Λευτέρης Πούλιος, Θεέ

Είμαι γυμνός από το ρούχο της ευσπλαχνίας σου
άνθρωπε ανώτερε
τροφοδότη τούτων των στίχων
φονιά και πεταλούδα
είσαι συ
είναι
κι η μουσική της γήινης θλίψης·
δυο θεοί που αναβρύζουν απ’ τις βρύσες της ανυπαρξίας τους.
Κηπουρέ, αστροδέτη, μαστάρι της θύελλας,
ανθρώπινο αιματοκύλισμα. Αυτό είναι το δώρο σου,
συναγμένη γύρω των πραγμάτων όλων.
Κάνε με ένα παιδί
κάνε με παρακαλώ ένα αμέριμνο πλάσμα
κάνε με έστω στουπί του ήλιου σου
δώσ’ μου λέξεις ευνοϊκές. Δαίμονα χρυσομάλλη,
άντρα και κέρατο θείων πορνών
ανυπόφορο ψέμα που τα χείλη μου τρέμισες
στο αιδοίο της καλοσύνης σου
μίλα λοιπόν
χύσε οργασμούς ανθρώπινης ευαισθησίας στη μήτρα της
ποίησης.
Γλυπτό που ταξιδεύεις τ’ ομοίωμά μου στο πλαστικό σου
σύμπαν, το χέρι υψώνω στην ικεσία,
ουρλιάζω παράφορος και κτηνώδης,
σε παίρνω στο τηλέφωνο σου ανοίγω την καρδιά μου
καίγομαι πηδώντας έξω απ’ το κρέας,
κρατώντας λουλούδια και τη λάβα και ζώντας
στην εμπειρία της θλίψης
για να πληρώσω το γεγονός του δεσμού μου
με τούτον τον κόσμο και τον άλλον κατά πάσα πιθανότητα.
Και είμαι κουλός δεν πιάνουν τα χέρια μου αλήθειες.
Στριφογυρνώ μέσα στο δέρμα σαν έμβρυο σε γέρικη μήτρα,
κόμποι και βόλοι που συμπιέζονται αλληλοσυγκρούονται
και εκρήγνυνται στο μαγικό σκοτάδι
μεμβρανώδη πόδια που φωνάζουν μέσα απ’ τα μάτια
μέσα στο κέντρο
ηλεκτρόνια και ενέργειες και σχετικότητες.
Εσύ είσαι ένα κόκαλο που το πετάνε στο σκύλο
Εγώ ένας βλάκας στο Γαλαξία που λέγεται “θλιβερό φωτάκι”
με πεταλίδα, φύκι, ζητιάνο έχω συγγένεια, ψάρι και κάτουρα.
Στημένη η σημαία της νίκης στη γνωριμία της δυστυχίας μου.
Βράχε-φωτιά ή κεραυνέ ή Αγελάδα ή Δία ή Βράχμα
ή Αλλάχ κάνε τούτο το ποίημα να ουρλιάξει
σαν κυκλώνας ντυμένο το άπειρο δέος της διαφθοράς μου.
Είμαι στο έλεός σου· φλόγα που καλπάζει από μια γενιά
στην άλλη νιώθοντας βαριεστημάρα.
Ω λύτρωση που ο νους μου δε σε χωράει.
Ω μαργαρίτα-αποσύνθεση
Η γη λοιπόν είναι το νόμισμα που μ’αυτό
θα ξοφλήσεις το χρέος σου;
Απόλλων Φοίβε διακονιάρη έλα και γέμισε
με το ίδιο σου το πρόσωπο
αυτή τη ζωή μου. Να βγει η ψυχή μου σαν συντριβάνι
έξω από τον τάφο της ύπαρξης παίζοντας τους καημούς του
έρωτα
που ‘ναι εξατμίσεις της μηχανής σου.
Μη με σκοτώνεις σιγά σιγά τη μέρα της αποκαθήλωσης
στο απέραντο γέλιο των πυρηνικών βομβών
απανωτά χτύπησε το κουβούκλιο της κοσμογονίας
με των ματιών μου τις πέτρες. Σχημάτισε με τ’ άντερά μου
τον καιόμενο φοίνικα σ’ ένα πελώριο κουτόσπιρτο.
Ασύλληπτο χάδι ανάμεσα απ’ τα διαυγή βλέμματα
των ωραίων θηλυκών αστεριών.
Κατακλυσμέ ανθρωπίνων μελών
πνίξε με για πάντα.
Σκίσε την πόλη με το πέος του πολέμου, σύντριψε
τους ανθρώπους, τα τρένα που έρπουν, τα ιπτάμενα που
φτερουγίζουν κομματιάζοντας τη νάιλον μέρα
σε χιλιάδες κουρέλια μυστηριώδους εξέλιξης.
Ρούφηξε τις γραμμές του ορίζοντα
Βάλε το χρόνο στον τάφο του
κάνε με πέτρα με το κουκούτσι της.
Η κάθε μέρα τελειώνει σαν χαλίκι που γίνεται αέρας
κι ακουμπάει και λάμπει πάνω στη μεγάλη βασιλική νεκρο-
φόρα
την Κυρία Γη.

