 
Η έννοια της εφήμερης ζωής που ζούμε τόσο έντονα σήμερα είναι περισσότερο μέρος μιας ομιλίας του άμβωνα. Δεν πρόκειται εδώ ωστόσο για τη γραμμή της ζωής και όσα θα φέρει ο τελειωμός της στον παράδεισο. Πρόκειται για την ίδια τη γραμμή που περνάει αυτή την ώρα από την κόλαση. Πρόκειται για αυτό που κάνουμε το κάθε εκατοστό της ζωής μας, και που σ΄ αυτό μας παίρνει τόσο εύκολα  η αυτοθυσία.  Κι αυτή την καλή σχέση με τον γείτονα, αυτή τη θυσία, την γνωρίζουν πολύ καλά οι Αυστραλοί. Το mateship, που μοιάζει, μέσα από τη λέξη αυτή, μεγαλύτερο από το friendship.
 
Με δύναμη πνεύματος, ράντισαν και πάλι το χώμα που άφησαν πίσω οι φλόγες. Με δάκρυ ή με πικρό χαμόγελο, η δύναμή τους ορθώθηκε πυρίμαχη, ανεξάντλητη. Θα επιστρέψουν, είπαν οι περισσότεροι, θα κτίσουν και πάλι εκεί που τους πήρε η φωτιά το βιος. Στα κέντρα όπου συνάζονται για να σταθούν στα πόδια τους, η δύναμη του πνεύματος είναι φλόγα που ανασταίνει περισσότερο εμάς που δεν είδαμε το πέρασμα της κόλασης της 7ης Φεβρουαρίου αλλά το νιώσαμε στις πράξεις των συνανθρώπων.
 
Οι θηριωδίες της φύσης έχουν ένα τέλος, όχι όμως και αυτές των ανθρώπων. Και είναι με πληγές που επιστρέφει κανείς πάντα στα ενθύμια του νου για να σκεφτεί τι προκαλεί ο άνθρωπος στον άνθρωπο.
 Συχνά, μπροστά στην τηλεόραση, ή ακούγοντας το ράδιο, είναι για να πάρουμε δύναμη από όσους έζησαν το κόκκινο φιλί του θανάτου. Μα ακόμα και τότε, ορισμένοι από μας δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
 
Η μέρα που δεν αφήνει κανείς την σκληρή εμπειρία να γίνει απλά μια κακή θύμηση, η μέρα που ανασταίνεται η στάχτη, αυτή είναι η επόμενη μέρα. Η μέρα που θα ραντίσουμε με ό,τι μπορούμε τη γη εκείνων που την έχασαν. Η επομένη μέρα από τις πυρκαγιές  είναι ακόμα για να σώσουμε.  

Κι όμως η μνήμη φλογίζει ακόμα, θυμίζει ένα θόρυβο που έρχεται, πλησιάζει…και ακόμα και στον ύπνο μας τρίζουν τα δέντρα τα δόντια από φόβο…Ένας Ξυπόλυτος Ήλιος γραμμένος σαν ποίηση στα τετράδια μιας ποιήτριας, έρχεται να ζητήσει καταφύγιο στις σελίδες με πόδια ματωμένα με καρδιά λυγισμένη ζητώντας συγγνώμη για τη δύναμη…τη Δύναμη, τη Φύση. Και τον καλωσορίζουμε σαν άνθρωπο στο κατώφλι με νερό κι ένα κρύο βρεμένο ρούχο στο μέτωπο…κι έτσι μόνο…αγαπώντας τον άνθρωπο όλα σβήνουν όταν πρέπει…όλα διορθώνονται όσο μπορούμε, ακόμα και η συμβολική γραφή που δεν αντέχουμε να γίνεται η κυριολεξία της θεριστικής μηχανής των στοιχείων και ο χαμός του κόπου και της ζωής των δικών μας αδελφών στη ΓΗ, όπου γης.
και δρόσου ξεκούραση

Κάτι στη μνήμη του Brian Naylor, δημοσιογράφου του Καναλιού 9 που χάθηκε εκείνο το Σάββατο με τη σύζυγό του, αλλά και για όλες τις ψυχές που πέταξαν την ίδια μέρα μακριά μας!

Ξυπόλυτος Ήλιος

Η λύρα του Νέρωνα
Φοβίζει
Μαζί με φλόγες οι νότες
Περνούν και κροταλίζουν σε άλλους αιώνες
Φεύγει το μαύρο σύννεφο
Μείναν οι προσευχές
Εσύ κι εγώ σωσμένοι
Εσύ κι εγώ χωσμένοι
Και υπεύθυνοι στη μάχη, έτοιμοι για τη μεγάλη δραπέτευση
Που επιστρέφει στη ζωή
Σίδερα λαμαρίνες
Τέφρος
Τάφρος
Αέρας σκοτεινός
Που αποφάσισε ν’ αλλάξει τα ρούχα μας
Σήμερα
Αλλάξαμε μια χειραψία επί τέλους
Στο Kinglake
Στο Marysville
Με πονεμένα χέρια, με σάρκα να μένει ανοικτή
Αν κι ένωσαν για πάντα οι πληγές τις πληγές της
Και προχωρήσαμε μαζί με τον Ξυπόλητο Ήλιο
Και προχωράμε, με φωτιάς βάδισμα
Και δρόσου ξεκούραση!

The results of a bush fire, Heathcote, Royal National Park, Australia.

The results of a bush fire, Heathcote, Royal National Park, Australia.

