Βασίλης Καραβίτης (1934-2016), Πέντε ποιήματα

Η ΕΛΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΑΙΩΝΙΟ ΠΟΥ ΣΥΓΚΡΑΤΕΙ

Άσημο καταφύγιο της φθοράς
Ξέχασε όλα τα δόγματα της συμμετρίας
Κι αισθητικά αδιάφορη αποδέχτηκε
Να κρύβει συνέχεια το αληθινό της πρόσωπο
Μες σε κατάξερους κορμούς κι επίφοβες κουφάλες.
Έτσι θυσιάζοντας για πάντα την ομορφιά
Ξεγελάει ακόμα τον παντεπόπτη χρόνο
Κερδίζοντας μια λαθραία αιωνιότητα
Που η επαίσχυντη ζωή αρνείται να προσφέρει.
Τώρα μεσ’ από τόση διάρκεια σίγουρη
Μπορεί και γίνεται χωρίς να το ξέρει
Ταπεινά χρήσιμη,
Σαν τη σκεβρωμένη μάνα
Που οι ρίζες της απλώνουν και κρατάνε
Όσο περισσότερο παλιώνει.

***

ΠΑΙΔΙ-ΜΗΤΕΡΑ Ή ΚΑΠΟΙΕΣ ΜΕΤΑΛΛΑΓΕΣ ΠΟΥ ΑΠΩΘΟΥΜΕ

Θεέ μου το βλέπω καθαρά,
Πάλι ξεπέφτει στην φρικτή ανάγκη μου,
Κι ας μη ξεχύνει όπως παλιά επάνω μου
Τ’ ατέλειωτο νερό της μητρικής στοργής
(Βαθύ μυστήριο κι αρχή ζωής
Που από κανάλι σάμπως μέσα της
Ξεκίναγε ν’ αναλωθεί για να διαρκέσει.)
Όμως το βλέπω κι είναι αβάσταχτο
Πάλι να πέφτει στην φτηνή ανάγκη μου
Την ώρα που σκληρά επιτέλους απελεύθερη
Απ’ την σκλαβιά την στείρα της μητρότητας
Μοιάζει ξανά αρχέτυπο παιδιού
Ενώ εγώ, γελοίο φάντασμα πατέρα,
Με αγριάδα την μαλώνω που ατακτεί
Σχεδόν παγώνω τις χαρές της με σιωπή
Κι όταν τραβήξει το παιχνίδι πιο πολύ
Φωνάζω πανικόβλητος:

Με ξέχασες, Μητέρα.

***

ΦΡΕΣΚΑ ΠΡΩΙΝΑ ΣΥΚΑ

Γενικά δεν συμφέρει να ζεις.
Elia Pennamen

Κάτω απ’ το μαλακό, πράσινο δέρμα τους
Ξαφνικά ανήσυχο και παθητικό
Το παλιό τραύμα της ζωής
Που δεν κλείνει ποτέ.
Ή ανεστραμμένη στον κρύο ουρανό
Η ανοιχτή, ευαίσθητη ψίχα της
Σα να αιμορραγεί χωρίς ελπίδα
Λίγο πριν την καταβροχθίσουν βιαστικά
Οι πρωινοί, δυσκοίλιοι επίγονοι.

***

ΤΟ ΚΕΝΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΟΙΚΕΙΟ

Το σπίτι, ο κήπος, η πόλη:
Πόσο στριμώχτηκα σ’ αυτούς
Τους διάσημους τόπους του κόσμου
Μέχρι να μάθω να χωράω ολόκληρος
Στο μετρημένο σύμπαν της καρέκλας μου.
Κάθομαι τώρα ακίνητος κι ακούω προσεχτικά
Μια σιωπή που έρχεται από μακριά
Ενώ η σκιά μου αόρατη
Νυστάζει και αδιαφορεί.
Κι όλο θυμάμαι σταθερά πως έζησα πολύ
Διακριτικά νεκρός και αεικίνητος
Στο φως μιας σύντομης ημέρας προ πολλού χαμένης
Σαν την ανταύγεια της ιδέας μιας ανάστασης
Που δεν με ζέστανε αρκετά για να τη νοσταλγήσω.

*Από το “Ζω με τιυς φίλους και τις λέξεις (1977-1981).

***

ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

Βιαστικά κι αστόχαστα
στριμώξαμε τη ζωή
στο μικρό μας
παραμορφωτικό καθρέφτη.

Ισόβια κι ατάραχη
μας καθρεφτίζει τώρα,
σχεδόν μας δικαιώνει
η χαλασμένη της εικόνα.

*Από “Το αγαθό σκοτάδι” (1997).

**Από τον Αναγνώστη στο http://www.oanagnostis.gr

Τ. Κ. Παπατσώνης, Σοφία

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Σοφία

Εφθάσαμε έτσι λίγο λίγο στη γυμνότητα,
ένα ένα αποδοθήκαμε τα περίφημα προβλήματα,
τα πολύχρωμα, τα βύσσινα, τα πορφυρά των γοητειών,
και μόνον τώρα, μολονότι κάποιος φόβος κι από πριν,
κάποιο προμήνυμα, μας έλεγαν τι μας προσμένει,
όμως, μονάχα τώρα, οι γυμνωμένοι
είδαμεν, ότι χους εσμέν. Άθλιας επίγνωση
σοφίας. Ένδεια σημερινή. Βραδύνοια της χθες.
Δουλειά μας τώρα να την αναγάγομε σε θρίαμβο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Εκλογή Β’ (1962) του Τάκη Παπατσώνη

View original post

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος, Τρία ποιήματα

ΑΣΜΑ ΠΡΕΠΟΝ

Μιλάτε τώρα
για το αθώο αίμα, που ωστόσο,
όταν έπρεπε,
δεν του δώσατε μεγάλη σημασία
και το ξοδέψατε σαν γνήσιοι χουβαρντάδες.

Θέλατε ήρωες να έχετε στην καβάντζα
τροφή για τη συνέχεια του μίσους,
δεν καταλάβατε πως
για όλους μας ανοίγεται
ο ίδιος τάφος.

Τα λέω αυτά
και με πλακώνει μια λύπη
γιατί σεις δεν αφήνετε το μαχαίρι
σε ησυχία.

