Ursula Kroeber Le Guin: Ο μεταμοντέρνος αναρχισμός στο έργο της

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΣΤΑΝΑΡΑΣ*

“Αν θέλεις εγκληματίες, φτιάξε νόμους, αν θέλεις κλέφτες, φτιάξε ιδιοκτήτες”.
Είναι αρκετά εύκολο να εντοπίσει κανείς αναρχικά θέματα στην επιστημονική φαντασία της Ursula K. Le Guin. Η συχνή κριτική της στην κρατική εξουσία σε συνδυασμό με την απόρριψη του καπιταλισμού και την προφανή γοητεία που της ασκούν τα εναλλακτικά συστήματα της πολιτικής οικονομίας, αρκούν για να την τοποθετήσουν στους κόλπους της αναρχικής παράδοσης. Η ίδια, συχνά έχει ασπαστεί κατηγορηματικά αυτή την παράδοση. Μεταξύ άλλων, η Le Guin προπαγανδίζει τις αναρχικές ιδέες. Σε μεγάλο βαθμό, η πολιτική φιλοσοφία του αναρχισμού είναι πνευματικό προϊόν του δεκάτου ενάτου αιώνα και διατυπώθηκε στην Αγγλία από τον Ουίλιαμ Γκόντουιν, στη Γαλλία από τον Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν και στη Ρωσία από τον Πιότρ Κροπότκιν και τον Μιχαήλ Μπακούνιν. Εντούτοις, αυτή η σημαντικότατη πνευματική παράδοση ως επί το πλείστον παραμένει αόρατη για τους ανθρώπους των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα. Περιγράφοντας τις αναρχικές ιδέες με ένα τρόπο που είναι πιστός στην αναρχική παράδοση και ταυτόχρονα προσβάσιμη στον απλό σημερινό αναγνώστη, η Le Guin παρέχει μια εξαιρετικά πολύτιμη υπηρεσία. Διασώζει τον αναρχισμό από το πολιτιστικό γκέτο στο οποίο έχει υποχωρήσει. Εισάγει το όραμα του αναρχισμού σε ένα κοινό αναγνωστών της επιστημονικής φαντασίας, οι οποίοι ίσως να μην έπιαναν ποτέ στα χέρια τους κάποιο βιβλίο του Κροπότκιν. Η Le Guin ωθεί τον αναρχισμό (έστω και ανεπαίσθητα) στο κυρίαρχο ρεύμα της διανόησης.
Ωστόσο η Le Guin, όπως πολλοί οι αναρχικές ιδέες των οποίων αναπτύχθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές της δεκαετίας του ’70, φαίνεται επίσης να αναγνωρίζει ότι αυτό δεν είναι αρκετό. Όπως ο κλασικός μαρξισμός, ο σύγχρονος αναρχισμός αναπτύχθηκε μέσα στο συγκεκριμένο πολιτικό, οικονομικό και πνευματικό περιβάλλον του δεκάτου ενάτου αιώνα. Στο πλαίσιο αυτό, ήταν φυσικό οι αναρχικοί να εστιάσουν τις δυνάμεις της κριτικής τους στις δυο πηγές της καταπιεστικής εξουσίας στην εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης: το κεφάλαιο και το κράτος. Όμως, στα τέλη του εικοστού αιώνα, αυτός ο παραδοσιακός αναρχισμός είχε καταντήσει απαρχαιωμένος σε επικίνδυνο βαθμό. Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, πολιτικοί ακτιβιστές σε ολόκληρο το δυτικό κόσμο πρόσθεσαν την εθνική εξουσία και την εξουσία του φύλου στον κατάλογο των αναρχικών ενδιαφερόντων. Στον πνευματικό κόσμο, ο Μισέλ Φουκό ταυτοποίησε και άσκησε κριτική στην εξουσία της πειθαρχίας που εμφανίζεται σε σχολεία, νοσοκομεία, στρατόπεδα, ψυχιατρικές κλινικές και οικογένειες. Ο Ζαν Μποντριγιάρ διατύπωσε μια ριζοσπαστική συμβολική κριτική τους σημειολογικού συστήματος που κυριαρχεί στο σύγχρονο κόσμο. Στο μεταξύ, ο Γκι Ντεμπόρ και άλλοι υποστήριξαν ότι οι πολίτες στα τέλη του εικοστού αιώνα ζούσαν σε ένα κόσμο όπου κυριαρχούσαν τα μαζικά μέσα του θεάματος, έναν κόσμο όπου ο καταναλωτισμός επηρεάζει κάθε πλευρά της ζωής των ανθρώπων, ένα κόσμο όπου οι παραδοσιακές μορφές πολιτικής δράσης έχουν τεμαχιστεί σε επικίνδυνο βαθμό. Σε ένα τέτοιο κόσμο, η αναρχική κριτική δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένη μέσα στο σύγχρονο, βιομηχανικό τρόπο σκέψης. Ο αναρχισμός πρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερη ευελιξία και προσαρμοστικότητα. Με άλλα λόγια, πρέπει να γίνει μεταμοντέρνος.

“Μιλάω για θεούς ενώ είμαι άθεη. Ταυτόχρονα όμως είμαι καλλιτέχνης και επομένως λέω ψέματα. Μην πιστεύετε τίποτε απ’ όσα λέω. Λέω την αλήθεια”.

Η Le Guin ονειρεύεται ουτοπικούς κόσμους και φεγγάρια, απαλλαγμένα από τις ανισότητες του καπιταλισμού και τις αδικίες της κρατικής εξουσίας (όπως ο Κροπότκιν πριν από αυτήν). Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η Le Guin αναπτύσσει νέες μορφές αναρχικής σκέψης, μορφές που είναι απολύτως αναγκαίες στις μετα-βιομηχανικές κοινωνίες. Το βασικό θεμέλιο για αυτό το νέο μεταμοντέρνο αναρχισμό βρίσκεται στα τρία έξοχα μυθιστορήματα που έγραψε σε διάστημα πέντε ετών, ανάμεσα στο 1969 και το 1974. Τα γραπτά της Ursula Le Guin δείχνουν μια βαθιά γνώση και ένα βαθύ σεβασμό προς την κλασική αναρχική παράδοση. Επομένως, δεν είναι άξιο απορίας ότι οι κριτικοί της επικεντρώνονται κυρίως στους τρόπους με τους οποίους το έργο της βασίζεται πάνω σε αυτή την παράδοση. Τα μυθιστορήματα της Le Guin στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές της δεκαετίας του ’70 προτείνουν αναρχικές δυνατότητες που εκτείνονται μακράν και πέραν των οριζόντων του μοντέρνου. Στα μυθιστορήματα αυτά, πειραματίζεται με την ανδρόγυνη φύση, ανατρέπει ορθολογικές οντολογίες, διατυπώνει αναρχικές γλώσσες και προτείνει μια ριζική φιλοσοφία του χρόνου. Η περίοδος αυτή -η οποία σηματοδοτεί το αποκορύφωμα τόσο των ριζικών κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του ΄60 όσο και τα μεταστρουκτουραλιστικά και μεταμοντέρνα κινήματα στον κόσμο της διανόησης- αντιπροσωπεύει μια σημαντική ιστορική στιγμή ζωτικής σημασίας για την αναρχική παράδοση. Είναι η στιγμή που ο αναρχισμός κάνει τη “μεταμοντέρνα στροφή” του. Και η Le Guin υπήρξε συντελεστικός παράγοντας για αυτόν τον αξιοσημείωτο μετασχηματισμό στην αναρχική σκέψη. Στο Αριστερό Χέρι του Σκότους (1969), ανατρέπει την παραδοσιακή δυαδική έννοια της ταυτότητας του φύλου για να προάγει την αναρχία του φύλου. Στο The Lathe Of Heaven (Ο Ουράνιος Τόρνος, 1971) αφηγείται την ιστορία ενός ψυχιατρικού ασθενή, τα όνειρα του οποίου κυριολεκτικά επανασχεδιάζουν τον κόσμο, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο το ενδεχόμενο μιας οντολογικής αναρχίας. Και στο αριστούργημά της Ο Αναρχικός των Δυο Κόσμων (1974), η Le Guin κάνει δυο σημαντικές συνεισφορές στη φιλοσοφία του μεταμοντέρνου αναρχισμού. Δημιουργεί μια φανταστική αναρχική γλώσσα, την Pravic, η οποία υπογραμμίζει τη σημασία της γλωσσολογίας για κάθε σύγχρονη αναρχική ιδέα. Επίσης, αναπτύσσει μια εξίσου ριζοσπαστική έννοια του χρόνου, δημιουργώντας το ενδεχόμενο μιας χρονοσοφικής αναρχίας. Η ύπαρξη μιας καθαρά αναρχικής κοινωνίας στο φεγγάρι του Ανάρες, οδήγησε πολλούς κριτικούς του Αναρχικού των Δυο Κόσμων να ασχοληθούν μόνο με τα παραδοσιακά αναρχικά θέματα του συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Εντούτοις, η αληθινά ριζοσπαστική κληρονομιά αυτού του βιβλίου και των άλλων σημαντικών έργων της Le Guin στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές της δεκαετίας του ’70, είναι ότι υπερβαίνουν τα όρια της συμβατικής αναρχικής σκέψης για να δημιουργήσουν νέες μορφές αναρχισμού, οι οποίες σχετίζονται εξ ολοκλήρου με τη ζωή στις μεταμοντέρνες συνθήκες. Η Le Guin εκσυγχρονίζει τη συμβατική αναρχική ιδέα και βάζει τον αναρχισμό σε θέση κίνησης για την τρίτη χιλιετία.

“Δεν μπορείς να αγοράσεις την επανάσταση. Δεν μπορείς να φτιάξεις την επανάσταση. Μπορείς μόνο να γίνεις η επανάσταση. Ή βρίσκεται στο πνεύμα σου ή δε βρίσκεται πουθενά”.

Τόσο ως προς τη δομή όσο και ως προς το περιεχόμενο, Το Αριστερό Χέρι του Σκότους είναι ένα μεταμοντέρνο αριστούργημα. Το μυθιστόρημα είναι πειραματικό και κατακερματισμένο σε αμείλικτο βαθμό. Στερείται αφηγηματικού κέντρου. Εναλλάσσεται ανάμεσα σε δυο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις: εκείνη του Έστραβεν, ενός Γκεθενιανού και εκείνη του Τζένλι Άι, ενός διπλωμάτη που επισκέπτεται τον πλανήτη Γκέθεν ως εκπρόσωπος του διαστρικού Έκουμεν (από το “Οικουμενικός”), την ομοσπονδία όλων των πλανητών που ιδρύθηκε από το λαό των Χάιν, ο οποίος εδώ και χιλιάδες χρόνια έχει αποικίσει διάφορους κόσμους (ανάμεσά τους και την Terra-Γη). Μολονότι τέτοιες διακυμάνσεις απόψεων ενδέχεται να προκαλέσουν μερικά ενδιαφέροντα γνωστικά αποτελέσματα στο αναγνωστικό κοινό, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ριζοσπαστικό δυναμικό τους είναι περιορισμένο. Ένα μυθιστόρημα, το οποίο εξαρτάται από τη δυαδική εναλλαγή ανάμεσα σε δυο απόψεις, εύκολα θα μπορούσε να πέσει θύμα της σκέψης που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη νοοτροπία γενικότερα και τη διαλεκτική μορφή της ειδικότερα. Έτσι, η Le Guin πρέπει να πάει πιο μακριά. Οι δυο απόψεις του μυθιστορήματος συμπληρώνονται από ένα πλήθος άλλων αφηγηματικών μορφών. Μερικά κεφάλαια έχουν αποσπαστεί από φανταστικές γραφειοκρατικές εκθέσεις που κυκλοφορούν ανάμεσα στους αξιωματούχους του Έκουμεν. Άλλα αντλούνται από τους μύθους, τους θρύλους και τα ποιήματα του Γκέθεν. Το γνωστικό αποτέλεσμα αυτής της ριζοσπαστικής αφηγηματικής στρατηγικής αποπροσανατολίζει, αποσταθεροποιεί, αλλά ταυτόχρονα ικανοποιεί σε αξιόλογο βαθμό. Το μυθιστόρημα της Le Guin αρνείται τις διευκολύνσεις της δυαδικής σκέψης και την κλειστή, ομαλή αφήγηση. Το Αριστερό Χέρι, επομένως, είναι ένα αυτο-αποδομημένο κείμενο που δεν μπορεί να φτάσει σε κανένα απόλυτο τελεολογικό προορισμό.

“Tί είναι ο αναρχικός; Κάποιος ο οποίος, επιλέγοντας, αναλαμβάνει την ευθύνη της επιλογής του”.

Η σημαντικότερη συμβολή του μυθιστορήματος αυτού στον μεταμοντέρνο αναρχισμό βρίσκεται στη φιλοσοφία περί φύλου. Οι κάτοικοι του Γκέθεν είναι άνθρωποι, αλλά δεν έχουν το δυαδικό σύστημα του φύλου, το οποίο χαρακτηρίζει τις περισσότερες ανθρώπινες κοινωνίες. Οι Γκεθενιανοί περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους σε ανδρόγυνη κατάσταση, δεν είναι ούτε άνδρες ούτε γυναίκες. Εντούτοις, κατά περιόδους μπαίνουν σε ενεργή κατάσταση αναπαραγωγής που είναι γνωστή ως κέμερ. Ενώ βρίσκεται σε κέμερ, το σώμα τους αποκτά είτε αρσενικά είτε θηλυκά χαρακτηριστικά. Ως εκ τούτου, στον Γκέθεν η ταυτότητα του φύλου είναι προσωρινή και αυθαίρετη. Με πολλούς τρόπους, το φύλο των Γκεθενιανών ανταποκρίνεται στις μεταμοντέρνες θεωρίες περί φύλου που έχουν αναπτυχθεί από μεταμοντέρνες φεμινίστριες όπως η Judith Butler και η Donna Haraway. Για τους Γκεθενιανούς όπως και για αυτές, το φύλο δεν είναι μια απόλυτη κατηγορία, αλλά μάλλον κάτι που πρέπει να θεωρείται ως ευέλικτο και ρευστό.
Η Le Guin χρησιμοποιεί τον χαρακτήρα του Τζένλι Άι για να περιγράψει πώς φαίνεται το γκεθενιανό σύστημα των φύλων σε έναν ξένο παρατηρητή. Λόγω της μονίμως αρσενικής φύσης του από άλλον πλανήτη, ο Τζένλι Άι δεν μπορεί να γίνει ποτέ κομμάτι του μοναδικού γκεθενιανού συστήματος της διαρκούς αλλαγής φυλετικής ταυτότητας. Ωστόσο, εκτιμά τη σημασία του. Μιλά με θαυμασμό για τους τρόπους που το φύλο λειτουργεί στον Γκέθεν, καθώς δεν υπάρχει απολύτως καμία σεξουαλική καταπίεση. Η αποχή από το σεξ είναι απολύτως προαιρετική και η απόλαυση απολύτως αποδεκτή. Ο φόβος και το άγχος για το σεξ είναι εξαιρετικά σπάνια. Ο Άλι αφήνει κατά μέρος τις προκαταλήψεις του για την κοινωνία των δυο φύλων και αναγνωρίζει τα σπουδαία οφέλη που έχει να προσφέρει η ανδρόγυνη κοινωνία του Γκέθεν. Περιγράφει ένα κόσμο χωρίς καταπίεση, θυμίζοντας την ερωτική ουτοπία του Μαρκούζε.
“Είμαστε ηφαίστεια. Όταν εμείς, οι γυναίκες, προσφέρουμε την εμπειρία μας ως τη δική μας αλήθεια, ως την ανθρώπινη αλήθεια, όλοι οι χάρτες αλλάζουν. Νέα βουνά Η έλλειψη καταπίεσης, ωστόσο, δεν είναι το μοναδικό αξιόλογο χαρακτηριστικό της γκεθενιανής κοινωνίας. Ο Ονγκ Τοτ Όπονγκ, ένα μέλος της πρώτης ομάδας από το Έκουμεν που επισκέφθηκε τον Γκέθεν, επισήμανε ότι στον πλανήτη “Δεν υπάρχει σεξ χωρίς συναίνεση, ούτε βιασμοί”. Όπως στα περισσότερα ζώα, η συνουσία γίνεται μόνο κατόπιν αμοιβαίας πρόσκλησης και συναίνεσης. Ειδάλλως, είναι αδύνατη. Επομένως, οι σεξουαλικές πρακτικές των Γκεθενιανών θα μπορούσαν να περιγραφούν φεμινιστικές όσο και αναρχικές. Εξάλλου, η έννοια της συναίνεσης είναι μια σημαντική θεωρητική θέση και των δυο παραδόσεων. Οι φεμινίστριες χρησιμοποιούν τη συναίνεση για να καθορίζουν με σαφήνεια τα όρια γύρω από τις σεξουαλικές πρακτικές. Οι αναρχικοί χρησιμοποιούν τη συναίνεση γενικότερα, προκειμένου να διαχωρίσουν τις ηθικές πολιτικές πρακτικές από την ανήθικες. Η έννοια της συναίνεσης σαφώς και είναι πολύ σημαντική για το λαό του Γκέθεν – στην ουσία εφαρμόζει εμπράκτως τον αναρχοφεμινισμό.
Οι Γκεθενιανοί εμφανίζονται ως αναρχοπασιφιστές. Ο Ονγκ Τοτ Όπονγκ επισημαίνει ότι οι Γκεθενιανοί “δεν έχουν ακόμα αυτό που κάποιος θα αποκαλούσε πόλεμο”. Σπανίως σκοτώνονται κατά δεκάδες ή εικοσάδες και ποτέ κατά εκατοντάδες ή χιλιάδες. Γιατί, άραγε;” Ίσως οι ιδιαιτερότητες της γκεθενιανής φυλετικής ταυτότητας να κάνει τον πόλεμο περιττό, ενδεχομένως και αδύνατο. Εδώ διαφαίνεται ένα φροϊδικό στοιχείο. Μπορεί κανείς να αντιληφθεί τον πόλεμο ως μια καταστροφική εξιδανίκευση των βασικών ενστικτωδών παρορμήσεων. Από ιστορικής πλευράς, ο πόλεμος στον κόσμο μας είναι κυρίως μια αρσενική επιχείρηση που διεξάγεται από στρατούς ανδρών, οι οποίοι συχνά επιχειρούν κάτω από συνθήκες σεξουαλικής καταπίεσης. Από την άλλη πλευρά, οι Γκεθενιανοί στερούνται της καταπίεσης που μπορεί να γίνει ένας ψυχολογικός πρόδρομος του πολέμου. Και παρόλο που κάθε Γκεθενιανός μπορεί να γίνει προσωρινά αρσενικός, αυτή η φυλετική ταυτότητα δεν θα διαρκέσει αρκετό διάστημα ώστε να επιτρέψει κάποια μεγάλη στρατιωτική δράση. Ακριβώς επειδή οι αρχές και οι πρακτικές του ανδρικού φύλου δεν μπορούν να κυριαρχήσουν στη γκεθενιακή κουλτούρα όπως έχουν κυριαρχήσει στη δική μας, στον Γκέθεν υπάρχει πολύ περισσότερος χώρος για τη διατύπωση μιας εναλλακτικής θηλυκής αρχής. Σε ένα σημαντικό σχόλιό της πάνω στο Αριστερό Χέρι με τίτλο “Είναι αναγκαίο το φύλο;” (1987), η Le Guin προσδιορίζει αυτή τη γυναικεία αρχή ως θεμελιωδώς αναρχική. “Η ‘γυναικεία αρχή’ από ιστορικής πλευράς έχει υπάρξει αναρχική. Δηλαδή, από ιστορικής πλευράς, η αναρχία έχει θηλυκό προσδιορισμό. Η επικράτεια που έχει καταμεριστεί στις γυναίκες -για παράδειγμα, ‘η οικογένεια’- είναι το πεδίο της τάξης χωρίς καταναγκασμό. Αυτό είναι που έχουν πετύχει οι Γκεθενιανοί: μια σωστά διατυπωμένη, ειρηνική κοινωνία, την οποία έχουν οργανώσει χωρίς να καταφεύγουν στο στρατιωτικό καταναγκασμό.
“Συγγραφέας είναι κάποιος που ενδιαφέρεται για τη σημασία των λέξεων, για το τι λένε, πώς το λένε. Οι συγγραφείς γνωρίζουν ότι οι λέξεις είναι ο δρόμος τους προς την αλήθεια και την ελευθερία κι έτσι τις χρησιμοποιούν με φροντίδα, με περίσκεψη, με φόβο, με αγάπη. Η χρήση των λέξεων δυναμώνει την ψυχή τους. Οι παραμυθάδες και οι ποιητές αναλώνουν τη ζωή τους μαθαίνοντας την τέχνη της σωστής χρήσης των λέξεων. Και οι λέξεις τους κάνουν την ψυχή των αναγνωστών τους πιο δυνατή, πιο φωτεινή, πιο βαθιά”.
H επόμενη σημαντική συμβολή της Le Guin στον μεταμοντέρνο αναρχισμό ήταν τοThe Lathe of Heaven, το οποίο εκδόθηκε το 1971. Εδώ, ο ταοϊσμος της Le Guin, ήδη προφανής στο Αριστερό Χέρι, διατυπώνεται στην πλήρη του έκφραση. Το Lathe περιγράφει μια αντιπαράθεση ανάμεσα στη δυτική επιστημονική ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία η γνώση και η λογική μπορεί να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να διαμορφώσουν τον κόσμο προς όφελος της ανθρωπότητας, και μια εντελώς διαφορετική ταοϊστική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία η προσπάθεια της διαμόρφωσης του κόσμου μέσω της ανθρώπινης θέλησης είναι μάταιη και ενδεχομένως καταστροφική τόσο για τον κόσμο όσο και για τους ανθρώπους εκείνους που θα τον διαπλάσουν. Η σύνδεση ανάμεσα στον ταοϊσμό και τον αναρχισμό είναι εδραιωμένη πάνω σε γερές βάσεις και έχει επισημανθεί από συγγραφείς που ασχολούνται και με τις δυο αυτές παραδόσεις. Εντούτοις, ελάχιστοι σχολιαστές έχουν αναγνωρίσει την ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στην απολαυστική προ-μοντέρνα φιλοσοφία του ταοϊσμού και την κριτική θεωρία των τελών του εικοστού αιώνα. Επιμένοντας ότι η ανθρώπινη λογική δεν θα πετύχει ποτέ στις επιδιώξεις της για κυριαρχία, ο ταοϊσμος παρέχει μια δυναμική κριτική της μορφής του ορθολογισμού η οποία, για παράδειγμα, υπήρξε τόσο σημαντική για τη Σχολή της Φρανκφούρτης. Ο Μαρκούζε την αποκάλεσε λογική της κυριαρχίας. Αυτό που κυβερνά τη Δύση είναι ο ελεγχόμενος ορθολογισμός. Στη θέση του, η Le Guin προσφέρει τις αυθόρμητες χαρές της δημιουργίας του κόσμου. Το Lathe μας διδάσκει ότι αν πραγματικά θέλουμε να κάνουμε τον κόσμο μας καλύτερο, πρέπει να εγκαταλείψουμε κάθε αξίωση για ορθολογικό έλεγχο. Πρέπει να απαρνηθούμε όλους τους διαχωρισμούς ανάμεσα στον εαυτό μας και τον υπόλοιπο κόσμο. Μόνο όταν αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας ως αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου, μπορούμε να ονειρευτούμε τα όνειρα που θα τον αλλάξουν.
Πρωταγωνιστής του Lathe είναι ο Τζορτζ Ορ, ένας άνθρωπος τα όνειρα του οποίου κυριολεκτικά επανασχεδιάζουν τον κόσμο. Τα όνειρά του αναθεωρούν ριζικά την πραγματικότητα και αντιπροσωπεύουν μια ενδιαφέρουσα νέα αναρχική προοπτική. Επειδή αλλάζουν τα πάντα, κάνουν πολύ περισσότερα από το να μεταβάλλουν απλώς ένα πολιτικό ή οικονομικό σύστημα. Μεταβάλλουν τη δομή του σύμπαντος και έτσι δημιουργούν μια οντολογική αναρχία. Όταν η ιεραρχική σκέψη αμφισβητείται στο πεδίο της πολιτικής ή της οικονομίας, τείνει να υποχωρεί στο επίπεδο της οντολογίας: εδώ, τουλάχιστον, πρέπει να υπάρχουν πάντα σταθερές δομές, νόμος και τάξη. Ωστόσο, τα όνειρα του Ορ αμφισβητούν την τελική διέξοδο της εξουσιαστικής σκέψης. Τα όνειρά του σημαίνουν ότι τίποτε δεν είναι μόνιμο και ότι όλα είναι προσωρινά. Από την πλευρά της εξουσίας μια τέτοια θέση είναι απαράδεκτη. Κι έτσι, το ιεραρχικό σύστημα προσπαθεί να ανακαταλάβει τα όνειρα του Ορ, να τα τιθασσεύσει και να τα χρησιμοποιήσει για τους δικούς τoυ σκοπούς. Αυτό γίνεται με τη βοήθεια του δρ. Χάμπερ, που είναι ο ψυχίατρος του Ορ. Ο Χάμπερ είναι το πρότυπο ενός επιστήμονα: μεθοδικός, πειθαρχημένος, ορθολογιστής και προοδευτικός με έναν καθαρά τεχνοκρατικό τρόπο. Είναι πεπεισμένος ότι αν ο Ορ ονειρεύεται υπό την καθοδήγησή του, όλα τα δεινά του κόσμου θα εξαφανιστούν. Όμως ο Ορ αναγνωρίζει πόσο μάταια είναι η προσπάθεια του Χάμπερ. Αν το όνειρα μας δίνουν πρόσβαση στη βαθύτερη δομή του ίδιου του κόσμου, αυτό δηλώνει ότι η δομή αυτή ουδέποτε θα γίνεται δεκτή από τη λογική επειδή ο κόσμος των ονείρων είναι ένας κόσμος όπου η λογική δεν έχει καμία θέση. Ασφαλώς, ο Χάμπερ προσπαθεί να αντικρούσει αυτό το φροϊδικό επιχείρημα. Δικαιολογημένα φοβάται τον Φρόιντ επειδή ο Φρόιντ ήταν ένας από τους ελάχιστους ψυχιάτρους που διαπίστωσαν το μεγάλο τίμημα πίσω από την προσπάθεια των Δυτικών να κυριαρχήσουν στη γη μέσω της επιστήμης. Ο Χάμπερ είναι ένα διαφορετικό είδος ψυχαναλυτή που πιστεύει ακλόνητα ότι η επιστήμη μπορεί να θεραπεύσει τον κόσμο. Αδυνατεί να καταλάβει τον ταοϊστή Ορ. Και αυτό του προκαλεί εκνευρισμό. Αν μη τι άλλο, ο Ορ είναι ερμηνευτικά ένοχος. Η προσπάθεια του Χάμπερ να εκβιάσει την κατάσταση -να περιορίσει τον κόσμο μέσα σε ένα αυστηρά ορθολογικό πλαίσιο- είναι χαρακτηριστικό της Δυτικής σκέψης, τουλάχιστον από τον Ντεκάρ και, ενδεχομένως, από τον Πλάτωνα. Απέναντι σε αυτό, ο Ορ επικαλείται την ταοϊστική αρχή του wu wei, της “αδρανούς δράσης”. Αρνείται να εξαναγκάσει τον κόσμο να ακολουθήσει ένα δρόμο σχεδιασμένο από την ανθρώπινη λογική. Κατ’ αυτό τον τρόπο λειτουργεί ως ένας σωστός ταοϊστής αλλά και σαν ένας σωστός μεταμοντέρνος αναρχικός.
“Η ελευθερία είναι ένα βαρύ φορτίο, ένα μεγάλο και παράξενο φορτίο για να το σηκώσει το πνεύμα. Δεν είναι εύκολο. Δεν είναι κάτι που χαρίζεται, είναι μια επιλογή και η επιλογή αυτή μπορεί να είναι πολύ δύσκολη. Ο δρόμος ανηφορίζει προς το φως, αλλά ο φορτωμένος ταξιδιώτης μπορεί να μην φτάσει ποτέ στο τέλος του”.
O Ορ αρνείται επίμονα την παρήγορη αλλά περιοριστική δυαδική λογική που χαρακτηρίζει το σύγχρονο Δυτικό τρόπο σκέψης. Αυτό, ασφαλώς, απογοητεύει τον Χάμπερ, το θεωρεί κακό και από την πλευρά του έτσι είναι. Ο Ορ είναι η ζωντανή ενσάρκωση της αποδόμησης. Δεν μπορεί να έχει καμία τελεολογία. Ποτέ δεν μπορεί να φτάσει σε μια καταληκτική θέση. Το κείμενο συνεχώς υπογραμμίζει ότι βρίσκεται πάντα στη μέση και επειδή ο Ορ είναι ο κόμβος διαμέσου του οποίου πρέπει να διοχετεύεται όλη η πραγματικότητα, ο ίδιος δεν μπορεί να υποταχθεί σε κανένα συγκεκριμένο διάλογο, σε καμία τελική ερμηνεία. Ως εκ τούτου, η οντολογική αναρχία του είναι μεταμοντέρνα ως προς τον προσανατολισμό της. Επομένως, είναι ειρωνικό ότι ο Ορ, ένας αρνητής της ορθολογιστικής προσπάθειας για έλεγχο του κόσμου, στην πραγματικότητα είναι το μοναδικό πρόσωπο του μυθιστορήματος που δεν έχει καμία εξουσία πάνω σε αυτόν τον κόσμο. Και αυτό ακριβώς επειδή αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ένα δομικό, οργανικό κομμάτι του σύμπαντος, παρά ως ένα αυτόνομο καρτεσιανό αντικείμενο που αντιμάχεται το περιβάλλον του. Ο Ορ μπορεί να αλλάξει τον κόσμο επειδή εκείνος είναι ο κόσμος και από αυτή την άποψη αυτό που κάνει δεν είναι διαφορετικό από τις πράξεις οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου, ζώου, φυτού ή ορυκτού. “Τα πάντα ονειρεύονται. Το παιχνίδι της μορφής, της ύπαρξης, είναι το ονείρεμα της ουσίας. Τα βράχια ονειρεύονται και η γη αλλάζει”.
Αυτό είναι το ριζοσπαστικό μήνυμα του Lathe. Το σύγχρονο μοντέλο επαναστατικής αλλαγής προϋποθέτει την ύπαρξη και την αποτελεσματικότητα λογικών, ανεξάρτητων ανθρώπων με πολιτική δράση. Όμως, το Lathe υποστηρίζει ότι για την αλλαγή δεν πρέπει να προσβλέπουμε σε προοδευτικούς τεχνοκράτες ή σε επαναστατικές πρωτοπορίες της εργατικής τάξης. Απεναντίας, πρέπει να γίνουμε εμείς η αλλαγή που θέλουμε για τον κόσμο, όπως πρότεινε ο Γκάντι. Το Lathe δημιουργεί το ενδεχόμενο ενός αναρχισμού που θα είναι βαθιά πνευματικός, πολύ προσωπικός και ταυτόχρονα σε απόλυτη δέσμευση με τον κόσμο. Όπως έγραψε η Le Guin το 1973: “Ο ταοϊστικός κόσμος βρίσκεται σε τάξη, δεν είναι χαοτικός. Όμως η τάξη του δεν είναι εκείνη που επιβάλλεται από τον άνθρωπο ή από κάποια ανθρώπινη θεότητα. Οι αληθινοί νόμοι -ηθικοί, αισθητικοί και, οπωσδήποτε, επιστημονικοί- δεν επιβάλλονται από πάνω από κάποια εξουσία, αλλά ενυπάρχουν σε πράγματα που πρόκειται να βρεθούν – να ανακαλυφθούν”.

