Yiannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)

VII

Το σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην αυλὴ που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Τα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Εδώ χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιὰ παρατημένο το κίτρινο πουκάμισο της.
Εδώ χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφήγκας με τις πολλὲς πολεμίστρες,
στην ίδια ελιὰ το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ᾿ η φωνὴ του φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει απὸ πίσω σα σκυλὶ αμίλητο, πολὺ βασανισμένο,
πιστὸ σκυλὶ – τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον ύπνο σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Είναι μία σιγαλιὰ απὸ αχλάδια που μεγαλώνουνε στα σκέλια του καλοκαιριού
μία νύστα απὸ νερὸ που χαζεύει στις ρίζες της χαρουπιάς –
η άνοιξη έχει τρία ορφανὰ κοιμισμένα στην ποδιά της
έναν αϊτὸ μισοπεθαμένο στα μάτια της
και κει ψηλὰ πίσω απὸ το πευκόδασο
στεγνώνει…

View original post 980 more words

Θεοδοσία Μαρινούδη, Τρία ποιήματα

Κομμάτια

Έχουν υπάρξει ορισμένα επιπλέον έξοδα
στους υπολογισμούς αυτού του μήνα.
Δεν είμαι σίγουρη από πού προέρχονται
και αν τα έχω καταβάλει.
Ίσως από κάποιες παράταιρες νότες
μιας παρτιτούρας
που επιτέλους δεξιώθηκα
με ανυπολόγιστο κόστος.
Βάρη ετών.
Χιλίων οδύνων.
όλες για μια σπουδή.
Πιάνο για έξι χέρια.
Και τα εξι ακρωτηριασμένα.
Τέσσερα νεκρά και δύο ανάπηρα.
Γαβ και γαβ και γαβ
Γαβ και γαβ και γαβ.
Ελάσσονες σπασμοί πνιγμένοι.
Όλα μου τα όνειρα μαζί σου.

***

Η αφή και η όραση

Τι θέλουν κι αυτές οι καταιγίδες.
Διπλασιάζουν τα τοπία μέσα μου.
Κλεισμένη εδώ μέσα και δεν αλλάζουν οι ώρες.
Εσύ δε γύρισες να με κοιτάξεις.
Όμως εγώ σε ειδα ολοζώντανη μπροστά μου
“Μάζεψε τις κάλτσες σου παιδί μου”.

Αυτό το σπίτι όλο μαζεύει κι όλο απλώνεται.
Άλλες φορές ξετυλίγεται σαν αρχοντικό
μπροστά στα πόδια μου.
Τώρα μπορώ να το κρατήσω στη χούφτα μου.
Τόση πλαστικότητα…
Θα είναι επειδή νόμιζα ότι η αφή είναι πάντα
και άγγιγμα.
Η αφή και το άγγιγμα.
Πώς δεν πρόσεξα
την κυριολεξία των χαδιών.

***

Madame Butterfly

Νόμιζα πως δεν είναι καλή στις μεταμορφώσεις.
Δεν ήξερα να αφήνω τις εικόνες να οδηγούν
στο σώμα..
Δεν μπορούσα να δημιουργώ εικόνες
με το σώμα.

Ήξερα βέβαια να είμαι εδώ.
Διαρκώς, ατελείωτα, ανελέητα.
Που θα πει πως ήξερα να μην είμαι ο εαυτός μου.
Άρα είχα πειστεί πως υπάρχει μία τουλάχιστον
μεταμόρφωση.
Υπάρχει μια μορφή της οποίας έχω υπάρξει
το ακριβές αντίγραφο.
Υπάρχει σίγουρα μια μορφή που έζησα
στον κύκλο του περιγράμματός της.
Ακόμα κι αν ήμουνα Εγώ
Που όλο έλεγα
Εσύ,

Τώρα που τη διέσχισα
αυτή τη λεπτή κόκκινη γραμμή
μπορώ να γίνω πεταλούδα;
Χωρίς να κοιτάξω πίσω πόσα “εγώ” άφησα
για να πετάξω;

*Από τη συλλογή “τα καρφιά από μέσα”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015.