“Δεν με νογάτε όπου σας ομιλώ”
και το γνωρίζω. Κανέναν δεν νογάτε εξόν
από εκείνον που χαϊδεύει
τ’ αυτιά σας με λόγια, που θέλετε ν’ ακούσετε.

Εγώ δεν ήμουνα γι’ αυτά
“πήγα μακρύτερα από την παντοχή μου”,
είπα άλλους λόγους,
όπου έφεραν τρομάρα
και με κόψατε
από τότε,
μαρτύρησα της μάνας μου το γάλα
κράτησα όμως με επιμονή
αυτό το μετερίζι.

***

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΑΣ ΑΚΟΥΩ ΠΙΑ

Και τι να την κάνω τώρα την “αγάπη” σας
που μ’ έπνιξε και δεν με άφησε
μιαν ανάσα να πάρω στη ζωή;
τα μεγάλα λόγια, οπού ομολογείτε
καθώς με της ζωής σας τα καθέκαστα
θέλετε να μπολιάσετε τις γενιές
που έρχονται.

Όχι! Δεν θέλω να σας ακούω πια.
Δεν σας πιστεύω!
Γιατί εγώ
ποτές δεν ήθελα,
να ενοχλώ την ησυχία σας.
Πάσχιζα να ΄βρω μιαν αγκαλιά συντροφική,
ένα λιμάνι. Μαζί σας, για τον ίδιο τον Σκοπό
τις νύχτες να βγαίνω στο καρτέρι.

Σεις είπατε στα σιγανά πως
“αγγελιαφόρος της Αρχής” θα γίνω.
Ύστερα όμως,
δεν με δώσατε τις λέξεις
και σαν τυφλός επήγαινα
όταν εσείς ζητούσατε δηλώσεις
για την Υπόθεση.

Έτσι,
αφού δεν με εμπιστευθήκατε τις λέξεις
τι αγγελιαφόρος θάλατε να γίνω;

***

ΜΑΥΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΝΙ

Δεν δέχεται το γέλιο αυτός ο ουρανός
και απαντά με μαύρο χιόνι.

Οι φλαμουριές, στην αλέα παγωμένες
και οι λέξεις τρέμοντας μέσα στη νοτισμένη ανάσα σου
προσπαθούν να κρατηθούν ζωντανές,
να κρατηθούν μέσα στης αγάπης την ζεστή αγκαλιά.

Μιλώ πολύ.
Μιλώ πολύ και γρήγορα
και μόνο κάτω απ’ τον ίσκιο των λέξεων
βρίσκει το γέλιο μου απάγκιο
ένα μεσημέρι
στην οδό Ασημένιου Μαχαιριού καθώς
γυρίζω χωρίς εσένα,
με την πίκρα αγκαλιά στο σπίτι και
οι μικροί αλήτες
με τραβούν από το μανίκι
γυρεύοντας επιτακτικά μια δεκάρα,
μια τσίχλα ή ένα τσιγάρο
κι έτσι, δεν βλέπω τη χαρά
που περνά μονάχη,
από τον άλλο δρόμο.

*Από τη συλλογή “Το Φράγμα της Μνήμης”, εκδόσεις ΄”Οροπέδιο”, Ιούνιος 2017.

Γιώργος Θέμελης, Σε ποια θάλασσα

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ναζίμ Χικμέτ & Μάνος Λοΐζος, Η πιο όμορφη θάλασσα
(απόδοση στα Ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος, τραγούδι: Μάνος Λοΐζος / δίσκος: Γράμματα στην αγαπημένη (1983))

[Ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]

Σε ποια θάλασσα

Σε ποια θάλασσα
Ποιος ουρανός
Σ’ έχει φιλήσει

Τα μαλλιά σου τρυπούν
Την καρδιά του ανέμου
Σαν τα δέντρα και σαν τα ταξίδια

Το χέρι σου χαμόγελο
Φωνή σαν του νερού
Σαν κοριτσιού κάτασπρη ντάλια

Όπου κι αν κοιτάξεις
Προβάλλει το πρόσωπό σου
Κατεβαίνει το βλέμμα σου
Από χίλια
Λουλούδια

Κοίταξε κάλλιο τον ίσκιο που πέφτει
Τον καβαλάρη της βροχής
Το χαμογέλιο του καλού
Θεού

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

View original post

Richard M. Berlin, Δύο ποιήματα

Ανάμεσα στη λογική και στον πανικό

Τη μια στιγμή αυτή αναπνέει τον αέρα του δωματίου
και την επόμενη εσύ γαυγίζεις εντολές
προς την ομάδα που σπρώχνει το καρότσι
για την αντιμετώπιση των επειγόντων περιστατικών 1.
Επαναξιολογείς τα κλινικά σημεία
και τα συμπτώματα που σου διέφυγαν,
τον άτακτο ρυθμό της καρδιάς της
πριν κινητοποιήσεις τον μπλε κωδικό 2.
Θες να πιστεύεις ότι η ορθή κρίση σου
ήταν τόσο φίνα όσο ένα ποτήρι κρασί γεμάτο καμπερνέ,
και θες να ξεχάσεις ότι το μπουκάλι του κρασιού που φαντάζεσαι
στέκεται πάνω σ’ ένα τραπεζάκι αεροπλάνου
στα σαράντα χιλιάδες πόδια,
έτοιμο να αναποδογυρίσει όταν ο κυβερνήτης αναγγείλει
ότι το αεροπλάνο βουτά για μια αναγκαστική προσγείωση.
Αλλά δεν μου χρειάζονται εικόνες αεροπορικών καταστροφών
για να σας πείσω ότι ο γιατρός ζει
κάπου ανάμεσα στη λογική και στον πανικό:
μόλις με μια κίνηση βγάλεις το λαρυγγοσκόπιο3,
φέρνεις στο μυαλό σου τις φωνητικές χορδές,
και ξεχνάς ότι έχεις όλα κι όλα δεκαπέντε δευτερόλεπτα
για να περάσεις τον τραχειοσωλήνα πριν
το ξέπνοο σώμα πάνω στο κρεβάτι γίνει μπλε.

1. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τον αμερικανικό νοσοκομειακό όρο “crash cart” για το καρότσι με τα ιατρικά όργανα για την άμεση αντιμετώπιση των επειγόντων περιστατικών που συμβαίνουν σε νοσηλευόμενους ασθενείς. Η έκφραση προέρχεται από την αντίστοιχη ορολογία για τους καταρρέοντες ασθενείς “crash patients”.
2. Νοσοκομειακός Κωδικός στα αμερικανικά νοσοκομεία για την Επείγουσα Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση.
3. Το ιατρικό όργανο με το οποίο διενεργείται η λαρυγγοσκόπηση. Η εισαγωγή του λαρυγγοσκοπίου δια της κοιλότητας του στόματος είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την εισαγωγή του τραχειοσωλήνα δια του λαρυγγοσκοπίου για την επίτευξη, δια της ενδοτραχειακής διασωλήνωσης, της υποβοηθούμενης τεχνητής αναπνοής με μηχανικό ανανευστήρα.

***

Η κοπέλα που γυρίζει τις σελίδες

στέκεται σαν ερωδιός, λυγισμένη,
σε απόλυτη επιφυλακή, συγκεντρωμένη στη μουσική
το χέρι της ράπισμα του ανέμου
καθώς γυρίζει τη λευκή σελίδα.
Την ώρα που ο προβολέας θαυμάζει
το πάθος του σολίστα,
εγώ αγαπώ ακόμα περισσότερο
την κοπέλα που γυρίζει τις σελίδες,
καθώς αναπολώ τον ενθουσιασμό
να ξεκινάς από τον πάτο-
παρακολουθώντας βήμα προς βήμα τα εργαστηριακά ευρήματα.
κρατώντας τα άγκιστρα της χειρουργικής τομής 1,
η χαμηλότερη βαθμίδα μια κονκάρδα τιμής,
όλη η αυτοπεποίθηση που κερδίζεται όταν
μαθαίνουμε να αποδεχόμαστε τη θέση μας.

1. Το άγκιστρο είναι το χειρουργικό εργαλείο με το οποίο ένας χειρουργός μπορεί να διαχωρίσει τα άκρα μιας χειρουργικής τομής ή ενός τραύματος.

*Από τη ενότητα “Κλινική άσκηση” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Εγχειρίδιο ποίησης”, εκδόσεις Ένεκεν, Ιούνιος 2017. Μετάφραση-Σημειώσεις: Μίλτος Αρβανιτάκης.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Ξέρεις ότι αν πιείς θα γίνει ατύχημα

Ξέρεις ότι αν πιείς θα γίνει ατύχημα. Ξέρεις ότι μπορεί να μπλέξεις σοβαρά. Μπορεί να χάσεις χέρια πόδια και το χειρότερο κεφάλι. Μπορεί να πάθεις διάσειση. Ή απλή θλάση. Να σπάσεις δυο-τρία πλευρά. Μη μασάς. Θα ζήσεις ή όχι; Μπορεί να μπεις σε κώμα ή να μείνεις φυτό. Να πάθεις εγκαύματα. Να πιάσει φωτιά το αυτοκίνητο. Άγνωστοι να σου αλλάζουν την πάνα όταν κατουράς ή χέζεις. Να πονάς. Να ουρλιάζεις. Η μορφίνη να φαίνεται σαν ντεπόν. Να μη ξέρεις τι σου γίνεται. Καταστολή στο νοσοκομείο. Το χειρότερο ή το καλύτερο. Ή το καλύτερο. Εξαρτάται. Τροχαίο. Δυστύχημα. Χτύπημα. Μπαμ. Κρας. Λιωμένο ατσάλι. Χαλκομανία. Το αμάξι σμπαράλια. Όλα χάνονται σε μια στιγμή. Μέσα σε λίγα τεράστια δευτερόλεπτα. Δεν κάνει να πίνεις και να οδηγάς. Δεν είπαμε να μην πίνεις καθόλου. Γιατί εμείς θα σου λέμε πότε να πίνεις. Ναι. Εμείς ξέρουμε το καλό το δικό σου. Το καλό όλων. Το αλκοόλ είναι καλό για τα νεύρα. Είναι καλό για τις δύσκολες μέρες. Κάποιες φορές. Λίγο. Έτσι για χαλάρωση. Αν το ελέγχεις. Αν πίνεις με μέτρο. Πάντα το μέτρο. Όμως. Μη γίνεις αλκοολική. Οι αλκοολικοί είναι κακοί και κοινωνικά κατακριτέοι. Περιθωριακοί. Ανώνυμοι. Μυστικοί. Δεν θα γίνεις αλκοολική. Θα πίνεις και θα οδηγάς. Μην πίνεις και οδηγάς. Μην πίνεις. Ποια φταίει στο ατύχημα; Αυτή που ήπιε. Και τι θα γίνει αν εμπλακείς σε ατύχημα; Θα σε κατηγορήσουν. Ασφάλειες και δικαστήρια. Θα είναι ακριβό. Θα κάνεις κακό. Θα τρέχεις από εδώ κι από εκεί. Μπελάδες. Θέλεις; Δεν θέλεις; Ανδρεναλίνη θα έχει μπόλικη. Θα γουστάρεις. Κάποιες στιγμές. Κάποια λεπτά συνειδητότητας. Λεωφορεία στο κενό. Περιστρεφόμενες νταλίκες. Καραμπόλες. Εκκωφαντική ηχορύπανση. Μυρωδιά βενζίνης και καμένου μέταλλου. Κάτι δένδρα. Στο βάθος όχι κήπος.