“Ζω σε έναν εφιάλτη από τον οποίο κάπου κάπου ξυπνάω στον ύπνο μου”.

Τόσο ο αναρχισμός, όσο και ο ταοϊσμός προτείνουν ένα μοντέλο κοινωνικής και οντολογικής τάξης, το οποίο είναι αμοιβαία συναινετικό και ηθικό, με νόμους που δεν δημιουργούνται από πολιτικές ελίτ αλλά πηγάζουν μέσω της άμεσης αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο άτομο και τον κόσμο. Επειδή ο αναρχισμός αυτός εμπεριέχει την υψίστης σημασίας θέση ότι η Δυτική αντίληψη για την κυριαρχία της γης μέσω της επιστημονικής ή τεχνολογικής λογικής είναι ηθικά και επιστημονικά χρεοκοπημένη, μπορεί επίσης να περιγραφεί ως μεταμοντέρνος.

Ωστόσο, η πιο ισχυρή και πιο άμεση δήλωση του αναρχικού οράματος της Le Guin εμφανίζεται στο μυθιστόρημά της Ο Αναρχικός των Δυο Κόσμων. Το συγκεκριμένο βιβλίο περιγράφει μια ολοκληρωτική κοινωνία που βρίσκεται σε ένα κόσμο γνωστό ως Γιούρας και μια αναρχική κοινωνία που βρίσκεται στο Ανάρες, το φεγγάρι του Γούρας. Σίγουρα, η Le Guin έχει να προσφέρει πολλά στους σύγχρονους αναρχικούς. Πέρα από το φύλο της, η Όντο, η ιδρύτρια του Ανάρες, μοιάζει να έχει σχεδόν κοινά στοιχεία με τον Πιοτρ Κροπότκιν, τον αναρχικό φιλόσοφο του δεκάτου ενάτου αιώνα. Οι Οντονιανοί “δεν έχουν νόμους πέρα από τη μοναδική αρχή της αλληλοβοήθειας μεταξύ των ατόμων”, όπως αναφέρεται ρητά στο βιβλίο. Αλληλοβοήθεια ήταν ο τίτλος ενός από τα σημαντικότερα έργα του Κροπότκιν και η ιδέα αυτή υπήρξε θεμελιώδες στοιχείο της αναρχικής του φιλοσοφίας. Η Le Guin μάλιστα μπαίνει στον κόπο να αναπλάσει τις φιλοσοφικές συζητήσεις μέσα από τις οποίες αναπτύχθηκαν οι απόψεις του Κροπότκιν περί αλληλοβοήθειας, ιδίως οι θεωρίες σχετικά με την εξέλιξη (βλ. Κροπότκιν, Εξέλιξη και Περιβάλλον). Οι “Γιουράστι” ενστερνίζονται το είδος του υπεραπλουστευμένου δαρβινισμού που ανέκαθεν προκαλούσε την επικριτική οργή του Κροπότκιν. Για αυτούς, “Ο νόμος της ύπαρξης είναι αγώνας — ανταγωνισμός — εξάλειψη του ασθενέστερου — ένας αμείλικτος πόλεμος για επιβίωση”. Όμως ο Σεβέκ, ο κάτοικος του Ανάρες και πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος της Le Guin, έχει μια πολύ διαφορετική άποψη: “Οι ισχυρότεροι, στην ύπαρξη κάθε κοινωνικού είδους, είναι οι κοινωνικότεροι όλων. Δηλαδή, είναι οι πλέον ηθικοί”. Αυτό θυμίζει σε εντυπωσιακό βαθμό την ανατρεπτική ανάγνωση του δαρβινισμού όπως την εξηγεί ο Κροπότκιν στην Ηθική. Στο συγκεκριμένο έργο του, ο Ρώσος αναρχικός υποστηρίζει ότι “ο Δαρβίνος εξήγησε την καταγωγή της έννοιας του ηθικού καθήκοντος στον άνθρωπο μέσω της υπεροχής του αισθήματος της κοινωνικής ευαισθησίας υπεράνω του προσωπικού εγωισμού”. Επομένως, προς αγαλλίαση των σύγχρονων αναρχικών, Ο Αναρχικός των Δυο Κόσμων παρέχει μια ξεκάθαρη, συνοπτική και προσβάσιμη περιγραφή των κύριων θεωρητικών χαρακτηριστικών του κλασικού αναρχισμού.

“Αδιαφορώ για το τι θα συμβεί μετά. Έχω δει δράκους καβάλα στον πρωινό άνεμο”.

Αν Ο Αναρχικός των Δυο Κόσμων αποτελεί μια σημαντική συμβολή στη θεωρία και την πρακτική του αναρχισμού, τότε πρέπει να προσφέρει περισσότερα από μια εκλαϊκευμένη εκδοχή της ριζοσπαστικής φιλοσοφίας του δεκάτου ενάτου αιώνα. Και πράγματι το κάνει. Αν μη τι άλλο, το μυθιστόρημα της Le Guin προσφέρει μια αξιόλογη μορφή γλωσσολογικής αναρχίας. Με βάση τη μεταμοντέρνα αντίληψη ότι η γλώσσα είναι το ισοδύναμο της εξουσίας, η Le Guin φαντάζεται πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια πραγματικά αναρχική γλώσσα. Το αποτέλεσμα είναι η Pravic, η γλώσσα του Ανάρες. Η Pravic είναι μια θεμελιωδώς εξισωτική γλώσσα και αυτό ισχύει μέχρι το βαθύτερο επίπεδο δομής και γραμματικής. Η Pavic αποφεύγει τα κτητικά επίθετα: H χρήση της σπάνιας μορφής κτητικών επιθέτων στην Pravic ήταν κυρίως εμφατική. Τα μικρά παιδιά μπορεί να έλεγαν”η μητέρα μου”, πολύ σύντομα όμως μάθαιναν να λένε “η μητέρα”. Με τον ίδιο τρόπο, στην Pravic δεν υπάρχει τρόπος να μιλάς για την ιδιοκτησία. Όταν οι κάτοικοι του Ανάρες (Αναρέστι) θέλουν να αναφερθούν στην “ιδιοκτήτρια τάξη”, πρέπει να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα των Γιούρας για να το κάνουν, επειδή στην Pravic δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Αυτό σημαίνει ότι ιδέες που αφορούν τη συσσώρευση ιδιωτικού πλούτου ή ταξικούς διαχωρισμούς, οι οποίοι βασίζονται σε τέτοιου είδους συσσώρευση, είναι κυριολεκτικά αδιανόητες στην Pravic. Οι συνέπειες είναι βαθιές. Οι Αναρέστι δεν μπορούν να γίνουν καπιταλιστές επειδή αγνοούν το λεξιλόγιο του καπιταλισμού.
Η ιδέα ότι η “εργασία” είναι προϊόν εκμετάλλευσης και αποξένωσης που γίνεται λόγω αναγκαιότητας και αντισταθμίζεται μόνο από τον ελεύθερο χρόνο, είναι θεμελιώδης στον καπιταλιστικό τρόπο κοινωνικής οργάνωσης. Από την άλλη πλευρά, η Pravic χρησιμοποιεί την ίδια λέξη για την “εργασία” και το “παιχνίδι”. Για να αποδοθεί δε η έννοια την αγγαρείας, χρησιμοποιείται μια διαφορετική λέξη, το κατ’ εξοχήν περιγραφικό kleggich. Το επιχείρημα είναι σαφές: Στον Ανάρες, η σημαντική και δημιουργική εργασία είναι ίδια και απαράλλακτη με το παιχνίδι. Μια τέτοια εργασία δεν πρέπει να καταχωρείται μέσα στο αλλοτριωμένο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς.
Η γλώσσα πρέπει να μπορεί να εκφράζει όχι μόνο λογικές έννοιες αλλά και συναισθήματα, ακόμα και εκείνα που μπορεί να θεωρούνται ανεπιθύμητα από την πλευρά της κοινωνικής συμπεριφοράς. Όταν ο Σεβέκ θέλει να βρίσει, πρέπει να μιλήσει στη γλώσσα των Γιουράστι. Η Pravic δεν ευνοεί καθόλου το βρίσιμο. Δύσκολα μπορείς να βρίσεις τη στιγμή που το σεξ δε θεωρείται κάτι βρόμικο και η βλαστήμια είναι ανύπαρκτη. Η Pravic είναι μια καθαρή και δίκαιη γλώσσα. Ενθαρρύνει την εξισωτική σκέψη και λειτουργεί ενάντια στην εδραίωση οποιασδήποτε ιεραρχίας. παρόλα αυτά, παραμένει ξερή και στείρα. Αυτό μας επαναφέρει στο μήνυμα του μεταμοντέρνου αναρχισμού: ο κόσμος δεν μπορεί να σωθεί μέσω της διατύπωσης μιας ορθολογικής επαναστατικής φιλοσοφίας, έστω κι αν η φιλοσοφία αυτή περιέχει αξιοθαύμαστα στοιχεία.

“Αν η επιστημονική φαντασία είναι η μυθολογία της σύγχρονης τεχνολογίας, τότε ο μύθος είναι τραγικός”.

Ευτυχώς, Ο Αναρχικός των Δυο Κόσμων περιέχει όντως ένα στοιχείο που είναι πράγματι επαναστατικό με τη μεταμοντέρνα έννοια και αυτό είναι η Γενική Θεωρία της Συγχρονικότητας. Ο Σεβέκ είναι ένας θεωρητικός φυσικός. Ο όρος που χρησιμοποιεί για το πεδίο της μελέτης του είναι η χρονοσοφία. Αυτό μας δίνει ένα σημαντικό στοιχείο ως προς τη φύση και τη σημασία των θεωριών του. Ο Σεβέκ εργάζεται πάνω στη φιλοσοφία του χρόνου και στο κείμενο η Le Guin ξεκαθαρίζει ότι η φιλοσοφία αυτή έχει ριζικές πολιτικές επιπτώσεις. Ο Όγιε, ο Γιουράστι φυσικός, παρατηρεί ότι τόσο ο πολιτικός όσο και ο φυσικός ασχολούνται με τα πράγματα όπως είναι, με αληθινές δυνάμεις, με τους βασικούς νόμους της φυσικής και της πολιτικής. Ο Σεβέκ, φυσικά, απορρίπτει τη στατική διατύπωση του Όγιε, ωστόσο αποδέχεται τη βασική ιδέα του ότι υπάρχει μια πολιτική της φυσικής και μια φυσική της πολιτικής. Ασφαλώς, για έναν αναρχικό όπως ο Σεβέκ, η πολιτική και η ηθική στην ουσία συμπίπτουν. Ως εκ τούτου, παραδέχεται ότι “η χρονοσοφία εμπεριέχει την ηθική. Επειδή για εμάς, η έννοια του χρόνου εμπεριέχει την ικανότητά μας να διαχωρίζουμε την αιτία από το αποτέλεσμα, τη μέθοδο από το σκοπό”. Συνεπώς, η προσπάθεια του Σεβέκ να διατυπώσει μια Γενική Θεωρία της Συγχρονικότητας είναι ταυτόχρονα μια προσπάθεια να δημιουργήσει μια βιώσιμη και ζωντανή ηθική θεωρία.
Ο αντικειμενικός σκοπός του Σεβέκ είναι να ενώσει δυο προφανώς αντικρουόμενα πεδία της φυσικής, γνωστά ως Αλληλουχία και Συγχρονισμός. Η διαδοχή ασχολείται με τη γραμμική έννοια του χρόνου, η οποία υπήρξε η κυρίαρχη αντίληψη της ιστορίας στη Δύση. Ο συγχρονισμός παραδέχεται και υπερθεματίζει τη μη γραμμική, περιλαμβάνοντας ιδιαίτερα εκείνες τις φιλοσοφίες που θεωρούν το χρόνο ως κυκλικό ή περιοδικά επαναλαμβανόμενο. Ο Σεβέκ περιγράφει τις δυο έννοιες του χρόνου: υπάρχει το βέλος, το ποτάμι που τρέχει, χωρίς τα οποία δεν υπάρχει ούτε αλλαγή, ούτε πρόοδος, ούτε κατεύθυνση, ούτε δημιουργία. Και υπάρχει και ο κύκλος, χωρίς τον οποίο υπάρχει το χάος, η άσκοπη διαδοχή των στιγμών, ένας κόσμος δίχως ρολόγια, εποχές ή υποσχέσεις. Η επίκληση του Σεβέκ περί υποσχέσεων έχει ενδιαφέρον επειδή θυμίζει τον ορισμό του Νίτσε για το άνθρωπο ως ένα ζώο με το δικαίωμα να δίνει υποσχέσεις. Ο Σεβέκ μάλιστα κάνει σαφές το νιτσεϊκό στοιχείο του σκεπτικού του και ομολογεί ότι το έργο που επιδιώκει στις φυσικές επιστήμες είναι παράλληλο με εκείνο που ανέλαβε ο Νίτσε στη φιλοσοφία. Στο Τάδε Έφη Ζαρατούστρα, ο Νίτσε περιέγραψε το όραμά του για την αιώνια επιστροφή που θα συνταράξει τον κόσμο: “Όλα φεύγουν και όλα επιστρέφουν. Αιώνια κυλά ο τροχός της ύπαρξης. Όλα πεθαίνουν κι όλα ανθίζουν ξανά. Αιώνια κυλά ο χρόνος της ύπαρξης”. Στον Ζαρατούστρα, ο Νίτσε ονειρεύτηκε ένα ον, το οποίο όχι μόνο θα μπορούσε να αποδεχτεί την τρομακτική σκέψη της αέναης επανάληψης, αλλά θα μπορούσε να την ενστερνιστεί, να την αγαπήσει, να την εξυμνήσει. Αποκάλεσε αυτό το ον Υπεράνθρωπο.
Ως ένα μεγάλο βαθμό, ο Σεβέκ της Le Guin ολοκληρώνει την ιδέα που είχε υπογραμμιστεί στο Ζαρατούστρα. Ο Σεβέκ ασπάζεται την αρχή της αέναης επιστροφής που είναι ενσωματωμένη στη θεωρία του Συγχρονισμού. Συν τοις άλλοις, είναι ικανός να συνεχίζει να σκέφτεται το χρόνο σε γραμμικούς ή διαδοχικούς χρόνους. Μπορεί να το κάνει μόνο επειδή, όπως έχει υποστηρίξει ο Χάιντεγκερ, “ο Υπεράνθρωπος είναι η σαφώς ηθελημένη άρνηση της προηγούμενης ουσίας του ανθρώπου. Μέσα στη μεταφυσική, ο άνθρωπος βιώνεται ως το έλλογο ζώο”. Ο Σεβέκ είναι ένας επιστήμονας αλλά δεν είναι ορθολογιστής. Μια καθαρά ορθολογική επιστήμη δεν θα μπορούσε να παράγει τη συγχρονιστική θεωρία του. Για να φτάσει σε αυτή τη θεωρία, ο Σεβέκ πρέπει να αφήσει πολλά πίσω του. Πρέπει να εγκαταλείψει τον περιοριστικό ορθολογισμό του και μαζί με αυτόν τον ανθρωπισμό, ο οποίος κυριαρχούσε στην ιστορία της Δυτικής διανόησης μέχρι την εμφάνιση του Νίτσε. Με λίγα λόγια, για να πετύχει τους στόχους του στη φυσική, ο Σεβέκ πρέπει να στραφεί στο μεταμοντέρνο. Επομένως, Ο Αναρχικός των Δυο Κόσμων είναι εξίσου προϊόν του αναρχισμού και του νιτσεϊκού μεταμοντερνισμού”. Ως Οντονιανός, ο Σεβέκ έχει ήδη δεχτεί τις βασικές αρχές του μοντέρνου αναρχισμού. Όταν κινείται πέρα από τον ορθολογισμό και τον ανθρωπισμό για να συλλάβει μια ριζικά νέα έννοια του χρόνου, προάγει τον αναρχισμό ένα βήμα παραπέρα. Ασπαζόμενος την κυκλική έννοια του χρόνου, αμφισβητεί το σύνολο της κυρίαρχης πνευματικής ευρωπαϊκής παράδοσης. Ως εκ τούτου, οι στοχασμοί του Σεβέκ κινούνται μέσα σε μια σαφώς αναρχική φόρμα. Ακριβέστερα, αποδεχόμενος το Συγχρονισμό καθώς και την Αλληλουχία, ο Σεβέκ γίνεται ένας μεταμοντέρνος αναρχικός.