Στάθης Ιντζές, Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές στην ποίηση της Αλεχάνδρα Πισαρνίκ

images

1.    ΠΡΟΛΟΓΟΣ

1.1.    Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ ΜΕ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Για να προσεγγίσουμε τις αφιερώσεις και τις επιγραφές τής Αλεχάντρα Πισαρνίκ στην ποίησή της, χρειάζεται να κατανοήσουμε τη σχέση της με το κίνημα του Υπερρεαλισμού, που γεννήθηκε στο Παρίσι, αλλά και τη σχέση τής ίδιας με τη Γαλλία. Τα γράμματα τής Πισαρνίκ μαρτυρούν ότι κατά το διάστημα που έζησε στο Παρίσι, έμαθε τα απαιτούμενα γαλλικά ώστε να συμμετέχει στη λογοτεχνική ζωή της πόλης. Είχε ήδη συνείδηση της ελευθερίας του πνεύματός της, «του αμαρτήματος να είσαι ποιήτρια, να έχεις αφήσει μόνη τη μητέρα σου»1. Από τα 18 της, ονειρευόταν να ταξιδέψει στο εξωτερικό και να ζήσει το όνειρό της ως ποιήτρια «Ω! πόσο θέλω να ζω αποκλειστικά για να γράφω!»2. Κάπου αλλού αναφέρει για το Παρίσι: «Είμαι ερωτευμένη με αυτήν την πόλη»3. Έγραψε, αργότερα, για τα χρόνια που έζησε στο Παρίσι: «η μοναδική περίοδος της ζωής μου που γνώρισα την ευτυχία και την ακμή ήταν εκείνα τα τέσσερα χρόνια στο Παρίσι»4. Μέρος εκείνης της ευτυχίας συνίστατο στο ότι μπόρεσε να διαβάσει υπερρεαλιστικά βιβλία στον τόπο όπου το ρεύμα αυτό διείπε τη λογοτεχνική έκφραση και την παραγωγή  λογοτεχνικού έργου και όχι από τα ένα-δύο βιβλιοπωλεία τού Μπουένος Άιρες, όπως το Galatea, που ήταν το πιο ενημερωμένο αναφορικά με τα γαλλικά κείμενα. Τα αναγνώσματά της έγιναν ο τόπος στον οποίο ήθελε να ζει. «Τα αγαπημένα ποιήματα είναι σαν μια πατρίδα»5.
Το Παρίσι δημιουργήθηκε από τους συγγραφείς και τους στοχαστές του. Ο τρόπος ζωής και οι ελευθερίες που προσέφερε σε έναν ποιητή αυτή η πόλη ήταν για την Αλεχάντρα το «υπερρεαλιστικό όνειρο» που ήθελε πάντα να ζήσει. Έζησε στο Παρίσι από το 1960 ως το 1964, όπου εργάστηκε για το περιοδικό Cuadernos και μερικούς γαλλικούς εκδοτικούς οίκους. Δημοσίευσε ποιήματα, κριτικές και μετέφρασε Αρτώ, Μισώ, Σεζάρ και Μπονφουά.
   

1.2.    ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ

–    8 Ιανουαρίου, Παρίσι, 1961

«Στον δρόμο Gay-Lussac ένα παλιό αυτοκίνητο γεμάτο από χαρτόκουτες. Καθισμένος ανάμεσά της, ένας ηλικιωμένος λευκής επιδερμίδας, μαύρο πανωφόρι και μαύρο καπέλο, πρόσωπο όμορφο και λυπημένο. Συλλογίστηκα ότι κανείς, πέραν εμού, δεν γνωρίζει ότι είναι λυπημένος μέσα σε ένα πολύ παλιό αυτοκίνητο σε έναν έρημο δρόμο. Αλλά ξαφνικά είπα στον εαυτό μου: ‘’Κι αν αυτός ο άνδρας δεν υπάρχει, αν δεν υπήρξε;’’ Πλησίασα και πράγματι, δεν υπήρχε κανείς».

–    15 Οκτωβρίου, Μπουένος Άιρες, 1964

«Η μοναξιά τού καθενός. Να μην είσαι αντικείμενο των βλεμμάτων. Να κοιτάς και μερικες φορές να σε κοιτούν. Να χρησιμοποιείς τα μάτια. Όρια. Να μην γράφεις, να μην σε απασχολεί να γράφεις. Να μην παριστάνεις τον Φλωμπέρ. Σε καταλαβαίνει. Αυτή που δεν καταλαβαίνει είμαι εγώ».

1.3.    Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ

–    ΤΟ «ΧΡΕΟΣ» ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ

Η απόσταση που κράτησε από τον κλασσικό υπερρεαλισμό εξηγείται από το γεγονός ότι ο υπερρεαλιστικός κύκλος του Παρισίου τη δέχτηκε μόλις στις αρχές του 1960, όπου και πήρε την απόφαση να ζήσει εκεί. Η Πισαρνίκ όχι μόνο διάβαζε κλασικά υπερρεαλιστικά κείμενα, όπως το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μπρετόν Nadja (1928), αλλά και απορρόφησε την ακμάζουσα κριτική διαπλάθοντάς τη σε κριτικό τού υπερρεαλισμού. Επιτέθηκε στον Μπρετόν για το «απελευθερωμένο ασυνείδητο» που διακύρησε. Η Πισαρνίκ δεν μπόρεσε να απελευθερώσει το ασυνείδητό της καθώς χαρακτήριζε τον εσωτερικό της κόσμο σκοτεινό, απειλητικό και μη προσβάσιμο. «Όχι, οι λέξεις δεν συνθέτουν τον έρωτα συνθέτουν την απουσία»6. Έτσι, τον πιο κρίσιμο ρόλο στο έργο της θα τον έπαιζε το αποκρυφιστικό στοιχείο στον χαρακτήρα του Μπρετόν. Η Πισαρνίκ απορρόφησε τα στοιχεία που συνέθεταν τον υπερρεαλισμό την εποχή που εκείνη βρισκόταν στο Παρίσι, δηλαδή τη δεκαετία που οδήγησε στον θάνατο του Μπρετόν το 1966.
Η Πισαρνίκ, ως αναγνώστρια, ταυτίζεται τόσο έντονα με αυτό που διαβάζει κατά τρόπο τέτοιο ώστε να μεταμορφώνεται σε αυτό και υποφέρει από τις συνέπειες. Στο ημερολόγιό της σημειώνει για το «χρέος» της απέναντι στον Μπρετόν « Ίσως είναι εκείνο που ποτέ δεν μου έμαθε και παρόλο αυτά είναι εκείνο που είχε τη μεγαλύτερη επίδραση πάνω μου»7.