Το άλλο; Θα είναι κολόνα. Τοίχος. Κάγκελα. Προστατευτικά. Ξεροί κορμοί. Στύλος της ΔΕΗ. Ή κάτι σε άλλο αυτοκίνητο; Κάτι σε ζωντανό ον; Οικογενειάρχης. Νταλικέρισσα. Λεωφορειατζής. Ταρίφας. Νέα οδηγός. Έφηβος. Παρέα. Ζευγάρια. Συγγενείς. Μόνος. Μόνη. Μόνο. Τι θα είναι; Θα ζήσει; Ή θα αποβιώσει με τη μία; Θα είναι λίγο χτυπημένος ή νεκρός; Μπορεί να είχε ένα παιδί, δύο ή τέσσερα ή και εκατό ή και κανένα. Γαμώ τη τύχη μου μέσα. Μπορεί να ζήσει. Μπορεί. Ένα πτώμα. Μπορεί λίγο πατικωμένος. Μπορεί να αναφλεγεί ζωντανός. Είναι επικίνδυνη η αυτανάφλεξη. Και η οποιαδήποτε ανάφλεξη. Πρέπει να απομακρυνθεί από το όχημα. Πρέπει να πάει παραδίπλα. Οι πυροσβέστες θα έρθουν. Δεν είναι εύκολος ο απεγκλωβισμός. Μιλάμε για τόνους. Η αστυνομία. Τα ασθενοφόρα μετά. Θα του κάνουν διασωλήνωση. Μετά τις πρώτες βοήθειες. Μετά το ηλεκτροσόκ. Θα τον βάλουν σε μηχανική υποστήριξη. Προληπτικά. Ελαφρά τραύματα. Σπασμένα πλευρά. Θα κατουράει στην πάπια. Νερό και τροφή χημικά. Χάπια. Φαρμακευτική χαρά. Όλα καλά. Όλα καλά.

Η μεθυσμένη θα ζήσει. Να σε θυμάται. Άνθρωπε που ήσουν από την άλλη πλευρά. Πάντα μεθυσμένη. Σε μπαρ θα πίνει. Όλοι θα έχουν να το λένε. Αυτή φταίει. Αυτή είναι η κακιά. Θα μπει φυλακή. Η φυλακή είναι το παντού μετά. Οπουδήποτε θα είναι φυλακή. Θα πάει σε δικαστήρια. Δεν υπάρχει σωτηρία. Σε μπαρ. Ουίσκι. Ή κοκταίηλς με τζιν. Δεν οδηγά πια. Μην ανησυχείτε. Της πήρανε το δίπλωμα. Δεν έχει άλλα. Ποτέ ξανά. ΧΑ! Ποτέ μη λες ποτέ. Μην οδηγάς μεθυσμένη. Αλλά όχι. Τίποτε δεν θα συμβεί. Τι θα έκανες αν οδηγούσες μεθυσμένη και προκαλούσες ατύχημα; Και τι θα πάθαινε ο άλλος; Δεν ξέρω. Δεν θα δω. Δεν θα μάθω ποτέ. Θα φύγω. Θα πατήσω το γκάζι. Ταχυπαλμία. Πανικός. Θα φύγω. Θα φύγω από το τώρα κι από τη ζωή μου. Είμαι μεθυσμένη. Θα περάσω τη ζωή μου με μορφίνες. Οι τύψεις μου δεν έχουν θεό και προσευχές. Έφυγα. Έφυγα και δεν είδα. Δεν είδα και δεν θα μάθω ποτέ τι έγινε. Τι έγινε; Δεν έχω ιδέα. Δεν ξέρω. Γαμώτο. Δεν ξέρω. Ο μπάσταρδος μπήκε μπροστά μου. Δεν έτρεχε. Είναι περιφερειακός. Γίνονται συχνά ατυχήματα. Είναι δρόμος ταχείας κυκλοφορίας. Τρέχεις. Φοράς ζώνη. Δεν περιμένεις. Υπήρχαν κάμερες; Δεν υπήρχαν. Υπήρχαν πεύκα. Πολλά πεύκα. Νύχτα. Φώτα του δρόμου. Λίγα αυτοκίνητα. Αραιά. Τρέχανε όλοι. Μεγάλες ταχύτητες. Η πόλη είναι τόσο όμορφη το βράδυ που καταντά σιχαμερή. Είναι ένα μεγάλο ψέμα. Γαμώ. Κανείς δεν είναι ευτυχισμένος. Η ευτυχία δεν υπάρχει. Μεθύστε όλες και πατήστε τον διπλανό σας.

Την έδερνε. Την έδερνε πολύ και δυνατά. Κάθε φορά που πίνανε. Ή που δεν πίνανε. Ο έρωτάς τους ήταν το ξύλο που της έδινε. Και την πονούσε. Την χάιδευε. Πρώτα ή μετά. Και την έδερνε. Δεν ήθελε άλλο να συνεχιστεί. Πήγαινε μετά στα μπαρ. Και έπινε. Δεν ήταν δύσκολο να περάσεις την πόρτα του μπαρ. Ήταν ηλίθιος. Την έκανε κομμάτια. Έπρεπε να πας στο μπαρ. Να χαμογελάσεις στον μπάρμαν. Να τον δεις φιλικά. Ή να την δεις. Αν ήταν γυναίκα, ακόμα καλύτερα. Να πιείτε μαζί. Σφηνάκια τεκίλας. Λευκή. Να γελάσετε. Να δείτε τους εαυτούς σας στον καθρέφτη του μαγαζιού παραμορφωμένους. Πόσοι εαυτοί; Πολλοί. Να πείτε κάποιες βλακείες. Για τον καιρό, την οικονομική κρίση, τη σημασία του δημοψηφίσματος. Για τη θρησκεία, για τον θεό, για την ύπαρξη. Και μετά να φτάσετε να κοιτάζεστε. Να σχολιάσετε τους άλλους στο μαγαζί. Την τύπισσα με τα περίεργα ράστα και το τατουάζ κροκόδειλο. Τον γέρο άνδρα που κάθεται πάντα μόνος του στη γωνία και πίνει βότκα ανανά. Τις παρέες που έρχονται κι αυτές που φεύγουν. Αυτούς που χορεύουν σαν να μην υπάρχει αύριο. Και τους μοναχικούς που κάθονται μόνοι στα τραπέζια. Να κοιτάζεστε. Άντε πρέπει να κλείσουν. Είναι υπάλληλοι. Κανείς δεν νοιάζεται για σένα, πρέπει να την κάνεις. Πρέπει να φύγεις. Δουλεύουν. Σε δουλεύουν. Τους πληρώνεις. Σου πουλάνε ποτά και λίγη παρέα. Στα ψέματα. Πρέπει να σηκωθείς. Το κορμί σου να τρέμει. Να πληρώσεις. Άσε φιλοδώρημα. Ήταν καλοί μωρέ.