*Από το βιβλίο ”Ποίηση 2”, Εκδόσεις Κέδρος.

Edgar Lee Masters, Δύο ποιήματα

Α. ΝΤ. ΜΠΛΟΥΝΤ

Αν εσείς στο χωριό νομίζετε πως έκανα καλά,
Όταν έκλεισα τα σαλούουν και σταμάτησα τη χαρτοπαιξία,
Και σωφρόνισα το γερο-Ντέιζυ Φρέιζερ μπροστά στο δικαστή Άρνετ,
Στις τόσες σταυροφορίες να περάσω από καθαρτήριο τους αμαρτωλούς·
Γιατί αφήνετε τη θυγατέρα της καπελούς Ντόρας,
Και τον ανάξιο γιο του Βενιαμί Παντιέ
Να κάνουν τον τάφο μου τη νύχτα ανόσιό τους μαξιλάρι;

*

ΑΝΝΑ ΡΟΥΤΛΕΤΖ

Έξω από μένα την τιποτένια και άγνωστη
Οι δονισμοί της αθάνατης μουσικής·
“Χωρίς κακία για κανένα, με αγάπη για όλους”.
Έξω από μένα η συγγνώμη από εκατομμύρια σ’ εκατομμύρια,
Και το αγαθοεργό πρόσωπο ενός έθνους
Που λάμπει από δικαιοσύνη κι αλήθεια.
Είμαι η Άννα Ρούτλετζ αυτή που κοιμάται κάτω από τούτα τ’ αγριόχορτα,
Αγαπημένη στη ζωή του Αβραάμ Λίνκολν,
Παντρεμένη μαζί του, όχι με γάμο,
Μα με το χωρισμό.
Λουλούδιζε αδιάκοπα, ω Δημοκρατία,
Από την τέφρα του στήθους μου!

*Μετάφραση: Ιάσων Δεπούντης.

**Από τον τόμο “Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα – Επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις”, Εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2021. Πρόλογος-Επιλογή: Μαρία Λαϊνά (1947-2023). Επιμέλεια: Πέτρος Γκολίτσης.

N.N. Trakakis, Ars Moriendi 

Αλήθεια, μες στην ήττα πως αλλάζουν όλα.
Τίτος Πατρίκιος, «Απολογισμός»

As the earth gives way
and I plummet through
there’s something I need to tell you:
When you died
I stormed the church, rattling the icons
I got drunk at your funeral
I made a scene at the cemetery
when I tumbled into the grave
insisting you wake up
the freshly dug hole overflowing already
and I waist-deep in water
standing in the stillness for hours
thinking whether my thoughts still work
startled how the filthy pool
had begun to reflect the stars
under dog skies
swimming in a sea of sonic silence
everywhere howls
from newspapery faces
now I see it all
everywhere storm
lightning scattered space
strens flashing
divers in rescue vests searching for survivors…
Thinking backwards
I wish I could push the replay button
long removed from the remote.
The wind collapses through the window
and everything is happening at once.
The letterbox full of regrets.
Mother cried all the way home
and I ashamed that I stayed inside so long spurning outstretched arms.
Again I see:
always enough rope
supplied by hope.