–    ΑΝΡΙ ΜΙΣΩ Ή «Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ»

Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ, επηρεασμένη από το κίνημα του Υπερρεαλισμού, με τις αφιερώσεις και τις επιγραφές στο έργο της, θέλει να δείξει στον αναγνώστη ότι και η ίδια διάβαζε. Και διάβαζε κυρίως υπερρεαλιστές συγγραφείς. Μέσω τού Οκτάβιο Πας, γνώρισε και μελέτησε τον Ανρί Μισώ, ο οποίος ήταν γνωστός ως ο πιο αυθεντικός υπερρεαλιστης, γιατί αρνήθηκε να εισχωρήσει στο κίνημα του Μπρετόν το 1920. Η Πισαρνίκ έγραψε ένα δοκίμιο για τον Ανρί Μισώ ως παρουσίαση για τον βιβλίο του Passages, 1963. Βλέπει τον Μισώ ως «μεγάλο θεραπευτή» και τη γραφή του ως γιατρειά για τη ψυχική διαταραχή. «Η καλύτερη ποίηση του αιώνα μας» έγραψε για τον Μισώ τοποθετώντας τον στο ίδιο ύψος με τον Ρεμπώ και τον Λουτρεαμών. Αναγνωρίζει ότι το έργο του είναι κάτι σαν εξορκισμός, ένας όρος που η ίδια κουβαλά στην ποίησή της, των δικών του δεινών και εμμονών.

–    ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Για να αντιληφθούμε τη θέση των Λατινοαμερικάνων λογοτεχνών στον Παρίσι εκείνη την εποχή, αξίζει να σημειώσουμε ότι η Πισαρίνκ υπαινισσόταν ότι η ίδια «ήταν και δεν ήταν υπερρεαλιστής» κάτι που ίσχυε και για τους υπόλοιπους Λατινοαμερικάνους λογοτέχνες που ζούσαν στον Παρίσι την ίδια εποχή.

1.4.    ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

σκίτσο της ποιήτριας

Πολλές είναι οι αναφορές ζωγράφων στην ποίηση της Αλεχάντρα Πισαρνίκ (βλ. Κεφάλαιο 3). Η ίδια, πίσω στο Μπουένος Άιρες, επέδειξε ένα ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και σπούδασε πλάι στον υπερρεαλιστή Αργεντίνο, με καταλανικές ρίζες, Juan Battle Planas.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι αυτή η εξέλιξη επηρέασε αποφασιστικά τον τρόπο που η ποιήτρια θα έγραφε, αργότερα, τα ποιήματά της. «Ευφορία βλέποντας τα κάδρα του Ενρίκε Μολίνα (βλέπε Κεφάλαιο 2, αφιέρωση στον Ενρίκε Μολίνα). Η υπερρεαλιστική ζωγραφική μου αρέσει όσο τίποτα στον κόσμο. Μου αρέσει και με ηρεμεί».8

το κείμενο αποτελεί μέρος της μελέτης
“Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές 
στην ποίηση της Αλεχάντρα Πισαρνίκ”
 του Στάθη Ιντζέ

Συνεχίζεται…

*

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 1

1(Ημερολόγια, σελ 442)
2(Ημερολόγια, σελ. 27 και 64). 
3(Αλληλογραφία, σελ. 68)
4(Αλληλογραφία, σελ. 288)
5(Αλληλογραφία, σελ. 175)
6(Αλληλογραφία, σελ. 304)
7(Ημερολόγια, σελ. 422).
8 Pizarnik, Alejandra: Op. cit., 1992, Buenos Aires, 1964, 8 Ιουλίου, σελ. 261

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της “Θράκας” στο σύνδεσμο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2016/01/1.html

Ξένη Ποίηση το 2015*

Ουίλλιαμ Μπλέικ

Ουίλλιαμ Μπλέικ

≈≈≈≈≈
Ακόμη και σήμερα, που η αφθονία ψηφιακού υλικού και το διαδικτυακό εμπόριο επιδρούν στους όρους πρόσληψης της ξένης λογοτεχνίας και η γενικευμένη γλωσσομάθεια διευκολύνει την πρόσβαση στο πρωτότυπο, η μετάφραση εξακολουθεί να επιτελεί μια κρίσιμη και πολύπτυχη πολιτισμική λειτουργία.

Το καθήκον του μεταφραστή είναι πολλαπλό: να καλύψει κενά της βιβλιογραφίας, να αναδείξει άγνωστες φωνές, να εισαγάγει το παγκόσμιο ρεπερτόριο, ανανεώνοντας το εγχώριο, αλλά και να τολμήσει νέες προσεγγίσεις σε έργα θεωρούμενα ως κλασικά. Προτού αναφερθούμε, δειγματοληπτικά, σε ορισμένους τίτλους της φετινής βιβλιοπαραγωγής, καλό θα ήταν να υπενθυμίσουμε ότι καθοριστικό μέρος της μεταφραστικής δραστηριότητας εντοπίζεται και εκτός αυτής, υπό τη σκέπη λογοτεχνικών περιοδικών και εκδηλώσεων.

Ξεχωρίζουμε, ενδεικτικά, το αφιέρωμα που επιμελήθηκε η Μαρία Τοπάλη για τηΜαρίνα Τσβετάγιεβα στην τελευταία «ποιητική», καθώς και την εκδήλωση για τηνΕλίζαμπεθ Μπίσοπ, με τη φροντίδα του Παναγιώτη Ιωαννίδη, στο πλαίσιο των συναντήσεων «με τα λόγια [γίνεται]» τον περασμένο Μάρτιο.

Τη μερίδα του λέοντος, παρατηρούμε, έχουν οι εκδόσεις Γαβριηλίδης. Σημειώνουμε: σε μετάφραση Γιώργου Ξενία, «Τα Ποιήματα του Μικελάντζελο», λιγότερο γνωστή και πιο προσωπική πτυχή της δημιουργίας του. Τη «Φυσική Μουσική», επιλογή τουΓιώργου Λαμπράκου από το σημαντικό έργο του Ρόμπινσον Τζέφερς. Τη συλλογή τουΤζέιμς Μέριλ «Ο μαύρος κύκνος», σε απόδοση Βασίλη Βασιλικού και Γιώργου Χαλδέζου.

Επίσης, από τη Βανέσσα Θεοδωροπούλου, το «Βαθυγάλαζο με τρίγωνο κενό από άμμο» της καταστασιακής Σινογαλλίδας Αλις Μπέκερ-Χο. Νέες προσθήκες, και οι δύο από το Κουκούτσι, στο πλήθος των μεταφράσεων του Γιάννη Λειβαδά: η ποιητική σύνθεση «Ρεμπό» του Κέρουακ, συνοδευόμενη από δεκαοκτώ χαϊκού, και μια επιλογή δεκαέξι ποιημάτων του Ουίλιαμ Μπλέικ. Από τις ίδιες εκδόσεις και «Το σώμα μου όλο ή φωτιά ή πέτρα» της αναγεννησιακής Γκαμπάρα Στάμπα (εισ.-μτφρ. της Αννας Γρίβα). Με τη «Μορφολογία της τελευταίας όχθης» (Εστία), σε μετάφραση Σπύρου Γιανναρά, το ελληνικό κοινό εισάγεται και στο ποιητικό έργο του Μισέλ Ουελμπέκ.