Η νύχτα είναι παγωμένη. Υγραμένη. Όσο και συ σχεδόν. Πρέπει να θυμηθείς πού πάρκαρες το αυτοκίνητο. Στην αρχαία αγορά; Στα πανεπιστήμια; Ή κάτω; Στο λιμάνι; Πού στο διάολο άφησες το αυτοκίνητο. Μεγάλη κι αδιάφορη Θεσσαλονίκη. Αλλά θα το βρεις. Και στον δρόμο θα περάσεις από στενά σκοτεινά. Από τύχη δεν σε λήστεψαν. Δεν σε παρενόχλησαν. Δεν σε άγγιξε το σκοτάδι. Από τύχη. Καθαρή. Γιατί πρέπει να οδηγήσεις. Πρέπει να φτάσεις στον περιφερειακό. Εκεί που θα διακοπούν όλα. Για μια στιγμή θα γίνει μια μικρή ατομική σύγκρουση. Θα παραπατάς. Θα σου έρχεται μια να κλάψεις. Μια να ξεράσεις. Δεν θα κάνεις τίποτα. Θα κάνεις πως δεν τρέχει κάτι. Θα προσπαθήσεις να κρατηθείς όρθια και ίσια. Όσο γίνεται περπάτα σταθερά. Θα δαγκώσεις τα χείλια σου, μέχρι να ματώσουν. Ο πόνος σε αφυπνίζει. Σε κρατάει ξύπνια. Παρέες ανδρών θα μουρμουρίζουν διάφορα. Θα γελάνε. Μαζί σου. Δεν έπρεπε να βάλεις το μαύρο φόρεμα. Δεν φοβάσαι τίποτα. Δεν σε νοιάζει και πολύ. Κάντε με ό,τι θέλετε. Τι χειρότερο μπορεί να συμβεί. Οι μώλωπες είναι εκεί.

Πρέπει να φτάσεις. Και θα σκέφτεσαι τα Σαββατοκύριακα. Στο σπίτι σου. Που μαζευόταν η οικογένεια που δεν συμπαθούσες καθόλου. Μιλούσαν για τον Χριστό και για τα παιδιά που θα γεννήσουν. Και κάνανε σταυρούς, προσευχές και τρώγανε. Πολύ φαγητό. Το φαγητό δεν ήταν η προτεραιότητά σου. Σού λέγανε να φας. Πώς έγινες έτσι; Βάλε μια μπουκιά στο στόμα σου. Οι αδύνατες δεν αρέσουν στους άνδρες. Όλα για τους άνδρες. Βάψου και λίγο. Χτενίσου. Φτιάξου. Φάε κάτι. Με αυτό θα τη βγάλεις. Φάε μια μπριζόλα. Να στανιάρεις. Το κρέας χρειάζεται. Είναι πολύτιμο και έχει μέσα θρεπτικά συστατικά. Θρεπτικά συστατικά. Η οικογένειά σου. Ένας κι ένας. Είσαι μια ξένη. Αγαπητή η μάνα σου. Πολυλατρεμένη. Μαυροφορεμένη και συνέχεια στωική. Σε όλα είχε μια περίεργη υπομονή. Άρρωστη. Δεν την κατάλαβες τη μάνα σου. Ούτε αυτή εσένα. Σε έκανε να νιώθεις λειψή και μοναχική. Ούτε ένα σίδερο έμαθες, ούτε να σκουπίζεις, ούτε να πλένεις. Ένα πιάτο φαΐ δεν ξέρεις να μαγειρέψεις. Ανεπρόκοπη. Και ποιος θα σε πάρει. Ανοικοκύρευτη που είσαι. Μια μόνιμη γκρίνια. Μια μόνιμη τύψη που δεν έγινες αυτό που σε προόριζαν. Αυτά τα φρικτά γεύματα. Τα Σαββατοκύριακα με συγγενείς. Και η τηλεόραση να παίζει ανοιχτή τα νέα της ημέρας. Πόσοι άνθρωποι δολοφονήθηκαν, πόσοι πέθαναν από φυσικές καταστροφές και σε ποια άκρη του κόσμου γίνεται ο μεγαλύτερος αιματηρός πόλεμος. Με το σόι. Τη φαμίλια. Τους πιο κοντινούς σου ανθρώπους. Όλα αυτά τα πρέπει. Οι κανόνες. Η συμπεριφορά. Τα υποκριτικά γέλια. Η υστερία. Και η σύγχυση. Κι όλα αυτά τα αίματα. Τα κρέατα. Τα πτώματα. Τα νεκρά στα πιάτα. Τα ανοιχτά σαλιωμένα λυσσασμένα στόματα. Τα κοφτερά δόντια. Η φρίκη. Μια τόσο φυσιολογική οικογένεια. Που έρχεται στο φαγητό κοντά. Το φαγητό τη δένει. Δεν έγινες ποτέ αυτό που θέλανε από σένα.

Οι μώλωπες δείχνουν ότι προσπάθησες. Μη στενοχωριέσαι. Πήρες αυτό που ήθελαν. Αυτό που χρειαζόσουν. Πήγες να κάνεις το καλό. Το καλύτερο. Βρήκες άνδρα. Σε πρόσεξαν οι άνδρες. Οι άνδρες είναι ο στόχος. Στους άνδρες να απευθύνεσαι. Τον βρήκες. Ήσουν τυχερή. Στους μώλωπες φαίνεται το πριν και το μετά. Στα ερωτικά σου κλάματα. Στα παράπονα. Και στη μόνιμη θλίψη που είχε στεριώσει πάνω και μέσα σου. Η μοναξιά δεύτερο πετσί σου.