“Άλλο πράγμα να διαβάζεις για δράκους κι άλλο να τους συναντάς”.

Οι απόψεις του Σεβέκ για το χρόνο πρέπει να παραμείνουν αβέβαιες, προσωρινές, εκκρεμείς – με λίγα λόγια, μεταμοντέρνες. Πρέπει να εγκαταλείψει την ψευδή σιγουριά της λογικής. Κάνοντας αυτό, οι ανταμοιβές του είναι ουσιώδεις. Το σημαντικό πρακτικό όφελος της θεωρίας του Σεβέκ είναι ότι θα επιτρέψει τη δημιουργία του ansible, μιας συσκευής που θα επιτρέπει την άμεση διαστρική επικοινωνία. Με αυτό τον τρόπο, η θεωρία του δημιουργεί την ευκαιρία για ένα πραγματικά μεταμοντέρνο ενδεχόμενο. Στην πραγματικότητα, αυτό είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό ενδεχόμενο: Γιατί το σύμπαν που δημιούργησε ο Σεβέκ, είναι το σύμπαν του Έκουμεν του Τζένλι Άι: μια κοινότητα κόσμων ενωμένων με έναν ριζικά εξισωτικό, αντι-ιεραρχικό τρόπο μέσω του ansible. Ως εκ τούτου,το συμπέρασμα του Αναρχικού των Δυο Κόσμων οδηγεί πίσω, στο Αριστερό Χέρι του Σκότους. Αυτή είναι μια όμορφη δήλωση του χρονικού κύκλου και μια ισχυρή δομική διαβεβαίωση των αναρχικών δυνατοτήτων που αναδύονται όταν ενστερνιζόμαστε τις αντικρουόμενες απόψεις του διαδοχικού και του ταυτόχρονου χρόνου.
Όπως εξάλλου είπε και η ίδια η Le Guin: “Ο Οντονιανισμός είναι αναρχισμός. Όχι η φάση του κουβαλάω στην τσέπη μου μια βόμβα -αυτό είναι τρομοκρατία, όπως κι αν θέλει να αποκαλείται- ούτε ο κοινωνικο-δαρβινικός οικονομικός “αναρχοφιλελευθερισμός” της άκρας δεξιάς, αλλά ο αναρχισμός όπως σκιαγραφήθηκε στην πρώιμη ταοϊστική σκέψη και αναπτύχθηκε από τον Σέλεϊ και τον Κροπότκιν, την Γκόλντμαν και τον Γκούντμαν. Πρωταρχικός στόχος του αναρχισμού είναι το αυταρχικό κράτος (καπιταλιστικό ή σοσιαλιστικό) και πρωταρχικό ηθικό-πρακτικό αντικείμενό του είναι η συνεργασία (αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια). Αυτή είναι η πιο ιδεαλιστική και, για μένα, η πιο ενδιαφέρουσα από όλες τις πολιτικές θεωρίες. Το να την ενσωματώσω σε ένα μυθιστόρημα, κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί, υπήρξε για μένα ένα χρονοβόρο και επίπονο έργο που με απορρόφησε ολοκληρωτικά για πολλούς μήνες. Όταν πια τελείωσε, ένιωσα χαμένη, εξόριστη, ένας εκτοπισμένος άνθρωπος. Ως εκ τούτου, αισθάνθηκα μεγάλη ευγνωμοσύνη όταν η Όντο βγήκε από τις σκιές, διέσχισε τον κόλπο της Πιθανότητας και θέλησε να γραφτεί μια ιστορία όχι για τον κόσμο που έφτιαξε, αλλά για τον εαυτό της”.
O Αναρχικός των Δυο Κόσμων απέσπασε σε πολύ μεγάλο βαθμό την προσοχή των κριτικών μετά την εμφάνισή του το 1974, αλλά η κριτική αποδοχή του έργου της Le Guin παρέμεινε ορθόδοξη σε αξιοσημείωτο βαθμό στη διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και του 1980. Οι κριτικοί της περιόδου αυτής παραδέχτηκαν μεν ότι το έργο της όντως ήταν έντονα επηρεασμένο από τον αναρχισμό, ωστόσο επέμειναν να εξηγούν αυτό τον αναρχισμό με καθαρά μοντέρνους όρους. Μόλις το 1990 μερικές φεμινίστριες άρχισαν να ασπάζονται τη μεταμοντέρνα ανάγνωση της Le Guin, δεχόμενες ότι η αναρχία του υποκειμένου αποτελεί σημαντικό κομμάτι της μεταμοντέρνας αναρχικής ιδέας. Η υποκειμενικότητα, για τον μεταμοντέρνο αναρχικό, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αποκλειστικά και μόνον από τους συναφείς, ορθολογικούς όρους του Διαφωτισμού. Απεναντίας, πρέπει να θεωρείται ως διαρκώς προσωρινή, βαθιά συναφής και έντονα ψυχολογική. Και αυτό είναι το είδος της υποκειμενικότητας που συναντάμε στο έργο της Le Guin, ιδίως στο The Lathe Of Heaven. Αυτό το είδος υποκειμενικότητας αναγνωρίζει ότι μια σοβαρή αναρχική πολιτική απαιτεί μια εκ νέου κατανόηση αυτού του υποκειμένου.
Όπως διαπιστώσαμε, στο έργο της Le Guin, τα θέματα του μεταμοντέρνου αναρχισμού είναι σαφώς παρόντα. Μέχρι σήμερα, τα θέματα αυτά έχουν ως επί το πλείστον παραμείνει κρυμμένα, αλλά είναι καιρός να βγουν στην επιφάνεια. Οι σύγχρονοι αναρχικοί δεν πρέπει να φοβούνται αυτό το σημαντικό έργο, επειδή τα μεταμοντέρνα στοιχεία στον αναρχισμό της Le Guin δεν αντικρούουν τα μοντέρνα στοιχεία αυτής της φιλοσοφίας. Απεναντίας, οι μοντέρνες και μεταμοντέρνες πτυχές στον αναρχισμό της, είναι μέρος ενός διαρκούς, συνεχιζόμενου, ελεύθερου διαλόγου σχετικά με τις δυνατότητες της αναρχικής σκέψης στη σύγχρονη εποχή. Ένας τέτοιος διάλογος μόνο να εμπλουτίσει μπορεί την αναρχική θεωρία.

*Ο Γιάννης Καστανάρας είναι καθ’ έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin’s Music Box.
**Από εδώ: https://merlins.gr/index.php/blog/827-ursula-2?fbclid=IwAR2ol28Ih_vAmg1pJffTt7WGNo5xdxk4Tw0xGGzZFtpF6drRz_Tk0mpRqOA

Ο Νίκος Καχτίτσης και οι κυκλοθυμίες του

Μια ματιά στο βιβλίο του Γιάννη Βασιλακάκου «Νίκος Καχτίτσης – Ένας κυκλοθυμικός ήρωας του Κάφκα», Εκδόσεις Οδός Πανός

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ*

Τι κοινό έχουν ένας παρανοϊκός Βέλγος εγκληματίας πολέμου, ο οποίος κρύβεται στην Κεντρική Αφρική, και η αινιγματική φυσιογνωμία με το αλλόκοτο ονοματεπώνυμο Στοππάκιος Παπένγκους, αρχαιοπώλης το επάγγελμα, με τον Νίκο Καχτίτση; Κατά πόσο η ζωή του τελευταίου είναι παράλληλη με αυτή των δύο προαναφερομένων; Και ποιος, τέλος πάντων, ήταν ο Νίκος Καχτίτσης;

Ο Καχτίτσης, ακόμη και σήμερα, παραμένει όχι από τους ιδιαίτερα γνωστούς λογοτέχνες στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας. Ίσως επειδή έζησε για πολλά χρόνια εκτός Ελλάδας, αλλά όχι μόνο γι’ αυτό. Άγνωστος ήταν και για μένα προσωπικά, γιατί πριν κάποια χρόνια το όνομά του δεν μου έλεγε κάτι. Αν και είχα ακούσει το όνομά του, ωστόσο εκτός από ένα κείμενο του Κωστή Παπαγιώργη, δεν γνώριζα τίποτε άλλο.

Ωστόσο, από τα συμφραζόμενα συνάγεται ότι ο Καχτίτσης, τόσο ως υπαρκτή προσωπικότητα όσο και ως λογοτέχνης, εξακολουθεί ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του, να κεντρίζει το ενδιαφέρον κυρίως από τον χώρο της ελληνικής ιντελιγκένσιας, αλλά και να διεγείρει την πιο ανήσυχη φαντασία.

Από κάποιες σκόρπιες αναφορές εδώ κι εκεί και από τον Παπαγιώργη λίγο πιο μετά, γνώριζα ότι το πιο εμβληματικό έργο του Καχτίτση ήταν ο «Εξώστης», που τράβηξε τόσα και τόσα για να εκδοθεί μέχρι που ο ίδιος έγραψε ένα άλλο βιβλίο το «Η Περιπέτεια Ενός Βιβλίου» (όπου εξιστορεί την Οδύσσεια της έκδοσης του «Εξώστη»). Μυστηριακές, πράγματι καταστάσεις, που σίγουρα καθιστούσαν όχι μόνο το έργο, αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα, ως υπόσταση, ως γραφή και ως ιδέες, ένα αίνιγμα, ένα μεγάλο ερωτηματικό. Κάτι που γινόταν και πιο έντονο αν προσθέταμε και το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν απόδημος -όπως και εγώ- ένας συγγραφέας της διασποράς, για τον οποίο σχετικά λίγοι από τον λογοτεχνικό χώρο γνώριζαν κάτι γι’ αυτόν και το έργο του.

Η περίπτωση του Καχτίτση μου θυμίζει την περίπτωση ενός άλλου Έλληνα λογοτέχνη της διασποράς, του υπερρεαλιστή ποιητή Θεόδωρου Ντόρρου, ο οποίος έζησε στη Γαλλία, για τον οποίο μόνο ένα μικρό βιβλίο, αποτελούμενο από την ποιητική συλλογή με τίτλο «Στου γλυτωμού το χάζι» και αρκετά βιογραφικά στοιχεία, σχόλια και γενική επιμέλεια Μαρίας Αθανασοπούλου έχει έως τώρα εκδοθεί στην Ελλάδα (εκδ. Γαβριηλίδης, 2005). Παρεμπιπτόντως, φωτογραφία του Ντόρρου από τη δεκαετία του 1920 ή του ΄30 μόλις μερικές μέρες πριν κατορθώσαμε να δούμε (χάρη στον εκδότη του λογοτεχνικού ελλαδικού περιοδικού «Οροπέδιο» και λογοτέχνη Δημήτρη Κανελλόπουλο).

Και στην περίπτωση του Ντόρρου, όπως και σ’ αυτήν του Καχτίτση, πέρα από την εν λόγω έκδοση, ο λογοτέχνης παραμένει όχι ιδιαίτερα γνωστός στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Είναι άραγε η κοινή και αδιαφιλονίκητη μοίρα των Ελλήνων λογοτεχνών στην διασπορά να τους «τρώει το μαύρο σκοτάδι» και να μην γίνεται καμία νύξη γι’ αυτούς, πέρα από τραγικά ελάχιστες περιπτώσεις, στα ελλαδικά λογοτεχνικά πράγματα;

Έτσι, λοιπόν, εκεί που και μόνο το διασπορικό νήμα που με ένωνε με τον Καχτίτση και ήθελα να μάθω κάτι, να ξεκινήσω να βρω στοιχεία για αυτόν, έρχεται ο Γιάννης Βασιλακάκος και μου λέει ότι είχε ήδη ετοιμάσει ένα βιβλίο γι’ αυτόν. Οποία χαρά! Επιτέλους!

Ο Γιάννης Βασιλακάκος, λοιπόν, κυκλοφόρησε πριν ένα χρόνο περίπου (Μάρτη του 2019) το πολύ καλό βιβλίο του για τον Καχτίτση με τίτλο «Νίκος Καχτίτσης – Ένας κυκλοθυμικός ήρωας του Κάφκα» από τις πολύ καλές εκδόσεις Οδός Πανός του Γιώργου Χρονά.

Πριν όμως πούμε οτιδήποτε για το βιβλίο και την όλη δουλειά του Γιάννη Βασιλακάκου για τον Καχτίτση, να παραθέσουμε, για να προδιαθέσουμε τον αναγνώστη, ένα απόσπασμα (που παραθέτει ο Γιάννης Βασιλακάκος) από λεγόμενα του Ηλία Πετρόπουλου. «… Οι δε λογοτέχνες σιωπούν. Ωστόσο, η κάθε μέρα που διαβαίνει όλο και με πείθει ότι ο θάνατος του μακαρίτη Νίκου Καχτίτση υπήρξε και παραμένει μια συντριπτική απώλεια για την αρκούντως ισχνή νεοελληνική πεζογραφία. Είναι υποκριτικό, και ίσως μάταιο, να γράψω μια συγκινητική νεκρολογία για τον μακαρίτη. Αυτός ο Νίκος Καχτίτσης, σαν τον ‘Νεκρό Ταξιδιώτη’ του Παπαδιαμάντη, πλέει προς την Ελλάδα. Και είναι πιο πρακτικό και πιο πατριωτικό το να τονίσω, με εμπάθειαν, πως αυτός ο Νίκος Καχτίτσης είναι κάποιος σπουδαιότατος νεοέλλην πεζογράφος». (Από το έργο των Η. Πετρόπουλου-Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλου, Μνήμη Νίκου Καχτίτση, εκδ. Φάσμα 1972).

Το βιβλίο του Γιάννη Βασιλακάκου, λοιπόν, που όπως είπαμε πριν φέρει τον τίτλο «Νίκος Καχτίτσης – Ένας κυκλοθυμικός ήρωας του Κάφκα», είναι ένα αρκετά δομημένο, ένα εν πολλοίς «ψαγμένο» βιβλίο όσον αφορά τη θεματολογία που σχετίζεται γύρω από τη ζωή, το έργο και την όλη παρουσία του Νίκου Καχτίτση στα Γράμματα. Ο συγγραφέας παρουσιάζει εδώ την επιτομή μιας εξαντλητικής, όπως φαίνεται, έρευνας και αναψηλάφησης όλων όσων αφορούν την πολυσχιδή αλλά και αινιγματική, προσωπικότητα του συγγραφέα-ήρωά μας.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη: στην παράθεση βιογραφικών στοιχείων αλλά και κριτικών και παρατηρήσεων αντλημένων τόσο από μεγάλο αριθμό αρχείων και δημοσιεύσεων, αλλά -το κυριότερο- από προσωπικές καταθέσεις στον συγγραφέα ανθρώπων οι οποίοι έζησαν από κοντά ή σχετίστηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τον Καχτίτση και το έργο του.

Οι τίτλοι των κεφαλαίων αυτών που είναι ενδεικτικοί της όλης δουλειάς που έχει κάνει ο Γιάννης Βασιλακάκος, έχουν ως ακολούθως: «Μια σημαδιακή “αποκάλυψις” του προφήτου Ηλίου του Πετροπούλου», «Η περιπέτειά μου με τον Στοππάκιο Παπένγκους», «In search of Stoppakius Papenguss», «Παιδική ηλικία: ο άγνωστος χαμένος Παράδεισος», «Οι αλλεπάλληλες “κρίσεις”», «Η διηνεκής επιστολή», «Ποιοι οι φίλοι», «Το «”πορτρέτο του καλλιτέχνη” από τους φίλους του», «Cunnus et Litteratura», «Το “άνοστον ήμαρ»” του Μεσιέ Κατσιτσίς», «Οι αλχημείες του Στοππάκιου Παπένγκους», «Mια αινιγματική Περιπέτεια», «Η τελευταία (αντιστασιακή) πράξη του δράματος», «Ένας, παρ’ ολίγον, Έλληνας Κόνραντ», «Ο πιο εκ-κεντρικός μεταμοντερνιστής μας», «Ο βίος βραχύς», η τέχνη μακρά, ενός “καταξιωμένου και άγνωστου”», Επίμετρο: «Οι μεταθανάτιες εκδοτικές περιπέτειες», Επιμύθιο και, φυσικά, η απαραίτητη Βιβλιογραφία.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου δημοσιεύεται ένα αρκετά εκτεταμένο Επίμετρο, όπου ο συγγραφέας παραθέτει φωτογραφίες του Νίκου Καχτίτση και άλλων, χειρόγραφα κείμενα δικά του (του Καχτίτση) και των αλληλογράφων του, χειρόγραφα περιοδικά, φυλλάδια, επιφυλλίδες, έντυπα περιοδικά, δημοσιευμένα κείμενα σε περιοδικά και ακόμα αδημοσίευτα κείμενα του Νίκου Καχτίτση. Επίσης, εξώφυλλα αυτοεκδιδόμενων βιβλίων, περιοδικών και… κηδειόχαρτων του Νίκου Καχτίτση καθώς κι ένα εκδοτικό συμφωνητικό.
Τόσο ο παρανοϊκός Βέλγος εγκληματίας πολέμου, για τον οποίο μιλούσαμε στην αρχή του παρόντος σημειώματος, και ο οποίος έχει καταφύγει στην Κεντρική Αφρική, όσο και ο αινιγματικός και εν πολλοίς παράξενος Στοππάκιος Παπένγκους, κεντρικοί ήρωες των μυθιστορημάτων του Καχτίτση «Ο Εξώστης» και «Ο ήρωας της Γάνδης» αντίστοιχα, αποτέλεσαν και παραμένουν «στοιχειωμένες» υποθέσεις για τον Γιάννη Βασιλακάκο, στην εναγώνια προσπάθειά του να φέρει στο φως όλα εκείνα που θα μπορέσουν να στοιχειοθετήσουν μια όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη εικόνα του ψυχικού και εσωτερικού κόσμου του Καχτίτση και, ίσως, κατ’ επέκταση να προσφέρει μια ανάλογη ερμηνεία του «αλλόκοτου» αλλά και πρωτοποριακού του έργου.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Γιάννης Βασιλακάκος στην αρχή του βιβλίου του (σελ. 12-13):
«Η ενασχόλησή μου με τον Καχτίτση (που άρχισε το 1988, δεν έχει τελειώσει ακόμη, και ίσως να μην τελειώσει ποτέ…) υπήρξε απ’ τις συναρπαστικότερες περιπέτειες της ζωής μου. Αυτή η μακρόχρονη περιπλάνησή μου σ’ έναν ομότεχνο και, τηρουμένων των αναλογιών, ομοιοπαθή συγγραφέα της διασποράς, όσο γοητευτική κι αν ήταν, δεν υπήρξε εντελώς ανέφελη».
Και λίγο παρακάτω:
«Όπως όλοι οι μεγάλοι έρωτες είχε τα high και τα low της, τα πάνω και τα κάτω της, και, ασφαλώς, ένα καθόλου ευκαταφρόνητο τίμημα (προσωπικό, οικογενειακό, ψυχολογικό). Το ερώτημα είναι: άξιζε τον κόπο ή μήπως ήταν “πολύ κακό για τίποτα”; Η απάντηση, προφανώς, είναι αυτονόητη και μόνο από την ύπαρξη του ανά χείρας βιβλίο».
.
Έχω την εντύπωση από τα γραφόμενα του Γιάννη Βασιλακάκου, στην ανάγνωση του βιβλίου του, ότι στα δύο προαναφερόμενα έργα του Καχτίτση, κατά κύριο λόγο, αλλά και στο συνολικό του έργο με τη συγγραφή αέναων επιστολών και τις απόπειρες έκδοσης εντύπων και άλλων υλικών, έρχεται άμεσα στην επιφάνεια ο αποκλεισμός που χαρακτηρίζει όχι μόνο τη σχέση του Καχτίτση με την ελληνική λογοτεχνία, αλλά και τη σχέση της ελληνικής λογοτεχνίας με την παγκόσμια. Και από την άποψη αυτή, έχει δίκιο ο Γιάννης Βασιλακάκος που ορίζει ως κυκλοθυμική καφκική φυσιογνωμία τον Καχτίτση. Άλλωστε, το επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο ήρωάς μας, δηλώνοντας σε ανύποπτο χρόνο «υπήρξα καφκικός προτού διαβάσω Κάφκα», αλλά με μια θεμελιώδη διαφορά: Το χιούμορ, όπως γράφει και ο Παπαγιώργης. Αλλά μέχρι εκεί. Γιατί η αφήγηση του Καχτίτση παρ’ ότι έχοντας ως άμεση πρώτη ύλη τη μετανάστευση και την απομάκρυνση από τη γενέτειρα και την απομόνωση στη διασπορά, όπου κυρίαρχα στοιχεία είναι τα διάφορα αδιέξοδα, ο αποκλεισμός και/ή μια κάποια αίσθηση ενοχής, μάλλον με την έννοια του ότι στη διασπορά ίσως βλέπει τους άλλους ως διαφορετικούς, δεν προχωρεί στο απόλυτο σκοτάδι και την απελπισία που διακατέχουν την καφκική γραφή. Από την άλλη, προχωράει σε αστεϊσμούς, χιούμορ, λεκτικά παιχνιδίσματα, αλλά και δόσεις αυτοσαρκασμού, κάτι που, όπως λένε διάφοροι κριτικοί και μελετητές, προσδίδει και μια υπερρεαλιστική υφή στην… Καχτίτσεια γραφή.

Έτσι, λοιπόν, είναι εύλογο το ότι ο Καχτίτσης επιλέγει ως ήρωα της μιας εκ των ιστοριών του τον Στοππάκιο Παπένγκους, ο οποίος παίζει ρόλο δοσίλογου στην πολιορκία της Γάνδης, αλλά αυτοαπομονώνεται στην Αφρική. Κι αυτό γιατί στην ξενιτιά όλα σχεδόν είναι διαφορετικά, και μπορείς να αλλάξεις ρόλους, να ξεχάσεις πρότερες αμαρτίες και να ενδυθείς νέους χιτώνες, παντελώς διαφορετικούς από τους προηγούμενους στην προηγούμενη χώρα ή τόπο διαμονής σου και να περάσεις απαρατήρητος, καταχωνιάζοντας μυστικά που μόνο εσύ τα ξέρεις. Όλα αυτά σε έναν λογοτέχνη, ειδικά εάν είναι έξυπνος και έχει και ταλέντο στη γραφή, όπως ο Καχτίτσης, αποτελούν μιας πρώτης τάξης ύλης για δημιουργία.

Συμπερασματικά, η άποψή μου είναι ότι οι ψυχικές ορμές στο έργο του Καχτίτση, ίσως είναι μια μέθοδος αυτοϋπονόμευσης, αυτοσαρκασμού και, μάλλον, αυτοτιμωρίας. Κάτι που πηγάζει από το αίσθημα αποκλεισμού, ανασφάλειας και ίσως ενοχής, όπου τα πάντα διογκώνονται, αλλά που είναι «καταδικασμένα» στην αποτυχία. Αυτή είναι η κυκλοθυμία του Καχτίτση και αυτό είναι που ανιχνεύει και παραθέτει στο εν λόγω βιβλίο του ο Γιάννης Βασιλακάκος.

Η απομονωμένη και παράταιρη φυσιογνωμία που έχει αποσυρθεί διακριτικά σε μια άκρη στην αφρικανική ήπειρο είναι η ίδια με τη φυσιογνωμία του Καχτίτση της απομακρυσμένης διασποράς, της ξενιτειάς, των ατέρμονων επιστολών και των εκδοτικών σχεδίων που δεν πραγματώνονται.