Ο Γιώργος Βαρθαλίτης υπογράφει «Το θαλασσινό κοιμητήρι» του Πολ Βαλερί(Περισπωμένη), καθώς και μια δίτομη έκδοση με ποιήματα του Πόε, «Τα νεανικά» και «Τα ανάλεκτα» (Gutenberg), σε επιμέλεια του πρόωρα χαμένου Δημήτρη Αρμάου.

Εχουμε ακόμη την προσέγγιση σε τρεις κομβικές μορφές της ποίησης του εικοστού αιώνα: το «Αγριόχορτο» της Αννα Αχμάτοβα, σε μετάφραση Δημήτρη Τριανταφυλλίδη(s@mizdat), το «Πένθιμο Μπλουζ και άλλα ποιήματα» του Γ.Χ. Οντεν από τον Ερρίκο Σοφρά (Κίχλη) και την «Ηλιόπετρα» (Gutenberg, μτφρ. Κώστα Κουτσουρέλη), σημαντική σύνθεση του Οκτάβιο Παζ.

Γ.Χ. Όντεν

Γ.Χ. Όντεν

Για το τέλος, δύο καταθέσεις-σφραγίδες. Αφενός, η προσωπική ανθολογία του Αλέξανδρου Ισαρη, «Εξι Ευρωπαίοι Ποιητές» (Gutenberg), οι Τρακλ, Ταρκόφσκι, Ρίλκε, Μπέρνχαρντ, Γκολ και Μπεν, «παιδιά», όλοι τους, «της Γηραιάς Ευρώπης», συναρμοσμένοι από το «μάτι» του μεταφραστή τους. Αφετέρου, το ξανακοίταγμα του «33x3x33» (Νεφέλη), επιλογή από το έργο του Ε.Ε. Κάμινγκς, που επιμελήθηκε οΧάρης Βλαβιανός, στο πλαίσιο του επίμονου και ενσυνείδητου διαλόγου του με την αγγλόφωνη ποίηση.

*Το κείμενο δημοσιεύεται με τον τίτλο “ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ” στην “Εφημερίδα των Συντακτών” και μπορεί να βρεθεί εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/perifora-se-alli-glossa

Ελληνική ποίηση το 2015*

Κώστας Βάρναλης

Κώστας Βάρναλης

≈≈≈≈≈
Η σύνθετη κρίση της εποχής μας φαίνεται πως από τη μία πλευρά αναμοχλεύει γόνιμα την τρέχουσα ποιητική παραγωγή νεότερων και ωριμότερων ποιητών κι από την άλλη η ποίηση αυτόνομα ακολουθεί τον δρόμο της, την αυτοτροφοδοτούμενη καλλιτεχνική της δυναμική.

Συγκεντρωτικές εκδόσεις

Με νέα έκδοση, φιλολογικά άρτια, των ποιημάτων του Κώστα Βάρναλη, «Απαντα τα ποιητικά 1904-1975» (Κέδρος), ο σύγχρονος αναγνώστης ψηλαφεί τον πηγαίο σαρκασμό, το λυρικό βάθος και το ουμανιστικό βλέμμα της κοινωνικής αγωνίας του ποιητή. Σε άλλο κλίμα και τόνο κινούνται τα «Απαντα ποιήματα» (Παπαδόπουλος) του αισθητιστή της γενιάς του ’30 Αλέξανδρου Μάτσα, με τον αστικό λυρισμό και τον πλάγιο κλασικισμό στην έκφραση.

Με νέα έκδοση, φιλολογικά άρτια, των ποιημάτων του Κώστα Βάρναλη, «Απαντα τα ποιητικά 1904-1975» (Κέδρος), ο σύγχρονος αναγνώστης ψηλαφεί τον πηγαίο σαρκασμό, το λυρικό βάθος και το ουμανιστικό βλέμμα της κοινωνικής αγωνίας του ποιητή.

Σε άλλο κλίμα και τόνο κινούνται τα «Απαντα ποιήματα» (Παπαδόπουλος) του αισθητιστή της γενιάς του ’30 Αλέξανδρου Μάτσα, με τον αστικό λυρισμό και τον πλάγιο κλασικισμό στην έκφραση.

Ο Χριστόφορος Λιοντάκης στη συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα 1982-2010» (Γαβριηλίδης), αντλώντας τόσο από τα πατερικά κείμενα όσα και από την αρχαία ελληνική γραμματεία, εγγράφει τα πρόσωπα και τα θέματά του στο παρόν συναιρώντας τον χρόνο.

Χριστόφορος Λιοντάκης

Χριστόφορος Λιοντάκης

Η Μαρία Λαϊνά υπό τον τίτλο «Σε τόπο ξερό» (Πατάκη) συστεγάζει ποιήματα εκδομένα ανάμεσα στο 1970 και το 2012. Μινιμαλιστική, στοχαστική, γυμνή ποιητική σε καιρούς άνυδρους και θορυβώδεις. 

Μια σημαντική επανέκδοση, μετά από δέκα χρόνια απουσίας, είναι τα «Ποιήματα 1957-1983» (Ποταμός) του Θωμά Γκόρπα, αυτής της φυγόκεντρης, πληθωρικής, σαρκαστικής, τρυφερής φωνής, που γέννησε την τάση «γκορπισμός».

Θωμάς Γκόρπας

Θωμάς Γκόρπας

Ο Νάσος Βαγενάς, στη «Βιογραφία. Ποιήματα 1974–2014» (Κέδρος), κινούμενος μεταξύ μοντέρνου και μεταμοντέρνου, ειρωνικός, σαρκαστικός και μελαγχολικός, αλλά και παιγνιώδης, μεταποιεί και συγχρονίζει το μεσοπολεμικό spleen του Καρυωτάκη στο μεταπολιτευτικό μας spleen.

Νάσος Βαγενάς

Νάσος Βαγενάς

Ατομικές συλλογές

Σε αντίθεση με άλλες χρονιές, η ποιητική παραγωγή του 2015 φαίνεται επιπρόσθετα να θεματοποιεί και να αποσαφηνίζει το εκτόπισμα της κρίσης και της δυστοπίας μας.