Να βγάλεις τα κλειδιά από την τσάντα. Τώρα. Πρέπει να συνέλθεις. Να είσαι σωστή. Και νηφάλια. Να μιλάς ευγενικά. Να κάθεσαι προσεκτικά. Μην καπνίζεις. Μην πίνεις πολύ. Εντάξει, πιες κάτι. Όχι πολύ. Πρόσεξε πώς κάθεσαι. Σεμνά. Μην προκαλείς. Κοίτα τις άλλες κοπέλες στην ηλικία σου. Χαμογέλα. Λίγο μωρέ. Χαμογέλα πιο πολύ. Γιατί είσαι συνέχεια έτσι. Τα έχεις όλα. Τι θέλεις πια. Το βρήκες το παλληκάρι σου. Είσαι στον σωστό δρόμο. Εντάξει δεν τα κάνεις όλα τέλεια. Δεν είσαι ούτε πολύ κοντά σε αυτό που ονειρευόμασταν. Γιατί δείχνεις τόσο στενοχωρημένη; Θα κάνεις πρόωρες ρυτίδες. Έρεψες. Μήπως είσαι άρρωστη. Πήγαινε σε κανέναν γιατρό να σε δει. Οι γιατροί τα ξέρουν όλα. Θα δεις ότι θα στο πούνε κι αυτοί. Βρες έναν άνδρα. Θα σου κάνει καλό. Φάε κάτι. Το φαγητό είναι υγεία.

Ξέρεις όμως για το ατύχημα. Ατύχημα. Όχι καλό. Μέχρι και ένα μικρό παιδί το καταλαβαίνει. Τα ατυχήματα είναι κακά. Ένα ατύχημα είναι μεγάλη συμφορά. Και δεν συμβαίνουν ποτέ σε εσένα. Μόνο στους άλλους. Οι άλλοι δυστυχούν. Κι εσύ τους κοιτάς. Θέλεις να μάθεις λεπτομέρειες. Να δεις αίμα. Γιατί δεν είσαι εσύ. Είναι οι άλλοι. Και γιατί θες να μάθεις τη δυστυχία. Ακόμα περισσότερα. Τον θάνατο. Ωμό θάνατο. Να τον δεις. Πώς θα είναι. Να φτιάξεις μια εικόνα που θα σε στοιχειώνει τα βράδια πριν κοιμηθείς. Να φτιάξεις την αϋπνία σου με κάτι χειροπιαστό. Όχι. Όχι. Μπορεί να μη γίνει και τίποτα. Μπορεί να τη γλιτώσεις φθηνά. Να μην περάσεις τα κόκκινα. Να περιμένεις τα πράσινα. Και οι άλλοι το ίδιο. Να τρέχεις λίγο, αλλά όχι υπερβολικά. Και στον περιφερειακό όλα να πάνε καλά. Όλα. Να πάνε όπως πάνε πάντα. Πρίμα. Μην πιστέψεις ποτέ ότι ξέρεις τον δρόμο. Ο δρόμος είναι μια άγνωστη γραμμή για σένα. Πήγαινε προσεκτικά. Ο περιφερειακός είναι δύσκολος δρόμος. Στον περιφερειακό γίνονται όλα τα ατυχήματα. Πρόσεχε.

Βρίσκεις το αμάξι. Ανοίγεις τους καθρέφτες. Σου πέφτουν κάτω τα κλειδιά. Γελάς νευρικά. Σπαστικά σχεδόν. Κοιτάς γύρω. Δεν είναι κανείς εδώ. Κάλμαρε. Παίρνεις από κάτω τα κλειδιά. Ευτυχώς δεν βρέχει. Ο δρόμος είναι βρώμικος. Χωρίς λάσπες. Χωρίς λακκούβες. Χωρίς νερά. Ανοίγεις την πόρτα με την τρίτη φορά. Μπαίνεις μέσα. Νιώθεις την οικεία μυρωδιά του αρωματικού έλατου. Πρέπει να το πετάξεις αυτό το αρωματικό. Στο έβαλαν στο βενζινάδικο. Βρωμάει. Σου θυμίζει κάτι μέρες αναμονής σε ιατρεία. Με τον πατέρα σου. Άγιος άνθρωπος. Έγινε πριν πεθάνει. Μέχρι τότε. Ένα κάθαρμα. Στυγνό. Απερίσκεπτο. Ένα ακόμα αφεντικό. Για τη μάνα σου, για τη ζωή σου. Σωστός οικογενειάρχης. Όλα αυτά πόσο πίπες σου φαίνονται. Πόση αηδία. Γιατί δεν είσαι και συ σαν τις άλλες. Γιατί δεν τα δέχεσαι όλα έτσι. Όπως στα σερβίρουν. Στο πιάτο.

Το ξύλο είναι καλό. Το ξύλο θα σου μάθει πράματα. Οι μαμάδες πρέπει να δίνουν στα παιδιά ξύλο. Για να μάθουν. Οι μώλωπες ενισχύουν τη μνήμη. Βοηθούν το πνεύμα. Και την ακράτεια καμιά φορά. Η βία. Ω αγαπητή του κόσμου βία. Σου έρχεται να σκοτώσεις. Να πάρεις τη ζωή κάποιου. Ενός συγκεκριμένου. Θέλεις να τον βρεις. Είναι άνδρας. Παντρεμένος. Με δυο παιδιά. Ήταν εραστής σου. Και κακοποιητής σου. Βιαστής σου. Ο άνδρας της καταπληκτικής ζωής σου. Σε ποιον να το πεις; Ποιος θα το πιστέψει; Θα τον βρεις να υπογράφει. Συμβόλαια. Θα τον βρεις να κάθεται στο γραφείο του και να καπνίζει μανιακά. Λάκι στράικ. Και δική σου επιλογή ήταν. Και συ φταις. Σου χαμογέλασε. Ήσουν μια ασήμαντη σερβιτόρα. Η μάνα σου το έλεγε πόσο ασήμαντη είσαι. Δεν είσαι για τίποτα εσύ. Κι αυτό το αφεντικό. Από την πρώτη στιγμή σε στιγμάτισε. Σε είδε μικρή κι αθώα. Ήθελε να σου βάλει τον πούτσο του και να στον χώσει και να σε γαμήσει. Με το ζόρι.