Ένας τέτοιος ναυαγισμένος ήρωας, που δημιουργούσε στη μοναξιά αξίζει να μελετηθεί περισσότερο. «Το έργο του Καχτίτση είναι βαθύ, δαιδαλώδες, με πολλά αυτο-υπονομευτικά στοιχεία, συμπαγές, καφκικό, θριλερικό με πρωταγωνιστές ήρωες συντριμμένους, απόλυτα δέσμιους των ενοχών τους, που είναι σχεδόν πάντα αόρατες (οι ενοχές), καθώς αποκτούν όψη μόνο μέσα από τα οδυνηρά αποτελέσματά τους» διάβασα κάπου και συμφωνώ.

*Ο Δημήτρης Τρωαδίτης διαμένει στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Εργάζεται στον ομογενειακό Τύπο. Η πιο πρόσφατη ποιητική του συλλογή «Λοξές Ματιές» (2019) κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Στοχαστής». Διαχειρίζεται την ποιητική ιστοσελίδα «Το Κόσκινο» στη διεύθυνση http://tokoskino.me

Μια στιγμή μέθεξης με την εικονολεκτική ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη

Στις 10/11/2003, στον «Αστρολάβο-Δεξαμενή», εγκαινιαζόταν μια έκθεση κολάζ του ποιητή – πεζογράφου Νάνου Βαλαωρίτη, με τίτλο «Μια αλφάβητος κωφαλάλων». Τα 27 κολάζ πλαισίωναν την τελευταία τότε ποιητική συλλογή του με ομώνυμο τίτλο, από τις εκδόσεις Άγκυρα 2003. Κάθε εικόνα συνοδευόταν από επαναλαμβανόμενα ρολόγια κι ένα γράμμα με τα οπτικά σημεία της αλφαβήτου των κωφαλάλων.

Σε αυτήν την εκδήλωση, είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη, στον οποίο με σύστησε ο ποιητής Μάκης Αποστολάτος, εκδότης του περιοδικού Ομπρέλα, με το οποίο συνεργαζόμουν. Ο ποιητής μας ξενάγησε ο ίδιος στην έκθεση και μας μίλησε με ενθουσιασμό για τα κολάζ και τους λόγους που τον οδήγησαν στην κατασκευή τους. Η ιδέα ήταν να φτιαχτεί ένα αλφάβητο κωφαλάλων σε συνδυασμό με ορισμένες εικόνες, έτσι ώστε να μιλάνε με την άηχη εικαστική γλώσσα που να υποβάλλει προοπτικές. Αργότερα ήρθαν να προστεθούν και τα ποιήματα, που δεν αντιστοιχούσαν μεν θεματικά αλλά που απηχούσαν λεπτομέρειες στις εικόνες έτσι ώστε ο αναγνώστης να τις συλλαμβάνει μόνος του. Η ονειρική ατμόσφαιρά τους γινόταν έτσι εικονολεκτική. Μετά τη συνάντηση, ο Μάκης Αποστολάτος μου ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για την ποιητική συλλογή, το οποίο συμπεριελήφθηκε στο περιοδικό Ομπρέλα Μάρτιος-Μάιος 2004, στο αφιέρωμα για τον σουρεαλισμό. Το μοιραζόμαστε σήμερα εδώ μαζί σας.

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Μια αλφάβητος Κωφαλάλων
(Άγκυρα 2003)

«Για ποιον τρέχουν τα σύννεφα
για ποιον πετάνε τα πουλιά
για ποιον φρενάρουν τ’ αυτοκίνητα
για ποιον πλαταγίζουν τα πανιά
για ποιον φυτρώνουν τα παιδιά
για ποιον συναντιούνται τα αντίθετα…»

(Απόσπασμα από το ποίημα «Για ποιον»).

Εν αρχή είναι η εικόνα, η οπτική ποίηση, το ντεκόρ σαν σκηνή θεάτρου, εικοσιεπτά κολάζ του ποιητή, ένα για κάθε γράμμα της λατινικής νοηματικής αλφαβήτου, φτιαγμένα από τον ίδιο τον ποιητή την δεκαετία του ’70. Μετά έρχεται η παράσταση, ο λόγος, η αέρινη ποίηση, η ποίηση με τις λέξεις. Ο χρόνος επιβραδύνεται στο μεγάλο στρογγυλό ρολόι που εμφανίζεται χωρίς βαρύτητα να δεσπόζει σε κάποιο σημείο των ονειρικών κολάζ, στη βεγγέρα μιας φανταστικής σύναξης. Όλα αιωρούνται χωρίς βάρος, τα όνειρα έχουν αναδυθεί από την βουβή λίμνη της κοσμικής συνείδησης όπου ενυπάρχουν σιωπηλά για να εμφανιστούν και να μιλήσουν, για να συναντηθούν και να ερωτοτροπήσουν, στην ποιητική συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη, «Μια αλφάβητος κωφαλάλων», γνήσιο όψιμο δώρο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες υπερρεαλιστές που φιλοξενείται σε ένα κομψό τόμο του εκδοτικού οίκου Άγκυρα.
Προσπαθώ να διακρίνω τι ώρα ήταν όταν όλα ακινητοποιήθηκαν, όταν πάγωσαν οι ετερόκλητες εικόνες, τι ώρα έδειχνε το πανταχού παρόν ρολόι. Ανάμεσα στα στοιχεία των κολάζ, ένας φάρος, ένα καράβι που πετάει, μια ταραγμένη θάλασσα, ένας άγγελος σε ένα κήπο, δυο νέοι ντυμένοι με ρούχα εποχής σε τρυφερό τετ α τετ, ένας ελέφαντας στα γόνατα, μέσα σε ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο, μια λάμπα θυέλλης δίπλα σε μια νεαρή σελήνη, ένα άγαλμα, ένα κουβάρι, ένα κρεββάτι προσαραγμένο στην κορυφή ενός βράχου, μια ωραία κοιμωμένη, μια πηγή, ένα ρολόι ακουμπισμένο στο κεφάλι μιας γυναίκας με μακρύ φόρεμα, ένα καπηλειό της εποχής των παλιών γουέστερν, μια ιπτάμενη ατμομηχανή. Και μέσα από την κλίση των σωμάτων, τις καμπυλότητες των αντικειμένων, ξεπροβάλλει ο φθόγγος που σχηματίζεται άηχα από ένα χέρι, το γράμμα που κυριαρχεί σε κάθε εικόνα, για να της δώσει ζωή, για να την προφέρει. Το Άλφα, το Βήτα, το Ζήτα, το Ύψιλον, οι φθόγγοι με τη σειρά δίνουν το «παρών», σαν στρατιώτες στην υπηρεσία της γλώσσας, θυμίζοντας τους στρατιώτες – τραπουλόχαρτα, που συνάντησε η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων και μέσα από τους φθόγγους ξεπροβάλλουν τα ποιήματα. Ποιος άνοιξε τον ασκό των ονείρων, ποιος είναι υπεύθυνος για την μυστική σύναξή τους, ποιος μάγος μας τα φανέρωσε; Ο ποιητής, ο ποιητής είναι ο μάγος!

Τα ποιήματα, αέρας επάνω στις εικόνες, ανάσα που μουρμουρίζει για να χαθεί πάλι, ταξιδεύουν, ίπτανται, αφηγήσεις παραμυθιού, δοσμένες με γλώσσα απλή, με επιτηδευμένα απλοϊκή ρίμα, διηγούνται την ιστορία του αέρα που ταξιδεύει, Αέρας. Φιλοξενούν ήρωες παραμυθιών, η κοκκινοσκουφίτσα ταξιδεύει στο τρένο με τις φράουλες, το αχυρένιο σκιάχτρο χτυπάει μια άγνωστη πόρτα άγρια μεσάνυχτα για να ζητήσει ένα αχυρένιο στρώμα σαν το σώμα του για να κοιμηθεί … Μιλούν με τη φωνή ενός Ανώνυμου Σαμουράι του 14ου αιώνα για να θυμίσουν παλιούς κώδικες τιμής. Τραγουδούν την ερωτική επιθυμία όταν η όμορφη κόρη, η κομψή βασίλισσα – ντάμα ανοίγει το μαγικό των επιθυμιών κουτί και τρέχει να φιλήσει το νεκρό θεό του δάσους για να τον ξυπνήσει, Η μέση δαχτυλίδι. Μιλούν κορακίστικα πάνω από το πεδίο των μαχών στο μακρινό Αφγανιστάν, μια αλληγορία για τα δεινά της πραγματικότητας και όσους ευθύνονται για τη διαχρονικότητα του πολέμου, Κορακίστικα. Μετατρέπουν τον σύγχρονο τρόπο ζωής σε Αδέξιες ρίμες για ένα καλοκαίρι. Τα ποιήματα δίνουν νόημα στις εικόνες, φανερώνουν την αθέατη πλευρά της πραγματικότητας, ανασύρουν από την λήθη κόσμους και ιδανικά που χάθηκαν, μόνο και μόνο για να θυμίσουν και να αφυπνίσουν με τον όμορφο τρόπο της αυθεντικής ποίησης. Μια ποίηση παιγνιώδης, σατυρική, νοσταλγική, που χωρίς να ξεχνάει την παράδοση έχει πάντα επίμονα στραμμένα τα μάτια της προς το μέλλον.

Κατερίνα Τσιτσεκλή

ΚΟΡΑΚΙΣΤΙΚΑ

Στο μακρινό Αφγανιστάν
Άφησα τα κόκαλά μου αμάν αμάν
Ν΄ασπρίζουν στην πεδιάδα του Χεράτ
Κι απάνου κάθονται τρία Κοράκια
Και λένε ανάμεσά τους «Ποιανού να’ τανε
Κρα Κρα άραγες αυτά – τα τόσο καλο-
Ασπρισμένα οστά ενός άγνωστου
Μαχητή ή τυχαίου επισκέπτη που βρήκε
Άδικο θάνατο στις μάχες εκεί, ανάμεσα
Στους Ταλιμπάν και τους Τατζίκους,
Τον χτύπησε λένε μια αδέσποτη…
Κι όπως ξέρεις οι αδέσποτες είναι σαν
Άστατες σκέψεις που πετάνε
Δεξιά κι αριστερά όπως εμείς όταν
Γυρεύουμε πρόσφατους νεκρούς να φάμε
Λίγο φρέσκο κρέας να τσιμπήσουμε
Αχ βρε, αχ βρε, Κρα Κρα, φίλε μου αδελφέ
Πώς έχει καταντήσει η ζωή μας βαρετή
Με την ειρήνη που απειλεί
Να μας κόψει το φαΐ –
Και πού θα βρούμε τώρα λεία σκοτωμένων;…»
«Δίκιο έχεις, Κρα Κρα Κράκοβιτς, πόσο άδικο
Αυτό που γίνεται στον κόσμο σήμερα
Και μας στερεί, βρε Κρακοβίτση, την πηγή
Τροφοδοσίας στα πεδία των μαχών…

Πες μας εσύ, βρε Κράκοβιτς, που διέσχισες
Απέραντες πεδιάδες απ’ τον Κράκοβο έως
Το Βελουχιστάν, για να βρεις εδώ
Καινούριες μάχες στο Αφγανιστάν
Όπως εκείνες στον Παγκόσμιο πόλεμο
Στις μπαρουτοκαπνισμένες
Στέπες της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Θυμάσαι τι φοβερά τσιμπούσια κάναμε
Με Γερμανούς, με Ρώσους, με Ρουμάνους
Με Ιταλούς, με Γεωργιανούς, με Ισπανούς,
Που άφησαν το πετσί τους στις απέραντες
Εκτάσεις, τώρα γέρο μου συρρικνωθήκαμε
Εδώ στις μικρογειτονιές της Κεντρικής Ασίας.
Έχε γεια, Γέρο, που έζησες με σοφία και σωφροσύνη
Πάνω από χρόνια εκατό… Ευχόμαστε να τα χιλιάσεις».

Αθήνα 21 Δεκεμβρίου 2001

ΚΑΣΣΙΟΠΕΙΑ

Μιας ασύμμετρης
προοπτικής α-γωνίας
μικρό απόσπασμα
αποσταγμένης αφήγησης
μες στις αναδιπλώσεις
αφομοιωμένης σαρκός
και σαρκασμού
η ερεβώδης
ομιλία

Στο κράσπεδο του κενού
που άφησε το αφήγημα
μια διάρρηξη φλέβας
καθηλωμένη αμετακίνητη
με μαύρα γυαλιά του «ήλιου»
με κόκκινα μαλλιά «βαμμένα»
μπαινοβγαίνεις από
τις λέξεις άνετα
τις ξεκοκαλίζεις
μια μια
και

Τις τρως
όπως οι Τρώες κάποτε
κατάπιαν τα λόγια τους
στην πεδιάδα του
Σκάμανδρου

Φεβρουάριος 2003

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/09/blog-post_24.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85%29

Ένας πλατωνιστής ανάμεσα στους προσωκρατικούς – Γιώργος Βασιλακόπουλος, Συλλογή, Μελβούρνη, 2019

Το εξώφυλλο του βιβλίου

ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ*

Πολλοί γνωρίζουν το φιλοσοφικό έργο του Βασιλακόπουλου. Μαζί με την Τούλα Νικολακοπούλου, συγγράφουν για πολλά χρόνια τώρα μερικά από τα πλέον βαθυστόχαστα, περίπλοκα και ‘ανθρωποκεντρικά’ μελετήματα της σύγχρονης φιλοσοφίας σε συνήθως πολυσέλιδα βιβλία που λίγοι δυστυχώς έχουν τον χρόνο να τα διαβάσουν. Το κοινό υπόβαθρο τόσο των φιλοσοφικών τους δοκιμίων όσο και των πολιτικών μανιφέστων είναι μια οντολογία των σχέσεων, μια διερεύνηση της αλληλοδραστικής ουσίωσης της κοινωνικότητας που διαμορφώνει μια μοναδικής πυκνότητας ανθρωπολογία.

Αυτή η περίπλοκη οντολογική θεώρηση, που ξεκινάει από τον Πλάτωνα, περνάει μέσα από τον Χέγκελ και τον Μαρξ, καταλήγοντας στον Αλαίν Μπαντιού και τον Καστοριάδη, αποτελεί το υπέδαφος μιας άλλης δραστηριότητας του Γιώργου Βασιλακόπουλου, της ποιητικής βίωσης και της μετάφρασης μέσω της ποίησης, αυτών των περίεργων, αδιόρατων και προγλωσσικών «κινημάτων της φαντασίας» (Δ. Σολωμός) όπως τα βρίσκουμε στα ολιγόλογα, επιγραμματικά και πυκνότατα ποιήματα αυτού του βιβλίου.

Ο Βασιλακόπουλος γράφει ποιήματα πολύ πριν φιλοσοφήσει. Τα πρώτα που δίνονται σε αυτή την συναγωγή πάνε πίσω στο 1972, όταν ήταν ακόμα έφηβος δοκίμαζε την ποιητική του φωνή και μπορούν να ειδωθούν σαν δείκτες πορείας γι’ αυτά που επέπρωτο να ακολουθήσουν. Ως νέος της υπερ-πολιτικοποιημένης εκείνης εποχής, ο Βασιλακόπουλος μεγάλωσε με πολιτικά τραγούδια και τον μελοποιημένο Σεφέρη, που συχνά-πυκνά ακούμε στα ποιήματα πολλών ποιητών της εποχής. Επιμένω μάλιστα στον μελοποιημένο Σεφέρη, και φυσικά Ελύτη και Ρίτσο, γιατί πιο πολύ τραγουδιέται εκείνη η ποίηση και λιγότερο διαβάζεται ή επαγγέλλεται — γεγονός που ΄χει αφήσει μέχρι σήμερα μια βαριά σκιά πάνω στην φωνή πολλών ποιητών της Αυστραλίας.

Η αλλαγή των θεμάτων και του ύφους του ωστόσο μπορεί να υποτυπωθεί άμεσα από έναν καλοπροαίρετο αναγνώστη. Παλιά είχα γράψει ένα ολόκληρο μελέτημα για τον Παλαμά διαβάζοντας την ποιητική του συλλογή “Ασάλευτη Ζωή”, από το τέλος προς την αρχή, αναδρομικά δηλαδή, παρακολουθώντας την απώτερη κατάληξη παρά την καταγωγική αρχή. Το πού καταλήγει κάποιος δεν προσδιορίζεται κατ’ ανάγκη από πού αρχίζει. Το ελιοτικό ‘στην αρχή μου είναι το τέλος μου’ πάντα ακουγόταν κάπως σαν αυτομυθολόγηση, ένας ναρκισσισμός της απουσίας, παρά μια δήλωση ενσυνείδητης παρουσίας και ενεργούς παρέμβασης.

Σύντομα η ποιητική φωνή του Βασιλακόπουλου αυτονομείται και χειραφετείται από τους μεγάλους πατέρες και δημιουργεί ένα γλωσσικό σύμπαν γεμάτο ασυνέχειες, εξαρθρώσεις και μετωνυμίες, ένα γλωσσικό σύμπαν που αναδύεται από τον χάοσμο του Πολ Τσελάν και όχι από τον περίκομψο κόσμο του Σεφέρη. Είναι περίεργο επίσης αλλά ήδη από τις επόμενες συλλογές του (“Χρονικό”, τα “Ομοιώματα” και “Η Μνήμη του Επισκέπτη”) στη δεκαετία του ’80, η ποίησή του αποκτά μια αξιοθαύμαστη ωριμότητα και αρτιότητα, αποβάλλοντας το περιττό και το περισσόλογο, επικεντρώνοντας τους στίχους του σε βραχυλογικά σημειώματα, σαν λυρικούς πυρήνες που συγκλίνουν σε επιγραμματικές δηλώσεις γεμάτες αισθησιασμό και αναζήτηση.

Ο κεντρικός πυρήνας του ποιήματος τώρα γίνεται η ποιητική γραφή η ίδια, υποδεικνύοντας τις πολύπλοκες διεργασίες του μυαλού να στοχάζεται πάνω στην ίδια του την δημιουργικότητα: ‘γέμισαν/χαλίκια τα μάτια μου/φυτεύοντας το ίδια ρήματα.’(σ. 41) Μέσα σε αυτά τα ποιήματα αναπτύσσεται τελικά ένα και μοναδικό θέμα, που διαπνέει όλη την ποίηση, η παρουσία της αγάπης και της συγκινησιακής έκστασης που εμπνέει. Αν οι καταραμένοι ποιητές λατρεύουν τον ακραίο ερωτισμό ή τις εκρήξεις των ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων τους, η ποίηση του Βασιλακόπουλου καταδεικνύει πόσο δύσκολο είναι να επικεντρωθείς σε ένα θέμα και να το πολιορκείς διαρκώς σε όλη σου τη ζωή και με όλες τις δυνάμεις. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να αντιπαραβάλουμε τα ποιήματα του με τους στίχους ενός ποιητή που δυστυχώς πέθανε νωρίς και άφησε πίσω του ένα έργο 700 (!!!) σελίδων, τον Ηλία Λάγιο, που αποτελεί σήμερα τον απεγνωσμένο έρωτα της ποιητικής Αθήνας.

Ο ποιητής και λέκτορας Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου La Trobe της Μελβούρνης, Γιώργος Βασιλακόπουλος

Ο επιγραμματικός λόγος του Βασιλακόπουλου αναστοχάζεται και αυτοδικάζεται χωρίς ακκισμούς και περιαυτολογίες. Είναι μια ποίηση ουσιαστικών και όχι επιθέτων, επικεντρωμένη στην απόλυτη mot juste, και όχι σε περιφράσεις και παραφράσεις. Μια ποίηση απόλυτης διαφάνειας και ευκρίνειας, μια ποίηση καθαρή, όπως τη βρίσκουμε στην ποιητική γλώσσα της κινέζικης και γιαπωνέζικης παράδοσης, που αιφνιδιάζει με την απροσδόκητη ευθυβολία της: ‘ούτε η οργή/ούτε ο ενθουσιασμός/μόνο η σφαίρα της κούρασης/και η γλώσσα που άγγιξε τον δημιουργό της/δηλαδη το καινό/που ο κάθε πατέρας και η κάθε μητέρα είναι…’(σ. 86)

Ο Βασιλακόπουλος γνωρίζει ότι, όπως είχε παρατηρήσει ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο ποιητής είναι ένας άνθρωπος που δεν αγαπάει τις λέξεις. Δεν θέλει οι λέξεις να υποτάξουν ή να εξαφανίσουν την απείθαρχη συγκίνηση αλλά να καθηλώσουν τα ίχνη της πάνω στο λευκό χαρτί και μέσα στην γλώσσα. ‘Ποίηση, έγραφε ο Πολ Τσελάν είναι πιθανώς αυτό: μια Atemwende, μια στροφή της αναπνοής μας.’ Η ποίηση του Βασιλακόπουλου είναι μια ποίηση φυσικής αναπνοής. Ο αναγνώστης δεν υποχρεώνεται να πιέσει την φωνή του να διαβάσει ή να συσχετιστεί με τον κόσμο της. Η γλώσσα του με φυσικότητα σε εισάγει σε έναν κόσμο ενεργητικής περισυλλογής: ‘τί ενώνει και τί χωρίζει/τους ανθρώπους;//έπλεξες τον ιστό /με το χώρο και το χρόνο//μες το χώρο και το χρόνο//το πρόσωπό σου είναι ο τόπος της ματαίωσης//έρχεσαι και φεύγεις/έρχεσαι και φεύγεις/(άφωνη μνήμη)//σαν το ποτάμι του Σεφέρη/ή του Ηράκλειτου’(σ. 120).

Πρόκειται για μια ποίηση λεπτών αποχρώσεων και ανεπαίσθητων μετατοπίσεων: ‘Με τη γλώσσα/αφουγκράζομαι το δέρμα ν’ ανασαίνει…’(σ. 200) και μια γλώσσα που γνωρίζει τα όριά της: ‘Στη σύναξη των λέξεων//το ποίημα/ υπόσχεση του αύριο/και αναβολή του σήμερα//το νόημα του κόσμου/ατόφιο’ (σ. 267). Η ποίηση του Βασιλακόπουλου συνομιλεί με τα αποσπάσματα των προσωκρατικών και τους μονολεκτισμούς του Νίκου Καρούζου για να μπορέσει να εγκιβωτίσει στους στίχους της ένα όραμα αγαπητικών μετουσιώσεων, όπως το βλέπουμε στον Τάσο Λειβαδίτη και μερικές φορές στον καλύτερο Γιάννη Ρίτσο, σε ποιήματα λόγου χάρη όπως «Το Νόημα της Απλότητας», συλλογές όπως τα «Μονόχορδα». Ο ποιητής κινείται σε ένα όραμα κόσμου που γίνεται ταυτοχρόνως πιο λαγαρό και πιο περίπλοκο, σαν τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου.

Θεωρώ ότι οι δύο τελευταίες ενότητες του βιβλίου “Τα Χ(ε)ίλια Ερωτικά” και “Το Μερίδιο των Νεκρών” συνιστούν κορυφαίες στιγμές της ελληνικής ποιητικής γλώσσας που κάποια στιγμή θα αξιολογηθούν και θα αξιοποιηθούν από ευαίσθητες αναγνώσεις και ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Ο κεντρικός πυρήνας της σημασιολογίας του έργου, όπως ανέφερα, είναι η αγάπη, μια λέξη που απουσιάζει εντελώς από τον αγαπημένο του Πλάτωνα. Δεν αποτολμώ βέβαια να υποθέσω ότι είναι η χριστιανική αγάπη, αν και το όραμά του πλησιάζει ‘l’ amor che move ’l sole e l’altre stelle” την υπερβατική αγάπη που κινεί τον ήλιο και τα άλλα αστέρια, όπως τελείωνε το μεγάλο του ποίημα ο Δάντης. Ο Βασιλακόπουλος είναι ο ποιητής της ενσώματης παρουσίας, αισθησιακός και αισθησιοκράτης, γεμάτος από συγκινήσεις και πάθη που τα μετουσιώνει σε αποστάγματα καθαρής ποίησης, αναδομώντας αλλά όχι αποδομώντας την γλώσσα. Για ποιο λόγο; Για να δώσει χώρο στην ανάδυση του άλλου μέσα του.