Ο ποιητής Γιάννης Δάλλας με τα «Υστερόγραφά» του (Ηριδανός) μας δίνει μεταξύ άλλων ένα ποίημα αναφοράς, το «Ως ευ παρέστητε». Στην ποίησή του δεν συναντιούνται οι εξορίες του Τίτου Πατρίκιου ή του Τάσου Λειβαδίτη, ούτε η χαμηλή φωνή του Μανώλη Αναγνωστάκη, αλλά ένας τόνος μεταξύ Μαγιακόφσκι (πιο χαμηλός) και Σικελιανού (λιγότερο θεατρικός).

Ο Νάνος Βαλαωρίτης, στο κλείσιμο της χρονιάς, εμφανίζεται με το βιβλίο «Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα» (Ψυχογιός), όπου, κινούμενος μεταξύ φανταστικού παιχνιδιού και κριτικής απόστασης, μετεωρίζεται από την εποχή στη «συγκυρία».

Ο Μάρκος Μέσκος στην «Αλφα Βήτα» (Κίχλη), μένοντας συνεπής στον ταυτοτικό του στίχο «όσα είπαμε παλιά ισχύουν», εμπλουτίζει την ποίησή του και την ποίηση γενικώς με κρίσιμες εικόνες και ατόφιο ανθρωπισμό. Αξίζει να σταθούμε στον δεύτερο τόμο του συνθετικού ποιήματος «Σύσσημον ή τα Κεφάλαια» (Το Ροδακιό) του ακριβοθώρητου Νίκου Παναγιωτόπουλου, ο οποίος συνδυάζει την ποιητική πολυτροπία με την κατάδυση σε μνήμες συλλογικές και ατομικές.

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στη συλλογή «Με δίχτυ τον άνεμο» (Κίχλη) συνομιλεί ρυθμικά με πρότυπα γραφής και μεταποιεί βιογραφικά στιγμιότυπα σε τέχνη. Ο Πάνος Κυπαρίσσης στο «Σκύβοντας ουρανέ» (Γαβριηλίδης) μας ξαφνιάζει για άλλη μια φορά με τα ιδιαίτερα μετρήματά του και την όλη ποιητική αίσθηση που κομίζει.
Διακρίνουμε επίσης τις συλλογές: «Η μόνη της περιουσία» (Αγρα) της χαμηλόφωνης και ενδοσκοπικής Ανθής Μαρωνίτη, αλλά και τον παιγνιώδη, ιστορικοφανή και πλαγίως αυτοβιογραφικό Δημήτρη Καλοκύρη στην «Ισαύρων» (Αγρα).

Επίσης υπογραμμίζουμε τα «Στασιώτικα» του Γιώργου Μπλάνα (Γαβριηλίδης), τα πνευματώδη και σπινθηροβόλα ίχνη του Χάρη Βλαβιανού στο «Γιατί γράφω ποίηση» (Αγρα), αλλά και τις συλλογές της Ζωής Σαμαρά «Είδα τις λέξεις να χορεύουν» (Γκοβόστης) και του Δημήτρη Λαμπρέλλη «Τυφλός Κορυδαλλός» (Κουκούτσι).

Νεότερες φωνές

Από τους νεότερους ποιητές μας στεκόμαστε στον «Αρλεκίνο» (Περισπωμένη) του Γιώργου Λίλλη, όπου διασταυρώνει ρομαντική με λυρική προδιάθεση, και στο «Κελαηδιστό πουκάμισο» (Κουκούτσι) του Βασίλη Ζηλάκου.

Επίσης, στον αλλόκοτο ποιητικό κόσμο του Κυριάκου Συφιλτζόγλου «Στο σπίτι του κρεμασμένου» (Θράκα), αλλά και στα «Πλευρικά» της Μαίρης Κλιγκάτση (Γαβριηλίδης).

Ο Θωμάς Τσαλαπάτης παλμογραφεί τους κοινωνικούς κραδασμούς με γλωσσικά και ψυχικά κολάζ, αντανακλάσεις αναγνώσεων και φασματικές εμμονές στην «Αλμπα» (Εκάτη), ενώ η Αννα Γρίβα στο «Ετσι είναι τα πουλιά» (Γαβριηλίδης) χαράσσει την ιδιοπροσωπία της ισορροπώντας σε συναισθηματικές εντάσεις και γλωσσικές επιλογές με τη μεταποιημένη μνήμη.

Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε το «Ποιητικό Αίτιο» (Εντευκτήριο) του Ενο Αγκόλλι,αλλά και το «Ενα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου» (Πόλις) του διευθυντή του αξιόλογου λογοτεχνικού περιοδικού «Φρέαρ», Δημήτρη Αγγελή, ο οποίος, μέσα από αναπάντεχες εικόνες ονειρικής υφής ή παραμυθητικής υφής, σμιλεύει το χάος της ύπαρξης και του κόσμου.

*Το κείμενο είναι του ποιητή Πέτρου Γκολίτση και έχει τον τίτλο “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ”. Δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Συντακτών” και μπορεί να βρει στο σύνδεσμο http://www.efsyn.gr/arthro/diatheseis-kai-taseis

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Παραμυθία και απάντηση

2010010913_003

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου κάποιοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη ζωή μέσα από μια επίπλαστη, πέρα για πέρα ψεύτικη εικόνα, αυτή που τους προσφέρεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και την καταπίνουν αμάσητη, επειδή η πραγματικότητα που ζουν δεν μπορεί να τους προσφέρει κάποια διαφορετική διέξοδο, μια κάποια χαραμάδα προς την κατανόηση του κόσμου, τον αυτοσεβασμό τους.