Γρηγόρης Σακαλής, Διέξοδος

Σ΄ένα γραφείο καθισμένος
δεμένος χειροπόδαρα
μ΄αόρατες κλωστές
καθημερινά περνώ το οχτάωρο
της πλήξης και της προσμονής
τίποτα καλό δεν με περιβάλλει
άνθρωποι ή αντικείμενα
εικόνα εγκατάλειψης γύρω
οι συσκευές μισοχαλασμένες
η άνωθεν φροντίδα ανύπαρκτη
τα αναλώσιμα ιδίοις αναλώμασι
πως να μη πλήξεις
πως να μη προσμένεις
την ώρα της αναχώρησης
αφού οι συνθήκες δουλειάς
είναι ακατάλληλες
κι έτσι αυτή χάνει το νόημα της
πότε χωρίς θέρμανση
πάντα χωρίς κλιματισμό
με σώζουν μόνο
τα ταξίδια του μυαλού
όταν βρίσκω την ευκαιρία.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πέντε ποιήματα

Τ’ άγαλμα με το δίκωχο
(Απόπατος περιστεριών)
Ηλίθια ρεμβάζει σε πλατεία
Κι ένας κοπρίτης
Γλύφεται σχολαστικά…
Ενώ διαπεραστικά στριγκλίζουν
Φρένα λεωφορείου
Που μόλις έχω χάσει

***

Τσαλακωμένα μοιράζεται χαρτί
Η κατάνυξη των ημερών
Σε μετάδοση απευθείας.
Υπάρχει ανάγκη για ιερότητα:
Τόσα κρίματα μας βαραίνουν
Τόσα τσαλακωμένα χαρτιά
Τόσα αιτήματα-
Σε λίγα μόλις επεισόδια συμβαίνουν
Όσο δεν άντεξαν να ελπίσουν
Τα ποιήματα.

***

Χιλιάδες μετανάστες
τα ναυάγια
Της λησμονιάς νερό
Σκεπάζει
Χωρίς ονόματα-
Ντόπιοι δουλέμποροι
Διαβεβαιώνουν
Ουδετερότητα

***

Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Μην κάνεις πια τον κόπο να διαλέξεις.
– Βράζει το πέρασμα, ανάσα ακίνητη
Ομίχλη πηχτή, κραυγή γοερή!-
Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Όσο σου γράφει, κοίτα να επιπλεύσεις.

***

Άφησες πια την προκατάληψη
Σκύλα ξοπίσω με μωρά κουτάβια
Κι άνοιξες δρόμο για τη θάλασσα
Πώς σ’ έθελξε έτσι γαλάζια!

*Από τη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2015.

Κώστας Ριτσώνης, Δύο ποιήματα

ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

Λίγη κόκκινη μπογιά από τις βούρτσες
έχει κατά λάθος στάξει σε βούλες
επάνω σε μια πράσινη μολόχα

Οι πυροσβέστες που έβαφαν στο δάσος
κόκκινες τις αντλίες τους
παραξενεύονται τώρα κοιτάζοντας
το χαμηλό ματωμένο χορτάρι

—Άραγες ποιος της έκανε ζημιά;
Είναι στυφή και οι κατσίκες
δεν την δαγκώνουν
Οι ξυλοκόποι δεν πελεκούν
τα κοτσάνια της
Τώρα χειμώνιασε και τα δάση
δεν πιάνουν φωτιά
Από τι μπορεί ν’ αρρωστήσει μιά μολόχα;

Ύστερα χώνουν πάλι στην μπογιά
βούρτσες και πινέλα
κι απρόσεχτα συνεχίζουνε τό βάψιμό τους

***

ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ

I
Tο τσιγάρο βγαίνει μακρουλό απ’ το κουτί
και καταλήγει γόπα στο τασάκι
σα μιά ζωή που τελειώνει στον τάφο
αφού τα όνειρά της έγιναν καπνός

II
Η φωτιά του τσιγάρου
φωτίζει το σκοτάδι
της μαύρης μοναξιάς του καπνιστή

III
Η γεύση του τσιγάρου
κάνει το φιλί πιο κολασμένο

IV
Κοπέλες όμορφες ποζάρουν στις διαφημίσεις
μ’ ένα πακέτο στο χέρι
Ο έρωτάς τους αρχίζει του κουτιού:
χρυσόχαρτα, τσιγαρόχαρτα
σαν πολυτελή εσώρουχα-
μάρκες: Rex, Pallas
σαν πολυτελή ξενοδοχεία—

και ύστερα η πίκρα στο λαιμό

*Από το βιβλίο “Ο ανάπηρος λαχειοπώλης και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Διαγωνίου, Αριθμ. 41, Θεσσαλονίκη 1982.