*From “After life”

Nathan Trantaal, Δύο ποιήματα

Μυθοπλασία και αποξένωση

Μετά το απαρχάιντ μας είπαν
πως έπρεπε να συγχωρήσουμε
αν θέλαμε να αποδείξουμε
ότι είμαστε αληθινοί χριστιανοί
Κι εμείς επειδή θέλαμε να είμαστε
αληθινοί χριστιανοί
συγχωρέσαμε
Μας είπαν
πως ο Χριστός πρεσβεύει την ειρήνη
κι ότι αν αγαπάς τον Χριστό
πρέπει να παραδώσεις τα όπλα σου
Κι εμείς επειδή αγαπούσαμε τον Χριστό
παραδώσαμε τις πέτρες μας
Άπαντες επέστρεψαν σπίτι
εκείνοι στα σπίτια τους δίπλα στη θάλασσα
κι εμείς στις καλύβες μας
δίπλα στους λάκκους με το μολυσμένο νερό
εκεί όπου το δηλητήριο της συγχώρεσης
μας αρρώσταινε.

*

Ντελφτ

Οι πέτρες στον δρόμο
κάθονται σαν παιδάκια στο πεζοδρόμιο
κι όλη την ώρα σου ζητάνε ψιλά.
Ο άνεμος έρχεται και φεύγει
σαν άντρας που δεν νοιάζεται για τα παιδιά του,
άνεμος που κοιτάζει μονάχα την πάρτη του.
Το στόμα τ’ ουρανού βρομάει κρασί.
Ο ήλιος δουλεύει εννιά με πέντε,
γιατί αυτό ξέρει να κάνει.
Δεν του πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό
ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο.
Τα δέντρα χασομερούν όλη μέρα πάνω στους μαντρότοιχους,
χαζεύουν τους ανθρώπους που πηγαίνουν στις δουλειές τους.
Η άμμος έχει βρόμικα πόδια και μακριά νύχια,
όμως γυρίζει από πόρτα σε πόρτα
και την αράζει στα σπίτια όλων μας.
Οι άνθρωποι είναι αποτσίγαρα
χωμένα σε σπιρτόκουτα.

*Από τη συλλογή “Γράφω τ’ όνομά μου στη στάχτη”, Εκδόσεις Τεφλόν, Αθήνα, Απρίλιος 2024. Μετάφραση: Peter Constantine.

ΤΕΦΛΟΝ – Κυκλοφορεί το τχ. 32, χειμώνας-άνοιξη 2025

Σύγχρονη ποίηση από την Αλβανία: Οι δρόμοι που κουβαλάμε στις πλάτες μας

Στο αφιέρωμα ανθολογούνται οχτώ από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της σύγχρονης αλβανικής ποίησης, κάποιες εκ των οποίων είναι η πρώτη φορά που μεταφράζονται στα ελληνικά. Μια πικρή αισιοδοξία και ειρωνεία απλώνεται πάνω από τα ποιήματά τους, η ποίησή τους –πότε βιωματική, πότε συμβολική, πότε παιγνιώδης– αναζητά «το γλυκό πουλί του παράδοξου», μιλά για ανθρώπους που «σιωπηλά προετοίμασαν/ Το νέο νόημα/ Σ’ έναν κοιμώμενο παλιό κόσμο».