Θα μπορούσαν πολλά να ειπωθούν για την συναγωγή των ποιημάτων του που συνιστούν ταυτόχρονα την διαρκή διανοητική εξερεύνηση τόπου και χρόνου, την υπαρξιακή μετατόπιση, που βρίσκει εκφραστική συμπαραδήλωση σε μετωνυμίες και συνεκδοχές ‘Είμαι//το ενυδρείο// της σιωπής// ψαράκια οι λέξεις// για την περίεργη //ιστορία’ (σ. 359).

Τις τελευταίες δεκαετίες ένα νέο κίνημα ποιητικής έχει διαμορφωθεί στα ελληνικά και στα αγγλικά στην Αυστραλία. Ο Μιχαήλ Μιχαήλ και ο Κωνσταντίνος Καλυμνιός αναζωογονούν την παράδοση του Δημ. Τσαλουμά, της Ντίνας Αμανατίδου, της Γιώτας Κριλλή και του Σ.Σ. Χαρκιανάκη, ενώ και στα αγγλικά η Angela Costi, η Effi Hatzimanoli, η Tina Giannoukos συνεχίζουν την Antigone Kefala και την Anna Couani, με άλλες ενδιαφέρουσες μορφές σχεδόν στα περιθώριο των παροικιακών τεκταινομένων με τον Νίκο Κυπραίο, τον Δημήτρη Τρωαδίτη, και στα αγγλικά με την μοναδική και ξεχωριστή φωνή του George Mouratidis.

Η “Συλλογή” του Βασιλακόπουλου προσθέτει ένα πολύτιμο κεφάλαιο στον ποιητικό λόγο της ελληνικής παρουσίας στην πολύγλωσσο κόσμο της Αυστραλίας. Πού ανήκει και αν αυτό το φαντασιακό θηρίο της ελληνο-αυστραλιανής λογοτεχνίας συνεχίζει να επιβιώνει είναι κάτι που θα μπορούσαμε να το συζητούσαμε κάτω από άλλες περιστάσεις. Μια ποίηση που στοχάζεται και δεν νοσταλγεί ίσως να υποδεικνύει τις μεγάλες αλλαγές που έχουν συμβεί στο καλλιτεχνικό και συλλογικό φαντασιακό της ελληνικής παρουσίας και χρειάζεται περισσότερο προσοχή και μελέτη.

*Ο Βρασίδας Καραλής από το 1990 διδάσκει ελληνικά στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ στην Αυστραλία. Είναι επικεφαλής του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Σίδνεϋ. Ανάμεσα στα άλλα, έχει εκδώσει μεταφράσεις έργων βυζαντινής ιστοριογραφίας και μελέτες πάνω στο έργο του Ζήσιμου Λορεντζάτου, του Νίκου Καζαντζάκη και του Διονυσίου Σολωμού. Έχει τυπώσει ένα μεγάλο αριθμό άρθρων πάνω σε έργα και συγγραφείς της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ενώ έχει μεταφράσει στα ελληνικά μυθιστορήματα του Αυστραλού νομπελίστα συγγραφέα Patrick White.

Νίκος Λέκκας, Όλα είναι ποίηση και δη ποίηση του τώρα | Ποιήματα Ανεμοδαρμένα

Ένα βιβλίο από μόνο του δεν αντικαθιστά το χάδι ενός συντρόφου…

Μάνος Ελευθερίου (“Ο πατέρας του Άμλετ”)

Τοποθέτηση καθαρά δημοσιογραφική που λειτουργεί ως επίμετρο για την ανθολογία «Ανθοφορία Ποίησης»… Γιατί και ο δημοσιογράφος είναι σαν τον ποιητή: αλήτης παντοτινός, καθαρός πάντα…

Ολόγος για την ποίηση, την ελληνική, του σύγχρονου καιρού, που φτάνει ως τις μέρες μας, στην κυριολεξία.
Ιδού το θέμα. Μια ποίηση που στις μέρες μας θεωρείται αντικουλτούρα. Αλλά και τι δεν είναι αντικουλτούρα στις μέρες μας;… Αυτό αναρωτιέμαι και εγώ. Αντικουλτούρα είναι (σχεδόν) τα πάντα, αν εξαιρέσει κανείς τους αρχαίους τραγικούς, τους πάσης φύσεως γραφιάδες της αρχαιότητας εντέλει. Και πώς μερικούς εξ αυτών τους ωραιοποίησαν με το πέρασμα των αιώνων; Γιατί για τους Κυνικούς και για τον Αρχίλοχο, λόγου χάρη, είχαν άλλη άποψη. Οι τελευταίοι ήταν είναι και θα είναι περιθώριο, αλλά οι Ακαδημίες στον σύγχρονο καιρό τούς έδωσαν άλλη διάσταση. (Δεν ξέρω αν είναι η διάσταση του ντεκαντάνς, και πώς στις μέρες μας είναι αποδεκτή, αλλά η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία που πηγάζει από τον Μητσάκη και τον Άννινο, έχει το μπόλιασμα των αρχαίων Κυνικών και του Αρχίλοχου). Δεν την γλίτωσαν και κάποιοι Λατίνοι. Και αναφέρομαι μόνο στη δυτική σκέψη. Αλλά η ποίηση είναι ομογάλακτη με τη σύγχρονη ζωή, με τη ζωή γενικότερα… Άσχετα τι λέει το κάθε δημιούργημα. Ακόμα και οι αναφορές θανάτου ζωή είναι. Από την αρχαιότητα ξεκινά και φτάνει μέχρι το σήμερα, αυτή τη στιγμή, με αναφορές στη ζωή, στην εξελικτική πορεία της, στις αποκλίσεις της και στον θάνατο ή σε ό,τι ισοδυναμεί με θάνατο. Οι αρχαίοι τη γλίτωσαν, από την λήθη.

 Σήμερα δεν θεωρούνται αντικουλτούρα οι αρχαίοι, όπως και πολλοί από τους μεταγενέστερους. Παίζονται στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου. Αλλά αγαπητοί μου αναγνώστες, πιστέψτε με: η αντικουλτούρα είχε, έχει και θα έχει πάντα μεγαλύτερο κοινό από την επίσημη κουλτούρα.
Η αντικουλτούρα απαριθμεί δεκάδες εκατομμύρια συγγραφείς με πίστη στην τέχνη και στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου, με φανατικούς οπαδούς και κάποιους πολέμιους. Άλλα την ποίηση τη γράφουν εξευγενισμένοι λαϊκόψυχοι άνθρωποι, με αγάπη για τον άνθρωπο, τα θέλω του και τις βαθύτερες στιγμές τους (de profudis), που ταρακουνούν το γιατί της ύπαρξής τους, συνδιαλέγονται με το καθημερινό και έχουν μιαν άκρως ερωτική ματιά για τον κόσμο, είναι δηλαδή εργάτες της τέχνης. Τέτοιοι είναι και οι ποιητές μας.

Η Σούζαν Σόντανγκ σε ένα εξαιρετικό δοκίμιο με θέμα τον Ρεμπώ, τον θεωρεί και αυτόν αντικουλτούρα. Τίτλος του: Η αισθητική της σιωπής. Ένα βιβλίο, και για την ακρίβεια, ένα κεφάλαιο ενός βιβλίου, που στην Ελλάδα μεταφράστηκε όχι μία, αλλά δύο φορές: μία από τη γνωστή και στην Αμερική Νανά Ησαΐα, και μία από τον σπουδαίο μεταφραστή Άρη Μπερλή…

Και δείτε πώς λειτουργεί το λεγόμενο «αμερικανικό όνειρο» στους πολλούς του κόσμου. Για μια Αμερική έτσι και αλλιώς κατακερματισμένη…

Πώς οι Αμερικανοί έμαθαν να πιστεύουν στην Ελλάδα του «Ζορμπά», μέσα από την ταινία του Κακογιάννη, του Ποτέ την Κυριακή του Ντασέν, και πώς το διεθνές ειδησεογραφικό κανάλι CNN απαθανάτισε την ελληνική ποίηση μέσα από τα σχιζοφωνητικά του Λεωνίδα Χρηστάκη, ποιήματα γραμμένα από έλληνες ποιητές κυρίως κατά την δεκαετία του ’80 και πιο πριν, ποιήματα που απαγγέλθηκαν σε καφενείο με τρόπο σχιζοειδούς έκφρασης, με συνοδεία πιάνου από τον γνωστό μουσικό και συγγραφέα Σάκη Παπαδημητρίου. Αυτό σε ένα αφιέρωμα για την ελληνική ποίηση του γνωστού ανά τον κόσμο τηλεοπτικού καναλιού. (Τα ελληνικά καφενεία έχουν άρρηκτη σχέση με τα café, τα bistrot, κυρίως της Γαλλίας, εκεί που οι ποιητές έγραφαν στο πόδι, με καφέ και τσιγαράκι. Είναι κάτι το θεσπέσιο, σαν τα σκέτα τσιγάρα).

Και αυτό, γιατί στην Αμερική, με τα πολλά κακά και τα επίσης πολλά καλά, υπάρχει κόσμος (άσχετα αν δεν φαίνεται) που ασχολείται σοβαρά με την ευρωπαϊκή ποίηση. Και η Ελλάδα είναι Ευρώπη, έστω και στην άκρη της. Επίσης δείτε το κίνημα των μαύρων, και το φεμινιστικό κίνημα που άνθισε κάποτε.

Την ανθοφορία του και την κατάντια του. Ενώ η ανθοφορία δεν προβάλλεται, η κατάντια υπερπροβάλλεται με τους πιο φανταχτερούς τρόπους. Αν και με εμμονές. Η σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται στις μέρες μας καυτό θέμα. Και ο τρόπος να το διαχειριστείς έχει τόσο λεπτές ισορροπίες, που εύκολα μπορεί να βρεθεί κανείς εκτός στάσης. Δείτε τον αγώνα (και για αυτό το θέμα) της Τόνυ Μόρισσον και της Λίντα Κινγκ, δύο σημαντικών γυναικών των γραμμάτων, που η έμφυλη ταυτότητα που φέρουν, τους δυνάμωσε την πίστη για αγώνα, για τα δικαιώματα των «αδυνάτων» με μηδαμινά μέσα προβολής, αλλά με περισσή αξιοπρέπεια, και ύστερα αντιπαραβάλλετέ το με το ανάποδο αυτής της στάσης με τις στάρλετ του κινηματογράφου να περπατάνε στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ με αποκαλυπτικό έως σιθρού ενδυματολογικό κώδικα και με αδιαφανή ρούχα από μέσα, συνήθως κολάν και σορτς, που καλύπτουν ερωτογόνες περιοχές, είτε κανονικές είτε ως φετίχ, για να υποστηρίζουν μια υποτιθέμενη κραυγή, που δεν την πιστεύει σχεδόν κανένας. Μόνο με αγαθά πολιτισμού, με πολιτιστικά τούβλα μπορείς να περάσεις μηνύματα. Και οι ποιητές είναι οι πρώτοι που το έκαναν. Με αλτρουισμό και μαεστρία. Με όπλο τους το μολύβι. Για κάποιους το πιο σίγουρο όπλο. Και πώς αυτά τα γεφύρωσε υπέροχα –για να κάνω τη σύνδεση– ο ελληνοαμερικανός ποιητής και μεταφραστής Νίκος Σπάνιας, χρόνια πριν τα τραγελαφικά, κυρίως με «Τα ποιήματα της τρίτης λεωφόρου» αλλά και ο Μιχάλης Μοίρας (ποιητής και πεζογράφος) σε μικρότερη εμβέλεια. Αυτό ως παράδειγμα. Οι νομπελίστες μας ήταν εισαγόμενο φρούτο για τους αμερικανούς και σπουδή για τους εγχώριους. Η ελληνική ποίηση είναι εδώ, στην άκρη της Ευρώπης, είναι μέρος της παγκόσμιας ποίησης και αφορά εκατομμύρια κόσμο: κόσμο διαφόρων εθνικοτήτων και κοσμοθεωριών, στοιβαγμένο σε ένα μικρό μόνο κομμάτι της γης, που θέλουμε να το λέμε κράτος…

Δείτε τί κακές κριτικές πήραν τα ποιήματα του Τζιμ Μόρισον στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη (χωρίς να εξαιρείται η Ελλάδα), πριν πεθάνει σε νεαρή ηλικία στο Παρίσι, (και μην δεινοπαθείτε με την πρωτεύουσα της Γαλλίας και απλώς την θεωρείτε σφηκοφωλιά διανόησης, διότι ακόμα και ο Λένιν και ο Τρότσκι σύχναζαν στο κοσμικό Παρίσι πριν το 1917). Ο Μόρισον πέθανε με τρόπο που διχάζει, Αμερικανούς και Ευρωπαίους, που πριν τον είχαν στην «απέξω», απέξω από την κουλτούρα του τόπου, και μετά σχεδόν «ως δια μαγείας» έγινε αυτό που έγινε στην Αμερική και στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Ουδείς αλάθητος – μια από τις πιο στιβαρές φωνές της αμερικανικής ροκ κουλτούρας. Και της παγκόσμιας! Μιας κουλτούρας που ξεκινά από την Αμερική και φτάνει μέχρι το τελευταίο χωριό του λεγόμενου δυτικού κόσμου, με τους πρωτοδιδάξαντες αμερικανούς μπιτ ποιητές, που επηρέασαν την παγκόσμια ποιητική σκηνή. Βέβαια στην Ελλάδα, έπαιξε ρόλο και η συνοικία που είχαν σε μια μεριά της Ύδρας. Σε καιρούς δύσκολους.

Και οι ποιητές μας, από αυτήν την σκοπιά την βλέπουν την ποίηση. Την δυτική. Άσχετα αν γράφουν στα ελληνικά. Μιας γλώσσας λόγω ιδιομορφίας άκρως περιορισμένης ως προς τη διάδοσή της. Γιατί κάθε σοβαρός άνθρωπος μόνο στη γλώσσα του μπορεί να γράψει, (και οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες, όπως, λ.χ., ο Άδωνις Κύρου, πολυπράγμων δημιουργός, και ο Νίκος Στάγκος, σημαντικός ποιητής και όχι μόνο. Εκ του γαλλικού και εκ του αγγλικού αμφότεροι). Τα πάντα μόνο στη μητρική γλώσσα μπορούν να γραφτούν. Άσχετα αν η Ελλάδα θεωρείται χώρα γεωγραφικά στο μεταίχμιο και οι δημιουργοί της κάποιες φορές μεταχειρίστηκαν λέξεις αμετάφραστες… Γιατί άλλο πράγμα η Ανατολή. Η Δύση με την Ανατολή έχουν άλλες αξίες. Και η Ελλάδα είναι στη μέση, αν και κλείνει το μάτι στη Δύση.

Αμιγώς ελληνικά μυθιστορήματα, στην Αμερική δεν «τσούλησαν» όπως για παράδειγμα Το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή, ασφαλώς – λόγω επηρεασμών και ιδιάζουσας (ελληνικής ) νοοτροπίας. Μιας νοοτροπίας άγνωστης στην υφήλιο. Τα ελληνόφωνα χωριά της κάτω Ιταλίας αποτελούν εξαίρεση… Ένας συγγραφέας που σήμερα θεωρείται κλασικός στην Ελλάδα, και η φήμη του που πέρασε από σαράντα κύματα μέχρι να καθιερωθεί «εντός», σήμερα έχει ξεπεράσει τα όρια της χώρας. Μιλάω για την ποιότητα της πένας του και τον αντίκτυπο σε ένα μικρό (ευτυχώς) κοινό με κουτσομπολίστικες προσλαμβάνουσες, για τον τρόπο που επέλεξε να ζήσει: έναν τρόπο που θεωρείται «εκκεντρικός»… Το εν λόγω πόνημα, είναι ένα βιβλίο που ως δομή ξεπεράστηκε, αλλά η ουσία του παραμένει πάντα επίκαιρη. Η πορεία μιας οικογένειας, με φόντο την μεταπολεμική πορεία της Ελλάδας. (Οι πολιτικάντηδες ανά την υφήλιο, ας το θέσουν σοβαρά). Γιατί ο πόλεμος, και δη ο εμφύλιος, τις περισσότερες φορές είναι εντός. Για να μη πω πάντα. Καμιά φορά και η οικογένεια. «Ραγισματιές που μπαινοβγαίνουμε στον κόσμο» έχει γράψει ο Γιώργος Χειμωνάς, είναι σχεδόν (μετά λόγου γνώσεως το γράφω) λαιμητόμος.

Τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ελλάδα. Αυτή τη «λαιμητόμο» μπόρεσε να την ξεπεράσει μόνο η ποίηση. Κυρίως με τον Καβάφη. Αυτόν τον μέγιστο ποιητή και πολίτη του κόσμου, που έγραψε στα ελληνικά κυρίως και που, όταν ζούσε, μόνο ελάχιστοι στην Ελλάδα πίστεψαν στην αξία του. Οι περισσότεροι είχαν μια τάση σνομπ, όσο ζούσε, για τον ποιητή, που θεωρήθηκε ότι ήταν «Φαναριώτης», αλλά όπως αποδείχτηκε μετά τον θάνατό του είχε γράψει ερωτικά ποιήματα που μόνο μετά το ξόδι του αποκαλύφτηκαν. Έκανε αυτό που του υπαγόρευσε η ψυχή και η συνείδησή του, πράξεις ακριβά πληρωμένες, δεν χαμπάριαζε από «μέτρα και σταθμά», χάραξε μιαν άκρως προσωπική πορεία που μόνο λίγοι ανά τον κόσμο το έχουν κάνει, και έγινε έτσι ο Καβάφης. Σήμερα όλοι υποκλίνονται στο άκουσμα του ονόματός του.

Δείτε τα ποιήματα του Γκίνσμπεργκ (και κυρίως το Ουρλιαχτό) πώς εξέφρασαν τους εφιάλτες των ανθρώπων ανά τον κόσμο, ανθρώπων που θεωρούνται αλήτες, και πώς αυτή η δυναμική έχει ήθος, αλήθεια και μεγαλείο ψυχής, γιατί πάντα οι αλήτες «κρατούσαν ψηλά την αξιοπρέπεια της Τέχνης» μπροστά σε κάτι σαπουνόπερες που πουλήθηκαν στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο, όπως Η Δυναστεία, η Τόλμη και Γοητεία, τα Ατίθασα Νιάτα… Και κάποια σημερινά μικρότερης εμβέλειας, με έρωτες στα νοσοκομεία. Πόσο είναι ρηχά και δεν εκφράζουν τίποτα!… Η Αμερική είναι εδώ. (Το σύνολο της Αμερικής). Όπως και η Ελλάδα, (το σύνολο της Ελλάδας). Δέχεται και δίνει τα φώτα. Η Αμερική έχει τόσο βάθος, όσο και η Ελλάδα. Και η Ελλάδα έχει τόσο βάθος όσο και η Αμερική. Ούτε πιο λίγο ούτε πιο πολύ. Και οι εθνικισμοί από δήθεν πατριώτες είναι απλά σχιζοφρένεια.

Πανεπιστημιακά τμήματα νεοελληνικών σπουδών λειτουργούν και στην Αμερική. Γιατί η Αμερική και η Ελλάδα δεν είναι αυτό που φημολογείται ότι είναι. Είναι έτη φωτός παραπάνω. Και μπορεί γνήσιοι αμερικανοί να μην υπάρχουν, δεν υπάρχουν όμως και γνήσιοι έλληνες. Η τριβή με την κουλτούρα τούς δίνει ταυτότητα. Και το λέω ευθέως. Ούτε στην Αμερική ούτε στην Ελλάδα είναι όλα για πέταμα. Και δεν είναι για πέταμα κυρίως η ποίηση, ακόμα και αυτή που παράγεται αυτή τη στιγμή. Βέβαια η ποίηση είναι μια σοβαρή παραγωγή και δεν είναι «φασόν» –ας το έχουμε υπόψη μας. Τα ποιήματα στην εν λόγω ανθολογία που κρατάτε στα χέρια σας, τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν από την ξένη παραγωγή. Την παραγωγή των πολιτισμένων σύγχρονων χωρών, γιατί θεωρούν ότι η Ελλάδα είναι μόνο χρήσιμη για ξεσάλωμα των νέων και μόνο χρήσιμη για την ιστορία για τους ώριμους. Γιατί θεωρούμαστε ότι το μόνο που έχουμε είναι μόνο η αρχαιότητα. Λάθος.

Τα ποιήματα της ανθολογίας είναι ποιήματα αγωνίας, και η αγωνία έχει παγκόσμια επίδραση. Είναι χωρίς πατρίδα και θρησκεία. Που μπορεί η τεχνοτροπία να διαφέρει, από γενιά σε γενιά, από σχολή σε σχολή, ακόμα και από το ένα φύλο στο άλλο, αλλά, αν το αναλύσεις σε βάθος, το «κουκούτσι της ψυχής» των ποιημάτων είναι ο άνθρωπος, το μεγαλείο του και η μικρότητά του, τα πάνω του και τα κάτω του, όλα αυτά που συγκροτούν το άνθρωπο. Γιατί η ψυχή των ποιητών είναι η ψυχή των ανθρώπων. Με τα μεγαλεία τους και με τις μικρότητές τους. Και τα δύο ταυτόχρονα, όπως σε κάθε άνθρωπο. Η πάντα εξευγενισμένη ψυχή των ποιητών, παράγει τα ποιήματα, και τα ποιήματα, πάντα υπο-σημειώσεις του άνθρωπου-ποιητή. Δείτε τις Σημειώσεις ενός ανθρώπου, για να καταλάβετε τι λέω – του Γιάννη Χρυσούλη. ( Όχι όμως του θεατρικού συγγραφέα· του εξαδέλφου).

Γιατί όταν μιλάμε για ποίηση μιλάμε για ψυχές, ψυχές ζώντων ή σχεδόν, ψυχές θανόντων ή σχεδόν, είναι πάντα τόσο απαράμιλλα ίδιες, που μόνο ο τρόπος και η έκφραση διαφέρει. (Και δεν χρειάζεται να κάνεις ψυχανάλυση ή να θεολογείς για να καταλάβεις ότι η άνθρωποι είναι όλοι ίδιοι.)