Οι άνθρωποι έχουν χάσει τον πραγματικό χρόνο, τον ουσιαστικό χρόνο που ωριμάζουν τα πράγματα, έχουν χάσει την αναγκαία βραδύτητα – απαραίτητη για τη σκέψη, για την αίσθηση και την απόλαυση της ζωής. Θεωρούν υπέρτατη αξία το χρήμα, μαθαίνοντας να εκτιμούν μόνον ό, τι αγοράζεται και πουλιέται. Οπότε ακόμα και η εκπλήρωση βασικών αναγκών τους, όπως το φαγητό, ο έρωτας, η ανάγνωση, έχουν καταντήσει «προϊόντα» προς εκμετάλλευση.
Ζούμε σε έναν κόσμο διαδικτυακού παιχνιδότοπου, που τρέφει την ψευδαίσθηση της «ανοιχτής, πανανθρώπινης ελευθερίας», του «δημόσιου διαλόγου», αγνοώντας ότι ο πολύχρωμος αυτός κόσμος της διαδραστικής εικόνας είναι απλώς προέκταση του φυσικού μας κόσμου. Αγνοώντας ότι στο βαθμό που ο φυσικός κόσμος έχει καταντήσει μια στυγνή και βάρβαρη αγορά, που υποτάσσει κάθε δίκαιο και ηθική στους νόμους του άγριου χρηματιστικού κέρδους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και στον διαδικτυακό. Πέρα από την όποια αδιαμφισβήτητη χρησιμότητα του διαδικτύου, ως εργαλείου, ζούμε σε ένα απέραντο ψηφιακό εργοστάσιο, όπου οι πάντες, είτε μας αρέσει είτε όχι, διαθέτουμε ακατάπαυστα τις υπηρεσίες μας, το χρόνο μας, τη ζωή μας.

Οι άνθρωποι πορεύονται, πλέον, διδασκόμενοι να μην ελπίζουν κάτι καλύτερο από το προσωπικό, εθισμένοι στο να αντικρίζουν τον κόσμο με τα τρύπια μάτια της Μπάρμπι, μαθαίνοντας ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι το εύκολο, γρήγορο κέρδος, χάνοντας το βιβλίο και το διάβασμα ως εργαλείο ζωής.

Ωστόσο, βιβλίο εστί παραμυθία και απάντηση. Με το βιβλίο γαληνεύουν ο νους και η ψυχή, για να μπορέσουν να ξανακοιταχτούν στο μαγικό τους καθρέφτη και να πλάσουν το όραμα της επόμενης μέρας. Βιβλίο και διάβασμα οδήγησαν το ανθρώπινο γένος στην εξέλιξη, μέσα από την ευγένεια κάθε συναισθήματος. Με το βιβλίο και το διάβασμα θα αντιμετωπιστούν, εκ νέου, οι παραλογισμοί των δύσμοιρων καιρών μας. Με όπλα διαχρονικά πνευματικά, με στρατούς εννοιών, με ήθος και αξιοπρέπεια θα αντιμετωπιστούν οι ξύλινοι έως ανόητοι λόγοι, οι γυρολόγοι πωλητές των ανθρώπινων αναγκών. Η αναδημιουργία ενός καλύτερου, δικαιότερου κόσμου, ξεκινά από εδώ, από τις σκέψεις που αναδύονται μέσα από τις γραμμές των βιβλίων και των κειμένων.

Ας γίνουν οι τόποι του βιβλίου τόποι απόδρασης, η σκέψη τόπος προορισμού, οι χάρτινες σελίδες ριπές θαλασσινής αύρας χειμώνα – καλοκαίρι και οι γειτονιές των καταφρονεμένων γειτονιές των βιβλιοφάγων: οι καταφρονεμένοι θα πάψουν να είναι οι αμελητέοι του συστήματος και θα γίνουν οι σκεπτόμενοι κριτές του.

Ας διαβάζουμε στους δρόμους. Σε πεζούλες, σε παγκάκια, σε πάρκα. Εκεί που το κείμενο αναπνέει μακριά από τα θερμοκήπια της πλήξης. Εκεί που οι λέξεις μπλέκουν με τις μορφές, η ποίηση των στίχων με τον πεζό των πεζοδρομίων, εκεί που οι εικόνες μπλέκουν με τις εικόνες. Ας διαβάζουμε στο μετρό, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία, αφήνοντας τον συνειρμό να τρέχει γρηγορότερα από το συρμό.

Ας κάνουμε τα πάντα στη ζωή μας έχοντας δίπλα μας ένα βιβλίο. Ας τρώμε παρέα με ένα βιβλίο, ας πίνουμε κρατώντας ένα βιβλίο, ας κοιμόμαστε συντροφιά με ένα βιβλίο. Οι σελίδες του αναζητούν χώρο στα πιο πυκνοκατοικημένα ράφια της ψυχής μας. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, ας χαρίσουμε ένα βιβλίο, ας ανταλλάξουμε ένα βιβλίο, ας στείλουμε ένα βιβλίο, ας δώσουμε ένα βιβλίο στον άλλον. Είναι η μόνη απάντηση στους διαταραγμένους καιρούς μας, όπου η ψυχή ψάχνει κάπου να πιαστεί, όπου τα μάτια αναζητούν την ελπίδα, όπου ο νους αγωνιά να γοητευτεί για να πράξει.

Ήρθε η ώρα να ξαναμυηθούμε στη σοφία των αιώνων, με το βιβλίο. Ας γίνει, λοιπόν, η ανάγκη γνώση και επίγνωση. Οι βιβλιοθήκες, οι τόποι βιβλιοσυναντήσεων είναι ανοιχτά και μας περιμένουν. Ας πράξουμε μια επανάσταση. Ας αντισταθούμε στην απομόνωση και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Ας σηκωθούμε από τον καναπέ της τηλεόρασης κι ας πάμε σε μια συνάντηση συγγραφέων. Για μας γράφουν, ακόμη κι όταν είναι κλεισμένοι στο σύμπαν τους. Το δικαιούμαστε, καθώς τα βιβλία είναι ανοιχτά σε όλους ανεξαιρέτως, είναι πιο ελεύθερα και δημοκρατικά ακόμη κι από αυτούς που τα γράφουν.

Και ναι, είναι η φυγή από την πραγματικότητα μέσα στην πραγματικότητα, είναι το νυχτερινό ραντεβού, η ανάπαυλα την ώρα της ξεκούρασης, η απογευματινή σιέστα με παγωμένο κοκτέιλ κάτω από τον ήλιο ή με παγωτό σοκολάτα.
Οι λέξεις, οι σκέψεις, μας ανοίγονται απλόχερα. Είναι εκεί για μας. Ο αναγνώστης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ο πολίτης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ας γίνει, λοιπόν, ο πολίτης αναγνώστης και ο αναγνώστης πολίτης. Τότε, το συλλογικό νόημα της επίγνωσης θα’ ναι τόσο εκκωφαντικό που κανείς δεν θα μπορεί να το αγνοήσει.
Τότε η επανάσταση της ανάγκης θα έχει γίνει πράξη.