Ανθολόγηση: Sokol Çunga, Ελεάνα Ζιάκου

Κείμενο: Sokol Çunga

Μετάφραση: Ελεάνα Ζιάκου

Εικονογράφηση: Ραφαέλλα

Σημεία διανομής: https://teflon.wordpress.com/magazine-distribution/

Αθανασία Δρακοπούλου, Τρία ποιήματα

ΠΕΝΘΟΥΜΕ

Γεννήθηκα πριν την εποχή
των φωτοκύτταρων, τότε που
ρίχναμε ακόμα χώμα
στους νεκρούς.

Γι’ αυτό η χειραψία μου είναι τραχιά
διατηρώ ακόμα χώμα στα νύχια. Κι όλαζ
τα θάβω με τα ίδια μου τα χέρια
ανθρώπους, σπόρους κι
ανώφελες απαντήσεις.

Γιατί τα χέρια δεν γνωρίζουν από θάνατο
γνωρίζουν όμως το παιχνίδι
του κρυμμένου θησαυρού.

*

ΟΜΟΡΦΕ ΜΟΥ

Και φοβάμαι εντός σου
φοβάμαι δίχως σου
φοβάμαι να ‘ρθω
να σου πω πως
είσαι εσύ
εκείνη

η παιδική ηλικία
που δεν χόρτασα ακόμα.

*

ΤΡΑΥΛΙΣΜΑ

Είναι μια φράση
που μέσα μου λιώνει
ο κόσμος ένα αδέσποτο σκυλί

που δεν αγαπήθηκε
και τώρα βάλθηκε
να δαγκώνει.

*Από τη συλλογή “Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου”, εκδόσεις Τύρφη, 2024.

ένα έτσι, ο θάνατος ξύνει τους ανθρώπους

ο θάνατος ξύνει τους ανθρώπους
σε αγγελούδια

κουτσαίνει όποιος αρνείται να χορέψει

δεν μπορείς να πληγώσεις την φύση
μπορείς ίσως να της ξύσεις την πλάτη

σε πληρώνει με παρελθόν
εξαργυρώνει μέλλον

κίτρινα φώτα ψιλόβροχο
προβάρεις την εξαφάνισή σου

κίτρινα φώτα ψιλόβροχο
προσποιείσαι πως έχεις χαθεί

αποσιωπητικά
δειλό σήμα κινδύνου

ώρες ατέλειωτες ακρόασης
μια ολόκληρη ζωή
μέχρι να γίνει αυτό που πάντα ήταν
μια ολόκληρη ζωή

στην πόλη συνηθίζω να κοιτάω χαμηλά
τα σκουπίδια με ωθούν να συνεχίσω

δεν είμαστε αμοιβαίες αυτοεπιβεβαιώσεις
ηλίθια ναρκισσιστική ευφορία

μες στο στόμα μου σκατά και τρίχες
το καλό μου πουκάμισο

παλιές πέτρες πλάθουν το φρέσκο ποτάμι

*Το πήραμε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2024/12/10/8288/#like-8288

Ηλίας Μέλιος-Λιανός, Ποιήματα

ΚΑΛΟ ΒΟΛΙ

κλέφτες και όχι αρματωλοί
όλο πληγές
με τσακισμένα καρυοφίλλια στήριγμα
ριζώνουμε χειμώνα ματωμένο
αδελφοί πόθων κρυφών
γονατίζουμε μπρος στο κενό σώμα
λάβαρο
της λευτεριάς ερωμένης
σφαγής

*

ΞΑΡΜΑΤΩΤΟΣ
(εμβατήριο ηρωικό)

και να γυρνάς ξαρμάτωτος μάχη να περιμένεις
να τριγυρνάς σαν άγνωστος στη μια ζωή να μένεις
κι ίσως να θες ανέρωτο κρασί να σε ποτίσει
ο χάνοντας κι απέραντο φόβο να σου χαρίσει
και λίγο-λίγο να βρεθεί η έρημη η καρδιά σου
χαμένη μορφή σαν νεκρή στη δόλια τη θωριά σου

πάντα οι καιροί σε μαγεύαν κρατώντας σου τον ήλιο
όσο οι καημοί σε στέρευαν γυρεύοντάς σου δίκιο.