Πώς θα σε προσέξουν οι άνδρες; Ε σε πρόσεξε. Σου άφησε φιλοδώρημα το διπλάσιο του καφέ του. Ερχόταν κάθε βράδυ Μετά το γραφείο. Σου χαμογελούσε. Σε έλεγε κουκλάρα. Και σου ψιθύριζε κι άλλα στο αυτί. Ήθελε να σε δει. Τι ώρα τελειώνεις τη δουλειά σου. Σε χούφτωνε κρυφά από τα άλλα αφεντικά σου. Άναβε τα τσιγάρα. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να πέφτουν. Είχε πολύ άγχος. Τα δάχτυλά του τριχωτά και κιτρινισμένα. Τα μάγουλά του γύρω από τα χείλη του ρυτιδιασμένα. Το βλέμμα του βαρύ και σκληρό. Πάντοτε σε κοίταζε ευθεία μες στα βυζιά. Ήθελε τα βυζιά σου. Να τα πάρει και να τα γαμήσει. Να γαμήσει τα βυζιά σου ήθελε. Το έβλεπες στα σάλια του που γέμιζαν τα χείλη του. Και συ ήθελες τότε κάτι από αυτόν.
Το έκανε. Του έδωσες την ευχαρίστηση. Δεν έχει σημασία πού και πότε. Έχει; Πολλά έκανε. Του επέτρεψες να τα κάνει. Στην αρχή σου άρεσε. Πες την αλήθεια. Σου άρεσε λίγο. Μην τον κατηγορείς. Δεν φταίει αυτός. Κανείς δεν φταίει. Μόνο εσύ. Είχες έναν πατέρα τέρας. Η πρώτη δεν ήσουν ούτε η τελευταία. Τη μάνα σου την έκανε ταπί στο ξύλο. Έκλαψες λίγο. Θα αλλάξει τίποτα. Έκανες κάτι όταν σε έδερνε ο άλλος ο μαλάκας; Πες μου έκανες. Όχι. Φταις τότε.

Πήγαινε τώρα στα μπαρ και πιες. Μετά οδήγα. Σκότωσε κάποιον. Τον σκότωσες. Δεν ξέρεις. Θα μάθεις. Γιατί δεν σταμάτησες. Γιατί έφυγες. Πόσα χρόνια στη φυλακή. Εγκατάλειψη θύματος. Ένδειξη αμέλειας.

Κατεστραμμένη. Οδηγάς και κοιτάς τον σταυρό στον καθρέφτη. Δεν πιστεύεις στον Χριστό. Είναι αργά να πιστέψεις; Κουνιέται πέρα δώθε. Όλα θολώνουν. Η ζωή σου είναι μια μικρή καταστροφή. Ασήμαντη. Όσο κι ανύπαρκτη για τους πολλούς. Το παρμπρίζ σου είναι θολό. Το καπό έχει βρωμιές πάνω. Το αυτοκίνητο είναι άπλυτο. Είναι ένα αυτοκίνητο συνηθισμένο. Σαν όλα τα άλλα. Παλιό. Στρογγυλωπό. Πολυχρησιμοποιημένο.

Συνεχίζεις κανονικά την πορεία. Δεν σταματάς ποτέ. Όλα θα πάνε καλά. Συνεχίζεις. Κανονικά. Ογδόντα. Ενενήντα. Εκατό. Εκατόν δέκα. Το λαμπάκι της μηχανής ανάβει. Θυμάσαι που σου έφτιαχνε η μαμά σου τα μαλλιά πλεξουδάκια. Ένα από τη μια πλευρά. Ένα από την άλλη. Τα φώτα πορείας είναι πολύ φωτεινά και σε τυφλώνουν. Κανείς δεν λέει αλήθεια. Τίποτα δεν αλλάζει στην πραγματικότητα. Ο μπαμπάς ήταν πάντοτε κακός. Η μαμά πάντοτε τον άκουγε. Έκανε ό,τι της έλεγε. Τίποτα δεν άλλαζε. Όλα μένανε τα ίδια. Και θα μείνουν τα ίδια. Για μια φορά το πιστεύεις. Το επαναλαμβάνεις μέσα σου συνέχεια. Διασωληνώσεις. Εισαγωγές. Εντατικές. Καρδιακές ανακοπές. Εγκεφαλικό μπλακ-άουτ. Παραλήρημα. Τραύματα βαριά. Βαθιά εγκαύματα. Στιγμές νοσηρές. Νοσοκομεία. Λευκά δωμάτια και γιατροί. Οροί. Μηχανήματα. Καρδιογραφήματα. Αίματα. Ο δρόμος ξεδιπλώνεται μπροστά σου. Δεν υπάρχουν όχι και μήπως και αλλά. Συνεχίζεις να πατάς το γκάζι. Να οδηγάς. Και αυτή ίσως να είναι η μόνη ελπίδα για σωτηρία. Οδηγάτε μεθυσμένες. Ίσως και να υπάρχει ελπίδα. Μην έχετε τύψεις. Παντού κυκλοφορούν νεκρά παιδιά. Δεν θα είναι η πρώτη φορά. Και μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά. ΟΛΑ. Να είσαι πάντοτε χαρούμενη. Και να χαμογελάς. Να χαμογελάς.

*Από το http://frear.gr/?p=17236

Homero Aridjis, Τρία ποιήματα

Το αγόρι ποιητής

Ἐρωτήσεις

Πρέπει νὰ καταλήξω ν’ ἀποκοιμηθῶ μὲ Bach
ὅπως ὁ κύριος ποὺ ροχαλίζει στὴ συναυλία
ἐξουθενωμένος ἀπὸ μιὰ μέρα μὲ χρονοδιαγράμματα
ὡράρια καὶ λογαριασμοὺς
ἐξαντλημένος ἀπὸ μιὰ νύχτα σὲ μιὰ παράσταση;

Πρέπει νὰ εἶμαι σὰν τὸν ἔμπορο
μὲ τὸ μαγαζάκι ποὺ χρεωκόπησε
καὶ ποὺ τώρα ἄνεργος
νομίζει ὅτι εἶναι ἕτοιμος πιὰ νὰ πεθάνει;

ἢ πρέπει νὰ εἶμαι σὰν τὸν ἄρρωστο
ποὺ ἀπορρόφησε τὰ συμπτώματά του
μὴν ἀκούγοντας σινιάλα
σταλμένα ἀπὸ τὸ ὑπερπέραν;

ἢ σὰν τὸν θυρωρὸ
ποὺ ἀνοιγοκλείνει τὶς πόρτες γιὰ τοὺς ἄλλους
χωρὶς νὰ παρατηρεῖ ὅτι στὸ σπίτι του
ἀφήνει παραμελημένη τὴν ψυχή του;

ἢ νὰ εἶμαι πάντα αὐτὸ ποὺ εἶμαι
ἕνας ἄνθρωπος τῶν λέξεων;

***

Το Ποίημα

Στον Octavio Paz

Τὸ ποίημα στριφογυρίζει στὸ κεφάλι τοῦ ἀνθρώπου
σὲ κύκλους κοντινοὺς καὶ μακρινοὺς
Ὁ ἄνθρωπος τὸ ἀνακαλύπτει προσπαθεῖ νὰ τὸ κατακτήσει
ὅμως τὸ ποίημα ἐξαφανίζεται
Ὁ ἄνθρωπος φτιάχνει τὸ ποίημά του
ἀπ’ ὁ,τιδήποτε μπορεῖ ν’ ἁρπάξει
Ὅ,τι ξεφύγει
θ’ ἀνήκει στοὺς ἀνθρώπους τοῦ μέλλοντος

***

Οι έξι αισθήσεις του θανάτου

Ὁ θάνατος ἔχει τὴ γεύση αἵματος στὸ στόμα

μυρίζει σὰν τὸ κενὸ ποὺ σκάει στὴν κοιλιά σου
ἀκούγεται σὰν ἕνα φύσημα ποὺ σκίζει στὰ δύο τὸν ἀέρα
μοιάζει μ’ ἕνα λευκὸ μάτι ποὺ διαλύεται στὸ νερό.

Οἱ αἰσθήσεις τοῦ θανάτου δὲν εἶναι πέντε,

εἶναι ἕξι, ἡ ἕκτη αἴσθηση εἶναι ἕνα ὄργανο παράλογο
ἄμορφο, ἄοσμο, ἀνήκουστο,

εἶναι ἕνα μεθυσμένο τίποτα.

* Ο Homero Aridjis είαι Μεξικανὸς ποιητής, ἑλληνικῆς καταγωγῆς. Ἔχει ἐκδώσει περισσότερα ἀπὸ 40 βιβλία ποίησης καὶ μυθοπλασίας καὶ ἔχει λάβει πλῆθος βραβείων γιὰ τὸ συγγραφικό του ἔργο καὶ τὴν ἀκτιβιστική του δράση γιὰ τὴν περιβαλλοντικὴ προστασία. Θεωρεῖται ὁ σημαντικότερος ἐν ζωῇ Μεξικανὸς ποιητής.
**Μετάφραση: Ἔλσα Κορνέτη
***Από το περιοδικό “Νέο Επίπεδο”, Νο 41/1, Απρίλιος 2014.

Αθανάσιος Πάσχος, Φλέγεται η γη

Άκου πώς η θάλασσα σβήνει τη φλόγα
Καθώς το κύμα το χαριστικό κυλάει στο κορμί της
Κι αυτός ο συριγμός
Καθώς η νύχτα κλέβει τη ζωή από την ίδια τη ζωή
Είναι πιο περίλυπος
Θυμίσου πώς η κοπελιά μαζεύει το κορμί
Όταν αλαφρύνει και δώσει τον πόθο της να πετάξει
Τότε χάνεται μόνο αυτός που έχει χαθεί
Βαθιά του
Και δεν έχει φωνή να χαρίσει..

*Από τη συλλογή “Ζω ονειρευόμενος”, εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Ε. Μύρων, Αερόστατο

Έχω ένα αερόστατο
μέσα μου κρυμμένο
Ίσως κάποιες φορές
το αέριο του είναι ελλιπές
ή ο αέρας μέσα μου βαρύς
και δεν πετά
– ζαρώνει στάσιμο στα χαμηλά.
Βαρίδι γίνεται στα πόδια
και το σέρνω.
Είναι όμως εν δυνάμει πτητικό
Αυτό το αιθεροβάμον υλικό
που κρύβω μέσα μου
με στιλώνει και με κρατά ορθό
όταν απογειώνεται.
Γι’ αυτές τις πτήσεις του
και μόνο
αξίζει το κουβάλημα.

Γιάννης Βούλτος, Πέντε ποιήματα

Τυφλός

Με κοιτάζουν
Μάτια δίχως βλέμμα
Κι εγώ τυφλός
Τις διαβάσεις
Περνώ
Της ζωής
Μονάχος

Στη λήθη

Διάλεξες
του ονείρου τοκογλύφο
να δανειστείς
του φόβου βάλσαμο
Όταν τ’ αστέρια ξεθωριάζανε
στο φως το πρωινό
που μας αντίκριζες

Κουβέντα με το Θάνατο

Μίλησα τη νύχτα
Με το Θάνατο
– Ήρθες για μένα
– Έχεις ακόμα
Αίμα
Στα γραφτά σου
Θα ξανάρθω

Κυριακή στο γήπεδο

Μπήκα στο κατάμεστο γήπεδο
Στην εξέδρα των επισήμων
Παντού σιωπή
Κοιτάζω τριγύρω
Οι φίλαθλοι νεκροί
Οι παίχτες σκοτωμένοι
Τριάντα χιλιάδες κουφάρια
Μόνος εγώ ζωντανός
Άρχισα να φωνάζω
Συνθήματα

Λεωφόρος Εφιάλτη

Νύχτα στις λεωφόρους και στις εθνικές οδούς του εφιάλτη σου
Όταν οδηγώντας δε θα ανταμώνεις πια ούτε ψυχή απ’ τ’ άλλο ρεύμα
Τότε θα προβάλλουν δίπλα στα εικονοστάσια τους
Όλοι οι σκοτωμένοι κείνων των δρόμων της ασφάλτου
Καθένας με την αποκρουστική μορφή
Τη χαρισμένη από τη μοίρα του την ώρα του θανάτου
Θα σε χαιρετούν όσοι έχουν χέρια
Θα σου μιλούν όσοι έχουν πρόσωπα
Οι άλλοι που δεν τους έχει μείνει τίποτα
Θα χουν γραμμένο στο οδόστρωμα με αίμα ένα μήνυμα
Για σένα που μπορείς να το διαβάσεις
Για σένα που μπορείς να τους ακούσεις
«οι δρόμοι αυτοί θα είναι πάντα στοιχειωμένοι»
Και πάντα θ’ αντικρίζεις τους νεκρούς
Νύχτα στις λεωφόρους και στις εθνικές οδούς του εφιάλτη σου

*Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/2753