Εκεί που τα φίδια δεν αλλάζουν δέρμα – Η ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας

Αborigines-7

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Shon Arieh-Lerer, Jazra Khaleed. Μετάφραση: Δανάη Σιώζιου, Jazra Khaleed.

Αν και οι Αβορίγινες ζουν στην Αυστραλία εδώ και 40.000 χρόνια, σήμερα αποτελούν μια μικρή μειονότητα, λιγότερο από το 2% του συνολικού πληθυσμού. Δεν ήταν πάντα έτσι. Όταν ο Captain Cook πάτησε το πόδι του στην Αυστραλία το 1788, ανακήρυξε το νησί terra nullius, χώρα έρημη και ακατοίκητη, αν και από την πρώτη στιγμή ήρθε σε επαφή με τους αυτόχθονες. Οι αποικιοκράτες κατάλαβαν από νωρίς ότι ο τρόπος ζωής των φυλών που ζούσαν στην Αυστραλία ήταν τελείως διαφορετικός από αυτόν των Ευρωπαίων. Επιπλέον, ήταν φανερό ότι δεν μπορούσαν να τους διώξουν από τη γη τους χαρίζοντάς τους καθρεφτάκια και χάντρες. Κάτι τέτοιο θα γινόταν μόνο με τη βία. Η συστηματική γενοκτονία των αυτοχθόνων από τους αποικιοκράτες διήρκησε περισσότερο από εκατό χρόνια, έως τις αρχές του εικοστού αιώνα. Χιλιάδες Αβορίγινες απομακρύνθηκαν από τις εστίες τους, βασανίστηκαν, βιάστηκαν και οδηγήθηκαν στη σκλαβιά -περισσότερο από το 75% του πληθυσμού εξολοθρεύτηκε. Οι άποικοι κατέλαβαν τη γη τους και απαγόρεψαν τις τελετές και τις διαλέκτους που μιλούσαν.

Ακόμα και μετά το 1901, όταν η αποικία της Αυστραλίας ανακηρύχτηκε κυρίαρχο και αυτόνομο κράτος, οι διωγμοί δεν σταμάτησαν. Οι αυτόχθονες ήταν αναγκασμένοι να ζουν σε συνθήκες apartheid. Χιλιάδες παιδιά απομακρύνθηκαν από τους δικούς τους και είτε δόθηκαν σε λευκές οικογένειες είτε κλείστηκαν σε ιδρύματα που έμοιαζαν περισσότερο με στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ακόμα και όταν το 1948 τους δόθηκε η ιθαγένεια, πολλοί Αβορίγινες δεν είχαν το δικαίωμα να ψηφίσουν μέχρι τη δεκαετία του ’60. Μάλιστα, μέχρι το 1967, το Σύνταγμα της Αυστραλίας διευκρίνιζε ότι «οι αυτόχθονες Αβορίγινες δεν πρέπει να υπολογίζονται» ως κομμάτι του πληθυσμού της Αυστραλίας.

Αυτή η αδυσώπητη επίθεση στη ζωή και τον πολιτισμό των αυτοχθόνων δεν έμεινε αναπάντητη. Από την πρώτη στιγμή, οι φυλές που κατοικούσαν στην Αυστραλία απέδειξαν ότι ήταν «περήφανοι πολεμιστές», όπως γράφει η Bobbi Sykes (1945-) στο ποίημα «Ρέκβιεμ», που έχουμε μεταφράσει. Οι αγώνες των Αβορίγινων ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση κορυφώθηκαν στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Με το βλέμμα στραμμένο στην ανταρσία των μαύρων στην Αμερική και στα απελευθερωτικά κινήματα στην Αφρική, οι αυτόχθονες της Αυστραλίας εξεγέρθηκαν ενάντια στη λευκή εξουσία. Βασική απαίτησή τους ήταν, και παραμένει, το δικαίωμα στη γη των προγόνων τους.

Μέσα από αυτές τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες ξεπήδησαν οι ποιητικές φωνές που παρουσιάζουμε. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι παρόλο που η ποίηση και το τραγούδι των αυτοχθόνων της Αυστραλίας έχουν παράδοση αιώνων, αποσιωπήθηκαν και καταπιέστηκαν συστηματικά από τους αποικιοκράτες. Όλοι οι ποιητές και όλες οι ποιήτριες που φιλοξενούνται σ’ αυτό το τεύχος του Τεφλόν υπήρξαν θύματα ρατσιστικών επιθέσεων, διωγμών και καταπίεσης, ειδικά στα νεανικά τους χρόνια. Η Bobbi Sykes συνελήφθη σε διαμαρτυρία. Ο Kevin Gilbert και ο Mudrooroo φυλακίστηκαν για εγκληματικές ενέργειες -ο Gilbert για φόνο. Τραγικότερος όλων ο Robert Walker (1958-1984), ο οποίος ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τους φρουρούς της φυλακής.

Το μικρό αυτό αφιέρωμα στην ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας ξεκινάει με δύο ποιήματα από τη συλλογή We Are Going (1964) της Oodgeroo Noonuccal (1920-1993), την πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσε ποτέ Αβορίγινας ποιητής ή ποιήτρια. Η Noonuccal -επιφανής ποιήτρια, συγγραφέας και ακτιβίστρια- χρησιμοποιεί συνειδητά τον στίχο ως μέσο προπαγάνδας με σκοπό να διατρανώσει την περηφάνια για την καταγωγή της, να περιγράφει τα δεινά της φυλής της και να απαιτήσει ισότητα και ισονομία. Όπως φαίνεται και στο ποίημα «Η δυστυχισμένη φυλή», η Noonuccal στρέφεται ενάντια στον τρόπο ζωής των λευκών, την εκμετάλλευση της εργασίας και την ιεραρχική δομή εξουσίας.