*

και μόλις δείτε αυτούς τους έλληνες
δεμένους με δαντελένιες κορδέλες
άσπρες – καρδιές σαν πέτρα
καν’ τε τους εικόνισμα
όσο είναι καιρός
αγκαλιάστε την αγάπη τους
φεύγουν

*Από τη συλλογή “Φωνές γράφουν ‘ιστορίες”, εκδ. Anakestan Gallery, 2024.

Κατερίνα Φλωρά, Ενδιάμεσα

Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, Κτερίσματα

Απόκληροι σε άχρονο καιρό
μιας άχαρης συγκυρίας
δίχως σπίθα αναμονής
προσμονής χρυσό φτερό σαν άλλοτε

Με το ’να βήμα στην ολόφωτη αχτίνα
και τ’ άλλο στη σκιά του εαυτού
ισορροπία μεστή, άνευρη

Εντός και εκτός του παρόντος ταυτόχρονα
κομματιών παλιών και νέων του Εγώ
του αόριστου Εσύ που εναγωνίως απευθυνόμαστε
του Άλλου

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Έντεκα

Ένα ποίημα είναι μια αίσθηση
που ξυπνάει Κυριακή πρωί
έντεκα του Δεκέμβρη
με τον ήλιο στα δόντια
και το τσιγάρο στο φίλτρο

και εξαπλώνεται στην πόλη
σαν μάστιγα πυρηνικού ολέθρου
γεμάτη αρώματα, βλασταίνει
απ’ τις θηλές στο στήθος σου
εξοργισμένη από τον ήχο
των αυτοκινήτων γίνεται κισσός
αναρριχώμενος που καταπίνει
κάθε ερειπωμένο αρχοντικό

μα παρασύρεται μετά,
μέσα σε κόκκους σκόνης της πλατείας
με τα βρώμικα πλακόστρωτα,
και γίνεται τροφή
των ταχυδρομικών περιστεριών,
στέλνει μηνύματα πολέμου
και κραυγές πρωινής άνοιξης
στο μέσο του χειμώνα

—μιας άνοιξης που όλο υπόσχεται πως θα ‘ρθει—

και ύστερα
—όχι πολύ μετά— προβάλλει
μέσα απ’ τα ρουθούνια μου
(επίμονος τρυποκάρυδος), πιάνει
τα κέρατα του τάρανδου
στο έλκηθρο του χρόνου,
λεηλατεί τον χρυσό κανόνα
των γραμμών του τρένου,
σέρνεται στη λάσπη
του λιμανιού, για να φτάσει
λουσμένη στ’ αρώματα του πολιτισμού,
στα μάτια σου.

τρομάζεις;

μη φοβάσαι —σου λέει
ήρθα σαν κλέφτης να πάρω
τη θλίψη τους, σχεδιάζω
να κάνω μαζί της το ταξίδι
του μεγάλου μεταξιού• άκου
το σχέδιό μου:

θα καταδυθούμε
στην τάφρο των μαργαριταριών
στον κάτω κόσμο
με τις κόκκινες πορσελάνες,
θα γίνουμε λάβα πράσινη ηφαιστείου,

θολωμένοι απ’ το αέριο των μηχανών
και την ευσπλαχνία των πιγκουίνων.

υπόσχομαι,
μόλις μεθύσουμε για τα καλά
να κάνουμε έρωτα
σε σπηλιές υποσιτισμένων κομητών
φορώντας μάσκες δαιμονισμένων
αερίων, γλείφοντας
μέλι και οξύ λευκών μανιταριών

και να πεθάνουμε —μαζί
στο ορκίζομαι— βυθισμένοι
στον ζεστό καρκίνο της ματαίωσης
του κύκνου στο χορό των τρυπανιών
βαμμένοι με χρώμα κλεμμένο
από το δάκρυ του κλόουν.

*Από τη συλλογή “Η ιερουργία της Άνοιξης”, Εκδόσεις Κουρσάλ, 2016.