Είναι όλοι ίδιοι μόνο «γυμνοί», γυμνοί από όλες τις μικρότητες και τα κόμπλεξ. Με μικρές διαφορές. Αυτήν του φύλου και αυτήν του χρώματος. Και κάποιες άλλες που δεν τις μετρά κανείς, ή μάλλον τις μετρά μόνο για να ικανοποιήσει την ωραιοπάθειά του και ως τέρψη για μια ενδεχόμενη σεξουαλική επαφή. Αυτή του βάρους και αυτή του ύψους. Και μόνο για τη λίμπιντο αυτή των πλούσιων φυσικών χαρισμάτων. Αλλά οι ποιητές δεν έχουν μόνο σώμα ή μόνο ψυχή. Είναι και τα δύο ένα (αν και οι ποιητές ανά τον κόσμο είναι άκρως ερωτεύσιμα/ερωτικά πλάσματα). Μια ψυχοσωματική μάζα που αισθάνεται στο ζενίθ και όλες οι αισθήσεις λειτουργούν επίσης στο ζενίθ. Αυτό κυρίως…

Και οι ψυχές και τα σώματα, (τα αισθήματα και οι αισθήσεις), στην απαρχή τους είναι όλα ίδια. Άλλο πώς διαμορφώθηκαν. Για αυτό και η εν λόγω ανθολογία αφορά τους πάντες…

Αυτούς που μιλούν ελληνικά, όπως Αλβανούς δεύτερης γενιάς λόγου χάρη, μετανάστες από το τέως ανατολικό μπλοκ, ανθρώπους που έμαθαν να μιλάνε ελληνικά, για να απολαύσουν τα ποιήματα στο πρωτότυπο, καθώς και αγγλομαθείς, πανεπιστημιακής μορφώσεως ή μη. Από ειδικό ενδιαφέρον ή από περιέργεια – και η τέτοιου είδους περιέργεια, ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Αντίθετα πήγε τον άνθρωπο μπροστά και τον έκανε Άνθρωπο…

Η ανθολογία είναι εδώ. Με 51 νεοέλληνες ποιητές, ανθολογημένους από τον Ανδρέα Παναγόπουλο. Και ό,τι το νέο δεν πρέπει να μας ξενίζει, ούτε φυσικά να μας φοβίζει. Γιατί το νέο, η νεοελληνική ποίηση του καιρού μας, είναι εδώ. Δεν ζητά να κριθεί – και αν την κρίνει κανείς, μόνο με πνεύμα ευγενούς άμιλλας μπορεί να το κάνει· αυτή απλώς καταθέτει τον λόγο της ύπαρξής της. Με γενναιότητα και αλτρουισμό. Μιας ύπαρξης που έχει να κάνει με τον φόβο. Με τον φόβο και τον τρόμο. Αυτή είναι η σύγχρονη ποίηση.

Ξεχάστε την παγκόσμια κρίση. Για τον φόβο και τον τρόμο της ψυχής μιλάω. Και όπως (σε παγκόσμια εμβέλεια,) η ποίηση έχει κατηγοριοποιηθεί σε γενιές, (αυτήν την κατηγοριοποίηση την σιχαίνονται πολλοί, όπως για παράδειγμα, ο παγκοσμίου εμβέλειας ερασιτέχνης λαογράφος-ποιητής Ηλίας Πετρόπουλος), υπάρχουν υποκουλτούρες μέσα στην υποκουλτούρα, όπως, π.χ., gay art. Άλλη η τεχνοτροπία της κάθε γενιάς, μιας ομάδας ή ακόμα και μιας μικρότερης υποομάδας. Με μοντέρνα ή κλασικά στοιχεία, χωρίς να την βαραίνει η σφραγίδα του χρόνου, έχουν και αυτές παρουσία. Και είναι αυτές, οι χωρίς χρόνο, αλλά με τόπο υποκουλτούρες που μας αφοράν. Σε κάθε γεωγραφικό στερέωμα.
Μόνο το μοντέρνο μπορεί να ξεπεραστεί. Πολλοί το έχουν πει. Καθώς επίσης μπορούν να ξεπεραστούν φθηνά «φασόν» δήθεν κλασικής δομής/κατεύθυνσης. Αλλά στην ψυχή του «Αναγνώστη» ποτέ. Και δεν μιλάω για ειδικούς αναγνώστες – κριτικούς ποίησης. Μιλάω για τον κάθε έναν από εμάς που στην ποίηση προσπαθεί να βρει αυτό που του στερεί η κοινωνία:το ξέφωτο, το ξέφωτο από τη μικροπρέπεια του καιρού μας, ένα ξέφωτο που μόνο η ποίηση, άρα μαζί και ο έρωτας, μπορούν να δώσουν. Και καμιά σημασία δεν έχουν οι επιπτώσεις…

Όλα ποίηση, και δη ποίηση του τώρα… Ποιητές διαφορετικών γενιών (για τις γενιές δες παραπάνω), με διαφορετικά θέλω, με διαφορετικά θέλω (το ξαναλέω) και εν τέλει με διαφορετικές αγωνίες, αλλά μόνο φαινομενικά. Όλοι οι νέοι ποιητές, φέρνουν και τις αγωνίες των παλαιότερων. Από τα θρυλικά και ακραία: « Ένα γέλιο θα σας θάψει», «Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» κ.τ.λ. Γιατί οι αγωνίες γεννήθηκαν από τη στιγμή που δημιουργήθηκε ο άνθρωπος. Που, αν τις αναλύσεις βαθιά, είναι πάντα ίδιες (το ξαναλέω), μπορεί σε κάποιους να αυτοκαταργούνται, αλλά δεν καταργούνται, απλώς εμπλουτίζονται. Σε ένα πρώτο επίπεδο είναι το αναπάντητο πάντα ερώτημα του ‘»ποιος είμαι και τι με τραβά», που μας διχάζει όσο διχάζει ο άνθρωπος και η καταγωγή του. Μιλάω για τις φυλές…
Γιατί η ποιητική φλέβα, που υπάρχει στον άνθρωπο, άσχετα αν δεν βγαίνει πάντα, έχει πάντα τις ίδιες καταβολές και το ίδιο «τέλμα». Ένα τέλμα που δεν θα έρθει ποτέ. Γιατί οι άνθρωποι είναι εδώ. Και πάντα θα γράφουν, πάντα θα δημιουργούν. Και θα μιλούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, για τις αγωνίες τους. Σε Δύση και Ανατολή. Που τον Έλληνα τον απασχολεί η Δύση. Γιατί εκεί νιώθει πως εντάσσεται, κι έτσι η Δύση τον αφορά.

 Παίζει και ένα ρόλο το θρησκευτικό γίγνεσθαι της Δύσης… Όσο και αν οι περισσότεροι έντεχνα αποφεύγουν τη θρησκεία. Και οι ποιητές είναι οι πρώτοι διδάξαντες. Αλλά για να αποφεύγεις κάτι, να το δέχεσαι ή να το απορρίπτεις, πρέπει πρώτα να έχεις μπολιαστεί με αυτό.

Πενήντα ένα ποιήματα δυτικής μορφής, δυτικής νοοτροπίας από πενήντα ένα ποιητές του καιρού μας, πάντα Έλληνες, χωρίς να έχουν δεχτεί ποικιλώνυμες φανφάρες και χωρίς να μπορούν (και αυτό ούτε κατά διάνοια) να μπουν στην τάξη των λεγόμενων ευνοημένων ποιητών, άρα και βολεμένων. Από ένα σύστημα που πάντα δίνει βραβεία στο «σινάφι». Και κάποιοι αυτό αυτούς που θεωρούνται σινάφι γύρισαν –προς τιμήν τους– τα βραβεία πίσω. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο Σάρτρ για παράδειγμα…

Ποιητές ψυχής που δεν τους αφορά η φήμη, κάποιους από αυτούς ούτε η υστεροφημία, γράφουν για να εκφράσουν το μεράκι και την «κάψα» της ψυχής τους, και είναι αυτό που κάποτε έγραψε ο Νίτσε σε ένα ποίημα του. «Τρελοί μονάχα, ποιητές μονάχα», τρελοί με ποιητικό στόμφο που θυμίζει αυτοέρωτα ή έρωτα, και ποιητές με αυτό που είναι ο έρωτας. Μια βαθιά ερώτηση για την ύπαρξη…

Δεν τους είπαν ποιητές της αμφισβήτησης στο σύνολό τους. Κάποιοι τους θεώρησαν ως «τίποτα», τους πρόσθεσαν τα «χίλια μύρια», οτιδήποτε «κουλό» μπορείτε να φανταστείτε, με ή χωρίς κριτήριο και έννομο συμφέρον. Αλλά αγαπητοί μου αναγνώστες, πιστέψτε με: σε μια χώρα που η απροσδιοριστία του νοήματος επικρατεί, όλα είναι ρευστά. Ακόμα και αυτό το σιχαμένο: ποιητές της κρίσης. Που στην Ελλάδα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πάντα κρίση είχαμε.

Υ.Γ.: Οι αναφορές σε ονόματα δημιουργών που δεν περιέχονται στην εν λόγω ανθολογία (και αυτά προς επεξήγηση του Επιμέτρου) είναι άκρως σκόπιμες και ηθελημένες. Γιατί οι ζωντανοί σε παίρνουν στο κυνήγι… Και οι καιροί είναι πρόστυχοι…

Κορωπί Αττικής, Καλοκαίρι 2018

*Το παρόν κείμενο που αποτελεί το επίμετρο του βιβλίου που παρουσιάζεται εδώ, αναδημοσιεύεται από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2020/04/04/nikos-lekkas-poems-adrift/?fbclid=IwAR0U0DJ_Yr4PLFfXJ0PAPR21_C9Eo0s4Gwl_3jp7Dc80Stye2dT9jD_VZgQ

Κάναμε τόσοι πολλοί τόσο λάθος;

Ο πολυβραβευμένος Ελληνοαυστραλός συγγραφέας Χρήστος Τσιόλκας, γράφει για το πώς βίωσε ο ίδιος το ξέσπασμα της πανδημίας

Φώτο: AAP /Tracey Nearmy

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΛΕΝΗ ΚΟΡΟΒΗΛΑ*

«Αυτός που δεν έχει ζήσει στα χρόνια πριν από την Επανάσταση
δεν γνωρίζει τη γλύκα της ζωής».
Ταλεϋράνδος

Διανύουμε μόλις την έκτη μέρα του αυτοπεριορισμού. Πέρασε λιγότερο από εβδομάδα από όταν προλάβαμε την πτήση Λονδίνο–Ντουμπάι και μετά Ντουμπάι–Μελβούρνη; Ο COVID-19 έχει κάνει πολλά πράγματα. Αυτό που μας στοιχειώνει -και είναι το χειρότερο- είναι οι ζωές που έχει πάρει, αλλά ένα από τα μεθεόρτια που με έχει ξαφνιάσει περισσότερο είναι η αλλαγή που έχει επιφέρει στην αίσθηση του χρόνου.
Πριν από τρεις εβδομάδες προσγειωθήκαμε στη Βρετανία και αν και αστειευόμασταν που χαιρετιόμασταν ακουμπώντας τους ώμους αντί να φιλιόμαστε, αγκαλιάσαμε και χαιρετίσαμε φίλους, βγήκαμε για φαγητό, μεθύσαμε κι καθίσαμε τουρτουρίζοντας πλάι-πλάι, δίπλα στις θερμάστρες, στην παγωμένη ανοιξιάτικη αγγλική νύχτα. Μέρα τη μέρα, ωστόσο, η αγωνία και ο φόβος μεγάλωναν.
Κατά την πρώτη εβδομάδα, και στη συνέχεια τη δεύτερη, δεχόμουν συνεχώς ιμέιλς από την πατρίδα με ανακοινώσεις για την ακύρωση του ενός φεστιβάλ μετά το άλλο. Μέσα στο τρένο για τη Γλασκώβη, καθώς προετοίμαζα τι θα έλεγα σε μια παρουσίαση, το κινητό μου χτύπησε στη δόνηση και ένα γραπτό μήνυμα με ενημέρωσε ότι ακυρώθηκε και το AyeWrite Festival. Μέσα σε τρεις μέρες στην Σκωτία, διαβάζοντας τις προειδοποιήσεις που κλιμακώνονταν, ο σύντροφός μου ο Γουέιν κ εγώ πήραμε την απόφαση να επιστρέψουμε στο σπίτι.
Είμαστε τυχεροί. Είχαμε κλείσει το ταξίδι μας μέσω ταξιδιωτικού γραφείου και μέσα σε λίγα λεπτά από όταν στείλαμε μέιλ μάς έβαλε σε πτήση που αναχωρούσε από το Λονδίνο σε δυο μέρες. Γνωρίζουμε ότι πολλοί άνθρωποι δεν στάθηκαν τόσο τυχεροί. Οι ιστοσελίδες των αεροπορικών εταιρειών κρασάρουν. Στα τηλέφωνα δεν απαντούν. Το μόνο που θέλουμε είναι να γυρίσουμε στο σπίτι. Στην ουσία της έννοιας του σπιτιού, που εγώ προσωπικά την έχω αμφισβητήσει, και της έχω αντισταθεί και την έχω αντιπαλέψει επί τόσα πολλά χρόνια. Κι αυτή η έννοια έχει αλλοιωθεί εξαιτίας του ιού. Το ξέρω μέσα μου τώρα ότι η Μελβούρνη, η Αυστραλία, είναι το σπίτι μου.
Στο αεροδρόμιο του Ντουμπάι υπήρξε μια παράξενη και θολή στιγμή. Λες και όλος ο πλανήτης συγκεντρώθηκε εκεί. Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί, Νιγηριανοί και Γκανέζοι, Πακιστανοί και Μπαγκλαντεσιανοί, Βορειοαμερικανοί και Λατινοαμερικανοί, πολλοί από εμάς κοιτάζουμε τα κινητά μας, τα λάπτοπ και τα iPads, αναζητώντας πληροφορίες για το ποια σύνορα έχουν κλείσει, για το αν πράγματι μπορούμε να πάμε σπίτι. Ορισμένοι στεκόμαστε και ατενίζουμε το κενό, αλλάζουμε συνεχώς θέση στα άβολα καθίσματα βινυλίου, προσπαθώντας να μην αγγιζόμαστε και να μην αναπνέουμε ο ένας κοντά στον άλλο.
Κάθομαι δυο θέσεις πιο μακριά από μια νεαρή γυναίκα, ποζάτη και κομψά ντυμένη με τα μαλλιά της καλυμμένα κάτω από ένα τουρμπάνι στα χρώματα του ουράνιου τόξου. Μιλά στο τηλέφωνό της γρήγορα στα γαλλικά. Τα δικά μου γαλλικά είναι μέτρια, αλλά καταφέρνω να καταλάβω ότι μπόρεσε να πάρει μια πτήση για Λάγος και από το Λάγος θα κάνει ό,τι μπορεί για να φτάσει στο σπίτι. Όπου κι αν είναι το σπίτι. «Το Παρίσι ήταν παράξενο» λέει στο τηλέφωνο. «Τα πάντα ήταν κλειστά, κατεβασμένα ρολά. Δεν το έχω ξαναδεί αυτό».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κρυφακούγοντας όσα λέει και κοιτάζοντας γύρω μου τους ανθρώπους που κοιτάζουν τις οθόνες τους, συνειδητοποιώ πόσο περίεργο και γελοίο είναι ότι μέχρι πρόσφατα αλωνίζαμε τον πλανήτη, θεωρώντας την ελευθερία και το προνόμιο της μετακίνησης δεδομένα. Δεν είναι ζήτημα ηθικής αποστροφής αυτό που βιώνω. Δεν είναι ζήτημα σωστού ή λάθους. Είναι περισσότερο η αναγνώριση του παραλογισμού. Στρέφομαι προς τον Γουέιν καθώς επιστρέφει έπειτα από πολύ ώρα στην ουρά για τις τουαλέτες.
«Είναι τόσο άχρηστα όλα αυτά».
«Όχι, πρέπει να πάμε σπίτι. Είναι σοβαρό».
«Όχι, όχι αυτό. Όλα αυτά τα ταξίδια, όλες αυτές οι μετακινήσεις, όλα αυτά είναι άχρηστα».
Επιστρέφοντας στο σπίτι, βρήκα ολόκληρο κατεβατό από μέιλ από αυστραλέζικα λογοτεχνικά φεστιβάλ και καλλιτεχνικούς οργανισμούς που θρηνούν για τις βλαβερές συνέπειες του COVID-19 στον τομέα της τέχνης. Κατανοώ και συμμερίζομαι αυτούς τους φόβους. Είμαι από τους τυχερούς, μια που συντηρούμαι από το γράψιμο. Για τους περισσότερους φίλους μου, όμως, η δημιουργική τους δουλειά συμπληρώνεται από δουλειές στον τουρισμό, το εμπόριο, στο δημόσιο και σε μη κυβερνητικές οργανώσεις. Η απότομη και εκκωφαντική κατάρρευση της οικονομίας, μας έχει διαλύσει όλους. Και όλοι έχουμε φοβηθεί. Τα θέατρα δεν ανεβάζουν πια παραστάσεις και οι κινηματογράφοι έκλεισαν. Οι νέες εκδόσεις σταμάτησαν και τα μαθήματα δημιουργικής γραφής ακυρώθηκαν.
Για ακόμη μια φορά, ο χρόνος έχει συρρικνωθεί και οι αντιπαραθέσεις, η πολιτική και οι συζητήσεις που μας αφορούσαν τόσο, με τόσο έντονο και παθιασμένο τρόπο, μοιάζουν εφήμερες και ασήμαντες. Η ανεργία, το πιο πιεστικό πρόβλημα που μας αφορά όλους. Υπάρχει βέβαια η επιθυμία να αποφύγουμε να μολυνθούμε από τον ιό. Αλλά οι εικόνες χιλιάδων απελπισμένων ψυχών που συγκεντρώνονται έξω από τα γραφεία του Centerlink (υπηρεσίες ασφάλισης και πρόνοιας) είναι που εντείνει τη σφοδρότητα αυτού που όλοι περνάμε και μας βυθίζει πιο πολύ στον φόβο. Οι άνθρωποι που κάνουν ουρές είμαστε εμείς –ο τρόπος που ντυνόμαστε, που χρησιμοποιούμε τα κινητά μας, η διαπραγμάτευση τόσο του ψηφιακού όσο και του φυσικού χώρου– κι όμως είναι κι αυτό ενδεικτικό ενός παρελθόντος που ποτέ δεν είχαμε φανταστεί ότι θα ξαναβλέπαμε: τον απόηχο της Μεγάλης Ύφεσης.
Συγγραφείς και σκηνοθέτες και καλλιτέχνες πάντοτε φαντάζονταν σενάρια Αποκάλυψης, ενώ η κλιματική αλλαγή και οι οξυνόμενες ανισότητες ήταν στο κέντρο του ενδιαφέροντος πρόσφατων έργων τέχνης και λογοτεχνίας με μεγάλη απήχηση. Είτε όμως πρόκειται για την άγρια και μηδενιστική βία του Κόρμακ ΜακΚάρθυ στον Δρόμο ή σκηνές με ζόμπι εξολοθρευτές και σαρωτικές φυσικές καταστροφές που έχουμε δει να επαναλαμβάνονται στον εμπορικό κινηματογράφο, δεν μας είχε απασχολήσει ποτέ ο ενδιάμεσος χρόνος. Γι’ αυτό πιστεύω πως οι μαζικές ουρές είναι ιδιαίτερα τρομακτικές. Μας υπενθυμίζουν ότι δεν είναι ένα απότομο άλμα από το σημείο όπου βρισκόμασταν μόλις –υποθέτοντας πως το μέλλον θα ήταν πάντα σταθερά προοδευτικό και σταθερά επιτυχημένο– μέχρι τη δυστοπική Αποκάλυψη που φέρνει το τέλος του κόσμου. Η ενδιάμεση περίοδος θα διαρκέσει χρόνια. Η ενδιάμεση περίοδος θα είναι η ζωή μας.
Οπότε, ανησυχώ για τους φίλους μου που είναι συγγραφείς και καλλιτέχνες και θεατρικοί συγγραφείς και κινηματογραφιστές. Αλλά είμαι το ίδιο ανήσυχος για τους φίλους μου που είναι νοσοκόμοι και μεταφορείς και υπάλληλοι και δάσκαλοι. Όλες αυτές οι διαφορές που λατρεύαμε και εξιδανικεύαμε μόλις πριν από λίγες εβδομάδες δεν έχουν πια καμιά σημασία. Αυτή τη στιγμή, η κοινότητα αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τη διαφορετικότητα.
Μαζί με τα μέιλ που σαν καμπανάκια ανακοινώνουν ακόμη μια ακύρωση λογοτεχνικού φεστιβάλ, ακόμη μια ακύρωση παράστασης, έρχονται και σύνδεσμοι για παραστάσεις ή καλλιτεχνικές δουλειές ανθρώπων που δημιουργούν τέχνη στο διαδίκτυο. Αυτό είναι πράγματι κάτι το αναζωογονητικό αλλά και μια πρόκληση για τη θέληση του καλλιτέχνη να συνεχίζει να παράγει. Ίσως να είναι θέμα ηλικίας ή απλώς διάθεσης αλλά αισθάνομαι μια μελαγχολία με την παραγωγή τέτοιων δουλειών. Μια ορχήστρα δωματίου παίζει σε ένα άδειο αμφιθέατρο, μια ντραγκ κάνει μιμήσεις μπροστά σε έναν DJ σε ένα άδειο δωμάτιο. Αυτό που λείπει, αυτό που είναι οικτρό, είναι ότι χωρίς τη φυσική παρουσία των σωμάτων στο κοινό, οι δουλειές αυτές μοιάζουν με πρόβες. Δεν διαφέρει από τον αγώνα ποδοσφαίρου χωρίς θεατές που είδα για λίγα λεπτά. Το κενό ήταν εκκωφαντικό. Το έκλεισα. Γεμάτος ενοχή, έκλεισα τη μουσική.
Κατά κάποιον τρόπο, μου έχει κάνει εντύπωση πόσο απολαμβάνω αυτή την περίοδο επιβεβλημένης απομόνωσης. Λέγοντάς το αυτό, κατανοώ ότι είμαι τυχερός. Έχω έναν σύντροφο, ένα υπέροχο σπίτι και ράφια γεμάτα βιβλία και δίσκους και ταινίες. Έχουμε φίλους και οικογένεια και γείτονες που φροντίζουν να έχουμε φαγητό στην πόρτα μας και κρασί στο ψυγείο μας.
Δεν είμαι απολύτως λουδίτης: το you tube και το στρίμινγκ μου κρατάνε επίσης συντροφιά. Ωστόσο, οι πιο ικανοποιητικές και πιο χορταστικές απολαύσεις προέρχονται από τον αναλογικό κόσμο. Είμαι στη μέση ενός καταπληκτικού βιβλίου, Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Μισέλ Γκενασιά. Ένα τρυφερό ρέκβιεμ για μια γενιά ανθρώπων από την Ευρώπη που ξέφυγαν από τον ολοκληρωτισμό, αντιμετώπισαν την απώλεια και έζησαν εξόριστοι στο Παρίσι. Το είχα δύο χρόνια τώρα στο κομοδίνο μου.
Σήμερα το πρωί χόρευα με το Hiperasia, ένα χαρούμενο γεμάτο εφευρετικότητα άλμπουμ του Ισπανού καλλιτέχνη ηλεκτρονικής μουσικής El Gioncho. Όπως και με το μυθιστόρημα του Γκενασιά, είχα τον δίσκο αρκετό καιρό. Τώρα μόνο τον ακούω με προσοχή. Με τις πολλές και απότομες αλλαγές που έχει επιφέρει ο ιός, το πρόσφατο παρελθόν μοιάζει να είναι έναν αιώνα πριν. Παρόλα αυτά, είμαι ευγνώμων για το τώρα. Τον αληθινό χρόνο. Τον χρόνο που έχει λεπτά και ώρες. Τον χρόνο της υπομονής και της περισυλλογής.
Μου λείπουν οι άνθρωποι. Ο Γουέιν κι εγώ συζητάμε για την εξέλιξη του ιού, τις αντιδράσεις παγκοσμίως αλλά και σε τοπικό επίπεδο, το αβέβαιο μέλλον που έρχεται. Και στους δυο μας λείπουν οι άλλες φωνές, οι άλλες προοπτικές, η ευκαιρία να αντιπαραθέσουμε τα επιχειρήματά μας και να αντικρούσουμε των άλλων. Είναι βέβαια δυνατόν να γίνει αυτό αλλά το Skype πέφτει και χάνεται, ο φτενός ήχος στην άλλη άκρη δεν έχει το ηχόχρωμα της ανθρώπινης φωνής. Η ψηφιακή επικοινωνία επιτείνει τους περιορισμούς και ενισχύει την τάση να μιλάς μόνο με όσους σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο με σένα.
Θα έρθει η στιγμή που θα επιστρέψουμε στον κόσμο, όταν η κοινωνική αποστασιοποίηση θα είναι παρελθόν. Αλλά θα έχουμε μια κατεστραμμένη οικονομία και διαμελισμένες κοινωνίες. Αναπόφευκτα θα δούμε αυτή την καταστροφή και τον διαμελισμό στα βιβλία και την τέχνη που θα παραχθεί. Καθημερινά, τριγυρίζω στο χωλ, στα δωμάτια του σπιτιού, βγαίνω στον κήπο και σκέφτομαι πως πρέπει να γράψω. Αλλά όλες μου οι ιδέες μού φαίνονται ασήμαντες και ανούσιες. Είναι κλισέ αλλά και αλήθεια πως το γράψιμο είναι μοναχική δουλειά. Μόνο τώρα όμως που είμαι σωματικά αποκομμένος από τους φίλους και τους συναδέλφους συνειδητοποιώ πόση υποστήριξη και έμπνευση παίρνω από τις σκέψεις, τις συζητήσεις και τα επιχειρήματά τους. Χρειάζεσαι ένα «δικό σου δωμάτιο» (A room of one’s own), όπως έλεγε η Βιρτζίνια Γουλφ. Αλλά δεν αρκεί. Τέτοιες συζητήσεις θέλω να κάνω.
Πολλοί από εμάς τους συγγραφείς είμαστε προοδευτικοί και αριστεροί, φεμινιστές και αντιρατσιστές. Υπό μια έννοια, ο ιός και οι συνέπειές του μας επιβεβαιώνουν. Η κυβέρνηση συνεργασίας που έχουμε, η οποία επί πολλά χρόνια πετούσε στον κάλαθο των αχρήστων τις εμπνευσμένες πολιτικές της αριστερής κυβέρνησης (Κέβιν) Ραντ, του ηγέτη του Εργατικού Κόμματος (της Αυστραλίας) κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, τώρα παίρνει νομοθετικά μέτρα με σκοπό να προστατέψει την οικονομία.
Τα δόγματα του οικονομικού φιλελευθερισμού που κυριάρχησαν ανά την υφήλιο εδώ και περισσότερα από πενήντα χρόνια έχουν καταρρεύσει υπό το βάρος του επείγοντος και της επιθετικότητας αυτού του ιού.