τώρα

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Η αλήθεια είναι μίμηση του εαυτού.
Το απεχθές όριο του κόσμου.
Η ανελέητη σωτηρία της πρώτης θλίξης.
Η διαρκώς ετοιμόρροπη πύλη των αισθήσεων.
Η φθονερή εποπτεία του λόγου.
Η αλήθεια είναι τα πάντα.
Τίποτα δεν επιτρέπεται.


View original post

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τέσσερα ποιήματα

ΣΤΑΘΜΟΣ ΛΙΤΟΧΩΡΟΥ

Παράξενα φέγγει στη μνήμη μου η αρχή. Είναι το φέγγρισμα
πίσω απ’ το βράδυ, όταν το φως υποχωρεί απ’ τις γωνιές
όπως τα δίχτυα πού απλώνουν στα τηλέφωνα κι άκούς
ένα ασυνάρτητο κενό μέσα στις ανοιχτές γραμμές
μιαν έκσταση από άταχτες φωνές μεσ’ απ’ τα σύρματα
το βράδυ στο σταθμό πού συντροφεύει η θάλασσα
δυό τρία βράχια κι ό κόρφος ανοιχτός δίχως ορίζοντα
κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα Κάστρα

Δεν θα ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό
το πάθος πού ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού και από σάρκα γίνεται
πνευματική αγωνία
η αγωνία πού φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της νύχτας
η αγωνία πού φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο, η μοναξιά
μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου

Όλα τελειώνουν στο τελευταίο σύνορο
χαμηλώνουν τα φώτα στο θάλαμο και σβήνουν
οι σιγανές πατημασιές. Προσευχηθείτε
για τις σκοπιές που αγρυπνούν.

***

ΜΕΣ ΣΤΟ ΥΓΡΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Μες στο υγρό σκοτάδι
πολύ πλανήθηκα

Αγάπησα τις φωτοσκιές των δέντρων
τη γνώριμη νύχτα
τον ουρανό

Βροχή
μουσικές φωνές

Μες στο υγρό σκοτάδι

Έλα
θα βαδίσουμε σιγά μην ακουστούμε

Είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τα ωραία καράβια
είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τη θάλασσα

Λάσπες και νερά
ο άνεμος ταξιδεύει
τραγούδια που σβήνουν

***

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ’ αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια

Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει

Κι εγώ να σκέφτομαι το βράδυ αυτό, να μη μπορώ να μιλήσω
τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα
σαν τα παράθυρα σ’ ένα βαγόνι τρίτης θέσης
και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί
μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου

***

ΑΘΗΝΑ

Πολιτεία γυμνή, πρωινό με τις άδειες καρέκλες
δεν είναι δω τόπος να μείνουμε
εδώ δεν έχει δρόμους δεν έχει μάτια
μέσα σ’ ερειπωμένα παράθυρα
μια μυρωδιά γκαζιού και κίτρινης λαδομπογιάς

*Από τη συλλογή “Δύσκολος Θάνατος” (1954).