Την ακολουθούν ποιητές όπως ο Jack Davis (1917-2000) και ο Kevin Gilbert (1933-1993). Ο πρώτος, ιδιαίτερα δραστήριος πολιτικά, δίνει συχνά στα ποιήματά του μία παγκόσμια διάσταση εκφράζοντας τις σκέψεις του για γεγονότα που συμβαίνουν εκτός Αυστραλίας και πέρα από την καθημερινότητα των Αβορίγινων. Ο δεύτερος υιοθετεί έναν πιο καυστικό, ορμητικό τρόπο γραφής και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ιδιωματισμούς των αυτοχθόνων. Στο ποίημα «Δέντρο», που θα διαβάσετε παρακάτω, καταπιάνεται με ένα θέμα που συναντάμε συχνά στην ποίηση των Αβορίγινων: τους πανάρχαιους δεσμούς τους με τη γη και τη φύση.

Η πλειοψηφία της κριτικής στην Αυστραλία αντιμετώπισε από την αρχή την ποίηση των Αβορίγινων με καχυποψία και αρκετές φορές με εχθρότητα. Όπως οι άποικοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ή θεώρησαν εχθρικό προς αυτούς τον τρόπο ζωής των Αβορίγινων, έτσι και οι λευκοί διανοούμενοι, είτε συνειδητά ως απολογητές της εξουσίας είτε λόγω της αδυναμίας τους να δουν πέρα από τον ποιητικό «κανόνα», αρνούνται να αναγνωρίσουν τη δύναμη και την αμεσότητα του ποιητικού έργου των αυτοχθόνων. Η ποίησή τους ενοχλεί, καθώς αποτελεί όχι μόνο υπενθύμιση των κτηνωδιών του παρελθόντος και του ρατσισμού του παρόντος αλλά και απειλή για την εξουσία και τη νομιμοποίησή της.

Παρά τις όποιες τεχνικές αδυναμίες τους, πολλά από τα ποιήματα των Αβορίγινων αψηφούν και ταρακουνούν τους ποιητικούς κανόνες. Δεν είναι λίγοι οι ποιητές και οι ποιήτριες που πειραματίζονται με την επαναληπτικότητα, τον ελεύθερο στίχο, τον ρυθμό και τις διακυμάνσεις στον βηματισμό. Ταυτόχρονα, όμως, το έργο τους συγκλονίζεται από, πολλές φορές οδυνηρά, αδιέξοδα και αντιφάσεις, καθώς συχνά βρίσκονται εγκλωβισμένοι/ες μεταξύ της προφορικής παράδοσης της φυλής τους, η οποία έχει ιστορία χιλιάδων ετών, και μιας γλώσσας ξένης προς αυτούς/ές, η οποία όχι μόνο τους επιβλήθηκε μέσω μιας ελλιπούς εκπαίδευσης αλλά και κουβαλάει μέσα της επώδυνες αναμνήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιοι/ες από τους Αβορίγινες ποιητές και ποιήτριες υιοθετούν συχνά, ίσως και λόγω έλλειψης αυτοπεποίθησης, απλοϊκές και συμβατικές φόρμες της ευρωπαϊκής ποιητικής παράδοσης (όπως ο Jack Davis στο ποίημα «Οι Αβορίγινες των πόλεων»).

Οι δεσμοί της ποίησης των Αβορίγινων με τη Δύση διαρρηγνύονται με την εμφάνιση των Mudrooroo (1938-) και Lionel Fogarty (1958-). Αυτοί οι δύο ξεκινούν τη δεκαετία του ’80 ένα σημειωτικό αντάρτικο ενάντια στην αγγλική γλώσσα φέρνοντας στο προσκήνιο την προφορική παράδοση των αυτοχθόνων. Και οι δύο συχνά χρησιμοποιούν στοιχεία των διαλέκτων που μιλούν οι φυλές τους, λέξεις και φράσεις που κάνουν δύσκολη την κατανόηση των ποιημάτων τους από τους μη Αβορίγινες. Ο πρώτος, ο οποίος το 1988 άλλαξε το όνομά του από Colin Johnson σε Mudrooroo, χρησιμοποιεί σε ποιήματα όπως το «Δίνουν στον Jacky δικαιώματα» στοιχεία από τον παραδοσιακό «κύκλο» τραγουδιών των Αβορίγινων. Αλλού μπλέκει τα Αγγλικά με λέξεις της διαλέκτου των Nyungar (ΝΔ Αυστραλία) και επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο μιλιέται η διάλεκτος αυτή (Neo-Nyungar). Ο Fogarty, ο οποίος συστήνεται ως ρήτορας και όχι ως συγγραφέας, χειρίζεται την αγγλική γλώσσα όπως «ένας δερβίσης χειρίζεται ένα ραβδί», σύμφωνα με τον Kevin Gilbert. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα των αποίκων με σκοπό να ακυρώσει την επιβολή της και να δημιουργήσει μια νέα αντι-γλώσσα ελεύθερη από κανόνες και περιορισμούς, μια έκρηξη αμφισημίας και πολυσημίας.

Επιτρέψτε μας να κλείσουμε αυτή την εισαγωγή με τα λόγια του ίδιου του Lionel Fogarty: «Η ποίησή μου είναι μια παράσταση της λογοτεχνικής προφορικής παράδοσης, ένας τρόπος να χρησιμοποιήσω τα αγγλικά που μιλά η φυλή μου ενάντια στα Αγγλικά. Με τα γραπτά μου θέλω να καθοδηγήσω τις επερχόμενες γενεές των Αβορίγινων μακριά από τον ευρωπαϊκό αποικιοκρατικό τρόπο γραφής (…) Στο έργο μου δεν πιστεύω στον συμβιβασμό σε καμία περίπτωση. Δεν θέλω να είμαι ένας συγγραφέας της συμφιλίωσης ή ένας ρεφορμιστής. Θέλω να χτυπάω στο μυαλό και να ξεπερνάω τα όρια. Δεν έχει σημασία αν χρησιμοποιώ τους σωστούς γραμματικούς κανόνες ή το δικό τους στιλ γραφής, γιατί ο λευκός πάντα θα επικρίνει τα γραπτά. Ο λευκός δεν θα καταλάβει ποτέ πλήρως τι σκέφτεται ένας μαύρος όταν γράφει. Ίσως αυτό αλλάξει στις επερχόμενες γενεές».

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ποιητικό περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-2010, απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Από τα ποιήματα του αφιερώματος αυτού του περιοδικού ‘Τεφλόν”, θα καταβάλουμε προσπάθεια να τα (ανα)δημοσιεύσουμε όλα, αρχίζοντας από το ποίημα του Lionel Fogarty “Τρελές ψυχές” σε μετάφραση Jazra Khaleed.