Ωστόσο, υπάρχει άλλη μια κανονιστική αρχή του φιλελευθερισμού που έχει καταστραφεί από τις τελευταίες εβδομάδες, και αυτό είναι η πίστη στα ανοικτά σύνορα. Καθώς περιμέναμε να φύγουμε από την Ευρώπη, οι χώρες η μία μετά την άλλη έκλειναν για τον υπόλοιπο κόσμο. Υπό αυτή την έννοια, ο ιός και οι συνέπειές του έχουν επιβεβαιώσει τις συντηρητικές φωνές που υπερασπίζονται το κράτος-έθνος. Δεν είναι οι υπερεθνικές δομές που έχουν αναλάβει το έργο της φροντίδας των κοινωνιών. Είναι το έθνος-κράτος. Τόσοι πολλοί κάναμε λάθος; Κατηγορούσαμε άλλους για τις ιδέες τους, ενώ θα έπρεπε να τους ακούμε προσεκτικότερα; Κάθε φορά που ακούγαμε ένα επιχείρημα που αμφισβήτησε τις δικές μας πεποιθήσεις το εκλαμβάναμε ως ρατσισμό και ξενοφοβία; Είχαμε απολέσει την ικανότητα να αμφισβητούμε τις βεβαιότητές μας; Και αν ναι, τι σημαίνει αυτό για τη μυθοπλασία που γράφαμε και τα επιχειρήματα στα οποία τη στηρίζαμε;
Ανησυχώ για την υπέρβαση των κρατικών εξουσιών στην αντιμετώπιση του ιού. Είναι απαραίτητη, είναι ιατρικά και επιστημονικά επιβεβλημένη, αλλά τα μέτρα παρακολούθησης και ελέγχου που εφαρμόζονται είναι βαθιά ανελεύθερα. Άπαξ και θεσπιστούν τέτοια μέτρα ίσως είναι πολύ δύσκολο να αντιστραφούν. Με συγκλονίζει πόσο μικρή βαρύτητα έχει η έννοια της ελευθερίας για τους συνομηλίκους μου. Για μένα μια διαδικασία πολιτικής αφύπνισης ήταν οι πολιτικές για το AIDS. Ορισμένα από τα ωραιότερα βιβλία και έργα τέχνης της δεκαετίας του 1980 προήλθαν από την προκλητικότητα και την αντίσταση στη δαιμονοποίηση των φορέων και τις απόπειρες κρατικού ελέγχου πάνω στα σώματα των ανθρώπων. Αυτή η καχυποψία απέναντι στο κράτος –στα δικαστήρια, στη δικαιοσύνη, στην αστυνομία και στον στρατό, στη γραφειοκρατία και στις εξουσίες της– φαίνεται να μην απασχολεί ιδιαίτερα μια σημερινή γενιά συγγραφέων και καλλιτεχνών.
Ένα αντίστοιχο σοκ ήταν η σχεδόν αποσιώπηση των ευθυνών του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Άλλες κυβερνήσεις έχουν κάνει λάθη ή έχουν αναγκαστεί να αναδιπλωθούν από αρχικές τους αποφάσεις, αλλά το ΚΚΚ υπήρξε ο χειρότερος υποκριτής σε αυτή τη σύντομη ιστορία του COVID-19. Στην αρχική τους απερισκεψία να κάνουν ότι δεν βλέπουν τις συνθήκες εκείνες που επέτρεψαν την επώαση της νόσου όπως και στην τρομακτική καταπίεση που επεβλήθη στους ίδιους τους πολίτες τους στη συνέχεια.
Ανησυχώ για το γεγονός ότι εμείς οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες μέσα στην οργή μας υποτιμήσαμε πολλά πράγματα κατά την τελευταία δεκαετία, σκαρφαλώνοντας στους ίδιους άτιμους ανεμόμυλους. Και ίσως το πώς καταλαβαίναμε την ιστορία ήταν εξίσου θλιβερό. Το μεγαλύτερο δώρο που μας προσφέρει η ανάγνωση της ιστορίας είναι ότι μας προκαλεί να αμφισβητούμε βεβαιότητες. Ίσως αυτή είναι η συζήτηση που πραγματικά ανυπομονώ να κάνω. Μετά τους τελευταίους μήνες, μετά από αυτούς τους μετασχηματισμούς, μπορεί ένας συγγραφέας ακόμη να ασπάζεται βεβαιότητες;
Όταν θα αναδυθούμε από την απομόνωση, ο κόσμος θα είναι μικρότερος και οι ορίζοντές μας τοπικοί. Προτεραιότητα θα έχει η αλληλεγγύη και η βοήθεια στους άνεργους. Καθετί άλλο δεν θα είναι ασήμαντο, θα είναι όμως δευτερεύον.
Ελπίζω, επίσης, να αναδυθούμε πεινασμένοι για επιχειρήματα και συζητήσεις και διαφωνίες. Ελπίζω τα γραπτά μας και η τέχνη μας να θέσουν περισσότερα ερωτήματα και να μην προσποιούνται ότι έχουν όλες τις απαντήσεις.

*Ο Χρήστος Τσιόλκας γεννήθηκε στη Μελβούρνη το 1965. Παιδί Ελλήνων μεταναστών, έχει χαρακτηριστεί «ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους μυθιστοριογράφους της Αυστραλίας». Το φθινόπωρο του 2009, με το μυθιστόρημά του Το χαστούκι (“The Slap”), κέρδισε
το βραβείο του καλύτερου συγγραφέα των χωρών-μελών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, ενώ το 2010 με το ίδιο μυθιστόρημα
ήταν υποψήφιος για το βραβείο Booker.
Το άρθρο του με τον τίτλο “Were so many of us wrong?” δημοσιεύτηκε στη Sydney Morning Herald, στις 3 Απριλίου 2020.
**Πηγή ελληνικής μετάφρασης: https://www.bookpress.gr/

Εορτάζοντας τα 101α γενέθλια του Lawrence Ferlinghetti

*Αποσπάσματα από το βιβλίο “Τι Είναι Ποίηση;” που ο Χ. Αγγελακόπουλος είχε την τιμή να μεταφράσει πέρσι για τις εκδόσεις “Bibliotheque”

Η ποίηση σαν πρώτη γλώσσα πριν τη γραφή ακόμα τραγουδάει εντός μας, μία βουβή μουσική, μία αδιαμόρφωτη μουσική.
Η ζωή που βιώνεται με ποίηση στον νου τέχνη καθ’ εαυτή.
Ποιήματα σαν πεταλουδίτσες συνωστίζονται στο παράθυρο, προσπαθώντας να αγγίξουνε τη φλόγα.
Ποίηση η κραυγή της καρδιάς που ξυπνάει αγγέλους και σκοτώνει δαιμόνια.
Ποίηση τα λευκά γράμματα στο μαύρο, τα μαύρα γράμματα στο λευκό.
Ποιήματα κρύβονται σε νυχτερινούς ουρανούς, σε ρημαγμένα οικήματα, στα φθινοπωρινά φύλλα που ανεμοσέρνονται, σε χαμένα και ανακαλυμμένα γράμματα, πρόσωπα χαμένα στο πλήθος…
Ποίηση ο πίνακας των πολιτειών του μυαλού και των αναπτυγμένων σε βάθος κατατομών.
Ποίηση μία γυναίκα γυμνή, ένας άνδρας γυμνός και η απόσταση αναμεταξύ τους.
Ποίηση η υπέρτατη μυθοπλασία.
Ποίηση τα νέα από τα όρια που ολοένα διευρύνονται στα μακρινά σύνορα της συνειδητότητας.
Ιδιωτική μοναξιά που γίνεται δημόσια.
Το φως στο τέρμα του τούνελ και το σκοτάδι εντός του.
Το πρωινό περιστέρι που θρηνεί τον έρωτα, και τίποτα δε φτάνει την κραυγή της καρδιάς.
Η ποίηση κρατάει το θάνατο σε απόσταση.
Η ποίηση δεν είναι μόνο άλογα ηρωίνης και Ρεμπώ. Είναι επίσης οι ανίσχυρες προσευχές των επιβατών αεροπλάνων που δένουν τις ζώνες τους για την τελευταία κάθοδο.
Τα ποιήματα εκπληρώνουν πόθους και αποκαθιστούν ζωές.

*Lawrence Ferlinghetti, Τι Είναι Ποίηση;- Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος, εκδ. Bibliotheque.

Ξεκλειδώνοντας τον Κλήδονα / Unlocking Klidonas

Το περιοδικό «Κλήδονας» της υπερρεαλιστικής ομάδας Αθηνών αποτελεί τη σαφέστερη μέχρι στιγμής αποτύπωση μιας δραστηριότητας που διαρκεί εδώ και δύο περίπου χρόνια, αλλά που οι ρίζες της βρίσκονται αρκετά βαθύτερα. Η ίδρυση της ομάδας και του περιοδικού οφείλονται κατ’ αρχάς στην ανάγκη κάποιων ατόμων, σε δεδομένο τόπο και χρόνο, να μετατρέψουν τις υποκειμενικές τους επιθυμίες σε συλλογικά βιώματα και διακυβεύματα, αλλά και να κοινοποιήσουν τις καταβολές, εμπειρίες και προοπτικές τους.
Σε μια χώρα βέβαια όπως η Ελλάδα, όπου ο υπερρεαλισμός έχει καταχωρηθεί ως γόνιμη επιρροή σε λογοτεχνικά και (λιγότερο) σε εικαστικά έργα, αλλά όχι ως συστηματική ομαδική δραστηριότητα, αναδεικνύεται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ο κατασταλτικός ρόλος της εξειδικευμένης κριτικής απέναντι στην στοιχειωδώς αυθεντική έκφραση. Έτσι, η πρωτοβουλία ενός συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, μιας συλλογικής ένταξης στο ζωντανό υπερρεαλιστικό κίνημα, όπως συμβαίνει με την ομάδα Αθηνών και λίγο παλαιότερα με τη σουρρεαλιστική ομάδα στα Γιάννενα, προξενεί ταυτοχρόνως την υπεροπτική αναγωγή του υπερρεαλισμού από αυτόκλητους τιμητές σε ένα ένδοξο ή μη μακρινό παρελθόν, και τις σκανδαλισμένες αντιδράσεις των ίδιων τιμητών απέναντι στην αυθάδεια μιας κίνησης που δεν εντάσσεται στο αφηρημένο τους σχήμα. Το υπαρκτό αυτό φαινόμενο δεν θα έχρηζε καμίας προσοχής αν δεν αποτελούσε τμήμα μιας ευρύτερης, διεθνούς πρακτικής.

Αντικείμενο της αδυσώπητης ταξινομητικής μανίας των αισθητικών, φιλολόγων και επαγγελματιών ιστορικών της κουλτούρας, ο υπερρεαλισμός επαινείται ίσως ως μια στιγμή στην πορεία της τέχνης και, όταν υπεισέρχεται στην ακαδημαϊκή θεώρηση το στοιχείο των ιδεών, ως μια χαμένη εξέγερση που άγνωστο γιατί αδυνατεί να συνεχιστεί, μολονότι οι αιτίες της έχουν μάλλον πολλαπλασιαστεί παρά ατονήσει! Από την άλλη πλευρά, ο υπερρεαλισμός κρίνεται ανέξοδα σε μια αυτοανακυκλούμενη και θεσμικά κατοχυρωμένη σχετικοποίηση των πάντων και ένταξη μιας νοθευμένης αμφισβήτησης στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Οι προσεγγίσεις αυτές, όσο προωθημένες και αν διατείνονται ότι είναι, αδυνατούν να ξεφορτωθούν το βάρος του υπερρεαλισμού με οποιονδήποτε άλλον τρόπο εκτός από την ένταξή του στα καλούπια άψογα οριοθετημένων ιστορικών περιόδων.

Είναι βέβαια αδιανόητος ο υπερρεαλισμός ως πράξη και ως ανάγκη για τους ακαδημαϊκούς αναλυτές που τείνουν να κατέχουν το μονοπώλιο στην ευπρεπή διάδοση ή δυσφήμισή του, αφού τον έχουν γνωρίσει κατά κανόνα ως διδαχθείσα ύλη, ως τμήμα της κουλτούρας που εκείνος επεδίωξε ανέκαθεν να διαβρώσει για να επανέλθει στο πρωταρχικό ερέθισμα μιας έκφρασης αδιάφορης για πολιτιστικούς θεσμούς. Έτσι, ο υπερρεαλισμός μετατρέπεται ύπουλα σε καταναγκαστική γνώση αντί για ένδειξη προς την κατεύθυνση της επιθυμίας, και διασφαλίζεται η διαιώνιση της παραποίησής του.
Ωστόσο, η επιθυμία αυτή δεν παύει να υπάρχει. Ο υπερρεαλισμός επισημαίνει πάντα τις αρχές που τον ανήγαγαν σε οπτική γωνία, πράξη, ατομική και συλλογική εμπειρία: κατ’ αρχάς, απεριόριστη διαθεσιμότητα απέναντι στους ανεπαίσθητους ερεθισμούς που τείνουν να προσδίδουν στη ζωή, έστω και φευγαλέα, ένα νόημα πέραν αυτού που επιβάλλει η καθημερινή χρηστικότητα. Κατόπιν, συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η κοινωνική συνθήκη που απαγορεύει τις εξαιρετικές αυτές ενδείξεις χωρίς να κατορθώνει να εξαλείψει εντελώς τις ρωγμές που τις φέρνουν ενίοτε στο προσκήνιο δεν αποτελεί μεταφυσική αναγκαιότητα, καθώς και ότι η υποκειμενική επιθυμία δεν νοείται ανεξάρτητα από τη διυποκειμενική επικοινωνία. Τέλος, ανοιχτότητα που επιτρέπει τον εντοπισμό των στοιχείων της υπερρεαλιστικής θέασης και πράξης τα οποία διαστρέφονται από την ενσωμάτωσή τους στην κυρίαρχη κουλτούρα, ή περιπλέκονται από τις ιστορικές συγκυρίες. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς πολλών επαγγελματιών μελετητών του, ο υπερρεαλισμός έχει μια ισχυρότατα ανεπτυγμένη ικανότητα αυτοεξέτασης, κάτι που άλλωστε συμβαδίζει με την ερευνητική του φύση.

Η όποια απόπειρα ενασχόλησης με τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα σε επίπεδο σαφούς προσχώρησης και όχι αμυδρού ενδιαφέροντος που περιορίζεται σε ανασκοπήσεις και θεωρητικές ταριχεύσεις, ή έστω καλόπιστες επικλήσεις, έχει να αντιμετωπίσει δυσκολίες οι οποίες φαίνονται ίσως προφανείς αλλά κατ’ ουσίαν ανάγονται στην πνευματική ραστώνη που ευνοούν τα ιστορικά προηγούμενα. Ανταλλάσσοντας την ποιητική λειτουργία με τις μικρότητες της λογοτεχνικής παραγωγής και της διδασκαλίας της, ο κύριος όγκος των γραπτών που αναφέρονται στις εγχώριες προσλήψεις του υπερρεαλισμού παρουσιάζει την εικόνα μιας κουλτούρας ταυτοχρόνως πολύ υπανάπτυκτης για να συλλάβει τις προοπτικές και διεθνείς λειτουργίες του κινήματος, και φολκλορικά λυρικής, ώστε να αξιοποιεί στοιχεία υπερρεαλιστικής εικονοποιίας προς όφελος ενός εθνικού ιδεολογήματος.

Η αφελής χάρη μιας υποτιθέμενης Ελλάδας του 1930, κλεισμένης στον εαυτό της, που εξέπεμπε ψήγματα ενός νεότευκτου αλλά εμφατικά τοπικού λυρισμού, αγνοώντας τις διεθνείς διεργασίες και βασιζόμενη στο ατομικό έργο κάποιων λίγο-πολύ ιδιότυπων ή χαρισματικών ατόμων προϋποθέτει ασφαλώς και τη σύμφωνη μαρτυρία των νεκρών πλέον προσώπων που εισήγαγαν τον υπερρεαλισμό στη χώρα. Ωστόσο μια πρόχειρη αναδρομή στα κείμενα εκείνης της εποχής, και στις τότε απόπειρες ομαδικής δραστηριότητας, δείχνει ότι ο υπερρεαλισμός έγινε και εδώ εξ αρχής αντιληπτός ως κίνημα, ως ερευνητικό εργαλείο αλλά και διαρκής εμπειρία, που επιζητεί τη συλλογικότητα και αδιαφορεί για τις λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Ήδη στα 1939 ο Ανδρέας Εμπειρίκος χαρακτήριζε το πρώτο του βιβλίο «πράξη» του κινήματος και όχι λογοτεχνική άσκηση, ενώ προειδοποιούσε για το καθεστώς της κριτικής, η οποία υφαρπάζει τύπους έκφρασης και εμπειρίας που δεν της ανήκουν. Σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, η αποτυχία των τότε εγχώριων υπερρεαλιστών να συγκροτηθούν σε ομάδα με συστηματικές δημόσιες παρεμβάσεις ανακηρύσσεται άλλοτε αρετή, άλλοτε αναπόφευκτο μειονέκτημα και άλλοτε φόβητρο για οποιαδήποτε νεότερη απόπειρα. Το πλήθος των απελπιστικά δειλών κινήσεων προς αυτήν την κατεύθυνση που σημειώθηκαν κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες δεν δίνει το μέτρο για τη συνέχεια, αλλά μάλλον υποδεικνύει την αναγκαιότητα της ρήξης με μια παράδοση αθεράπευτης αδράνειας.

Η αναγκαιότητα, βέβαια, δεν βρίσκεται ποτέ μακριά από την τυχαιότητα. Η επιθυμία ανάπτυξης υπερρεαλιστικής δράσης στην Ελλάδα απέκτησε έκφραση τα τελευταία χρόνια, χάρη στις κινήσεις ατόμων που κατ’ αρχάς αγνοούσαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Το πλέγμα συμπτωματικών συναντήσεων, κινήσεων με συνέπειες άσχετες των προθέσεων που τις ενέπνευσαν, εσωτερικών αντιστάσεων και συνειδητών δεσμεύσεων που οδήγησαν στην τρέχουσα κατάσταση δεν αποτελεί δείγμα κάποιας μαγικής πανάκειας, αλλά τμήμα μιας ατέλειωτης και διόλου ευθείας πορείας που έχει πάψει από καιρό, για μας, να είναι απλώς ατομική.

Το περιοδικό Κλήδονας έτσι καταγράφει μια στιγμή στην εξέλιξη της ομάδας, στην οποία συμμετέχουν και πρώην μέλη της σουρρεαλιστικής ομάδας στα Γιάννενα που πλέον ζουν στην Αθήνα. Εκτός από κείμενα και συλλογικά παιγνίδια των δύο ομάδων, το εισαγωγικό αυτό τεύχος περιλαμβάνει μεταφρασμένα κείμενα από ομάδες και επιμέρους μέλη του διεθνούς κινήματος, κάτι που θα συνεχιστεί σε επόμενα τεύχη. Για πρώτη φορά, έτσι, παρουσιάζονται από κοινού στην ελληνική γλώσσα κείμενα της σημερινής παρισινής ομάδας, της ομάδας Τσεχίας-Σλοβακίας, της ομάδας του Σικάγου και της ομάδας του Ληντς. Η επιδίωξή μας είναι η συστηματική παρουσίαση των δραστηριοτήτων και κατευθύνσεων που έχουν αναπτυχθεί στα πλαίσια του υπερρεαλισμού από την πρώιμη μεταπολεμική περίοδο μέχρι τις μέρες μας. Πρόκειται για έναν πλούτο υλικού που παραμένει ως επί το πλείστον άγνωστο, όχι μόνο στην Ελλάδα, στο όνομα μιας προκρούστειας προσέγγισης της διεθνούς κριτικής, που έχει ανάγκη από ημερομηνίες λήξεως και που αφαιρεί από τον υπερρεαλισμό κάθε χαρακτήρα διεθνούς κινήματος, ταυτίζοντάς τον με τη ζωή και το θάνατο του κύριου θεωρητικού του, André Breton.

Η αίσθηση ενός κάποιου χρέους για ενημέρωση δεν πρέπει να εκληφθεί διόλου ως ανάγκη για αντίκρουση ενός υπαινιγμού που εύκολα συνάγεται από τέτοιου είδους πεποιθήσεις: ότι με άλλα λόγια οι εν ενεργεία υπερρεαλιστές θα πρέπει να αποδείξουν, αν όχι την ύπαρξή τους, τουλάχιστον τη συνοχή και αξία του εγχειρήματός τους. Μας είναι παντελώς αδιάφορος ένας διάλογος με όρους καλλιτεχνικού εμπορίου, στους οποίους η επίσημη απόφανση είναι ήδη εγγεγραμμένη στην ερώτηση, ενώ οι εναλλακτικές προτάσεις αποτελούν πάντα μέσο αναγωγής της διακύβευσης στην ασφαλή κατηγοριοποίηση και της εξέγερσης στην απλή εξέλιξη. Η επιδίωξή μας σε αυτόν τον τομέα —όπως φάνηκε άλλωστε και στην πρόσφατη έκθεση της υπερρεαλιστικής ομάδας Τσεχίας-Σλοβακίας που διοργάνωσε η ομάδα Αθηνών τον Οκτώβριο στα πλαίσια του φεστιβάλ του περιοδικού Βαβέλ στο Γκάζι— είναι η προώθηση της γνώσης όσον αφορά στις διεθνείς ομάδες και προοπτικές. Η γνώση ωστόσο είναι αλληλένδετη με την πράξη και την επικοινωνία, και ως προς αυτό είμαστε ανοιχτοί σε κρίσεις και προσκλήσεις σε διάλογο. Όσο για τις προσεχείς εκδόσεις και εκδηλώσεις μας, ελπίζουμε να επανέλθουμε αρκετά σύντομα.

Ιανουάριος 2007

Το παραπάνω κείμενο είναι μια συλλογική αποτίμηση της διαδικασίας συγκρότησης και της μέχρι τώρα δράσης της ομάδας και διαβάστηκε, στις εκδηλώσεις παρουσίασης του πρώτου τεύχους του «Κλήδονα».

***


Unlocking Klidonas

Klidonas, the magazine of the Athens Surrealist Group, provides the clearest, to date, outline of an activity that has so far unfurled for well over two years, yet whose roots lie deeper still. The founding of both the group and the magazine originates in the need felt by certain individuals, at a given point in time and space, to transform their subjective desires into collective adventures and risks, as well as to communicate their formative principles, experiences and perspectives.

In a country like Greece, where surrealism has been departmentalized as a fertile influence on literary and (less so) on plastic artworks, but not as a systematic collective activity, the oppressive function of specialized criticism vis-à-vis all remotely authentic expression is particularly conspicuous. Thus, the initiative of a collective self-description and adhesion to the living surrealist movement, as in the cases of the Athens group and, a few years earlier, of the Surrealist Group of Ioannina, gives rise to the haughty reduction of surrealism, by self-appointed appraisers, to a (glorious or not) distant past, as well as to the shocked reactions of the said persons against the arrogance of a gesture not quite compatible with their abstract concept. This phenomenon would be hardly worthy of attention, were it not part of a wider, indeed international, practice.

As the object of the ruthless categorizing fury of aesthetics experts, philologists and professional cultural historians, surrealism is perhaps praised as a moment in the history of art, and, when the issue of “ideas” enters the (academic) picture, as a lost revolt, which, for reasons unknown, cannot possibly continue even though its causes have multiplied rather than vanished. On the other hand, surrealism is safely judged, within a process of self-recycled, institutional trivialization, and introduction of a facile questioning into the frame of educational syllabuses. Advanced as they may claim to be, these approaches cannot get rid of surrealism’s weight in any way other than positioning it into the moulds of impeccably delineated historical periods.

To be sure, surrealism as act and need is unthinkable for those academic analysts who claim the monopoly of its civil propagation or defamation, given that the concept has been introduced to them in the form of taught material, part of the very culture it has always sought to subvert before being restored to its original urge towards an expression wholly indifferent to cultural institutions. Surrealism is thus slyly transformed into compulsory knowledge rather than being recognized as an index in the direction of desire; hence the perpetuation of its falsification is guaranteed.

Yet the said desire does not for all that cease to exist. Surrealism insists on the principles that have rendered it into a particular viewpoint, a mode of action, an individual and collective experience: firstly, limitless availability vis-à-vis the well-nigh imperceptible motives that tend to invest life, if fleetingly, with a meaning that escapes that imposed by quotidian utility; secondly, the realization of the fact that the social condition working against the flourishing of such exceptional indices without for all that succeeding in effacing once and for all the fissures through which they may become felt is by no means a metaphysical necessity, as well as that subjective desire cannot be considered independently of trans-subjective communication; finally, the openness necessary for the detection of those elements of the surrealist viewpoint and activity which are deformed through their incorporation into institutionalized culture, or complicated by historical occurrences. Contrary to what many of its professional studiers claim, surrealism contains an exceptionally developed capacity for self-examination, fully compatible with its inquisitive nature.

In Greece, any attempt towards involvement with surrealism on the level of unequivocal adhesion rather than of the faint interest proper to retrospective study and theoretical embalming, or at best good-natured evocation, comes up against the kind of difficulties that may seem obvious yet are essentially linked to the intellectual laziness encouraged by past history. By exchanging the poetic function with the pettiness of literary production and education, the vast majority of writings referring to the early indigenous assumptions regarding surrealism reproduces the picture of a culture at once too underdeveloped to comprehend the movement’s perspectives and international dynamics, and invested with a convenient folkloric lyricism via which elements of surrealist imagery could serve the interests of national ideology.

The quaint charm of a supposed 1930s Greece —the construct of a self-contained local culture, transmitting fragments of a novel yet emphatically local lyricism, ignoring international processes and relying on the individual works of some more or less idiosyncratic and/or charismatic individuals— presupposes, of course, the agreement of those (now dead) who actually introduced surrealism in the country. Yet even a rudimentary study of those distant texts, of the first attempts towards group activity, reveals that here, too, surrealism was perceived from the outset as a movement, both as a tool for research and as a perpetual adventure that seeks collectivity and remains indifferent to literary ambition. Already in 1939, Andreas Embirikos labeled his first book an “act” of the movement, rather than a literary exercise, while warning against the critical establishment’s usurpation of modes of expression and experience foreign to it. Almost seventy years later, the failure of early indigenous surrealists to maintain consistent group activity involving systematic collective public interventions is declared either a virtue or an inevitable handicap — or indeed evoked merely to scare away all who might attempt a newer venture along such lines. The many hopelessly lame moves in that direction over the course of the past four decades do not set the standard for what is to follow; rather, they serve to point out the necessity to break with a tradition of grave inertia.

Necessity, however, is never far removed from chance. The desire to develop surrealist activity in Greece attained expression in the past few years due to the acts of individuals or smaller groups who ignored each other’s presence to start with. The network of fortuitous encounters, gestures whose consequences were unrelated to their original motives, internal resistances and conscious engagements that have led to the current situation does not testify to some magic panacea; rather, it constitutes part of an endless and anything but straight route that has long ceased, for each one of us, to be merely individual.

Klidonas thus records a moment in the development of the group, to which by now have come to participate members of the Surrealist Group of Ioannina who live currently in Athens. Apart from texts and collective games by the two groups, the introductory issue of Klidonas contained translations of texts by groups and members of the international movement, something that will continue over the following issues. For the first time in the Greek language there are available in the same publication texts by the contemporary Paris group, the Czech-Slovak group, the Chicago group, as well as by groups operating in England (in Leeds and London). Our objective is the systematic presentation of activities and directions that have developed within the context of surrealism from the early post-war period onwards. This wealth of material remains for the most part unknown, not only in Greece, in the name of a procrustean approach on behalf of international criticism, whose need for sell-by dates urges it to deprive surrealism of its essential character as an international movement, by identifying it with the life and death of its major theoretician, André Breton.

The felt necessity to supply information should not at all be understood as an urge to contradict a suggestion that may easily derive from such convictions as the above: in other words, that the current surrealists should prove, if not their very existence, at least the cohesion and value of their undertaking. We are wholly indifferent to a dialogue rendered in art-market terms, whereby the official decision is already inscribed in the question, while alternative options are always means of reducing risk to safe categorization and revolution to mere evolution. Our goal regarding this sector —as witnessed in the recent Athens exhibition of the Czech-Slovak surrealist group in collaboration with the Athens group at the Babel festival— is the promotion of knowledge regarding international groups and perspectives. Yet knowledge is intertwined with practice and communication, hence our availability for criticism and invitations to dialogue. As for our future publications and manifestations, we hope to be back with more fairly soon.

January 2007

Written for the public presentations of the first issue of Klidonas and printed on issue No 2 (November 2007)

Athens Surrealist Group/Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας

Διακήρυξη της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών / Declaration of the Athens Surrealist Group

Τι είναι ο υπερρεαλισμός; Το ερώτημα αυτό επανέρχεται, ογδόντα και πλέον χρόνια από την αρχική του διατύπωση, για να καταστήσει σαφές εκείνο που θα έπρεπε να είναι ήδη αυτονόητο, προφανές και σε μεγάλο βαθμό κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, στην μακρά πορεία της προς την πνευματική απελευθέρωση και την κοινωνική χειραφέτηση.
Κατ’ αρχάς είναι απαραίτητο να τονισθεί ότι ο υπερρεαλισμός δεν είναι απλώς ένα λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα της πρωτοπορίας, με συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης και λήξης όπως τον παρουσιάζουν οι εγκυκλοπαίδειες, τα λεξικά και οι ιστορίες της τέχνης και της λογοτεχνίας. Αποτελεί την συνειδητοποίηση και απόπειρα ολικής έκφρασης ενός προτάγματος που οι πρώιμοι σπινθήρες του διαύγασαν τον νυχτερινό ουρανό του νεότερου κόσμου σχηματίζοντας το μονόγραμμα μιας υπόσχεσης που ακόμη και αν η μοίρα της είναι να παραμείνει ανεκπλήρωτη—αλλά ποιος μπορεί να το πει αυτό, πριν προφερθεί η τελευταία μας λέξη;—δεν είναι λιγότερο αισθητή η επιθυμία προσέγγισης της πηγής της, εναρμονισμού με την προοπτική της.
Ως ανάγκη του ανθρώπου, ο υπερρεαλισμός δεν είναι ούτε περιορισμένος σε στενά χωρικά, κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια, αλλά ούτε και άχρονος. Αν οι ρίζες του φθάνουν πολύ μακριά, αν συστηματοποιεί ένα πλέγμα σημάτων που φαίνονταν να αναπτύσσονται αυτόνομα και τυφλά, χωρίς συνείδηση της βαθιάς τους συνάφειας, και αν οι εκφάνσεις του αγγίζουν ακόμη φευγαλέα όσους εμποδίζονται να τον αναγνωρίσουν και να τον ονομάσουν, δεν υπήρξε λιγότερο υπαρκτή η απόφαση ίδρυσής του, ούτε και άμοιρη επιρροών από τους κραδασμούς που διαπερνούσαν τότε τον πνευματικό και κοινωνικό ορίζοντα. Και αν αναδύθηκε μες από το κλίμα μιας σειράς “σχολών” ή πρωτοποριακών κινήσεων, δεν είχε καμία ψευδαίσθηση για την όποια σύγκλισή του με αυτές. Το ιστορικό πλαίσιο της πρώιμης έκφρασής του παρέσχε τις συνθήκες συνειδητοποίησης ενός δυναμικού που μόνη η διοχέτευσή του στο σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης ήταν σε θέση να αξιοποιήσει.
Ο υπερρεαλισμός έτσι βρίσκεται εντός της ιστορίας, αλλά όχι με την έννοια μιας στιγμής στην εξέλιξη των τρόπων με τους οποίους εκλαμβάνεται και λειτουργεί η τέχνη. Αυτό σημαίνει ότι το “τέλος” του, ως κινήματος, δεν εγγυάται καμιά επιβίωση της όποιας κληρονομιάς του σε μια συνεχιζόμενη επ’ αόριστον ευρύτερη “πρωτοπορία”, αφού η τελευταία αυτή, όντας μια σύλληψη αδιανόητη έξω από τις συνθήκες που την παρήγαγαν και τους περιορισμούς που συνεπάγονται αυτές, αδυνατεί να εγγυηθεί την αναγκαιότητά της σε έναν κόσμο που αλλάζει χωρίς να καταπνίγει την επιθυμία που εξακολουθεί να υποδαυλίζει το υπερρεαλιστικό πρόταγμα. Ένα τέτοιο “τέλος” δεν μπορεί εξ άλλου να αντιμετωπισθεί (όπως υποστηρίχθηκε κάποτε) ως αναπόφευκτη ολοκλήρωση ενός κύκλου στην ευρύτερη πορεία ενός “αιώνιου” υπερρεαλισμού, γιατί η μόνη δυνατή μοίρα μιας κίνησης που συγκέντρωσε τις υπάρχουσες δονήσεις σε μια πρωτόγνωρη δέσμη δυνάμεων είναι να τις διασκορπίσει οριστικά με την διακοπή της, αδιάφορη για την όποια αιωνιότητα. Υπάρχουν μόνο δύο επιλογές: ή ο υπερρεαλισμός παραμένει έτοιμος όσο πάντοτε να αναγνωρίσει το τέλος του μόνο σε μια κίνηση πιο ρηξικέλευθη, που υπερβαίνει την δική του εμβέλεια, ή επιλέγεται η απόρριψη των ίδιων του των προοπτικών, ως “ιστορικά παρωχημένων”. Όμως η ολική παραίτηση, η ακινησία των ιδεών και των αισθήσεων που συνεπάγεται μια τέτοια πεποίθηση θα αποτελούσε μια ακατανόητη επιλογή για όποιον έχει βιώσει την ακατάπαυτη μεταλλαγή των επιθυμιών του στο μήκος ενός μίτου που ξετυλίγεται στους πιο δαιδαλώδεις σχηματισμούς, κι ωστόσο ακούει ακόμη στο ίδιο όνομα.
Αντιθέτως από ό,τι θα πιστεύαμε αν δίναμε σημασία σε έναν βολικό για κάποιους κοινό τόπο, ο υπερρεαλισμός δεν αποτελεί μία απόπειρα φυγής από την πραγματικότητα ή απόδρασης από την καθημερινότητα, δεν ανάγει τα πάντα στο παράλογο, ούτε τείνει προς την διάλυση και τον κατακερματισμό κάθε γνωστικού αντικειμένου, αλλά ούτε και είναι μία τάση που επιδιώκει να αναγάγει τα ετερόκλητα γνωρίσματά της σε μια στατική κατάσταση φαινομενικής ομοιομορφίας. Αποτελεί μια συγκροτημένη θεωρία εποπτικότερης θέασης και ερμηνείας του κόσμου. Αντιπροσωπεύει έναν ιδιαίτερο τρόπο σύλληψης, κατανόησης και διαπραγμάτευσης των εκδηλώσεων της ζωής, που δίνει έμφαση σε ένα πλήθος από υποβαθμισμένα ή συκοφαντημένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης νόησης, σε μια προσπάθεια ανασύνθεσης της διασκορπισμένης και αλλοτριωμένης ανθρώπινης συνείδησης.

Continue reading

Νάνος Βαλαωρίτης: Ανδρέας Εμπειρίκος και Άγγελος Σικελιανός, μια εισαγωγή

Νάνος Βαλαωρίτης*

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο Σεφέρης, έγινε το επίκεντρο της αντίφασης που κατά κάποιο τρόπο σηματοδότησε τον διαχωρισμό των ομάδων που τάσσονταν υπέρ ή κατά της Πειραματικής avant-garde γραφής στην Ελλάδα. Αυτήν τη φορά, μέσω της αντιφατικής ερωτικής του νουβέλας οχτώ τόμων Μέγας Ανατολικός που τοποθετείται στα χρόνια του Ιουλίου Βερν και είναι γραμμένη προς το τέλος της ζωής του. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει μια τέτοια αντίφαση. Στα 1935, η εκπληκτική απάντηση, αρνητική, χλευαστική, με σατιρικές παρωδίες κ.λπ., γύρω στα 300 άρθρα και επιπλέον στιγμιότυπα από κωμικές σκηνές σε δημοφιλείς θεατρικές κριτικές χαιρέτισαν τα πρώτα σουρεαλιστικά «αυτόματα» κείμενα του Εμπειρίκου με τίτλο Υψικάμινος. Η έκρηξη συνεχίστηκε μέχρι το 1939, κατά τη διάρκεια του οποίου δύο άλλοι σουρεαλιστές ποιητές, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Εγγονόπουλος, συμπεριελήφθησαν στη διαμάχη. Η ποίηση του τελευταίο επαναπαρήχθη στο σύνολό της καθημερινά με χλευαστικά σχόλια στη συντηρητική εφημερίδα Ακρόπολις. Ο Α. Τριβιζάς, στο βιβλίο του Το σουρεαλιστικό σκάνδαλο συγκέντρωσε όλα αυτά τα άρθρα, τα οποία και προσφέρονται ως ευχάριστο ανάγνωσμα.

Δεν εννοώ πως οι Έλληνες αδυνατούσαν να αναγνωρίσουν στη δεκαετία του ’30 τη σημασία που η Μοντέρνα ποίηση και πεζογραφία θα είχαν μακροπροθέσμως. Αλλά είχαν αναπτύξει μια προκατάληψη αναφορικά με το τι ήταν ποιητικό και τι όχι. Αυτήν την περίοδο η Σχολή του Παλαμά, του μεγάλου δημοτικιστή ποιητή, και το παρακλάδι της των Νέο-Συμβολιστών ήταν στο φόρτε τους, και αυτοί ήταν οι ποιητές που διδασκόμασταν στο σχολείο από τους «προοδευτικούς» δασκάλους. Αυτό ήταν ήδη μια επανάσταση, παρά το ότι δεν ήταν ένα αληθινό ξέκομμα από τους δημοτικιστές ποιητές του παρελθόντος, τον Σολωμό και τη Σχολή του, τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και ακόμη τον καθαρευουσιάνο Κάλβο. Κι αυτό έλαβε χώρα μεσούσης ακόμα της διαμάχης με την αρχαΐζουσα γλώσσα που χρησιμοποιούνταν παντού στο δημόσιο βίο και τους σχολαστικούς που κυριαρχούσαν εξ ίσου στα Γυμνάσια και στα Πανεπιστήμια. Και το να είναι κανείς δημοτικιστής εκείνες τις μέρες ήταν από μόνο του πολύ τολμηρό.

Στην σουρεαλιστική ατμόσφαιρα δύο γλωσσών που αντιμάχονταν η μια την άλλη, η είσοδος των πρώτων σουρεαλιστών ποιητών, που έγραψαν υπό την πρόκληση ή ακόμα ένα είδος δανδισμού σε άκρατη καθαρεύουσα ήταν ένα είδος πραξικοπήματος. Την ίδια χρονιά, το 1935, εμφανίστηκε και η συλλογή ποιημάτων του Καβάφη, όμως δεν αποτέλεσαν καινοτομία, καθώς τα τευχίδια των ποιημάτων του ήταν ήδη πολύ γνωστά σ’ ένα επιλεγμένο κοινό πολύ νωρίτερα. Το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Μυθιστόρημα», που εκδόθηκε την ίδια χρονιά, σηματοδότησε την εποχή, όπως είχε κάνει 15 χρόνια νωρίτερα η Έρημη Χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ. Ο Γ. Σεφέρης, παρά το ότι χτυπήθηκε σκληρά από τους κριτικούς, ποτέ δεν έγινε αντικείμενο χλευασμού ή οργής, αλλά μάλλον απορίας και εχθρότητας εξαιτίας των σκοτεινών μηνυμάτων του νέου του στυλ, του ελεύθερου στίχου. Η περίφημη πρώιμη καθαρή ποίησή του είχε γίνει καλώς αποδεκτή. Επηρεασμένος από τον Paul Valery υπήρξε αξιοσημείωτη λόγω της ανανέωσης που επέφερε στον παραδοσιακό στίχο, παρά το ότι τα μηνύματά της ήταν συχνά σκοτεινά.

Υπήρχε όμως και κάποιος άγνωστος στο προσκήνιο ήδη από το 1909, όταν τυπώθηκε σε μια πολυτελή έκδοση το ποίημα «Αλαφροΐσκιωτος» ο Άγγελος Σικελιανός, του οποίου η ποίηση, παρά το ότι δανείστηκε στοιχεία από το επίσημο κίνημα των δημοτικιστών στο ύφος αλλά και στο λεξιλόγιο, ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση. Η ποίηση αυτή, πολύ περισσότερο σκοτεινή και ερμητική, στόχευσε σε κάτι το διαφορετικό: στην ανανέωση της αντίληψης περί παγανιστικών, διονυσιακών και απολλωνιακών αποκαλύψεων στη ζωή και στη φύση του ελληνικού τοπίου και των ανθρώπων. Αυτή την εποχή, ως τη δεκαετία του ’30 ήταν κυρίως γνωστός ως ο προαγωγός του Δελφικού κινήματος, της αναγεννήσεως του αρχαίου ελληνικού δράματος. Ήταν στο νεωτεριστικό περιοδικό Τα Νέα Γράμματα του 1935, που φιλοξενούσε νέους ποιητές, όπου η ποίησή του εμφανιζόταν ταχτικά και άρχισε να ‘χει μια παρουσία και μια επίδραση, και μέχρι το 1947 όταν οι τρεις τόμοι του Λυρικού Βίου που συγκέντρωναν όλα τα προηγούμενα ποιήματα εκδόθηκαν, τέσσερα μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1951 […]

Η ποίηση του Σικελιανού γράφτηκε στη ρωμαλέα μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας, της οποίας ήταν μεγάλος τεχνίτης. Η συχνή επίκληση στο έργο του αρχαίων παγανιστικών θεοτήτων, καθώς και χριστιανικών μορφών τον σηματοδοτεί ως συμφιλιωτή θρησκειών και φιλοσοφιών. To χάρισμά του αυτό, συνδυαζόμενο με την ερμητική του φιλοσοφία, συνιστούν ένα μοναδικό αμάλγαμα στάσεων που επίσης δημιούργησαν την αναγέννηση του αρχαίου ελληνικού δράματος στους Δελφούς, γνωστό ως Δελφικό Κίνημα. Η Αμερικανίδα σύζυγός του Εύα Πάλμερ συνέβαλε στην καινοτόμο χορογραφία του χορού και υποστήριξε το όλο εγχείρημα όχι μόνο πνευματικά, αλλά και οικονομικά. Και οι δύο πίστευαν πως οι Δελφοί θα μπορούσαν να γίνουν το Παγκόσμιο Επίκεντρο της πνευματικής αναγέννησης του σύγχρονου κόσμου, όπως το μαντείο είχε υπάρξει για τον αρχαίο κόσμο. Από τότε οι Δελφοί έγιναν το πολιτιστικό κέντρο που φιλοξενούσε έναν αριθμό συμποσίων επί διαφόρων θεμάτων, περισσότερο στην πραγματική σύγχρονη έννοιά τους παρά στον υψηλά πνευματικό μαντικό ρόλο που ο ίδιος ο ποιητής με τη γυναίκα του είχαν ονειρευτεί. […]

Συγκρινόμενη με την ποιητική, πολύ πλούσια και ρητορική γλώσσα του Σικελιανού, ο Εμπειρίκος χαράσσει ένα πολύ ηπιότερο ποιητικό προφίλ. Η ποίησή του είναι μοντέρνα, δανειζόμενη πολλές εκφράσεις από την καθημερινή γλώσσα, και εστιάζεται κυρίως στον ερωτικό πόθο. Ωστόσο, κάποιοι κριτικοί έχουν συγκρίνει στιγμές έξαρσης στην ποίηση του Εμπειρίκου με διονυσιακά θέματα, υπαινιγμούς και αναφορές από το έργο του Σικελιανού. Επίσης, τα πεζά του Εμπειρίκου Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (Amour Amour στη μετάφραση) και οι συχνές εμφανίσεις αρχαίων ελληνικών θεοτήτων και μυθικών μορφών σχετίζονται με τις εμφανίσεις και επικλήσεις θεοτήτων και μυθικών μορφών στην ποίηση του Σικελιανού. Σε κάθε περίπτωση και οι δύο ποιητές μοιράζονται ένα ξεχείλισμα εκφραστικότητας, κάτι με το οποίο οι Αμερικανοί είναι εξοικειωμένοι από την ποίηση του Walt Whitman. Ειδικά η ύστερη πεζή ποίηση του Εμπειρίκου, συγκεντρωμένη σε έναν τόμο υπό τον τίτλο Οκτάνα είναι καθαρά μεσσιανική σε τόνο και στυλ, φέρνοντας τους δύο ποιητές ακόμη εγγύτερα. Η φιλοσοφία του σουρεαλισμού που στόχευε στην ανανέωση της πνευματικής καλλιτεχνικής και ποιητικής έκφρασης σε όλους τους χώρους και στην καθημερινή ζωή, προσεγγίζει αυτό που ο Σικελιανός ήλπιζε να πετύχει με την ποίησή του και το Δελφικό Κίνημα.

*Απόσπασμα από το πρώτο μέρος της διάλεξης που έδωσε ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού στη Ν. Υόρκη στα αγγλικά στις 22.4.2001. Μετάφραση στα ελληνικά: Δήμητρα Σ. Καλλιγέρη, Master Κλασικής φιλολογίας & Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ολόκληρο το πρώτο μέρος της διάλεξης πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 54 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2001).

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/10/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29