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Οι πλημμύρες του Αραχθου και της Ιστορίας

Μυθοπλασία και Ιστορία διαπλέκονται στο έργο του λεσβιακής καταγωγής συγγραφέα και κριτικού με δύο ιστορίες στην περιοχή της Αρτας, η μία από τις οποίες αναφέρεται στο σήμερα και η άλλη τοποθετείται στις αρχές του 20ού αιώνα

Παναγιώτης Βούζης* | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 5/8/2017

Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης είναι συγγραφέας περίπου 15 βιβλίων με πιο γνωστό το «Η τελευταία εξίσωση του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή» (εκδ. Στοχαστής)

Κοινή χρήση

Οι χαρακτήρες και τα περισσότερα από τα περιστατικά της νουβέλας «Η λιτανεία», όπως εξηγεί ο συγγραφέας στη σημείωση στο τέλος, είναι φανταστικά, αλλά στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, ενώ η ακρίβεια των αναφορών στη δράση των υπαρκτών προσώπων προέρχεται από τη μελέτη της υπάρχουσας βιβλιογραφίας. Η καταγωγή της «Λιτανείας» ανάγεται στο λογοτεχνικό είδος το οποίο η Linda Hutcheon ονομάζει «ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία», όπου αίρεται ο διαχωρισμός ανάμεσα στην Ιστορία και τη μυθοπλασία και κατά συνέπεια εγείρεται μια προβληματική σχετικά με τη δυνατότητα παγίωσης της ιστορικής γνώσης. Το βιβλίο όμως του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη αφίσταται από αυτό το μεταμοντέρνο είδος, επειδή η Ιστορία συνυπολογίζεται στο περιεχόμενό του πρώτιστα ως σειρά εξακριβωμένων πράξεων, οι οποίες διαμορφώνουν μια ενική αλήθεια.

Η υπόθεση αποτελείται από δύο παράλληλες ιστορίες που ανήκουν σε διαφορετικά χρονικά επίπεδα. Ο κύριος χαρακτήρας της πρώτης και εκτυλισσόμενης στο παρόν είναι ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μελάς, που μετά την καταστροφή την οποία υπέστη το γεφύρι της Πλάκας στην Αρτα πηγαίνει στην περιοχή για επιτόπια έρευνα.

Κρυφή ερωτική σχέση

Στη δεύτερη, που τοποθετείται ξανά στην Αρτα των αρχών τώρα του εικοστού αιώνα, ο παπα-Βαγγέλης γίνεται ο αρμός στον οποίο συνάπτονται τα τοπικά κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα και επιπλέον μια κρυφή ερωτική σχέση. Η πρώτη ιστορία αρχίζει με την πλημμύρα του ποταμού Αραχθου, η οποία επιφέρει και την καταστροφή του γεφυριού. Η δεύτερη κλείνει με μία πάλι πλημμύρα του ποταμού. Οι σημειώσεις του παπα-Βαγγέλη, όπου διασώζεται η ιστορική μνήμη της Αρτας, περνούν στα χέρια του Δημήτρη Μελά.

Δημιουργείται έτσι με την κατάληξη της υπόθεσης ένας τέλειος κύκλος. Η δεύτερη ιστορία αποδεικνύεται συνθετότερη ως προς την πλοκή και η πολιτική διάστασή της αποβαίνει προοδευτικά όλο και πιο σημαίνουσα, ιδιαίτερα με την εγγραφή της επίσκεψης του Ελευθέριου Βενιζέλου στην Αρτα, ύστερα από τη νίκη του στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910, και με την περιγραφή της επινοημένης από τον συγγραφέα εξέγερσης κατά του μεγαλοκτηματία της περιοχής στις 11 Μαρτίου 1911, την ημέρα της εορτής της Πολιούχου της Αρτας Αγίας Θεοδώρας, μετά τη λιτανεία της θαυματουργής εικόνας.

Εσωτερικοί παράγοντες συνομολογούν ότι η νουβέλα συνιστά μια κατασκευή. Εξυπηρετούνται έτσι συγκεκριμένοι στόχοι. Ο πρώτος είναι η παραχώρηση της κυριότητας της αφήγησης στον αναγνώστη. Αυτό εξασφαλίζεται με την παρεμβολή παραθεμάτων, για παράδειγμα λημμάτων και αποσπασμάτων από άρθρα εφημερίδων, με τη μετατροπή εν γένει της διακειμενικότητας σε χρήση της σχετικής βιβλιογραφίας, με τη γραμμική πλοκή και με το διάφανο στήσιμο. Χάρη στις προηγούμενες τεχνικές το γεγονός της κατασκευής της νουβέλας καθίσταται προφανές, ώστε ανοίγεται μια εξωδιηγητική προοπτική, όπου επικυρώνεται η ανταλλαγή των ρόλων του αφηγητή και του λανθάνοντος αναγνώστη.

Αλλαγή ρόλων

Ο δεύτερος στόχος ο οποίος εξυπηρετείται είναι η μετακίνηση των χαρακτήρων στο παρασκήνιο και η συνακόλουθη πρόκριση του ίδιου του τόπου ως πρωταγωνιστή. Τα πρόσωπα και οι πράξεις τους αποδίδονται επίτηδες μέσα από τυπικά σχήματα, με αποτέλεσμα να δεσπόζει η περιοχή της δράσης τους, η Ηπειρος και ειδικότερα η Αρτα στη διπλή παρουσία της στο παρόν και στο παρελθόν. Γι’ αυτό επισωρεύονται τόσο αναφορές για την αρτινή λαογραφία όσο και για αυθεντικά και επινοημένα περιστατικά τα οποία συνδέονται με την τοπική ιστορία. Η περιήγηση της αφήγησης στον χώρο μπορεί να χαρακτηριστεί ως «οδολογική».

Ο όρος έχει πλαστεί από τον Gestalt ψυχολόγο Kurt Lewin. Πρόκειται για την αντίληψη του χώρου την οποία αποκτά ένας επισκέπτης κατά το οδοιπορικό του για τη χαρτογράφηση μιας περιοχής μέσω των διακριτών γνωρισμάτων της. Συνεπώς στο βιβλίο «Η λιτανεία» ο τόπος επισκιάζει τους φανταστικούς ήρωες, ενώ ενσωματώνει τα ιστορικά πρόσωπα ως διακριτά και καταστατικά στοιχεία του.

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης
Η λιτανεία
Εκδ. Στοχαστής, 2016, σελ. 106
Τιμή: 10,60 ευρώ

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΄”Τα Νέα” εδώ: http://www.tanea.gr/old-page-categories/books/article/5463511/oi-plhmmyres-toy-araxthoy-kai-ths-istorias/

Βασίλης Καραβίτης (1934-2016), Τέσσερα ποιήματα

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Παρά το γενικό αίτημα
Κανείς δεν στρώνεται να εφεύρει
Μια μέθοδο μοναξιάς
Που ν’ αντέχει στην καθημερινή χρήση.

Μαραίνει το ζήλο μας
Η έχθρα του καιρού.


Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΣΤΟ ΣΑΛΟΝΙ

Κάποιο φως ελπίδας
Ακόμα στα μάτια του
Όταν ξυπνάει για λίγο.
Μετά θυμάται τον κόσμο
Κι ανήσυχος όσο ποτέ
Ξαναπέφτει γρήγορα
Στον παμπάλαιο ύπνο του.

*Από το “Υλικό μονώσεων”, 1966-1970.

Η ΠΑΛΙΑ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Αντίδοτα δραστικά στη σιωπή
Όταν ανήσυχη η φύση μας γλιστράει
Απ’ το ζεστό κουκούλι της μοναξιάς
Μες στο θαμπό περίγραμμα του κόσμου,
Χωρίς ακόμα να υποπτεύεται
Το άχαρο, μάταιο ταξίδι της
Μέσα σε τόσες νεκρές
Κι ομιλούμενες γλώσσες

*Από το “Στη σκιά του μακρόβιου χρόνου”, 1973-1977.

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΠΡΟ ΕΤΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΑΙ

Ξύνοντας με μανία
Το τεράστιο μολύβι μου ˙
Τρέμοντας μπροστά σ’ ένα
Χαοτικό, άσπρο τετράδιο ˙
Χαράζοντας με κόπο μία μία
Τις πρώτες, ακατανόητες λέξεις μου:

Εκεί βρίσκομαι ακόμα.

*Από το “Ζω με τιυς φίλους και τις λέξεις”, 1977-1981.

**Τα πήραμε από εδώ: http://www.oanagnostis.gr/%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF-%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CF%80%CF%89-%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB/